ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή Αρ.: 101/25
05 Ιουνίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2002 ΜΕΧΡΙ 2024
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
1. R.G.N
2. D.A.D. (ανήλικη κόρη)
3. D.A.A. (ανήλικος γιός)
4. D.N.A (ανήλικος γιός)
Αιτητές
......................
Η Αιτήτρια αρ. 1 εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Α. Παπαδοπούλου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(Παρούσα η κα. Μέλπω Σταύρου, για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα)
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, ΔΔΔΔΠ.: Η αιτήτρια αρ. 1 και τα ανήλικα τέκνα της (αιτητές αρ. 2,3 και 4) με την αίτησή τους ημερομηνίας 04/06/2025, αιτούνται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής για την καταχώριση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 16/12/2024, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια αρ. 1 στις 27/01/2025 και με την οποία απορρίπτεται η αίτησή τους για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου.
Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από το γραπτό σημείωμα που καταχώρισε η συνήγορος που εμφανίζεται για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια αρ. 1 και τα ανήλικα τέκνα της (αιτητές αρ. 2, 3 και 4) είναι υπήκοοι Καμερούν. Η αιτήτρια αρ. 1 μαζί με τα ανήλικα τέκνα της (αιτητές αρ. 2,3 και 4), συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 31/01/2020. Στις 10/01/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας αρ. 1 από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου (στο εξής: λειτουργός της E.Y.Y.A.). Στις 11/12/2024, αρμόδιος λειτουργός της E.Y.Y.A, ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με την συνέντευξη της αιτήτριας αρ. 1. Στη συνέχεια, στις 16/12/2024, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης ασύλου της αιτήτριας και των ανήλικων τέκνων της και εξέδωσε απόφαση περί τούτου. Στις 27/01/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος των αιτητών, μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια αρ. 1 αυθημερόν. Στις 24/02/2025, καταχωρήθηκε η προσφυγή υπ’ αριθμόν 435/2025, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Στο πλαίσιο του έντυπου της αίτησής της για άσυλο, η αιτήτρια αρ. 1 ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω του πολέμου και λόγω απειλών από τους Ambazonians και τον στρατό.
Στο πλαίσιο της προσωπικής της συνέντευξης, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, η αιτήτρια αρ. 1 ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της, ο οποίος ήταν στρατιωτικός, ήταν παρών κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης στην Bamenda το 2017 και εξήγησε ότι εκείνη την ημέρα, κάποιοι άνθρωποι που ήταν ύποπτοι ότι ήταν Ambazonians μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο και ότι, μετά από δύο εβδομάδες, τους ζητήθηκε να σκοτώσουν τους κρατούμενους. Η αιτήτρια αρ. 1 ανέφερε ότι ο σύζυγός της αρνήθηκε να το πράξει και συνελήφθη εξαιτίας αυτού στο στρατόπεδο. Εξήγησε ότι μετά την απόδρασή του έλαβε απειλές από διάφορα άτομα και συνέχισε να δέχεται απειλές ακόμη και αφού έφυγε από τη χώρα.
Δήλωσε επίσης ότι, αφού ο σύζυγός της έφυγε από τη χώρα, η ίδια άρχισε να λαμβάνει τηλεφωνήματα από τους συναδέλφους του που την ρωτούσαν για το πού βρισκόταν ο σύζυγος της. Εξήγησε ότι στην αρχή νόμιζε πως τα τηλεφωνήματα προέρχονταν από συναδέλφους του συζύγου της, αλλά αργότερα διαπίστωσε ότι προερχόταν από ένα πρόσωπο που ήταν μέλος των Ambazonians, ο οποίος της δήλωσε ότι ήθελε ο άντρας της να ενταχθεί σ΄αυτούς. Επίσης ο εν λόγω την απείλησε να κάψει το σπίτι τους και να απαγάγει τη μητέρα του συζύγου της.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της, όταν ρωτήθηκε για ποιον λόγο τα παιδιά της εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους, ανέφερε ότι αυτό συνέβη κυρίως λόγω του βιασμού (της κόρης της).
Όταν ρωτήθηκε εάν υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα για την ίδια ή τα παιδιά της στη χώρα καταγωγής τους, απάντησε ότι δεν περίμενε να δεχθεί απειλές από τους Ambazonians.
Σε ερώτηση σχετικά με το τι πιστεύει ότι θα της συμβεί εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει, διότι ο σύζυγός της είναι στρατιωτικός και φοβάται τους συναδέλφους του, και, λόγω των προβλημάτων που υπάρχουν με τον σύζυγό της μπορεί να την σκοτώσουν.
Ερωτώμενη ποιον φοβάται ότι θα τη σκοτώσει, ανέφερε ότι ο κίνδυνος μπορεί να προέρχεται είτε από τους συναδέλφους του συζύγου της είτε από τους Ambazonians.
Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο οι αρχές της χώρας καταγωγής της θα της επιτρέψουν την είσοδο, απάντησε ότι θεωρεί πως η ίδια θα μπορέσει να εισέλθει στη χώρα πρόσθεσε όμως ότι ο σύζυγός της δεν θα γίνει δεκτός. Εξήγησε ότι, κατά την άποψή της, εάν ο σύζυγός της βρίσκεται σε κίνδυνο, τότε όλη η οικογένεια κινδυνεύει.
Ερωτώμενη να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τις απειλές που λάμβανε, δήλωσε ότι έλαβε κάποιες απειλές από τους συναδέλφους του συζύγου της, ζητώντας από την ίδια να τους πει που βρισκόταν ο σύζυγος της. Ακολούθως, πρόσθεσε ότι διαπίστωσε ότι λάμβανε απειλές και από τους Ambazonians. Διευκρίνισε επίσης ότι έλαβε μόνη μια απειλή το 2018 από το συγκεκριμένο πρόσωπο που ήταν στους Ambazonians, λέγοντας της ότι ήθελε ο άντρας της να ενταχθεί σ΄αυτούς, αλλιώς θα έκαιγαν το σπίτι τους και θα απήγαγαν την μητέρα του. Τέλος, κληθείσα να διευκρινίσει για την σεξουαλική κακοποίηση που δέχθηκε η κόρη της, δήλωσε ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά στο σπίτι που την άφησε ήτοι του ξαδέλφου του άντρα της, μη γνωρίζοντας όμως ποιο πρόσωπο ήταν που προέβη στην εν λόγω πράξη.
Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της αιτήτριας αρ. 1, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρείς (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Έναν πρώτο ισχυρισμό σχετικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής και το τόπο συνήθους διαμονής τους, έναν δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό αναφορικά με τον σύζυγο της αιτήτριας αρ. 1, ο οποίος εργαζόταν στον στρατό, συνελήφθη αφού παραβίασε εντολή να σκοτώσει υπόπτους της Ambazonians και αργότερα δέχθηκε απειλές από τους συναδέλφους του και έναν τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό αναφορικά με τις ισχυριζόμενες απειλές που δέχτηκε (η αιτήτρια αρ. 1) μετά την φυγή του άνδρα της από την χώρα.
Ο πρώτος ισχυρισμός όσον αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της αιτήτριας αρ. 1 έγινε αποδεκτός, αφού στοιχειοθετήθηκαν τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της.
Ο δεύτερος και ο τρίτος ισχυρισμός της αιτήτριας αρ. 1 απορρίφθηκαν στο σύνολο τους.
Σχετικά με τον δεύτερο ισχυρισμό περί του ότι ο σύζυγος της αιτήτριας αρ. 1, ο οποίος εργαζόταν στον στρατό, συνελήφθη αφού παραβίασε εντολή να σκοτώσει υπόπτους της Ambazonians και αργότερα δέχθηκε απειλές από τους συναδέλφους του, διαπιστώθηκε ότι η αιτήτρια αρ. 1 δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις με το τι συνέβη στον άντρα της κατά την σύλληψη του όπως επίσης όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει τι συνέβη στον άντρα της από την στιγμή που μετά την απόδραση του πήγε στο σπίτι τους μέχρι να φύγει για την Yaoundé. Ως σημειώθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, δόθηκαν πολλαπλές ευκαιρίες στην αιτήτρια να προβάλει περαιτέρω στοιχεία σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, αλλά δεν κατάφερε να επεξηγήσει τι συνέβη στον άντρα της κατά την διάρκεια της σύλληψης του, τι συνέβη μετά αφού απέδρασε, τι συνέβη όταν πήγε πίσω στην οικογένεια του και τι συζητήθηκε μεταξύ της ίδιας και του συζύγου της. Συνεπώς, η εσωτερική αξιοπιστία δεν στοιχειοθετήθηκε. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ως αναφέρει ο αρμόδιος λειτουργός, παρότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης είναι σε συμφωνία με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, αναφορικά με την διαδήλωση που μεσολάβησε στις 01/10/2017 όπως και το ότι ο στρατός του Καμερούν προχώρησε με σκοτωμούς και συλλήψεις πολιτών και αυτονομιστών Ambazonians, εντούτοις, ως καταγράφεται, ενόψει του ότι η εσωτερική αξιοπιστία δεν στοιχειοθετήθηκε, ο ισχυρισμός της απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό της αιτήτριας αρ. 1 περί του ότι λάμβανε απειλές μετά την φυγή του άνδρα της από την χώρα, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις όσον αφορά την συχνότητα και το χρονοδιάγραμμα των απειλών όπως ομοίως δεν κατόρθωσε να δώσει λεπτομέρειες όσον αφορά το περιεχόμενο των απειλών. Ως καταγράφηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, η αιτήτρια αρ.1 δεν έδωσε σχετικές διευκρινήσεις όταν ρωτήθηκε ποιος της τηλεφωνούσε. Ως σημειώθηκε επίσης, υπήρχαν ασυνέπειες σχετικά με τις πληροφορίες που έδωσε η αιτήτρια αρ. 1 σχετικά με τις απειλές που έλαβε από τους Ambazonians και μεταξύ των δηλώσεων του άντρας της, μιας και ο σύζυγος της δήλωσε ότι η αιτήτρια αρ. 1 έλαβε απειλές μόνο από τον στρατό. Καταγράφηκε επίσης ότι όταν ρωτήθηκε η αιτήτρια αρ. 1 σχετικά με την εν λόγω αντίφαση, η ίδια ανάφερε με ασαφή τρόπο ότι δεν γνωρίζει γιατί ο σύζυγος της δεν το ανάφερε και ότι η ίδια έλαβε απειλές από τους Ambazonians, πράγμα που ανάφερε στην αίτηση της. Συνεπώς, η εσωτερική αξιοπιστία δεν στοιχειοθετήθηκε. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ως αναφέρει ο αρμόδιος λειτουργός, παρότι εξωτερική πηγή επιβεβαιώνει ότι τόσο ο στρατός όσο και οι Ambazonians στοχεύουν πολίτες στο Αγγλόφωνο Καμερούν, εντούτοις, ως καταγράφεται, ενόψει του ότι η εσωτερική αξιοπιστία δεν στοιχειοθετήθηκε, ο ισχυρισμός της απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Παρατηρώ ότι η αρμόδια αρχή εξέτασε το ενδεχόμενο της υπαγωγής της αιτήτριας αρ. 1 και των ανήλικων τέκνων της ( αιτητές αρ. 2,3 και 4) στο καθεστώς διεθνούς προστασίας κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν στοιχειοθετούν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της όπως προνοείται στο άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου όπως επίσης δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) καθότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2), (α), (β), (γ), του Περί Προσφύγων Νόμου.
Το Γραπτό Σημείωμα με τα επισυνημμένα έγγραφα μεταφράστηκαν στην Αιτήτρια αρ. 1 και της δόθηκε χρόνος για να τοποθετηθεί επί του σημειώματος.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως η περίπτωση της αιτήτριας και των ανήλικων τέκνων της υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου. To άρθρο 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου προβλέπει τα εξής (η υπογράμμιση είναι δική μου):
«Νομική αρωγή σε αιτητές και δικαιούχους διεθνούς προστασίας
6Β. (1) [...]
(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
(α) Kατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή
(β) κατά άρνησης του Προϊσταμένου να αρχίσει εκ νέου η εξέταση αίτησης που σταμάτησε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 16Β ή 16Γ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή
(γ) κατά δυσμενούς απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής διεθνούς προστασίας άσκησε ενώπιόν της σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 και η οποία διοικητική προσφυγή αφορούσε δυσμενή απόφαση την οποία ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ, 13, 16Α, 16Β ή 16Γ του εν λόγω νόμου,
υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.».
Στη βάση των προαναφερόμενων προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή της αιτήτριας και των ανήλικων τέκνων της έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010).
Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα της αιτήτριας και των τέκνων της να ακουστούν στη βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει το Δικαστήριο την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 10/2010 ALALI ABDULHAMID, ημερομηνίας 06/05/2010 και Νομική Αρωγή υπ' αρ. 25/2010, ANTHONIA IDAHOR, ημερομηνίας 13/12/2010).
Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής. Σημειώνεται, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής (Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερομηνίας 15.7.2009, Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημερομηνίας 28.3.2011).
Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της νομοθεσίας, αλλά και όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι σχετικά με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας αρ. 1, η αρμόδια αρχή προέβη στη δέουσα έρευνα προς εξέταση της αξιοπιστίας τους, παραπέμποντας επίσης και σε σχετικές πηγές πληροφόρησης. Από τα ενώπιον μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι, εκ πρώτης όψεως η αιτήτρια αρ. 1 πράγματι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τους προβαλλόμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς της και εκ πρώτης όψεως κρίνεται ως ορθή η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου περί της μη στοιχειοθετηθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας αυτών.
Ως εκ τούτου, διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο ότι δεν μπορεί η αιτήτρια αρ. 1 και συνακόλουθα τα ανήλικα τέκνα της (αιτητές αρ.2, 3 και 4) να υπαχθούν σε καθεστώς διεθνούς προστασίας σε συνάρτηση με τις προσωπικές τους περιστάσεις όπως και με πληροφορίες από την χώρα καταγωγής τους, οι οποίες αντλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, καταλήγω εκ πρώτης όψεως ότι το αίτημα της αιτήτριας αρ. 1 και των ανήλικων τέκνων της ( αιτητές αρ.2, 3 και 4) εξετάστηκε επιμελώς από την Υπηρεσία Ασύλου και δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε πλημμέλεια εκ μέρους της. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κρίνω εκ πρώτης όψεως πως υπήρξε επαρκώς αιτιολογημένη, περιέχουσα ξεκάθαρα το σκεπτικό και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν, είναι δε προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης των δεδομένων και στοιχείων, που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας.
Όπως έχει αποφασιστεί σε διάφορες υποθέσεις (Tamaga Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερ.15.7.2009, Nacira Baghour και Maged Amin Roud Gad, υπόθ. αρ. 7/11 και 8/11, ημερ. 28.3.2011 και Yahya Ali Ahmad Odeh, υπόθ. αρ. 10/12, ημερ. 28.3.2012) το Δικαστήριο εξετάζοντας τέτοια αίτηση έχει αφενός διακριτική ευχέρεια για την έγκριση ή απόρριψη της, και αφετέρου δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα για την τύχη της ίδιας της προσφυγής μιας και αυτό που εξετάζει είναι αν έχει πραγματικές πιθανότητες να εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ των αιτητών.
Επομένως, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί, κρίνω στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων πως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή που έχει καταχωρηθεί από τους αιτητές έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Με δεδομένη την μη ικανοποίηση της απαραίτητης εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται χωρίς έξοδα.
Τα έξοδα των μεταφραστών να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Χ.ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο