Α. Μ. Ν. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. T597/25, 11/5/2026
print
Τίτλος:
Α. Μ. Ν. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. T597/25, 11/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                   Υπόθεση αρ. T597/25

 

11 Μαΐου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

1.    Α. Μ. Ν.

2.    Μ. Α. Μ

3.    Μ. Μ. Ν.

                                                                                                                        Αιτητές

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κκ Αλ Τάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητές

Α Π Ο Φ Α Σ Η                                                                                                                                                                                                                 

Με την προσφυγή οι αιτητές αιτούνται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας που τους κοινοποιήθηκε στις 12/11/25, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να τροποποιείται η επίδικη απόφαση και/ή «να ζητείται επανεξέταση της […] αίτησης […] μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού βάση της σημερινής κατάστασης της χώρας [καταγωγής]» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας, η αιτήτρια 1 (στο εξής η αιτήτρια) κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 04/10/21 και υπέβαλε 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 21/10/21 (ερ.1-4, 14-16, 38).

Στις 19/08/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.26-38). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 17/08/21 η 1η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της (ερ.126-152).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε διά χειρός 20/09/24 και της μεταφράστηκε σε γλώσσα κατανοητή απ’ αυτήν (ερ.154, 3).

Κατά της ως άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.3891/24, την οποία απέσυρε στις 19/03/25 (ερ.183-224).

Στις 24/04/25 η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση, που απορρίφθηκε στις 24/10/25 ως απαράδεκτη, στη βάση του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.234-242, 257-260). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την ως άνω απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία της δόθηκε δια χειρός στις 12/11/25 και της μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.261).

Στα πλαίσια της 1ης αίτησης που υπέβαλε η αιτήτρια κατέγραψε ότι θέλει να είναι ελεύθερη με τη συνείδηση της σχετικά με το παρελθόν της και απ’ αυτά που υπέστη από τον θείο της, μετά την εξαφάνιση του πατέρα της και θέλει να μείνει στη Δημοκρατία προκειμένου να αναρρώσει ψυχικά και σωματικά και να μην ζει κάτω από παραδοσιακούς νόμους.

Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι διέμενε από το 2013 στην Κινσάσα, μαζί με την οικογένεια της, όπου διαμένουν η μητέρα και τα δύο της αδέλφια, με την μητέρα της έχει συχνή επικοινωνία, ο πατέρας της έχει αποβιώσει το 2016 από ασθένεια, η ίδια έχει τελειώσει το Λύκειο, βοηθούσε την μητέρα της στο κατάστημα με ρούχα που διατηρεί και εργάστηκε στη Δημοκρατία ως καθαρίστρια.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ γιατί η οικογένεια της ήθελε να την παντρέψει με τον θείο της, η μητέρα της – σε πολλές οικογενειακές συναντήσεις που γίνονταν γι’ αυτό – αρνούνταν και προσπαθούσε να το καθυστερήσει, όταν η αιτήτρια τελείωσε το σχολείο θα την «έστελναν με τον θείο» της όμως αυτή τους παρακάλεσε να τελειώσει και τις επαγγελματικές της σπουδές. Λόγω οικονομικών δυσκολιών η αιτήτρια πήγε στον θείο της και έμεινε εκεί το βράδυ και την επόμενη μέρα αιμορραγούσε και τότε κατάλαβε, ως ανέφερε, ότι είχε βιασθεί από τον θείο της το προηγούμενο βράδυ, αφού αυτός της άφησε και χρήματα την επόμενη μέρα. Μετά απ’ αυτό ήταν πολύ θυμωμένη και δεν ήθελε να δει τον θείο της, πόσο μάλλον, ως ανέφερε, να τον παντρευτεί. Μετά είχε καθυστέρηση την έμμηνο ρύση και κατάλαβε ότι ήταν έγκυος και με τη βοήθεια μιας φίλης της απέβαλε το κυοφορούμενο, όμως αιμορραγούσε πολύ και πήγε σε νοσοκομείο. Τότε η μητέρα της είπε στην αιτήτρια ότι δεν θα αποδεχτεί να ξαναπάει αυτή στον θείο της και πήρε ένα πρακτορείο που βοήθησε την αιτήτρια να φύγει από τη ΛΔΚ.

Ερωτώμενη επί των ως άνω η αιτήτρια ανέφερε ότι ήθελαν να την παντρέψουν με τον θείο της (μικρότερο αδελφό του πατέρα της) καθώς αυτό είναι το έθιμο στη φυλή της (Yanzi), τα προβλήματα της άρχισαν το 2020, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει πότε ακριβώς και ούτε ποιος το αποφάσισε. Ερωτώμενη σχετικά με το κατά πόσο καταβάλλεται κάποια προίκα η αιτήτρια ανέφερε ότι αν ο θείος της δεν θέλει να την παντρευτεί τότε αν επιθυμεί να την παντρευτεί κάποιος άλλος, αυτός θα πρέπει να καταβάλει δώρα στον θείο της. Ερωτώμενη για την ονομασία του εθίμου ανάφερε ότι δεν γνωρίζει και όταν της υποβλήθηκε ότι, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, δεν δίδεται δώρο στον θείο αλλά, σύμφωνα με το έθιμο, δώρα δίδεται στον παππού. Σχετικά με τον θείο της δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για το επάγγελμα του. Σχετικά με τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό της ανέφερε ότι έγινε στις 18/03/21, το κατάλαβε όταν ξύπνησε στις 3 το πρωί, δεν έφυγε μέσα στη νύχτα γιατί το σπίτι της ήταν πολύ μακριά, ως ανέφερε, δεν ανέφερε το συμβάν στις αρχές γιατί, ως είπε, δεν θα έκαναν τίποτε, και – ως ανέφερε ερωτώμενη σχετικά – η τελευταία συνάντηση της μητέρας της με την οικογένεια αναφορικά με το περιστατικό ήταν τον Μάιο 2021. Δεν έγινε κάτι μετά τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό της, η αιτήτρια διέμενε με την μητέρα της μετά απ’ αυτό και μέχρι να φύγει από τη ΛΔΚ. Όταν της υποβλήθηκε ότι εντοπίστηκαν αντιφάσεις στα λεγόμενα της αναφορικά με το πότε άρχισε το πρόβλημα η αιτήτρια ανέφερε ότι αυτό άρχισε από όταν γεννήθηκε όμως, ως είπε, προσπαθούσαν να το καθυστερήσουν. Ερωτώμενη ποιες θα είναι οι συνέπειες για το παιδί της (αιτητής 2) η αιτήτρια ανέφερε ότι θα το σκοτώσουν και θα το διώξουν και, σε επόμενες ερωτήσεις, είπε ότι το τέκνο της θα έχει πρόσβαση σε εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική φροντίδα.

Ενόψει των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας σε σχέση με το προφίλ και τον τόπο διαμονής της απέρριψαν όμως τους ισχυρισμούς περί βιασμού από τον θείο της και προσπαθειών εξαναγκασμού της σε γάμο μ’ αυτόν.

Σχετικά με τον απορριφθέντα ισχυρισμό, ως καταγράφεται στη σχετική έκθεση (ερ.139-146), κρίθηκε ότι τα επ’ αυτού λεγόμενα της αιτήτριας ήταν ασαφή, στερούνταν επάρκειας πληροφοριών, περιείχαν αντιφάσεις, χρονική ασυνέχεια και έλλειψη ευλογοφάνειας, αφού η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για το έθιμο στη βάση του οποίου, ως ισχυρίστηκε, η οικογένεια της ήθελε να την παντρέψει με τον θείο της, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το όνομα του εθίμου, το τι ακριβώς αυτό προνοούσε, ποιους αφορούσε και – ομοίως – δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε ακριβώς άρχισαν οι πιέσεις, τι ακριβώς έγινε το βράδυ του κατ’ ισχυρισμό βιασμού της, τι ακολούθησε αυτού. Περαιτέρω υπέπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με το πότε άρχισαν οι πιέσεις, πως εξελίχθηκαν οι σχέσεις της με τον θείο της, με τον οποίο ήθελαν να την παντρέψουν, και γιατί αυτή κατέληξε να μείνει στο σπίτι του το βράδυ του κατ’ ισχυρισμό βιασμού της. Επί όλων των ως άνω τα όσα η αιτήτρια ανέφερε στερούνταν παντελώς λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων. Επί της εξωτερικής συνοχής του εν λόγω ισχυρισμού της αιτήτριας έγινε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εκ των οποίων προέκυψε ότι το έθιμο αφορά συγγενείς από την μητρική πλευρά (σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ότι ήθελαν αν την παντρέψουν με τον αδελφό του πατέρα της). Περαιτέρω έγινε ενδελεχής έρευνα για το όνομα και τα όσα σχετίζονται με το έθιμο Kintuidi, όπου σημειώθηκε ότι η αιτήτρια δεν γνώριζε τίποτε για το έθιμο αυτό, παρότι ρωτήθηκε σχετικά και παρότι το αφήγημα της βασίζεται στα όσα κατ’ ισχυρισμό υπέστη εκ του εθίμου αυτού, εκ του οποίου – ως κρίθηκε – πλήττεται η αξιοπιστία των λεγομένων της. Συνεπεία των ως άνω ο ισχυρισμός περί βιασμού της και περί πιέσεων να παντρευτεί τον θείο της απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του ισχυρισμού που έχει γίνει αποδεκτός, μετά από ανασκόπηση της κατάστασης ασφαλείας και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στον τόπο διαμονής της (Κινσάσα), η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε, καθώς διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί η αιτήτρια σε δίωξη ή σοβαρής βλάβη κατά την επιστροφή της. Στα πλαίσια τούτα έγινε ενδελεχής επισκόπηση και των συνθηκών που αφορούν των ανήλικο τέκνο της αιτήτριας, αιτητή 2 (τότε είχε γεννηθεί μόνο ο αιτητής 2, καθώς ο αιτητής 3 γεννήθηκε τον Δεκέμβριο 2024, μετά την έκδοση της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως ασύλου της αιτήτριας), όπου παρατίθεται πλήθος πληροφοριών σχετικά με την πρόσβαση σε εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκ της οποίας, ως κρίθηκε, δεδομένου του προφίλ της αιτήτριας, του ότι - ως η ίδια ανέφερε – το τέκνο της αναμένεται να έχει πρόσβαση σε εκπαίδευση και ιατρική φροντίδα, αλλά και της ύπαρξης οικογενειακού δικτύου στην Κινσάσα, προκύπτει ότι δεν πλήττεται εν προκειμένω, σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας 1 και αιτητή 2, το βέλτιστο συμφέρον του τελευταίου.

Συνεπεία των ως άνω η 1η αίτηση ασύλου της αιτήτριας απορρίφθηκε και εκδόθηκε κατ’ αυτής απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.

Σημειώνω εδώ ότι, ως και πιο πάνω αναφέρω, η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της ως άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση αποσύρθηκε από την αιτήτρια.

Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια αναφέρει ότι ο γιός της είναι ασθενής, έχει αναπνευστικά προβλήματα και στη ΛΔΚ δεν θα έχει την ιατροφαρμακευτική φροντίδα που χρειάζεται και – πέραν αυτού – η ίδια έχει «πολλά προβλήματα» και είναι «αυξανόμενα επικίνδυνο» γι’ αυτήν και τα παιδιά της. Η αιτήτρια προσκόμισε περαιτέρω πιστοποιητικά γέννησης των αιτητών 2 και 3 (ερ.226-227) και βεβαίωση ημ.04/04/25, από τον ΟΚΥΠΥ, όπου αναφέρεται ότι ο αιτητής 3 νοσηλεύτηκε «λόγω θορυβώδους αναπνοής με εισπνευστικό και εκπνευστικό σιγμό και δεν μπορεί να ταξιδέψει, μέχρι να βελτιωθεί η κλινική του εικόνα» (ερ.229), και, εκκρεμούσης της αιτήσεως, δι’ επιστολής ημ.17/09/25 (ερ.241, 252), ανέφερε ότι ο αιτητής 3 είχε τότε επαναλαμβανόμενες επιληπτικές κρίσεις και έλαβε φαρμακευτική αγωγή και επισύναψε ιατρικό πιστοποιητικό, όπου αναφέρεται ότι αυτός νοσηλεύτηκε στις 15/09/25-17/09/25 και συνίσταται ανάπαυση για λίγες μέρες.

Οι καθ’ ων η αίτηση, κατόπιν παράθεσης του ιστορικού των διαβημάτων της αιτήτριας και των όσων κατέγραψε στην επίδικη μεταγενέστερη αίτηση κατέληξαν ότι τα όσα αυτή έχει αναφέρει δεν αποτελούν νέα στοιχεία, αφού το μόνο που ανέφερε, ως κρίθηκε, είναι επί της υγείας των παιδιών της, τα οποία – δεδομένου ότι το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών της έχει εξεταστεί στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου – δεν αποτελούν νέα στοιχεία.

Στην προσφυγή καταγράφονται αρκετά νομικά σημεία.

Κατά την ακρόαση της παρούσης η ευπαίδευτη συνήγορος της, αγορεύοντας προφορικά, ως και οι οδηγίες του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης γίνεται αναφορά στα αναπνευστικά προβλήματα του αιτητή 3 (τέκνο της αιτήτριας που γεννήθηκε τον Δεκέμβριο 2024), για τα οποία δεν μπορεί να λάβει θεραπεία στη ΛΔΚ, το οποίο τέκνο δεν εξετάστηκε στα πλαίσια της 1ης αίτησης ασύλου, καθότι γεννήθηκε μετά τη λήψη απόφασης στα πλαίσια της αιτήσεως εκείνης (η απόφαση επί της οποίας εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο 2024). Συνεπώς, ως εισηγήθηκε, είναι λανθασμένη η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι στην επίδικη μεταγενέστερη αίτηση δεν υπάρχουν νέα στοιχεία, αφού, ως συνέχισε, συνιστά νέο στοιχείο κάθε ουσιώδης μεταβολή που επηρεάζει την αξιολόγηση κινδύνου, εδώ η γέννηση του αιτητή 3. Εν προκειμένω, ως ανέφερε, δεν έχει γίνει εξέταση των εγγράφων που προσκομίστηκαν (ερ.229) και δεν εξετάστηκε, ως θα έπρεπε, ως εισηγείται η συνήγορος της αιτήτριας, κατά πόσο υπάρχει διαθέσιμη φροντίδα για το πρόβλημα υγείας του αιτητή 3 στη ΛΔΚ και γι’ αυτό τυχόν επιστροφή των αιτητών στη ΛΔΚ συνιστά επαναπροώθηση, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ.

Ερωτώμενη σχετικά η συνήγορος της αιτήτριας ανέφερε ότι ο πατέρας αμφότερων των τέκνων της αιτήτριας (αιτητών 2 και 3 στην παρούσα) είναι το ίδιο άτομο (ερ.35), ομοεθνής της αιτήτριας, του οποίου η αίτηση ασύλου έχει απορριφθεί.

Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων, σε συνάρτηση πάντοτε με τους προωθούμενους εκ των αιτητών ισχυρισμούς, σημειώνω τα εξής προς το νομικό πλαίσιο που διέπει μεταγενέστερες αιτήσεις, ως η επίδικη εν προκειμένω.

Στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης ερευνάται αν «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα […]» [αρ.16Δ (3) (α) του Νόμου]) και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, εξετάζεται αν «[τα] εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης […] διεθνούς προστασίας» και κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i) και (ii)].

Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:

«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.

38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»

Συνεπώς, ο σκοπός της προκαταρτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη δια της παρούσης απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι – κατ’ αρχή - η επί της ουσίας έρευνα των νεών  ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου.

Έχω διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, της προσφυγής και των όσων η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών ανέφερε στην ακρόαση της παρούσης.

Ενόψει των ως άνω θεωρώ ότι, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, το εύρημα των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν προσκομίστηκαν νέα στοιχεία στα πλαίσια της εδώ επίδικης μεταγενέστερης αίτησης είναι, ως ορθά εισηγείται η συνήγορος της, λανθασμένο, καθώς στερείται ερείσματος στα στοιχεία του φακέλου. Αυτό γιατί, πολύ απλά, ως και πάλι ορθά εισηγείται η συνήγορος της αιτήτριας, η ύπαρξη και μόνο του αιτητή 3, ο οποίος γεννήθηκε μετά τη λήψη της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως ασύλου, συνιστά νέο στοιχείο, το οποίο θα πρέπει να αξιολογηθεί. Εν προκειμένω δε υπάρχουν και τα ζητήματα υγείας που αυτός αντιμετώπισε (βλ. ερ.229, 241, 252). Το ζήτημα όμως δεν σταματά εδώ αφού, ως λέχθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει επί διατάγματος κράτησης […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία» και συνεπώς η όποια πλημμέλεια εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία αίτηση δεν αρκεί από μόνης της και άνευ ετέρου για να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση.

Δεδομένων των ως άνω προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων, υπό το πρίσμα πάντοτε του παραδεκτού ή μη της επίδικης μεταγενέστερης αιτήσεως, εντός του ως άνω παρατιθέμενου νομικού πλαισίου που διέπει την εξέταση επί του παραδεκτού.

Παρατηρώ εν προκειμένω ότι τα νέα στοιχεία που στην επίδικη αίτηση συνίστανται στη γέννηση του αιτητή 3 (Δεκέμβριος 2024) και το ότι αυτός νοσηλεύτηκε με αναπνευστικά προβλήματα τον Απρίλιο 2025 και (για δύο μέρες) τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Ενόψει και των όσων πιο πάνω αναφέρω σχετικά με τις παραμέτρους που εξετάζονται κατά την εξέταση μιας μεταγενέστερης αίτησης επί του παραδεκτού, ως η εδώ επίδικη, δεδομένου ότι, ως πιο πάνω αναφέρω, εδώ υφίστανται τα ως άνω νέα στοιχεία, θα εξετάσω αν αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες να χορηγηθεί διεθνής προστασία, με δεδομένο ότι, εφόσον αφορούν χρόνο μετά την έκδοση απόφασης στην 1η αίτηση ασύλου, ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για υπαιτιότητα στην μη προηγούμενη προσκόμιση τους. Δεν πρέπει δε όμως να παραγνωρίζεται εν προκειμένω ότι κατά τη γέννηση του αιτητή 3 η προσφυγή αρ.3891/24 εκκρεμούσε στο Δικαστήριο, την οποία απέσυρε στις 19/03/25 η αιτήτρια 1.

Υπό το φως των νέων στοιχείων θεωρώ ότι αυτά άπτονται των βέλτιστων συμφερόντων του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας 1 (αιτητή 3), ως η συνήγορος εισηγείται, σε συνάρτηση με τα προβλήματα υγείας που αναφέρονται στα ερ.249, 229. Δεδομένου λοιπόν του ότι τα νέα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν σχετίζονται με κάποιο λόγο δίωξης δεν μπορεί να γίνει λόγος για ζήτημα που σχετίζεται με προσφυγικό καθεστώς (δεδομένου και του ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν, η δε προσφυγή που ασκήθηκε στο Δικαστήριο κατά της εν λόγω απόφασης αποσύρθηκε από την αιτήτρια και ουδέν περί τούτου ανέφερε στα πλαίσια της επίδικης αίτησης).

Σχετικά με εξέταση λόγων υγείας στα πλαίσια της συμπληρωματικής προστασίας, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση», του EASO, σελ.120, αναφέρονται τα εξής:

«[Σ]την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση MBodj, το ΔΕΕ διέκρινε την ερμηνεία του από την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ βάσει της ελαφρώς διαφορετικής διατύπωσης του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) και του πλαισίου στο οποίο τυγχάνει να εφαρμόζεται το άρθρο 15 στοιχείο β). Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη (708). Το ΔΕΕ αρνήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 15 στοιχείο β) με τον ίδιο τρόπο. Το ΔΕΕ επι­σήμανε ότι το γράμμα του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) διαφέρει από εκείνο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στο μέτρο που εφαρμόζεται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος «στη χώρα καταγωγής». […] Επιπλέον, το ΔΕΕ επισήμανε ότι ορισμένα στοιχεία του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδι­ατύπωση), καθώς και η ratio της συγκεκριμένης οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής. Ομοίως, κατά την αιτιολογική σκέψη 26 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»

Περαιτέρω, στην σελ.123 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα εξής:

«Η εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο β) προϋποθέτει ένα στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης. Παρά την παραπομπή του ΔΕΕ στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και στην υπο­χρέωση εφαρμογής της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ (μη επαναπροώθηση, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρι­σης ή τιμωρίας) (731), το ΔΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφορετική διατύπωση του άρθρου 15 στοιχείο β) και διακρίνει μεταξύ του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, ως απαγόρευσης επιστροφής προσώπου, και της θεμελίωσης αίτησης επικουρικής προστασίας […]»

Εκ των ως άνω προκύπτει ότι, χωρίς να συνυπάρχει το απαραίτητο «στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης», δεν δύναται, χωρίς να καταδειχθεί σχετικός φορέας δίωξης ή σοβαρής βλάβης εκ του οποίου ο αιτητής κινδυνεύει να υποστεί την προβλεπόμενη στο αρ.19 (2) (β) του Νόμου βλάβη, να αποδοθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στη βάση και μόνο λόγων υγείας (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-542/13, M’Bodj, ημ.18/12/14).

Εδώ ελλείπει το απαιτούμενο «στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης» και - κατ’ επέκταση - ο απαιτούμενος φορέας σοβαρής βλάβης. Συνεπώς εδώ ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για συμπληρωματική προστασία στη βάση των λόγων υγείας που αφορούν την αιτήτρια και κατ’ επέκταση ουδόλως αυξάνονται εν προκειμένω – πόσο δε μάλλον σημαντικά – οι πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στη βάση αυτή.

Στη βάση τώρα της αρχής της μη επαναπροώθησης (αρ.3 ΕΣΔΑ), ως και στο πιο πάνω απόσπασμα εξηγείται, μόνο «σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη».

Στη σχετική αυθεντία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), Paposhvili v. Belgium, app. No.41738/10, Grand Chamber, ημ.13/12/16, λέχθηκαν τα εξής:

«181. The Court concludes from this recapitulation of the case-law that the application of Article 3 of the Convention only in cases where the person facing expulsion is close to death, which has been its practice since the judgment in N. v. the United Kingdom, has deprived aliens who are seriously ill, but whose condition is less critical, of the benefit of that provision. As a corollary to this, the case-law subsequent to N. v. the United Kingdom has not provided more detailed guidance regarding the “very exceptional cases” referred to in N. v. the United Kingdom, other than the case contemplated in D. v. the United Kingdom.

[…]

183. The Court considers that the “other very exceptional cases” within the meaning of the judgment in N. v. the United Kingdom (§ 43) which may raise an issue under Article 3 should be understood to refer to situations involving the removal of a seriously ill person in which substantial grounds have been shown for believing that he or she, although not at imminent risk of dying, would face a real risk, on account of the absence of appropriate treatment in the receiving country or the lack of access to such treatment, of being exposed to a serious, rapid and irreversible decline in his or her state of health resulting in intense suffering or to a significant reduction in life expectancy. The Court points out that these situations correspond to a high threshold for the application of Article 3 of the Convention in cases concerning the removal of aliens suffering from serious illness.

[…]

188. As the Court has observed above (see paragraph 173), what is in issue here is the negative obligation not to expose persons to a risk of ill-treatment proscribed by Article 3. It follows that the impact of removal on the person concerned must be assessed by comparing his or her state of health prior to removal and how it would evolve after transfer to the receiving State. »

Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρισμοί σχετικοί με την υγεία ενός αιτητή, μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου δεικνύεται, με το βάρος για την απόδειξη συνδρομής τους, ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) να είναι στον αιτητή, μπορεί να παρασχεθεί προστασία στη βάση του αρ.3 της ΕΣΔΑ, όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι ο αιτητής πάσχει από ασθένεια, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη απ’ αυτόν θεραπεία στη χώρα καταγωγής και εξαιτίας της έλλειψης αυτής ο αιτητής απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας του, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του.

Εν προκειμένω, παρά τα όσα ανέφερε η συνήγορος της αιτήτριας αλλά και τα ερ.229 και 249 (το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται πιο πάνω και το οποίο δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω), ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να συνηγορεί ότι υφίστανται στα πλαίσια της παρούσης οι περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω, δεδομένου ότι τα ενώπιον μου πιστοποιητικά ουδέν αναφέρουν που να καταδεικνύει ότι ο αιτητής 3 πάσχει κάποιας μορφής αναπηρίας ή ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας αυτού, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του. Σημειώνω επί τούτου ότι τα ερ.229 και 249 δεν καταδεικνύουν κάτι πέραν καταγραφής της κατάστασης της υγείας του αιτητή 3 κατά τον χρόνο που αυτά αφορούν (Απρίλιος και Σεπτέμβριος 2025). Ουδείς λόγος γίνεται σ’ αυτά περί μονίμου προβλήματος υγείας και ουδέν προσκομίστηκε για την κατάσταση της υγείας του σήμερα. Σημειώνω επίσης ότι τα ερ.245-246, στα οποία είχε παραπέμψει η συνήγορος των αιτητών, καταγράφουν τη θέση της UNHCR στο ζήτημα επιβολής τελών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε αιτητές μεταγενέστερων αιτήσεων ασύλου και δεν άπτονται της ουσίας της παρούσας.

Ενόψει των ανωτέρω απομένει η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος του αιτητή 3 ή και κατά πόσο εκ της ύπαρξης του διαφοροποιείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο το προφίλ των αιτητών 1 και 2.

Επί τούτου παρατηρώ ότι – ως ορθώς καταγράφουν και οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση – τα όσα άπτονται τα βέλτιστα συμφέροντα του αιτητή 2 έχουν εξεταστεί δεόντως και ενδελεχώς στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου (βλ. ερ.131-138) και, δεδομένου ότι ο αιτητής 3 είναι ανήλικος κατά τι μικρότερης αλλά όμοιας ηλικίας, δεν μπορούν παρά να ισχύουν και γι’ αυτόν.   

Σημειώνω σχετικώς ότι η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος ενός ανήλικου τέκνου (εν προκειμένω των αιτητών 2, 3), σε περιπτώσεις όπου ουδείς των εμπλεκομένων (γονέων) διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, δεν μπορεί να αφορά την (in abstracto) συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου θα απομακρυνθούν και της Δημοκρατίας, σύγκριση εκ της οποίας, πιθανόν – στις πλείστες των περιπτώσεων - θα προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και πολύ, ουσιωδώς καλύτερες. Ούτε και αφορά την εξέταση επί πάσης πτυχής του επιπέδου διαβίωσης, αλλά μόνο σε συνάρτηση και προς διαπίστωση του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μιας εκ των εκ του Νόμου παρεχόμενων πτυχών προστασίας, ήτοι προσφυγικού καθεστώτος, της συμπληρωματικής προστασίας και προστασίας από την επαναπροώθηση, που δεν υφίσταται εν προκειμένω, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ως και πιο πάνω εξηγώ, το μόνο που αναφέρθηκε σχετικά με τα ως άνω στα πλαίσια της παρούσης είναι τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο αιτητής 3 (ερ.229, 249), τα οποία, για τους λόγους που πιο πάνω εξηγώ, δεν μπορούν να αλλάξουν την κατάληξη μου εν προκειμένω, και ουδέν προσήχθη που να δεικνύει την κατάσταση σήμερα.

Ενόψει λοιπόν και των ως άνω διαπιστώσεων μου – δεν θεωρώ εδώ ότι η επιστροφή του αιτητή 3 (και, βεβαίως, του αιτητή 2), μαζί με την μητέρα τους (αιτήτρια 1), είναι ασύμβατη με τα βέλτιστα συμφέροντα τους, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο πατέρας τους είναι ομοεθνής της αιτήτριας 1 (ερ.35) και, δεδομένου ότι έχει ήδη απορριφθεί η αιτήση ασύλου που αυτός υπέβαλε, αναμένεται να επιστρέψει κι’ αυτός στη ΛΔΚ. [1]  

Παρεμβάλλω εδώ και τα εξής αναφορικά με τις συνθήκες επιστροφής στη ΛΔΚ, σε σχέση με το αρ.3 της ΕΣΔΑ.

Η έκταση και εύρος προστασίας που παρέχεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης, ως κατοχυρώνεται στο αρ.3 της ΕΣΔΑ, έχει πολλάκις απασχολήσει τη νομολογία του ΕΔΑΔ, που στην M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, ημ.21/01/11, παρ.263, συνδέει την παράβαση του αρ.3 με την εκεί διαπιστούμενη παντελή απουσία προοπτικών βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του αιτητή, καταλήγοντας στα εξής:

«In the light of the above and in view of the obligations incumbent on the Greek authorities under the Reception Directive (see paragraph 84 above), the Court considers that the Greek authorities have not had due regard to the applicant’s vulnerability as an asylum-seeker and must be held responsible, because of their inaction, for the situation in which he has found himself for several months, living on the street, with no resources or access to sanitary facilities, and without any means of providing for his essential needs. The Court considers that the applicant has been the victim of humiliating treatment showing a lack of respect for his dignity and that this situation has, without doubt, aroused in him feelings of fear, anguish or inferiority capable of inducing desperation. It considers that such living conditions, combined with the prolonged uncertainty in which he has remained and the total lack of any prospects of his situation improving, have attained the level of severity required to fall within the scope of Article 3 of the Convention. »

Επανερχόμενος επί των ενώπιον μου στοιχείων εν προκειμένω συνυπολογίζω το ότι η αιτήτρια 1 είναι ενήλικη, περί των 26 ετών σήμερα, υγιής, με δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έχει (στοιχειώδη) εργασιακή εμπειρία, διαθέτει στον τόπο διαμονής της (Κινσάσα), όπου η ίδια έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, επαρκές οικογενειακό δίκτυο (μητέρα, αδελφή, αδελφό και ευρύτερη οικογένεια) και διατηρεί δε επικοινωνία με την μητέρα της (ερ.34-36). Εκ των δεδομένων αυτών προκύπτει ότι, κατά την επιστροφή της αιτήτριας 1, μαζί με τα ανήλικα τέκνα της (αιτητές 2, 3) αυτοί αναμένεται ευλόγως να λάβουν στήριξη και στέγαση, κατ’ ελάχιστο μέχρις ότου η αιτήτρια 1 να είναι σε θέση να βιοποριστεί και να συντηρεί τον εαυτό και τα τέκνα της, τα οποία και συνηγορούν υπέρ του ότι, παρά τις οποίες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσουν, δεν αναμένεται να στερηθούν των αναγκαίων χρειωδών και δεν αναμένεται αυτοί να παραμείνουν χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης τους στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και στην ως άνω αυθεντία του ΕΔΑΔ περιγράφονται.

Απομένει λοιπόν μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας 1 (Κινσάσα).  

Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[2] Σε σχέση με την Κινσάσα δεν ανευρέθηκαν πληροφορίες οι οποίες να επιβεβαιώνουν δράση ενόπλων φορέων και την ύπαρξη κάποιας σύγκρουσης.[3]

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[4]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [5]

Στη βάση των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα οι αιτητές να αντιμετωπίσουν κατά την επιστροφή τους κίνδυνο βάσει του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην Κινσάσα δεν είναι τέτοιας ώστε αυτοί να διατρέχουν κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας τους εκεί  (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-901/19 CF and DN, ημ.10/06/21). [6]   

Τα ανωτέρω σφραγίζουν την τύχη της προσφυγής.

Η προσφυγή απορρίπτεται.

Δεδομένου του λανθασμένου ευρήματος των καθ’ ων η αίτηση περί της μη ύπαρξης νέων στοιχείων στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, ως ανωτέρω καταγράφεται, το οποίο, παρότι δεν είναι ικανό να ανατρέψει το αποτέλεσμα ότι εδώ η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση είναι απαράδεκτη, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, ενόψει και της παρέμβασης του Δικαστηρίου, εντούτοις καταδεικνύει πλημμελή εξέταση και λανθασμένη αιτιολόγηση της επίδικης, δεν επιδικάζονται έξοδα.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 



[1] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25

[2] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[3] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th,  UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/,   καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo,     UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html,  USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency,  Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf,   και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congο,   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (17/12/2025).

[5] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[6] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο