ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. T 841/2024
21 Μαΐου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ.Ζ.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Γ. Λουκαΐδου (κα) για Γιώτα Μιλτιάδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τον Αιτητή
Καμία εμφάνιση για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών
[Παρούσα η κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από γαλλικά σε ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή του ο Αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30/04/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 14/06/2024 και δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί.[1] Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται στον Κανονισμό 3 (ε), καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο. Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της συνηγόρου του Αιτητή και του Αιτητή προσωπικά.
Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι δεν χρειαζόταν η καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων καθότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) των πιο πάνω Διαδικαστικών Κανονισμών « [...] ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται [...] εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».
Επομένως, ως εκτίθεται στο υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου, ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και στις 22/10/2019 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Στις 03/02/2022 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (εφεξής: Ε.Υ.Υ.Α.). Ακολούθως, στις 11/02/2022 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή και στις 03/04/2022, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 08/05/2022 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον Αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 12/05/2022.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής καταχώρησε την προσφυγή υπ΄αριθμό 3100/2022, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 22/11/2022.
Στις 31/03/2023, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του για Διεθνή Προστασία και στη συνέχεια, την 01/08/2023 ο Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε σημείωμα/εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή.
Στις 04/08/2023 ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης. Στις 09/08/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως αυθημερόν.
Την 01/02/2024, ο Αιτητής υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του για Διεθνή Προστασία και στη συνέχεια, στις 25/04/2024 ο Αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε σημείωμα/ εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή.
Στις 30/04/2024 ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης. Στις 13/06/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης σχετικά με την απόρριψη του αίτηματος για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως στις 14/06/2024.
Στις 27/06/2024 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.
Η συνήγορος του Αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθήθηκαν και εγκαταλείφθηκαν κατά την προφορική αγόρευση της συνηγόρου του Αιτητή στο στάδιο των διευκρινίσεων, κατά την οποία διατήρησε και περιόρισε τους λόγους ακύρωσης στη μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και την έλλειψη αιτιολογίας. Ενόψει λοιπόν των δηλώσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από τους λόγους ακύρωσης που αφορούν την μη δέουσα έρευνα και αιτιολογία, αποσύρονται και απορρίπτονται.
Υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση της θέσης του Αιτητή μέσω της συνηγόρου του, προχωρώ να εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, στο βαθμό που αυτοί έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί προφορικώς από την συνήγορο του Αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων.
Θα προχωρήσω με την εξέταση του ισχυρισμού περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση.
Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλουν ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).
Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και ορθώς αποφάσισε να απορρίψει το αίτημά του.
Ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησης του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της σφαγής στο Beni, θύμα της οποίας υπήρξε η μητέρα του, η οποία σκοτώθηκε από τους επαναστάτες (Mayi Mayi). Πρόσθεσε πως αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα και λόγω της εγκληματικότητας που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του (ερ. 1 και μετάφραση αυτού ερ. 15 του Δ.Φ.).
Κατά τη συνέντευξή του, ερωτηθείς αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της θρησκευτικής του πίστης, ως εβραίος. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε πως τρεις φορές τον χρόνο μετέβαινε με την μητέρα του στη περιοχή Beni προκειμένου να γιορτάσουν εβραϊκές γιορτές και πως την τελευταία φορά η μητέρα του δέχθηκε επίθεση από 4 άγνωστα άτομα και σκοτώθηκε στο δρόμο. Ο Αιτητής ενημερώθηκε για την επίθεση από ένα οδηγό, ο οποίος του ανέφερε πως επαναστάτες σκότωσαν την μητέρα του, πως τον αναζητούσαν και έπρεπε να κρυφτεί. Όταν επέστρεψε στη Kinshasa, πληροφορήθηκε πως ο λόγος της επίθεσης ήταν εξαιτίας της θρησκείας τους και, επιπλέον, ενημερώθηκε από την εβραϊκή κοινότητα πως η κατάσταση επιδεινώθηκε και δεν υπήρχε ασφάλεια καθότι ο νέος πρόεδρος διέκοψε τις συμβάσεις με την εβραϊκή κοινότητα. Ο Αιτητής ανέφερε πως οι Εβραίοι κατηγορήθηκαν ότι δεν άφησαν την χώρα να αναπτυχθεί και πως η εβραϊκή έγχρωμη κοινότητα πουλούσε τη χώρα στη λευκή εβραϊκή κοινότητα. Πρόσθεσε πως αναρτήθηκαν φωτογραφίες του Αιτητή και δυο άλλων μελών της έγχρωμης εβραϊκής κοινότητας στη Kinshasa, καθώς αναγνωρίστηκαν ως Εβραίοι, άρχισε να φοβάται και αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα (βλ.ερ. 55-54 του Δ.Φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός της Ε.Υ.Υ.Α. αξιολογώντας τα όσα ο Αιτητής δήλωσε στη συνέντευξή του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν είναι ικανοποιητική, καταλήγοντας ότι οι ισχυρισμοί του δεν δικαιολογούν ότι ο Αιτητής μπορεί να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για να του παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Την 31/03/2023, στο πλαίσιο του έντυπου της πρώτης μεταγενέστερης του αίτησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω των επιθέσεων, της βίας και των εγκλημάτων που διαπράττονται εναντίον της εβραϊκής κοινότητας στη ΛΔΚ και σε επικίνδυνο βαθμό, εναντίον των έγχρωμων Εβραίων. Πρόσθεσε πως δεν είναι ασφαλής στη χώρα καταγωγής του, πως αποτελεί απειλή να είσαι εβραίος, πως οι φωτογραφίες τους έχουν αναρτηθεί στη πόλη και πως η μητέρα του σκοτώθηκε και ο ίδιος απήχθη, ξυλοκοπήθηκε, βασανίστηκε επειδή είναι Εβραίος. Τέλος, ανέφερε πως η ζωή του δεν είναι ασφαλής στη χώρα καταγωγής του, διότι ο πληθυσμός έχει οργή εναντίον των Εβραίων και η άσκηση της πίστης του θα είναι αδύνατη (ερ. 120 και μετάφραση αυτού ερ. 123 του Δ.Φ.)
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, μετά από εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή στο πλαίσιο της πρώτης μεταγενέστερης αίτησής του, εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτησή του κριθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, όπου ακολούθως στις 04/08/2023 αποφασίστηκε η απόρριψη της εν λόγω μεταγενέστερης αίτησης.
Κατά την υποβολή της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης για επανάνοιγμα του φακέλου του, ο Αιτητής δήλωσε ότι έχει αποκτήσει ένα τέκνο και πως είναι επικίνδυνο να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του καθότι όλη η εβραϊκή κοινότητα βρίσκεται σε κίνδυνο. Ανέφερε πως έχει στη κατοχή του φωτογραφίες και βίντεο σχετικά με την συμμετοχή του σε συναγωγή και πως η μητέρα του σκοτώθηκε λόγω της συμμετοχής της στη εβραϊκή κοινότητα και τώρα το τέκνο του βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας του ιδίου και της γιαγιάς του (ερ. 166 του Δ.Φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου μετά από εξέταση της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του απορριφθεί ως απαράδεκτη στη βάση του άρθρου 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου (ερ. 176-173 του Δ.Φ), όπου ακολούθως, στις 30/04/2024, αποφασίστηκε η απόρριψη της εν λόγω μεταγενέστερης αίτησης.
Για σκοπούς εξέτασης του νομοθετικού πλαισίου που εφαρμόζεται στα μεταγενέστερα αιτήματα, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 το οποίο καθορίζει τη διαδικασία υποβολής μεταγενέστερης αίτησης, ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»
Το άρθρο 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«12Βτετράκις.-...
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-
[.]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ...».
Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση, για να εξετάσει το παραδεκτό της αίτησης, προκειμένου να διαπιστώσει:
α) κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης. Αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη.
β) αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε θα προχωρήσει σε ουσιαστική εκτίμηση των τυχόν νέων ισχυρισμών μόνο εφόσον ικανοποιηθεί πως τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και ο αιτητής χωρίς δική του υπαιτιότητα δεν υπέβαλε τα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία. Επομένως, αν ο προϊστάμενος κρίνει ότι από τα νέα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν αυξάνονται οι πιθανότητες χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή και από δική του υπαιτιότητα δεν τα υπέβαλε κατά την προηγούμενη διαδικασία τότε θα απορρίψει την μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα, αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης.
Επομένως το μόνο που παραμένει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι αν ορθώς κρίθηκε από την αρμόδια αρχή ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του.
Στην απόφαση του ΔΕΕ, αρ. C -18/20 XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημερ. 09/09/21, ξεκαθαρίστηκε ότι η έννοια «νέα στοιχεία ή πορίσματα», τα οποία «έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα», κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τα στοιχεία ή τα πορίσματα που προέκυψαν μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας που είχε ως αντικείμενο προγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία ή τα πορίσματα τα οποία υφίσταντο μεν ήδη πριν από την περάτωση της διαδικασίας, αλλά δεν προβλήθηκαν από τον αιτούντα. (βλ. σκέψεις 31 έως 44).
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. Αρ. C-651/19. JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημερ. 09/09/20, λέχθηκαν τα εξής:
« ....60 Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ' ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του...»
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής στα πλαίσια της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του, επικαλέστηκε και πάλι ισχυρισμούς περί δίωξης του λόγω της εβραϊκής του πίστης, ισχυρισμοί τους οποίους είχε εγείρει ο Αιτητής στην αρχική αίτηση του, οι οποίοι εξετάστηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου και κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς δικαιούχου διεθνούς προστασίας και ενόψει τούτου δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με αυτά που ήδη εξετάστηκαν κατά την πρώτη αίτηση ασύλου. Εξάλλου, οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν εγερθεί και στην πρώτη μεταγενέστερη αίτηση του η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Επομένως, κρίνω ότι κανένα νέο στοιχείο δεν προβάλλει ο Αιτητής με την δεύτερη μεταγενέστερη του αίτηση.
Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής ήγειρε για πρώτη φορά στα πλαίσια της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του, ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου και ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα του κινδυνεύει η ζωή του τέκνου του λόγω του ιδίου και της γιαγιάς του. Προς τεκμηρίωση τούτου, παρουσίασε σχετικό πιστοποιητικό γέννησης του ανήλικου -κατ΄ ισχυρισμόν του ιδίου- τέκνου του, με ημερ. γέννησης στις 22/11/2022. (ερ. 139 Δ.Φ.).
Σημειώνω ότι μια από τις βασικές προϋποθέσεις στη βάση του άρθρου 16 (Δ) 3) β) του Περί Προσφύγων Νόμου, ούτως ώστε η αρμόδια αρχή να προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση του νέου στοιχείου που προβάλλεται, είναι να ικανοποιηθεί πως τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. O ισχυρισμός που επικαλέστηκε ο αιτητής κατά την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματός του, περί κινδύνου της ζωής του ανήλικου -κατ΄ ισχυρισμόν του ιδίου -τέκνου του είναι γενικός και αόριστος, για να μπορούσε η αρμόδια αρχή να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας του μεταγενέστερου αιτήματος του, καθότι πρόκειται για αόριστο και γενικόλογο ισχυρισμό. Παράλληλα, επισημαίνω ότι στο πιστοποιητικό γέννησης του ανήλικου το οποίο παρουσιάστηκε, δεν καταγράφεται ο πατέρας του εν λόγω τέκνου για να μπορούσε να διαπιστωθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι είναι το τέκνο του αιτητή. Ενόψει τούτου καταλήγω ότι δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση που θέτει ο περί Προσφύγων Νόμος [άρθρου 16 (Δ) 3) β) i)] ήτοι περί του ότι τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας για να μπορούσε να προβεί η Υπηρεσία Ασύλου σε ουσιαστική εξέταση τους.
Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, ακόμη και εάν το παρόν Δικαστήριο κατέληγε ότι πληρείται η πιο πάνω προϋπόθεσή του Νόμου περί του ότι τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας για να προβεί η Υπηρεσία Ασύλου σε ουσιαστική εξέταση τους, εντούτοις, πρέπει να συντρέχει και η δεύτερη προϋπόθεση του Νόμου - άρθρο 16 (Δ) 3) β) ii) του Περί Προσφύγων Νόμου - ούτως ώστε η αρμόδια αρχή να προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση του νέου στοιχείου που προβάλλεται, η οποία θα πρέπει να πληρείται σωρευτικώς με την προϋπόθεση ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, ήτοι να ικανοποιηθεί η αρμόδια αρχή ότι ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής του στο Δικαστήριο.
Σ΄ αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι, ο αιτητής δεν καταγράφει σε κανένα σημείο τους λόγους για τους οποίους δεν προέβαλε τους εν λόγω ισχυρισμούς και δεν αναφέρθηκε στα εν λόγω στοιχεία σε προγενέστερο χρόνο. Ειδικότερα, τον εν λόγω ισχυρισμό, ο αιτητής είχε την δυνατότητα να τον προβάλει κατά την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση του, μιας και η ημερομηνία γεννήσεως του ανήλικου είναι η 22/11/2022, πράγμα που δεν έπραξε. Εν ολίγοις, ο αιτητής δεν παρείχε καμία επεξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν αναφέρθηκε στον εν λόγω ισχυρισμό κατά τα προηγούμενα στάδια εξέτασης της αίτησής του. Επομένως, κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αναφέρθηκε εξ υπαιτιότητάς του αιτητή σε προηγούμενα στάδια της διοικητικής διαδικασίας όπου είχε την ευκαιρία να το προβάλει ήτοι κατά την υποβολή της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης του. Επομένως, καταλήγω, ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Νόμου [άρθρο 16 (Δ) 3) β) ii) του περί Προσφύγων Νόμου], για να μπορούσε να προβεί η αρμόδια αρχή σε ουσιαστική εκτίμηση τους.
Συνακόλουθα και ως προς το πιστοποιητικό γέννησης που κατ΄ισχυρισμόν του ιδίου αναφέρεται στον ανήλικο υιό του, παρατηρώ ότι ο Αιτητής είχε την δυνατότητα να το προβάλει το εν λόγω έγγραφο για αξιολόγηση κατά την εξέταση της προηγούμενης – πρώτης μεταγενέστερης αίτησης του, πράγμα που δεν έπραξε, καθότι ως διαπιστώνω η ημερομηνία γέννησης του κατ΄ ισχυρισμόν ανήλικου υιού του είναι η 20/11/2022 και προηγείται της καταχώρησης της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης του. Επομένως, κρίνω ότι το εν λόγω έγγραφο, δεν προσκομίσθηκε εξ υπαιτιότητας του Αιτητή σε προηγούμενα στάδια, όπου είχε την ευκαιρία να τα προβάλει, ήτοι κατά την εξέταση της προηγούμενης μεταγενέστερης αίτησης του.
Ως προς τις φωτογραφίες που προσκόμισε ο Αιτητής κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης του, παρατηρώ ότι αποτελούν υποστηρικτικά έγγραφα των ισχυρισμών του που προβλήθηκαν κατά την προγενέστερη αίτηση ασύλου του, αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στην χώρα του και ο αιτητής όφειλε να τα παρουσιάσει σε προγενέστερο στάδιο προς εξέταση. Τονίζω επίσης ότι κάποιες από αυτές είχαν υποβληθεί ήδη προς εξέταση σε προγενέστερο στάδιο κατά την εξέταση της πρώτης μεταγενέστερης αίτησης του.
Αν και οι εν λόγω φωτογραφίες δεν φέρουν ημερομηνία, γίνεται όμως εύκολα αντιληπτό ότι σκοπό έχουν να στηρίξουν τους ισχυρισμούς του που προβλήθηκαν κατά την πρώτη αίτηση ασύλου του και επομένως ο αιτητής είχε την δυνατότητα να τα προσαγάγει στα πλαίσια της πρώτης αίτησης του αλλά εξ υπαιτιότητας του ιδίου δεν τα πρόβαλε σε προγενέστερο στάδιο και δεν προσκομίστηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση. Ενόψει τούτων, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε οποιοδήποτε περαιτέρω έλεγχο επί του περιεχομένου τους.
Ενόψει τούτου, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι βασικές προϋποθέσεις προς εξέταση της ουσίας του μεταγενέστερου αιτήματος, ως αναφέρονται στην νομοθεσία που έχει παρατεθεί ανωτέρω και ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή κατά το προκαταρκτικό στάδιο ως απαράδεκτη.
Συνακόλουθα, και ενόψει των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, δεν διαπιστώνω μη διενέργεια δέουσας έρευνας από μέρους της Διοίκησης. Κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη δεόντως στην απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα και δια τούτο, κατά την λήψη της απόφασης.
Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν διαπιστώνω παραβίαση του αρ.26 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(I)/1999). Εν αντιθέσει, στην βάση των σχετικών με τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας διατάξεων, παρατηρώ ότι στην σχετική Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού όσο και στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση αναφέρονται επαρκώς οι λόγοι, νομικοί και πραγματικοί, για τους οποίους απορρίφθηκε η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση ασύλου. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη. Κρίνω ότι η επίδικη πράξη είναι ορθή.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.