ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
22 Μαΐου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
N.F.N.,
από Νιγηρία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτητή: Ε. Χαραλάμπους (κα) για Λάζου-Χαραλάμπους ΔΕΠΕ
Η παρουσία των Καθ’ ων η Αίτηση δεν κρίθηκε απαραίτητη και συνεπώς δεν κλήθηκαν να παραστούν στη διαδικασία[1]
Ο Αιτητής παρών
[Διερμηνέας: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 05.07.2023, με την οποίαν απορρίφθηκε η αίτησή του Αιτητή για διεθνή προστασία ως προδήλως αβάσιμη δυνάμει των άρθρων 12Βτρις, 16Δ(3)(δ) και 16Δ(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[2] και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος και ως «Δ.Φ».). Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ’ ων η Αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία του Αιτητή και των συνηγόρων του.
Τα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία, την οποίαν εγκατέλειψε στις 22.09.2021 και στις 10.10.2021 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές δια μέσου των μη ελεγχόμενων περιοχών, όπου αφίχθηκε με φοιτητική άδεια. Στις 26.10.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 02.06.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος υπέβαλε στις 14.06.2023 Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 20.06.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 07.07.2023, μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή αρ. 2407/2023 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 21.03.2025.
Ακολούθως, στις 17.10.2025 ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας συντάχθηκε Έκθεση/Εισήγηση στις 20.10.2025 από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), με την εισήγηση όπως η αίτηση αυτή απορριφθεί ως απαράδεκτη. Στις 30.10.2025, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την σχετική εισήγηση απορρίπτοντας την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή. Την απόφαση αυτή αμφισβητεί ο Αιτητής δια της υπό εξέταση προσφυγής.
Με το εναρκτήριο δικόγραφο του ο Αιτητής προωθεί πλείονες λόγους ακυρώσεως τους οποίους ωστόσο δεν προώθησε, τουλάχιστον όχι στο σύνολο τους, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Κατά αυτό δε το στάδιο, η συνήγορος του Αιτητή προώθησε τη θέση περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα προβάλλοντας ότι τα δύο έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του συνιστούν νέα στοιχεία, τα οποία δεν αξιολογήθηκαν ορθώς και επαρκώς από την Υπηρεσία Ασύλου ως προς το ζήτημα μελλοντικής δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του, οδηγώντας στην εσφαλμένη κατάληξη των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Οι Καθ' ων η Αίτηση -δια του υπομνήματός τους- υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δια της συνηγόρου του καταχώρισε μονομερή αίτηση, με την οποία αιτείται διάταγμα για παραμονή του στη Δημοκρατία μέχρι την τελική έκδοση της απόφασης επί της προσφυγής του. Η μονομερής αυτή αίτηση δεν δικάστηκε τελικώς, κατόπιν επισήμανσης του Δικαστηρίου ότι εφόσον πρόκειται για υπόθεση ταχείας εκδίκασης, η υπόθεση θα δικαστεί κατά προτεραιότητα.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Επισημαίνεται καταρχάς ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[3] διατάξεις οι οποίες μεταφέρονται στο ημεδαπό δίκαιο με το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[4] Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια (3)(α) και (β) του άρθρου 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα (έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέτασή του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:
Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου), σχετικά με την εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον:
(α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και
(β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς.[5]
Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).
Από τη ratio της απόφασης ΧΥ προκύπτει ότι, κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, δεν απαιτείται πλήρης και τελεσίδικη απόδειξη της βασιμότητας των νέων στοιχείων ούτε οριστική επιβεβαίωση της γνησιότητάς τους, αλλά αξιολόγηση κατά πόσον αυτά είναι ικανά, εκ πρώτης όψεως, να επηρεάσουν ουσιωδώς την εκτίμηση του αιτήματος διεθνούς προστασίας και να δικαιολογήσουν περαιτέρω ουσιαστική εξέταση.
Λόγω ακριβώς της περιορισμένης αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με μεταγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το στάδιο του παραδεκτού, χωρίς ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης αυτής, το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση επί της βασιμότητας της αίτησης, κρίνοντας δηλαδή το κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται διεθνή προστασία ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθώς η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτησή του αιτητή.
Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή, ως αυτή προβάλλεται με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[6]
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν στη διάθεσή τους.
Παρατηρώ ότι στα πλαίσια της υπό εξέταση μεταγενέστερης αίτησής του για άσυλο, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τον ψάχνει (μαζί με άλλους) η Νιγηριανή Πολεμική Αεροπορία (Nigerian Air Force) λόγω εγκατάλειψης της περιοχής ευθύνης τους (AOR, Area of Responsibility) κατά τη διάρκεια επιχείρησης τον Ιούλιο του 2021 στην πολιτεία Imo, όπου τους δόθηκαν εντολές ρίψης πυροβολισμών εναντίον πολιτών, στα πλαίσια της επιχείρησης Python Dance II. Ως περαιτέρω υποστήριξε, καταζητείται για ανταρσία, η οποία επιφέρει θανατική ποινή σύμφωνα με τους κανονισμούς των Νιγηριανών Ένοπλων Δυνάμεων, και ανυπακοή σε ειδικές και συγκεκριμένες εντολές. Κάνοντας αναφορά στη σύζυγο και τις δύο θυγατέρες του αιτείται επανάνοιγμα του φακέλου του, ενώ προσκόμισε και δύο έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του.
Κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησής του, οι Καθ' ων η αίτηση, εξετάζοντας κατά το πρώτο στάδιο, το παραδεκτό αυτής έκριναν, ως προκύπτει από την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού, ότι ο Αιτητής δεν υπέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους ίδιους.
Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι στην αρχική του αίτηση πρόβαλε οικογενειακές δυσχέρειες, με τον θάνατο του πατέρα του το 2017 και του αδερφού του δύο χρόνια αργότερα, με αποτέλεσμα να μείνει χωρίς οικογένεια, υποστήριξη ή συγγενείς, γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του πρόβαλε εντελώς διαφορετικό ισχυρισμό, υποστηρίζοντας ότι υπηρέτησε στην Πολεμική Αεροπορία της Νιγηρίας, όπου συμμετείχε σε επιχειρήσεις εναντίον της οργάνωσης Eastern Security Network (ESN) και ότι του δόθηκαν παράνομες εντολές να πυροβολήσει πολίτες τις οποίες αρνήθηκε να εκτελέσει. Ως ισχυρίστηκε, λόγω αυτής του της άρνησης καταζητείται από τις στρατιωτικές αρχές. Οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι από τη συνολική σύγκριση των ισχυρισμών του Αιτητή προκύπτει ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν περιέχει νέα πραγματικά περιστατικά, παρά αποτελεί επανάληψη των ήδη απορριφθέντων ισχυρισμών οι οποίοι εξετάστηκαν κατ΄ ουσίαν.
Προχώρησαν, ωστόσο, σε αξιολόγηση των προσκομισθέντων εγγράφων, καταλήγοντας στην απόρριψή τους λόγω μη σύνδεσής τους με τον Αιτητή και το ανέφικτο επαλήθευσης της γνησιότητας τους κρίνοντας τα ως μη αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα, τα ευρήματα των Καθ’ ων ως προς τα έγγραφα αυτά έχουν ως ακολούθως:
Ως προς το εσωτερικό τηλεγράφημα της Πολεμικής Αεροπορίας της Νιγηρίας αναφορικά με την επιχείρηση Python Dance II (ερυθρά 102-101 Δ.Φ.), η αυθεντικότητα και αξιοπιστία του συγκεκριμένου εγγράφου κρίθηκε αμφίβολη, καθώς παρατηρήθηκε χρονική ασυνέπεια αναφορικά με την διεξαγωγή της συγκεκριμένης επιχείρησης, όπου σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αυτή πραγματοποιήθηκε την περίοδο Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2017 και όχι το 2021, ως η ημερομηνία (Αύγουστος 2021) που φέρει το συγκεκριμένο έγγραφο. Επιπρόσθετα, ο Λειτουργός παρατήρησε αναρμοδιότητα του φορέα ενημέρωσης, καθότι η επιχείρηση Python Dance II αποτέλεσε επιχείρηση του στρατού και όχι της πολεμικής αεροπορίας. Επισήμανε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο φέρει αποκλειστικά την σφραγίδα της Πολεμικής Αεροπορίας γεγονός ασύμβατο με τη δομή και την ιεραρχία των ενόπλων δυνάμεων. Περαιτέρω, η σφραγίδα “Comms & Electronics” παραπέμπει σε τεχνικό τμήμα επικοινωνιών και όχι σε επιχειρησιακό τμήμα που είναι συνήθως αρμόδιο να δίνει εντολές. Επισημάνθηκε πρόσθετα ότι, στο εν λόγω έγγραφο δεν γίνεται καμία αναφορά σε στοιχεία του Αιτητή (αριθμό στρατιωτικής ταυτότητας, κλπ), ούτε και δύναται να προκύψει επίσημη επικύρωση ή βεβαίωση προέλευσης του συγκεκριμένου εγγράφου.
Αναφορικά με το δεύτερο έγγραφο, το οποίο αποτελεί εσωτερικό τηλεγράφημα της Πολεμικής Αεροπορίας της Νιγηρίας αναφορικά με την αναζήτηση και παραπομπή στρατιωτικών για ανταρσία (ερυθρό 100 δ.φ.), η αυθεντικότητα και η αξιοπιστία του κρίθηκε αμφίβολη καθότι η αναζήτηση και παραπομπή εμφανίζεται ετεροχρονισμένα με το χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα η κατηγορία, ήτοι η ανυπακοή στα πλαίσια της επιχείρησης Python Dance II, γεγονός το οποίο υπονομεύει την γνησιότητα του. Ειδικότερα, ως αξιολογήθηκε, το συγκεκριμένο έγγραφο φέρει ημερομηνία του 2024, για γεγονός που ανάγεται σε επιχείρηση του 2017 (ή σύμφωνα με δηλώσεις του Αιτητή το 2021). Επιπρόσθετα, δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε πληροφορία ή ανακοίνωση των στρατιωτικών δυνάμεων της Νιγηρίας περί αναζήτησης προσωπικού που συμμετείχε στην συγκεκριμένη επιχείρηση. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η σφραγίδα “Comms & Electronics” παραπέμπει σε τεχνικό τμήμα επικοινωνιών και όχι στο αρμόδιο όργανο (Air Provost Directorate, Provost Marshal (NAF)” έκδοσης εντολών αναζήτησης και πειθαρχικών διώξεων. Τέλος, δεν προκύπτει οποιαδήποτε διασύνδεση του Αιτητή με το συγκεκριμένο έγγραφο, καθότι δεν γίνεται καμία αναφορά σε προσωπικά στοιχεία, ενώ δεν υπάρχει δυνατότητα επικύρωσης ή επιβεβαίωσης της προέλευσης του συγκεκριμένου εγγράφου.
Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν αποτελούν νέα στοιχεία, και δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Καταληκτικά, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην Νιγηρία θα διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης. Η Έκθεση/Εισήγηση ολοκληρώθηκε με την εισήγηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, εισήγηση η οποία εγκρίθηκε από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.
Οι ισχυρισμοί του Αιτητή
Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της κρίσης των Καθ' ων η αίτηση κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω εν συντομία, τα όσα ο Αιτητής επικαλέσθηκε σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του κατά τα προγενέστερα στάδια εξέτασης της αίτησής του.
Κατά την καταγραφή της αρχικής του αίτησης, και αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του απεβίωσε κατά τη γέννησή του, στις 10.05.1997. Στη συνέχεια, ο πατέρας του τέλεσε δεύτερο γάμο και, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η μητριά του καθιστούσε δύσκολη τη ζωή τόσο για τον ίδιο όσο και για τον αδερφό του. Στις 28/03/2017 απεβίωσε ο πατέρας του, ενώ δύο χρόνια αργότερα έχασε και τον αδερφό του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι άρχισε να υποψιάζεται τη μητριά του, υποψίες οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, επιβεβαιώθηκαν όταν εκείνη τον απείλησε λέγοντάς του ότι θα ήταν ο επόμενος. Κατόπιν τούτου, ο καλύτερος φίλος του πατέρα του τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα. Αργότερα πληροφορήθηκε ότι η μητριά του είχε πωλήσει την περιουσία του πατέρα του και είχε τελέσει νέο γάμο.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι τα προβλήματά του ξεκίνησαν με την έναρξη της δράσης του Eastern Security Network (ESN), το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αποτελούσε τη στρατιωτική πτέρυγα του κινήματος ανεξαρτησίας της Biafra. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι το ESN επιχειρούσε να στρατολογήσει νεαρά άτομα από τις ανατολικές περιοχές της Νιγηρίας, κυρίως πρόσωπα που υπηρετούσαν στον Νιγηριανό στρατό λόγω της στρατιωτικής τους εμπειρίας.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι, ενώ βρισκόταν στην πόλη Minna, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον παππού του, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ένας νεαρός από την κοινότητά τους είχε δολοφονηθεί από το ESN. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το ESN προσέφερε μεγάλα χρηματικά ποσά σε άτομα προκειμένου να εγκαταλείψουν τον στρατό και να ενταχθούν στις τάξεις του, ενώ όσοι αρνούνταν να συνεργαστούν υφίσταντο διώξεις.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο ίδιος αρνήθηκε να ενταχθεί στο ESN. Ωστόσο, όπως ανέφερε, ο παππούς του τον ενημέρωσε εκ νέου ότι εξακολουθούσαν να αποστέλλονται προσκλήσεις προς αυτόν. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε δύο επιλογές: είτε να ενταχθεί στις τάξεις του ESN είτε να παραμείνει στο στράτευμα και να αντιμετωπίσει τις συνέπειες, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, σήμαινε ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα, ενώ παράλληλα φρόντισε να γίνει γνωστό στους κατοίκους της κοινότητάς του ότι δεν υπηρετούσε πλέον στην αεροπορία. Επιπλέον, ανέφερε ότι διέγραψε από τους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όλες τις φωτογραφίες που σχετίζονταν με τη στρατιωτική του ιδιότητα.
Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του, έγινε εν μέρει αποδεκτός ο ισχυρισμός αναφορικά με την ταυτότητα, την χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ειδικότερα, έγινε αποδεκτή η υπηκοότητα του Αιτητή ως Νιγηριανός υπήκοος, με περιοχή καταγωγής την πολιτεία Bauchi. Ωστόσο, δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός που αφορά την περιοχή διαμονής του από το 2018 μέχρι και την αναχώρηση του από την χώρα, ήτοι την πόλη Minna στην πολιτεία του Νίγηρα (Niger) καθώς οι δηλώσεις του που αφορούν το συγκεκριμένο μέρος του αφηγήματός του κρίθηκαν αναξιόπιστες λόγω ανεπάρκειας πληροφοριών, ασυνέπειας, και αντιφάσεων. Παράλληλα, απορρίφθηκε και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που αφορά ισχυριζόμενη δίωξη του από τις δυνάμεις της ESN λόγω της ιδιότητας του ως μέλος της Νιγηριανής Πολεμικής Αεροπορίας, και της άρνησης του να ενταχθεί στις τάξεις της ESN, καθότι δεν τεκμηριώθηκε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού.
Εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρίστηκε η προσφυγή με αριθμό 2407/23 η οποία απορρίφθηκε στις 21.03.2025. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι στην δικαστική απόφαση που αφορά την προσφυγή του, κρίθηκε αξιόπιστος ως προς το σκέλος του ισχυρισμού που αφορά την υπηρεσία του στην πολεμική αεροπορία της Νιγηρίας, γεγονός το οποίο δεν ελήφθη υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης.
Η εκτίμηση Δικαστηρίου
Κατά τη δικαστική διαδικασία, η δικηγόρος του Αιτητή ανέπτυξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως αποτέλεσμα πλημμελούς και ελλιπούς έρευνας και ότι η Διοίκηση υπέπεσε σε ουσιαστική πλάνη περί τα πράγματα και τον νόμο, τόσο ως προς την έννοια του «νέου στοιχείου» όσο και ως προς την έννοια της «σημαντικής αύξησης των πιθανοτήτων» χορήγησης διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι η Υπηρεσία Ασύλου λανθασμένα θεώρησε πως τα δύο έγγραφα που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση δεν συνιστούν νέα στοιχεία μόνο και μόνο επειδή συνδέονται με ισχυρισμούς που είχαν ήδη προβληθεί κατά την αρχική διαδικασία ασύλου. Κατά τη θέση της, σύμφωνα με το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ, καθώς και τον πρακτικό οδηγό της EUAA για τις μεταγενέστερες αιτήσεις, νέα στοιχεία μπορούν να αποτελούν και έγγραφα που σχετίζονται με ήδη αξιολογηθέντες ισχυρισμούς, εφόσον δεν είχαν προηγουμένως υποβληθεί ή εξεταστεί.
Περαιτέρω, η δικηγόρος του Αιτητή προέβαλε ότι η Διοίκηση τελούσε υπό ουσιώδη πλάνη ως προς το ιστορικό της υπόθεσης, θεωρώντας ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή είχαν συνολικά απορριφθεί κατά την προηγούμενη διαδικασία. Αντιθέτως, όπως υποστήριξε, από την προηγούμενη δικαστική απόφαση επί της προσφυγής αρ. 2407/23 προκύπτει ότι κρίθηκε αξιόπιστος ως προς ουσιώδες σκέλος του ιστορικού του, και συγκεκριμένα ως προς την υπηρεσία του στην Πολεμική Αεροπορία της Νιγηρίας. Κατά τη θέση της, το στοιχείο αυτό είναι καθοριστικής σημασίας, διότι τα δύο έγγραφα που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση σχετίζονται ακριβώς με την ιδιότητά του αυτή και λειτουργούν ενισχυτικά προς ήδη αποδεκτό τμήμα του αφηγήματός του.
Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε ειδικώς στην αξιολόγηση των δύο εγγράφων από τη Διοίκηση, προβάλλοντας ότι αυτή πραγματοποιήθηκε χωρίς δέουσα και αντικειμενική έρευνα και χωρίς αξιοποίηση αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν την αυθεντικότητα ή τη δομή των επίδικων εγγράφων. Ως προς το πρώτο έγγραφο, που αφορά την επιχείρηση Python Dance II, υποστήριξε ότι η Υπηρεσία Ασύλου εσφαλμένα θεώρησε ότι η εν λόγω επιχείρηση ήταν αποκλειστικά επιχείρηση του στρατού ξηράς, παραγνωρίζοντας δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες και δηλώσεις που καταδεικνύουν συμμετοχή και της Νιγηριανής Πολεμικής Αεροπορίας. Ως προς δε τη σφραγίδα “Comms & Electronics”, ισχυρίστηκε ότι η Διοίκηση παρερμήνευσε τη φύση της, καθότι αυτή αφορά τμήμα διαβιβάσεων και επικοινωνιών μέσω του οποίου διακινήθηκαν τα έγγραφα και όχι τεχνικό τμήμα άσχετο με τη στρατιωτική διοίκηση. Παράλληλα, προέβαλε ότι στα ίδια τα έγγραφα αναγράφονται το επώνυμο, η μονάδα και τα υπηρεσιακά στοιχεία του Αιτητή, σε αντίθεση με το συμπέρασμα της Διοίκησης ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε διασύνδεση των εγγράφων με το πρόσωπό του.
Η δικηγόρος του Αιτητή υποστήριξε επίσης ότι οι λόγοι απόρριψης των δύο εγγράφων, και συνακόλουθα της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, περιορίστηκαν αποκλειστικά στο ζήτημα της αξιοπιστίας των νέων στοιχείων, χωρίς να εξεταστεί ορθά η συνάφειά τους με τον ήδη αποδεκτό πυρήνα του ιστορικού του Αιτητή και χωρίς να αξιολογηθεί επαρκώς κατά πόσον τα στοιχεία αυτά δύνανται να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Κατά τη θέση της, η Διοίκηση συγχέει το στάδιο του παραδεκτού με το στάδιο της ουσιαστικής εξέτασης της αίτησης, απαιτώντας ουσιαστικά πλήρη απόδειξη της γνησιότητας και βασιμότητας των νέων στοιχείων ήδη από το προκαταρκτικό στάδιο.
Τέλος, πρόβαλε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άμεση ή διαθέσιμη πληροφορία που να αποκλείει το ενδεχόμενο μεταγενέστερης πειθαρχικής ή ποινικής δίωξης στρατιωτικών προσώπων για γεγονότα που ανάγονται σε προγενέστερο χρόνο, ενώ υποστήριξε ότι δεν δόθηκε καμία ευκαιρία στον Αιτητή να παράσχει εξηγήσεις επί των ζητημάτων που εντόπισε η Διοίκηση αναφορικά με τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω ισχυρισμών, το Δικαστήριο, ασκώντας πλήρη έλεγχο ουσίας μέχρι το στάδιο του παραδεκτού, οφείλει να εξετάσει κατά πόσον η κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12Βτετράκις(2)(δ), σε συνάρτηση με το άρθρο 16Δ(3)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, ήταν ορθή. Η εξέταση αυτή δεν κατατείνει, στο παρόν στάδιο, σε τελική διάγνωση περί του κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται διεθνούς ή συμπληρωματικής προστασίας, αλλά στο κατά πόσον τα στοιχεία που επικαλέστηκε και προσκόμισε με τη μεταγενέστερη αίτησή του είναι τέτοια ώστε να καθιστούν την αίτηση παραδεκτή και άξια ουσιαστικής εξέτασης από την αρμόδια αρχή.
Κατ’ αρχάς διαπιστώνεται η μεταβολή των ισχυρισμών του Αιτητή στα διαφορετικά στάδια αξιολόγησης του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Υπενθυμίζεται ότι στην αρχική του αίτηση πρόβαλε οικογενειακές δυσκολίες, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του δίωξη από την ESN λόγω άρνησής του να ενταχθεί στις τάξεις της, λόγω της εμπειρίας του ως μέλος της Πολεμικής Αεροπορίας της Νιγηρίας, και στη μεταγενέστερη αίτηση δίωξή του από την Πολεμική Αεροπορία της Νιγηρίας λόγω απείθειας κατά τη διάρκεια επιχείρησης με την ονομασία Python Dance II.
Εξετάζοντας το ιστορικό της υπόθεσης, παρατηρώ ότι κατά την αρχική διαδικασία οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν είχαν απορριφθεί στο σύνολό τους. Αντιθέτως, από την προηγούμενη δικαστική απόφαση επί της προσφυγής αρ. 2407/23 προκύπτει ότι κρίθηκε αξιόπιστος ως προς ουσιώδες σκέλος του ιστορικού του, ήτοι ως προς την υπηρεσία του στην Πολεμική Αεροπορία της Νιγηρίας. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση δεν προστίθενται σε κενό αποδεικτικό υπόβαθρο, αλλά συνδέονται με έναν ήδη αποδεκτό πυρήνα του αφηγήματος του Αιτητή.
Στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής προσκόμισε δύο έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, τα οποία αξιολογήθηκαν από τη Διοίκηση και απορρίφθηκαν λόγω μη εφικτής επαλήθευσης της γνησιότητας των εγγράφων και μη διασύνδεσής τους με τον Αιτητή.
Υπό το φως αυτό, η κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν περιέχει νέα στοιχεία, αλλά αποτελεί απλή επανάληψη προηγουμένως απορριφθέντων ισχυρισμών, δεν μπορεί να γίνει δεκτή άνευ ετέρου. Είναι ορθό ότι ο Αιτητής επανέφερε τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού του περί υπηρεσίας στη Νιγηριανή Πολεμική Αεροπορία, συμμετοχής ή εμπλοκής σε επιχείρηση, άρνησης εκτέλεσης παράνομων εντολών και φόβου δίωξης από τις στρατιωτικές αρχές. Πλην όμως, με τη μεταγενέστερη αίτηση προσκόμισε δύο συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, έλαβε μόλις τον Νοέμβριο του 2024 και τα οποία δεν είχαν τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Τα έγγραφα αυτά, ανεξαρτήτως της τελικής αποδεικτικής τους αξίας, δεν είναι άσχετα ή ουδέτερα προς το αίτημα του Αιτητή. Το πρώτο φέρεται να αφορά μετακίνηση ή ανάπτυξη προσωπικού σε σχέση με την επιχείρηση Python Dance II, ενώ το δεύτερο φέρεται να αφορά αναζήτηση και παραπομπή στρατιωτικών για πειθαρχικά ή στρατιωτικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων ανταρσία, ανυπακοή σε ειδικές εντολές και εγκατάλειψη περιοχής ευθύνης. Περαιτέρω, στα προσκομισθέντα έγγραφα φαίνεται να γίνεται αναφορά σε πρόσωπο με στοιχεία που αντιστοιχούν στο επώνυμο του Αιτητή και συγκεκριμένα ταυτοποιητικά στοιχεία, γεγονός που, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, δημιουργεί σύνδεση με τον Αιτητή.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, ως παρατηρώ, στα προσκομισθέντα έγγραφα αναγράφεται το επώνυμο του Αιτητή με συγκεκριμένα ταυτοποιητικά στοιχεία, και εσφαλμένα η Διοίκηση κατέγραψε στην Έκθεση/Εισήγηση ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στον Αιτητή και σε προσωπικά του στοιχεία.
Οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε αξιολόγηση της γνησιότητας και αξιοπιστίας των εγγράφων, εντοπίζοντας σειρά αδυναμιών, όπως χρονολογικές ασυνέπειες σε σχέση με την επιχείρηση Python Dance II, αμφιβολίες ως προς την αρμοδιότητα της εκδίδούσας υπηρεσίας, ζητήματα ως προς τη σφραγίδα “Comms & Electronics”, απουσία ανεξάρτητης επικύρωσης και δυσχέρεια επαλήθευσης. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι ασφαλώς συναφείς και δύνανται να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση του υλικού. Πλην όμως, το ζήτημα στο παρόν στάδιο δεν είναι αν τα έγγραφα αποδεικνύουν τελεσίδικα την αλήθεια των ισχυρισμών του Αιτητή, αλλά αν είναι ικανά, ιδίως λαμβανόμενα υπόψη μαζί με το ήδη αποδεκτό στοιχείο της υπηρεσίας του στην Πολεμική Αεροπορία, να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Διευκρινίζεται συναφώς ότι η παρούσα κρίση του Δικαστηρίου δεν συνιστά αποδοχή της γνησιότητας, αυθεντικότητας ή τελικής αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων εγγράφων. Η κρίση περιορίζεται αποκλειστικά στο κατά πόσον τα εν λόγω στοιχεία μπορούσαν νομίμως να αποκλειστούν ήδη από το στάδιο του παραδεκτού, χωρίς να προηγηθεί πλήρης ουσιαστική εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή και αξιολόγησή τους στο πλαίσιο προσωπικής συνέντευξης.
Στο σημείο αυτό διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση φαίνεται να συγχέουν δύο διακριτά στάδια της εξέτασης. Άλλο είναι το ερώτημα αν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, και άλλο το ερώτημα αν τα στοιχεία αυτά, μετά από ουσιαστική αξιολόγηση, αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ή της γνησιότητας ενός νέου εγγράφου δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το έγγραφο δεν αποτελεί «νέο στοιχείο». Εφόσον το έγγραφο δεν είχε ληφθεί υπόψη στην προηγούμενη διαδικασία και σχετίζεται άμεσα με τον πυρήνα του αιτήματος, οφείλει να αξιολογηθεί υπό το ορθό νομικό πρίσμα.
Υπό το φως του ήδη αποδεκτού στοιχείου της υπηρεσίας του Αιτητή στη Νιγηριανή Πολεμική Αεροπορία, τα προσκομισθέντα έγγραφα είναι, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, ώστε να καθίσταται αναγκαία η μετάβαση της εξέτασης στο στάδιο της ουσιαστικής αξιολόγησης της μεταγενέστερης αίτησης.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν φαίνεται να έλαβαν επαρκώς υπόψη ότι η προηγούμενη δικαστική απόφαση είχε αποδεχθεί την υπηρεσία του Αιτητή στη Νιγηριανή Πολεμική Αεροπορία. Η παράλειψη αυτή είναι ουσιώδης καθώς το ήδη αποδεκτό αυτό στοιχείο προσδίδει διαφορετική βαρύτητα στα προσκομισθέντα έγγραφα και επέβαλλε προσεκτικότερη και συνολική αξιολόγησή τους.
Επίσης, η εξήγηση του Αιτητή ότι έλαβε τα έγγραφα τον Νοέμβριο του 2024 είναι κρίσιμη για την προϋπόθεση της μη προηγούμενης επίκλησης χωρίς δική του υπαιτιότητα. Οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να εξετάσουν ειδικά κατά πόσον ο Αιτητής μπορούσε αντικειμενικά να τα προσκομίσει κατά την προηγούμενη διαδικασία ή κατά την προσφυγή του. Δεν αρκούσε η γενική διαπίστωση ότι οι ισχυρισμοί του είχαν ήδη εξεταστεί, καθότι τα ίδια τα έγγραφα, κατά τον ισχυρισμό του, περιήλθαν στην κατοχή του μεταγενέστερα.
Η παράλειψη εξέτασης του ζητήματος αυτού είναι ουσιώδης, καθότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι τα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή του μόλις τον Νοέμβριο του 2024 συνιστούσε στοιχείο το οποίο έχρηζε ειδικής και εξατομικευμένης αξιολόγησης σε σχέση με την προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι κατά πόσον ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα προσκομίσει κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι τα έγγραφα παρουσιάζουν αδυναμίες και ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν ζητήματα που δύνανται να επηρεάσουν την τελική αποδεικτική τους αξία. Εντούτοις, οι αδυναμίες αυτές δεν αρκούν, στο στάδιο του παραδεκτού, για να οδηγήσουν αναγκαίως σε απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, ιδίως όταν τα έγγραφα συνδέονται με ήδη αποδεκτό τμήμα του ιστορικού και αφορούν κατ’ ισχυρισμόν στρατιωτική δίωξη για σοβαρά αδικήματα, όπως ανταρσία, ανυπακοή και εγκατάλειψη περιοχής ευθύνης.
Εν κατακλείδι, υπενθυμίζεται ότι τα έγγραφα έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα στην εξέταση και αξιολόγηση αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, αξιολογήθηκαν τα έγγραφα, χωρίς ωστόσο να εξεταστούν οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν, ούτως ώστε να συνάγεται ορθή και ολοκληρωμένη αξιολόγηση σε συνάρτηση με τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις προϋποθέσεις του Νόμου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε δέουσα έρευνα και επαρκή αιτιολογία. Η Διοίκηση εσφαλμένα θεώρησε ότι δεν τίθενται νέα ουσιώδη στοιχεία, παραλείποντας να εξετάσει κατά τρόπο επαρκή και εξατομικευμένο τα νέα δεδομένα σε συνάρτηση με την αποδοχή του ισχυρισμού που αφορά την υπηρεσία στην Πολεμική Αεροπορία της Νιγηρίας.
Περαιτέρω, τα ζητήματα που εντόπισαν οι Καθ’ ων η αίτηση ως προς τη χρονική αλληλουχία, προέλευση, αυθεντικότητα και περιεχόμενο των εγγράφων ήταν τέτοια που δεν μπορούσαν να επιλυθούν αποκλειστικά επί τη βάσει γραπτής αξιολόγησης του φακέλου, χωρίς να παρασχεθεί στον Αιτητή η δυνατότητα παροχής εξηγήσεων στο πλαίσιο προσωπικής συνέντευξης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μη κλήση του Αιτητή σε συνέντευξη ενίσχυσε περαιτέρω την πλημμέλεια της διεξαχθείσας έρευνας.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αποτίμησαν ορθά τη σημασία των νέων εγγράφων υπό το φως του ήδη αποδεκτού στοιχείου της στρατιωτικής υπηρεσίας του Αιτητή, ούτε αιτιολόγησαν επαρκώς γιατί τα έγγραφα αυτά, έστω και με τις επιφυλάξεις που καταγράφηκαν, δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, δεν εξετάστηκε επαρκώς κατά πόσον ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα προσκομίσει κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Επαναλαμβάνεται ότι η παρούσα κατάληξη δεν συνιστά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματος διεθνούς προστασίας ούτε επί της τελικής αξιοπιστίας των προβαλλόμενων ισχυρισμών ή της γνησιότητας των προσκομισθέντων εγγράφων. Η κρίση του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση ότι, υπό τα ιδιαίτερα πραγματικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και λαμβανομένου υπόψη του ήδη αποδεκτού στοιχείου της στρατιωτικής υπηρεσίας του Αιτητή, η μεταγενέστερη αίτηση δεν μπορούσε νομίμως να απορριφθεί ως απαράδεκτη χωρίς προηγούμενη ουσιαστική εξέταση.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει στο σύνολό της και πρέπει να ακυρωθεί, δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος, λόγω πλάνης περί τα πράγματα, έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας. Καταλήγω, συνεπώς, ότι ο λόγος ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και πάσχουσας αιτιολογίας είναι βάσιμος. Η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή έπρεπε να κριθεί παραδεκτή, προκειμένου να λάβει χώρα ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, περιλαμβανομένης της διενέργειας προσωπικής συνέντευξης και πλήρους αξιολόγησης των προσκομισθέντων εγγράφων και των ισχυρισμών του Αιτητή.
Ως προς την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου σε αυτές τις περιπτώσεις, παραπέμπω στα όσα έχουν εκτενώς παρατεθεί και αναλυθεί από την αδελφή μου Δικαστή Κ. Κ. Κλεάνθους στην υπόθεση M.D. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, υπ. αρ. 1317/20, 20.09.2021. Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην M.D. τα οποία υιοθετώ, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο ασκεί έλεγχο επί των αποφάσεων που απαριθμούνται εξαντλητικά στο εδάφιο (4), ενώ οι εξουσίες του καθορίζονται στο εδάφιο (3). Στις περιπτώσεις μεταγενέστερης αίτησης που απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται καταρχήν στη νομιμότητα και ορθότητα της κρίσης περί παραδεκτού και δεν εκτείνεται σε κατ' ουσίαν εξέταση της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί απόφαση επί της ουσίας του αιτήματος αλλά μόνο επί του παραδεκτού του.
Προσθέτω ότι, σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής και ανατροπής της πρωτοβάθμιας απόφασης που έκρινε τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, η υπόθεση θα πρέπει να αναπέμπεται στη διοίκηση για πλήρη εξέταση του αιτήματος σε πρώτο βαθμό, περιλαμβανομένης της διενέργειας προσωπικής συνέντευξης. Διαφορετική προσέγγιση θα είχε ως αποτέλεσμα ο αιτητής να στερείται ενός βαθμού εξέτασης, αφού το Δικαστήριο θα προέβαινε ουσιαστικά σε πρωτοβάθμια κρίση επί της ουσίας του αιτήματος, με συνακόλουθη αποστέρηση της δυνατότητας άσκησης προσφυγής σε δεύτερο βαθμό. Μια τέτοια εξέλιξη θα συνεπαγόταν ουσιώδη περιορισμό των δικονομικών δικαιωμάτων του αιτητή, δεδομένου ότι το ζήτημα της βασιμότητας του αιτήματος δεν θα είχε εξεταστεί προηγουμένως από τη διοίκηση.
Προσθέτω στην πιο πάνω αναλυτική και ολοκληρωμένη σκέψη, ότι σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής και ανατροπής της πρωτοβάθμιας απόφασης που κρίνει μεταγενέστερο αίτημα ως απαράδεκτο, η υπόθεση οφείλει να αναπεμφθεί σε πρώτο βαθμό για τη διεξαγωγή πλήρους προσωπικής συνέντευξης και κρίσης σε πρώτο βαθμό επί της ουσίας του αιτήματος, διαφορετικά ο αιτών χάνει ένα βαθμό εξέτασης, η δε προσφυγή του ουσιαστικά συνεπάγεται την σε πρώτη βαθμό κρίση της ουσίας, με συνεπακόλουθη απαλοιφή της προσφυγής σε δεύτερο βαθμό.[7] Μια τέτοια κατάληξη θα συνεπαγόταν στέρηση του διοικούμενου από ουσιώδη δικαιώματα του, αφού το κεφάλαιο της βασιμότητας του αιτήματος δεν έχει εξεταστεί καθόλου σε πρώτο βαθμό.[8]
Υπό το φως του συνόλου των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι η κατάληξη μου ότι η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18), λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και συνεπακόλουθης πάσχουσας αιτιολογίας και πλάνης περί τα πράγματα. Επιδικάζονται €800 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.
Οφείλουν πλέον οι Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν τάχιστα σε ουσιαστική εξέταση των όσων παρέθεσε ο Αιτητής με τη μεταγενέστερη αίτησή του στη βάση των διαδικασιών που προβλέπονται στον περί Προσφύγων Νόμο.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).
[2] Δυνάμει του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019).
[3] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)
[4] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34.
[6] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[7] Βλ. «Προσφυγικό Δίκαιο. Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση», Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης-Μάρκου, 2021, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 83.
[8] Σχετική η νομολογία του ΣτΕ επί πειθαρχικών ενδικοφανών προσφυγών, ΣτΕ 644/2010, 1284/2003, 2493/2002 κ.α.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο