Q. S. C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ657/25, 12/5/2026
print
Τίτλος:
Q. S. C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ657/25, 12/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                   Υπόθεση αρ.Τ657/25

 

12 Μαΐου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Q. S. C.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κκ Αλ Τάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για την Αιτήτρια

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.16/12/25, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να τροποποιείται η επίδικη απόφαση και/ή «να ζητείται επανεξέταση της […] αίτησης […] μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού βάση της σημερινής κατάστασης της χώρας [καταγωγής]» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ), η αιτήτρια κατάγεται από την Ακτή Ελεφαντοστού (στο εξής Ακτή), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 15/10/20 και υπέβαλε την 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 13/11/20 (ερ.1-3, 10-13, 71).

Στις 16/02/21 και 03/06/21 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις τις αιτήτρια στην Υπηρεσία, προς εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.47-62, 63-71). Μετά τη συνέντευξη, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 15/12/21 η 1η αίτηση ασύλου της αιτήτριας απορρίφθηκε (ερ.101-108).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε δια χειρός στις 02/03/22 και της μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.113-114, 2).

Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας η αιτήτρια καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.1355/22, η οποία απορρίφθηκε στις 08/07/24 δι’ αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστηρίου (ερ.132-158). Κατά της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου ασκήθηκε η έφεση ΕΔΔΔΠ 76/24, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 10/09/25, σύμφωνα με το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου.

Στις 16/12/25 η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε αυθημερόν ως απαράδεκτη στη βάση του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.167-171 και 176-180). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε δια χειρός και μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί, την ίδια μέρα (ερ.181).

Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω του ότι ήταν ζευγάρι με μια κοπέλα και οι γονείς της την ανάγκασαν να παντρευτεί με έναν άνδρα, όμως αυτή – ως αναφέρει – ήθελε πάντοτε να βλέπει την κοπέλα (με την οποία είχε δεσμό) και έτσι ο σύζυγος της το ανακάλυψε και τότε θύμωσε πολύ και αναζητούσε την αιτήτρια για να τη βλάψει.

Στα πλαίσια συνέντευξης αναφορικά με τυχόν ευαλωτότητα της αιτήτριας αυτή ανέφερε ότι κακοποιήθηκε από τον σύζυγο της, έχει υποστεί ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ) και έχει στρες λόγω των άσχημων εμπειριών που είχε. Αναφορικά με το ΑΓΓΟ παραπέμφθηκε σε ιατρική εξέταση, όπου επιβεβαιώθηκε ότι υποβλήθηκε όντως σε επέμβαση FGM Type II (ερ.29-46).

Κατά τις συνεντεύξεις στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε στην πόλη Abidjan, ομιλεί γαλλικά, ολοκλήρωσε πρωτοβάθμια εκπαίδευση, είναι άγαμη (single), έχει μια κόρη 10 ετών, της οποίας δεν θυμάται την ημερομηνία γέννησης και η οποία διαμένει με την μεγαλύτερη αδελφή της αιτήτριας στο Abidjan, όπου μένουν και οι γονείς της αιτήτριας, η ίδια εργαζόταν ως κομμώτρια μετά που τελείωσε το σχολείο, η μητέρα της είναι καθαρίστρια και ο πατέρας της έχει αφυπηρετήσει. Η αιτήτρια διατηρεί επικοινωνία με την οικογένεια της.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από την Ακτή λόγω του ότι οι γονείς της την ανάγκασαν να παντρευτεί όταν η ίδια ήταν 16 ετών, ο σύζυγος της την κακοποιούσε και την κλείδωνε στο σπίτι για 3-4 μέρες, την χτυπούσε και η ίδια δεν τον αγαπούσε και γι’ αυτό «[άρχισε] να έχει περιπέτειες με άλλα άτομα» (σ.σ. εννοεί σχέσεις). Η αιτήτρια διατηρούσε δεσμό με ένα κορίτσι, ο σύζυγος της το έμαθε και άρχισε να την κακοποιεί περισσότερο και τότε η αιτήτρια έφυγε από σπίτι, κρύφτηκε στο σπίτι ενός φίλου της, που ήταν αυτός που χρηματοδότησε και το ταξίδι της στα κατεχόμενα.

Ερωτώμενη αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό ομοφυλοφιλική σχέση της η αιτήτρια είπε ότι είχε ερωτική σχέση μαζί της, προτιμά τις γυναίκες, οι οποίες τις δίδουν ευχαρίστηση την οποία δεν νιώθει με τους άνδρες, δεν θυμάται πότε είχε σχέση για 1η φορά με γυναίκα, ήταν πολύ μικρή, άρχισε να βγαίνει με το κορίτσι (ενόσω ήταν παντρεμένη) όταν ήταν 25 ετών, για 3 χρόνια, ήταν αυτή που τη βοήθησε να φύγει από την Ακτή, δεν ήταν ο πρώτος της δεσμός με γυναίκα, τον προσανατολισμό της γνώριζε μόνο η αδελφή της, δεν θυμάται την ημερομηνία του γάμου της, γέννησε την κόρη της όταν η ίδια ήταν 20 ετών και ήταν 3 χρόνια παντρεμένη τότε και, σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι αν η οικογένεια της μάθει για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό θα την «καταστρέψει» και θα την απορρίψει.

Αναφορικά με το ΑΓΓΟ η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν παράδοση στην οικογένεια της, το υπέστη η ίδια και η αδελφή της, λόγω αυτής – ως ανέφερε – «δεν [μπορούσε] να [είναι] με τον άνδρα που [παντρεύτηκε]», η πρακτική αυτή ήταν ευρέως διαδεδομένη στην Ακτή κατά το παρελθόν, όμως τώρα «η κυβέρνηση συλλαμβάνει τα άτομα που κάνουν αυτή την πρακτική», καθώς είναι πλέον παράνομο, δεν θα επιτρέψει να κάνουν αυτό στην κόρη της όμως – ως διευκρίνισε – δεν θα υποστεί νέο ΑΓΓΟ η ίδια αν επιστρέψει στην Ακτή.

Αναφορικά με τον σύζυγο της ανέφερε ότι αυτός έμαθε για τον δεσμό της με γυναίκα το 2019, αφού η ίδια έβγαινε συχνά, αυτός ήταν πλούσιος, κάποιος που είχε στείλει για να παρακολουθεί την αιτήτρια του το είπε και η ίδια έφυγε από το σπίτι μια εβδομάδα μετά απ’ αυτό, όταν διέφυγε από το σπίτι όπου την είχε κλειδώσει. Δεν κατάγγειλε το συμβάν στις Αρχές, αφού, ως ανέφερε, δεν μπορούν να κάνουν κάτι. Ερωτώμενη γιατί έφυγε από τον γάμο της μετά από 15 χρόνια η αιτήτρια είπε ότι δεν είχε χρήματα και η οικογένεια της που ήξερε για την κακοποίηση της δεν έκανε κάτι γιατί «δεν είχαν την οικονομική δύναμη» και τους έδινε χρήματα ο σύζυγος της αιτήτριας.

Οι καθ’ ων η αίτηση σχημάτισαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς, τους οποίους και εξέτασαν.

1.    Χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής της αιτήτριας

2.    Σεξουαλικός προσανατολισμός της αιτήτριας ως ομοφυλόφιλο άτομο

3.    Ισχυριζόμενη δίωξη της αιτήτριας από τον σύζυγο της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού

4.    Ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ)

Εκ των ως άνω ισχυρισμών αποδέχθηκαν τον 1ο και 4ο, απέρριψαν δε τον 2ο και 3ο ως αναξιόπιστους.

Επί του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι εντοπίστηκαν πολλές ασάφειες και ελλείψεις σε εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες αλλά και αντιφάσεις, αφού, ως κρίθηκε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε παντρεύτηκε, να τοποθετήσει χρονικά τα όσα εξιστόρησε, ούτε να παραθέσει βιωματικά στοιχεία για την κακοποίηση που κατ’ ισχυρισμό υπέστη, να περιγράψει κάποιο συμβάν απ’ αυτά, να αναφέρει κάτι από τον γάμο της, αλλά ούτε και το τι έγινε όλα τα χρόνια που κατ’ ισχυρισμό ήταν παντρεμένη και πως τελικά έφυγε από το σπίτι. Περαιτέρω, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει βιωματικά στοιχεία για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και ούτε αποκρίθηκε με σαφήνεια στις ερωτήσεις που της τέθηκαν στα πλαίσια και του μοντέλου αξιολόγησης ισχυρισμών που άπτονται του σεξουαλικού προσανατολισμού DSSH. Κατά την εξέταση της εξωτερικής συνοχής των εν λόγω ισχυρισμών εντοπίστηκαν πληροφορίες (ΠΧΚ) εκ των οποίων επιβεβαιώθηκε ότι η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη στην Ακτή και διώκεται ποινικά, όμως, δεδομένης της ελλείψεως εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών της, ο 2ος και 3ος ουσιώδεις ισχυρισμοί απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι του προφίλ της αιτήτριας και του ότι έχει υποστεί ΑΓΓΟ, σε συνάρτηση και με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της (Abidjan), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι, εφόσον, ως και η ίδια ανέφερε, δεν αναμένει ότι θα υποστεί εκ νέου ΑΓΓΟ κατά την επιστροφή της, δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης και γι’ αυτό απέρριψαν την 1η αίτηση ασύλου και εξέδωσαν απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της προσφυγής αρ.1355/22, αποτιμώντας τα ενώπιον του στοιχεία, κατέληξε ότι συμφωνεί με τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υφίσταντο στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως οι προϋποθέσεις παροχής διεθνούς προστασίας και έτσι απέρριψε την προσφυγή.

Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια καταγράφει ότι είναι «λεσβία και δεν [μπορεί] να [επιστρέψει] σπίτι λόγω του ότι [διώκεται]» και επισυνάπτει ιατρικό πιστοποιητικό όπου βεβαιώνεται ότι υπέστη ΑΓΓΟ (ερ.163), το οποίο – ως αναφέρει – είχε λάβει μόλις την προηγούμενη ημέρα (από την υποβολή της αίτησης), και επιστολή από τον οργανισμό ACCEPT ΛΟΑΤΚΙ ΚΥΠΡΟΥ, ημ.23/06/25 (ερ.164), την οποία έλαβε στις 08/07/25.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη αίτηση, κατόπιν παράθεσης και ιστορικού των προηγουμένων (1η αίτηση και προσφυγή αρ.1355/22), σημείωσαν ότι όσα η αιτήτρια αναφέρει στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης είναι πανομοιότυπα με τα όσα είχαν αναφερθεί στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως, τα οποία, αφού εξετάστηκαν ενδελεχώς, απορρίφθηκαν, τα δε έγγραφα που επισυνάπτει έχουν «υποστηρικτικό χαρακτήρα» και γι’ αυτό δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Σημειώνεται δε επί του ερ.164 ότι υπάρχουν μέλη της οργάνωσης ACCEPT που δεν είναι ομοφυλόφιλα (προφανώς σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί ότι εκ της επιστολής δεν τεκμηριώνεται ο σεξουαλικός προσανατολισμός της αιτήτριας). Συνεπώς απέρριψαν για τους πιο πάνω λόγους την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

Στα πλαίσια της παρούσης η συνήγορος της ανέφερε, αγορεύοντας προφορικά κατά τις διευκρινήσεις, ότι το μεν ερ.163 αφορά πρακτική ΑΓΓΟ, που, ως εξήγησε, «προσβάλλει τη σωματική ακεραιότητα» του ατόμου και, αναφορικά με το ερ.164, σημείωσε ότι δεν είχε υπαιτιότητα η αιτήτρια στην μη προηγούμενη προσκόμιση του και, δεδομένου ότι εξ αυτού δεικνύεται, ως ανέφερε, η «μη ευκαιριακή επίκληση του σεξουαλικού προσανατολισμού» της αιτήτριας, θα έπρεπε να είχε συνεκτιμηθεί, δεδομένου ότι συνδέεται με προηγούμενο ισχυρισμό της. Καταλήγοντας ανέφερε ότι η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση (ερ.177) συνιστά γενίκευση, «άνευ εξατομικευμένης στάθμισης».

Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, παρεμβάλλοντας τα εξής.

Στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης ερευνάται κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν […] νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του Νόμου] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, εξετάζεται κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].

Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. αρ.C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημ.09/09/20, λέχθηκε, σκέψη 60, ότι: «[…] το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ’ ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.»

Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:

«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.

38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»

Ως εκ των ως άνω αναμφισβήτητα συνάγεται ο σκοπός της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία συνίσταται σε δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή έγγραφα, και το 2ο, όπου και εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το κατά πόσον αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, αφορά το κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες και θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.

Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία παρατηρώ τα εξής.

Τα όσα (λίγα) παραθέτει η αιτήτρια στην επίδικη μεταγενέστερης αίτηση (ερ.169) είναι επανάληψη του ισχυρισμού (περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού), ο οποίος είχε προβληθεί, εξεταστεί και απορριφθεί τόσο στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου όσο και της προσφυγής (αρ.1355/22), που ασκήθηκε κατά της επί της 1ης αιτήσεως απόφασης των καθ’ ων η αίτηση. Ουδέν περαιτέρω επί τούτου αναφέρεται.

Αναφορικά τώρα με τα έγγραφα που προσκομίζονται σημειώνω κατ’ αρχή ότι, δεδομένου ότι, ως ορθά εισηγείται και ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, αυτά φέρουν ημερομηνία σύνταξης μεταγενέστερη ακόμα και της απόφασης του Δικαστηρίου επί της προσφυγής που είχε ασκηθεί κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως ασύλου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καθυστέρηση στην προσκόμιση τους.

Επί του ερ.163 σημειώνω ότι το ότι η αιτήτρια υπέστη ΑΓΓΟ έχει ήδη επιβεβαιωθεί κατά την εξέταση στην οποία είχε παραπεμφθεί στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως, ο δε ισχυρισμός αυτό έγινε αποδεκτός τότε (ερ.46, 103). Συνεπώς αυτό ουδέν προσθέτει και ουδόλως θα  μπορούσε να διαφοροποιήσει την κατάληξη στα πλαίσια της επίδικης αίτησης.

Αναφορικά με το ερ.164 και τον συνδεδεμένο μ’ αυτόν ισχυρισμό περί του σεξουαλικού προσανατολισμού της αιτήτριας θα πρέπει να σημειωθεί κατ’ αρχή ότι, ως και ανωτέρω αναφέρω, αυτός πρόκειται για μια πολύ πιο γενική αναφορά σε ισχυρισμό που εξετάστηκε και απορρίφθηκε στα πλαίσια της 1ης αίτησης και της προσφυγής στο Δικαστήριο.

Ειδικώς επί του ερ.164 παρεμβάλλω τα εξής.

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. […] Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Εν προκειμένω το εν λόγω έγγραφο δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για γνήσιο έγγραφο, όμως αυτό από μόνο του, δεδομένου ότι η εγγραφή σε ομάδα στήριξης ατόμων ΛΟΑΤΚΙ δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί, στην απουσία εδώ εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας επί τούτου (ως κρίθηκε στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως, η απόφαση επί της οποίας επικυρώθηκε από το Δικαστήριο στην προσφυγή αρ.1355/22), να στοιχειοθετήσει τέτοιο ισχυρισμό, ουδόλως αυξάνει – πόσο δε μάλλον κατά πολύ – τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας σ’ αυτή τη βάση. Δεν αμφισβητείται εδώ ότι η αιτήτρια είναι όντως, ως πιστοποιείται στο εν λόγω έγγραφο, μέλος της οργάνωσης ACCEPT, όμως αυτό δεν συνιστά καθ’ οιονδήποτε τρόπο τεκμηρίωση του σεξουαλικού της προσανατολισμού και δεν ενισχύει τους ήδη απορριφθέντες επί τούτου ισχυρισμούς της. Άλλωστε η οργάνωση αυτή προάγει την «προάσπιση, διεκδίκηση και προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ΛΟΑΤKΙ προσώπων και την εξάλειψη των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων, του στιγματισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού», ως στον ιστότοπο[1] της αναφέρεται, και η εγγραφή σ’ αυτή δεν προϋποθέτει βεβαίως αλλά ούτε και τεκμηριώνει τον σεξουαλικό προσανατολισμό του εγγραφόμενου σ’ αυτήν μέλους.

Είναι λοιπόν εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι εν προκειμένω ουδεμία άλλη κατάληξη θα μπορούσε να έχει η επίδικη αίτηση, ουδεμία ανάγκη υπήρχε για κλήση της αιτήτριας σε συνέντευξη και ουδεμία άλλη ή περαιτέρω εξέταση έχρηζε να γίνει.

Έπεται ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της επίδικης αιτήσεως είναι επαρκώς τεκμηριωμένα, προϊόντα επαρκούς έρευνας του συνόλου των υποβληθέντων στοιχείων, υπαγωγής τους στο νομικό πλαίσιο και είναι πλήρως αιτιολογημένη η επίδικη απόφαση.

Καταλήγω λοιπόν ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επίδικη αίτηση.

Για σκοπούς πληρότητας κρίνεται σκόπιμη η αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Abidjan), σε επικαιροποιημένη βάση.  

Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED, το τελευταίο έτος (τελευταία ανανέωση 01/05/26), στην πόλη Abidjan, σημειώθηκαν συνολικά 10 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία, εκρήξεις, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 4 θάνατους.[2] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Abidjan ανέρχεται περί τα 6.32 εκατομμύρια κατοίκων.[3]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2]  Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Ivory Coast, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης στις 11/05/2026)

[3] City Population, Ivory Coast, Abidjan, διαθέσιμο στο:  https://citypopulation.de/en/ivorycoast/admin/abidjan/0111__abidjan/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 11/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο