ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 1201/2022
18 Ιουνίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ε.Ο.Ν, ασυνόδευτου ανήλικου, Δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ΄ων η αίτηση
Μ. Μακλάσκυ (κα), Δικηγόρος της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, εκ μέρους του Αιτητή
Α. Χατζηιωσήφ (κα) και Χ. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή του ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 14/12/2021, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στη 01/02/2022 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας ως αβάσιμης.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, ο Αιτητής είναι – πλέον – ενήλικας από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (εφεξής Λ.Δ. του Κονγκό). Κατά την άφιξή του στη Δημοκρατία, ο Αιτητής ήταν ασυνόδευτος ανήλικος, ηλικίας 15 ετών και στις 13/07/2021, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ως ασυνόδευτος, ο Αιτητής τέθηκε υπό την κηδεμονία των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Ακολούθως συντάχθηκε έκθεση κοινωνικής έρευνας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
Στις 28/07/2021, διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό. Στις 20/09/2021, λειτουργός του επαρχιακού γραφείου ευημερίας συνέταξε επιστολή προς την Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία επισυνάπτεται η ως άνω αναφερθείσα έκθεση της λειτουργού των Κοινωνικών Υπηρεσιών, καλώντας την όπως προβεί στις δέουσες ενέργειες για διακρίβωση της ηλικίας του Αιτητή. Στις 15/11/2021, στην παρουσία του κατά νόμου κηδεμόνα του, διεξήχθη συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου για σκοπούς προσδιορισμού της ηλικίας του αιτητή και εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία . Στις 19/11/2021, η Υπηρεσία Ασύλου απέστειλε επιστολή στην Προϊσταμένη Μονάδας Οικογένεια και Παιδί, όπου επιβεβαίωνε πως ο Αιτητής, καθότι προσκόμισε το αυθεντικό διαβατήριο της χώρας καταγωγής του και καθότι δεν ανέκυψαν σοβαρές αμφιβολίες κατά τη συνέντευξη για την ηλικία αυτού, εξακολουθούσε να θεωρείται ασυνόδευτος ανήλικος, δίχως να έχει απαιτηθεί η διενέργεια ιατρικών εξετάσεων. Στις 02/12/2021, η αρμόδια λειτουργός ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Στις 14/12/2021, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε την εισήγηση όπως να μην παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στη 01/02/2022, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον Αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματός του, η οποία περιλάμβανε αιτιολόγηση και παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν, αφού του μεταφράστηκε σε γλώσσα που κατανοεί.
Ακολούθως, στις 02/03/2022, ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, καταχώρησε την παρούσα προσφυγή.
Σημειώνεται ότι στις 02/03/2023, καταχωρήθηκε αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας. Στις 08/09/2023, η αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας εγκρίθηκε μερικώς από το παρόν Δικαστήριο κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης. Στις 06/10/2023, καταχωρήθηκε η εγκριθείσα μαρτυρία υπό την μορφή ενόρκου δηλώσεως.
Η συνήγορος του αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στη Γραπτή Αγόρευση του αιτητή που επακολούθησε. Οι ισχυρισμοί που εν τέλει προωθούνται στη γραπτή αγόρευση του αιτητή είναι:
A) Μη επαρκής εκπροσώπηση του αιτητή ως ασυνόδευτου ανήλικου κατά την διεξαγωγή της συνέντευξης.
Β) Παραβίαση του άρθρου 10 του Περί Προσφύγων Νόμου καθότι ο ρόλος του λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας στις συνεντεύξεις ήταν παθητικός.
Γ) Παραβίαση των άρθρων 13 Α και 18 του Περί Προσφύγων Νόμου καθότι δεν τέθηκαν στον αιτητή ερωτήσεις κατά την συνέντευξη κατάλληλες για ανήλικο, δεν λήφθηκαν υπόψη οι ειδικές του ανάγκες και η συνέντευξη δεν ήταν προσαρμοσμένη στις ανάγκες του ανήλικου.
Δ) Μη αξιολόγηση της καταλληλόλητας παραχώρησης του ευεργετήματος αμφιβολίας.
Ε) Μη εξατομικευμένη και δέουσα έρευνα.
Στ) Παραβίαση της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, μιας και η εν λόγω αρχή δεν λήφθηκε σε κανένα στάδιο υπόψη κατά την εξέταση του αιτήματος του αιτητή.
Η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσει στη Γραπτή της Αγόρευση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ’ όλα νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και απορρίπτει τους προωθούμενους ισχυρισμούς ως νόμω και ουσία αβάσιμους.
Συγκεκριμένα, ως προς την θέση ότι ο ρόλος του λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας στην συνέντευξη ήταν παθητικός, η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση προβάλει ότι ο λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας επενέβη στην συνέντευξη, όταν αυτό κρίθηκε αναγκαίο, επεξηγώντας στον αιτητή την σημασία του να απαντήσει τις ερωτήσεις που του τέθηκαν.
Ως προς τη θέση ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση αναφέρει ότι ο αιτητής απήλαυσε όλων των δικαιωμάτων καθώς μεταξύ άλλων η συνέντευξη έγινε στην παρουσία λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ο οποίος παρενέβη στην συνέντευξη του ανήλικου όταν αυτό κρίθηκε αναγκαίο, αξιολογήθηκε η ευαλωτότητα του, τοποθετήθηκε σε κατάλληλες συνθήκες υποδοχής και του δόθηκε η ευκαιρία για οικογενειακή επανένωση.
Η συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσης, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς ως αναπτύχθηκαν στην αρχική γραπτή αγόρευση του αιτητή.
Καταρχάς, θα προχωρήσω με την εξέταση των ζητημάτων που εγείρει η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή αναφορικά με τις διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις που αφορούν τον Αιτητή ειδικά ως ασυνόδευτο ανήλικο.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο αιτητής δεν είχε επαρκή εκπροσώπηση κατά την συνέντευξη του ως ασυνόδευτου ανήλικου καθώς και του ισχυρισμού περί του ότι ο ρόλος του λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ήταν παθητικός με αποτέλεσμα να υφίσταται παραβίαση του άρθρου 10 του περί Προσφύγων Νόμου, ισχυρισμοί οι οποίοι είναι συναφείς και θα εξεταστούν από κοινού, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:
Στο άρθρο 10 του Περί Προσφύγων Νόμου, που τιτλοφορείται ως «Ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτητές», αναφέρεται (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
10. (1) Σε περίπτωση που ο αιτητής είναι ασυνόδευτος ανήλικος, οι αρχές ενώπιον των οποίων υποβάλλεται η αίτηση ή/και ο αρμόδιος λειτουργός γνωστοποιούν αμέσως την περίπτωση στον Προϊστάμενο που γνωστοποιεί αμέσως την περίπτωση στο Διευθυντή του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ο οποίος ενεργεί ως κηδεμόνας του εν λόγω ανηλίκου και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, δυνάμει του παρόντος Νόμου και των εκδιδόμενων δυνάμει αυτού Κανονισμών, για λογαριασμό και προς το συμφέρον του ανηλίκου.
(1Α) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.
(1Β) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου στις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, ώστε να διασφαλίζει το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, και, οσάκις είναι αναγκαίο, να ασκεί νομική ικανότητα για λογαριασμό του ασυνόδευτου ανηλίκου ή να διασφαλίζει την Παράρτημα εκπροσώπηση του ασυνόδευτου ανηλίκου σε δικαστική διαδικασία σύμφωνα με τον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014.
(1Δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 18, η Υπηρεσία Ασύλου επιτρέπει στον εκπρόσωπο ή/και νομικό σύμβουλο να παρίσταται στην προσωπική συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου και να υποβάλλει ερωτήσεις ή παρατηρήσεις, εντός του πλαισίου που ορίζει ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει τη συνέντευξη.
(1Ε) Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να απαιτήσει την παρουσία του ασυνόδευτου ανήλικου στην προσωπική συνέντευξη ακόμη και αν ο εκπρόσωπός του είναι παρών.
(1ΣΤ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε -
(α) η συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου να διεξάγεται από αρμόδιο λειτουργό που έχει τις απαραίτητες γνώσεις για τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων∙ και
(β) τέτοιος αρμόδιος λειτουργός να προπαρασκευάζει την απόφαση επί της αίτησης.
(1ΣΤδις) Στον ασυνόδευτο ανήλικο και στον εκπρόσωπό του παρέχονται δωρεάν οι νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (7Γ) του άρθρου 18, καθώς και οι πληροφορίες για τις διαδικασίες ανάκλησης και εκπνοής της διεθνούς προστασίας που προβλέπονται στα άρθρα 6, 6Α, 6Β και 19, αντίστοιχα.
[…]
(2) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου, προκειμένου ο τελευταίος να επωφεληθεί των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Ο εν λόγω Διευθυντής ενημερώνει αμέσως τον ασυνόδευτο ανήλικο για το συγκεκριμένο πρόσωπο που ορίζεται να ενεργεί ως εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανηλίκου. Ο εκπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΚΕ, και διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωσία για το σκοπό αυτό. Για να διασφαλιστεί η ευημερία και η κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδάφιου (3) του άρθρου 9ΚΕ, η αλλαγή του προσώπου που ενεργεί ως εκπρόσωπος πραγματοποιείται μόνο όταν είναι αναγκαίο. Ο εν λόγω Διευθυντής δεν ορίζει ως εκπρόσωπο ασυνόδευτου ανηλίκου πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα συγκρούονται ή θα μπορούσαν ενδεχομένως να συγκρούονται με εκείνα του ασυνόδευτου ανηλίκου.»
Στο εν λόγω άρθρο διαλαμβάνονται ρητά οι υποχρεώσεις του Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας να ενεργεί ως κηδεμόνας, εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου στις διαδικασίες που προβλέπονται από τον Νόμο.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον μου, ο Αιτητής είχε τη συνδρομή κηδεμόνα, εκπροσώπου και συνδρομητή καθ’ όλη την διαδικασία και διάρκεια εξέτασης της αίτησής του, ως προβλέπεται στην νομοθεσία. Ειδικότερα, η Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, μέσω αρμόδιου λειτουργού, ενεργούσε ως κηδεμόνας του ανήλικου Αιτητή, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του στις διαδικασίες που προβλέπονται στον Νόμο, ενώ παρίστατο και ως εκπρόσωπος/κηδεμόνας αυτού στην προσωπική του συνέντευξη, ως εμφαίνεται από τον Διοικητικό Φάκελο της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δεν εντοπίζω να υπήρξε οποιαδήποτε πλημμέλεια στη διαδικασία που ακολουθήθηκε αναφορικά με την εκπροσώπηση του ανήλικου, και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί του ότι ο ρόλος του λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ήταν παθητικός και δεν ήταν ενεργός κατά την διάρκεια της συνέντευξης, δεν διαπιστώνω με οποιοδήποτε τρόπο πως η παρουσία του εν λόγω λειτουργού στην συνέντευξη οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Ειδικότερα, ως εντοπίζω από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης (βλ. σχετικά ερυθρό 31 του Δ.Φ.), ο αρμόδιος εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανήλικου επενέβη στην συνέντευξη όταν αυτό κατέστη αναγκαίο, επεξηγώντας στον αιτητή την σημαντικότητα να απαντήσει στις υποβληθείσες ερωτήσεις όσο πιο λεπτομερέστατά γίνεται για την καλύτερη εξέταση της αίτησης του. Ούτως ή άλλως, ο εκπρόσωπος του αιτητή παρίσταται εκεί υπό την ιδιότητα του ως κηδεμόνας του ανήλικου και είναι στην ευχέρεια του το κατά πόσο θα προβεί σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις ή παρατηρήσεις κατά την συνέντευξη. Πρόσθετα, δεν εντοπίζω από τον διοικητικό φάκελο να μεσολάβησε καμία ενέργεια ή να υπήρξε οποιαδήποτε γενικότερα συμπεριφορά από το εν λόγω πρόσωπο στην όλη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος του αιτητή κατά την συνέντευξη του, που να οδηγεί στο εν λόγω συμπέρασμα ούτως ώστε να εμφαίνεται ότι επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα του αιτητή με οποιοδήποτε τρόπο.
Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός της συνηγόρου του αιτητή απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό περί παραβίασης των άρθρων 13 Α και 18 του Περί Προσφύγων Νόμου καθότι ως προβάλει η συνήγορος του αιτητή δεν τέθηκαν στον αιτητή ερωτήσεις κατά την συνέντευξη κατάλληλες για ανήλικο, δεν λήφθηκαν υπόψη οι ειδικές του ανάγκες και η συνέντευξη δεν ήταν προσαρμοσμένη στις ανάγκες του ανήλικου.
Κατ΄αρχάς, παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης του ότι τέθηκαν στον αιτητή αρκετές ερωτήσεις, ενώ η διάρκεια της συνέντευξης του διήρκησε περίπου 5 ώρες.
Σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση του για διεθνή προστασία. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια του Καθεστώτος των Προσφύγων (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«(α) Ο αιτών πρέπει:
(Ι) Να λέει την αλήθεια και να παρέχει κάθε βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του.
(ΙΙ) Να προσπαθεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τυχόν ελλείψεις τους. Εάν παρουσιασθεί ανάγκη, πρέπει να προσπαθήσει να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά μέσα.
(ΙΙΙ) Να δώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και τις προηγούμενες εμπειρίες του, τόσο λεπτομερειακά όσο είναι αναγκαίο, ώστε να δοθεί στον εξεταστή η δυνατότητα να διαπιστώσει τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων. Πρέπει ακόμη να κληθεί να δώσει μια συναφή εξήγηση ως προς όλους τους λόγους που επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση για το καθεστώς του πρόσφυγα και να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις του τεθούν.».
Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποθ. αρ. 1673/2010, Edward Eskandaz και Κυπριακή Δημοκρατία, ημερ. 04/07/2013, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): « …….Ο Νόμος δεν καθορίζει ούτε πότε θα πρέπει να καλέσει η Υπηρεσία Ασύλου τον αιτητή για συνέντευξη, ούτε και πόση διάρκεια θα έχει. Πρόκειται δε για την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων και όχι για την ταχύρρυθμη διαδικασία (βλ. άρθρο 12 Δ), όπου κατά προτεραιότητα και όχι αργότερα από 30 ημέρες από την ημέρα υποβολής της αίτησης εξετάζονται από την Υπηρεσία Ασύλου αιτήσεις που, κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού, εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 12, 12 Α και 12 Β του Νόμου. Περαιτέρω, ο αιτητής ερωτήθηκε τα σημαντικά στον πυρήνα του αιτήματος του και η αίτησή του εξετάστηκε ενδελεχώς…….»
Στην περίπτωση του αιτητή, παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης ότι τέθηκαν σε αυτόν αρκετές ερωτήσεις ενώ η συνέντευξη του διήρκησε περίπου 5 ώρες, χωρίς να προκύπτει με οποιοδήποτε τρόπο η μη εξατομικευμένη και επαρκή εξέταση της αίτησης του. Στην περίπτωση του αιτητή, παρατηρώ από το πρακτικό της συνέντευξης ότι τέθηκαν σε αυτον αρκετές ερωτήσεις, και ο ίδιος δεν ανέφερε οτιδήποτε το οποίο θα υποδήλωσε μια γνήσια περίπτωση προσώπου που χρήζει διεθνούς προστασίας, προκειμένου και ο αρμόδιος λειτουργός να προβεί σε περαιτέρω ερωτήσεις.
Ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, μιας και προβάλλεται ότι η εν λόγω αρχή δεν λήφθηκε σε κανένα στάδιο υπόψη κατά την εξέταση του αιτήματος του ανήλικου, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν εντοπίζω σε κανένα σημείο της διαδικασίας ως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο να μη λήφθηκε υπόψη η εν λόγω αρχή. Ως χαρακτηριστικά παρατέθηκε και αναλύθηκε και ανωτέρω εμφαίνεται ότι παραχωρήθηκαν στον αιτητή όλες οι απαραίτητες διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις ως ασυνόδευτου ανήλικου.
Δεδομένου ότι το αίτημα του εξετάστηκε λαμβανόμενης υπόψη της ιδιότητας του ως ασυνόδευτου ανήλικου και του παραχωρήθηκαν οι προβλεπόμενες εγγυήσεις προς διασφάλιση των δικαιωμάτων του, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού παραγνωρίστηκε κατά την εξέταση του αιτήματος του. Επομένως, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Αναφορικά με τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται περί μη απόδοσης του ευεργετήματος της αμφιβολίας, σύμφωνα με το άρθρο 13(4) του περί Προσφύγων Νόμου, στο Εγχειρίδιο Για Τις Διαδικασίες Και Τα Κριτήρια Καθορισμού Του Καθεστώτος Των Προσφυγών, Στ' Έκδοση λέγεται (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«203. Παρόλο που όταν ο αιτών έχει καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια για να θεμελιώσει πειστικά την αφήγησή του, είναι δυνατόν ακόμα ορισμένοι ισχυρισμοί του να παραμένουν αναπόδεικτοι. Όπως εξηγήθηκε προηγουμένως (παράγραφος 196), είναι σχεδόν αδύνατο σε έναν πρόσφυγα να «αποδείξει» όλα τα δεδομένα της υπόθεσής του και πραγματικά, εάν κάτι τέτοιο αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση, οι περισσότεροι αιτούντες δεν θα είχαν αναγνωρισθεί ως πρόσφυγες. Είναι γι’ αυτό αναγκαίο να παρέχεται συχνά στον αιτούντα το ευεργέτημα της αμφιβολίας.
204. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει όμως να δίνεται μόνον όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους…».
Επομένως, το ευεργέτημα της αμφιβολίας παραχωρείται στον αιτητή όταν κριθεί αξιόπιστος από την Υπηρεσία Ασύλου σε σχέση με το αίτημα του για διεθνή προστασία αλλά παρόλα αυτά δεν έχει τα στοιχεία για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του. Στην παρούσα περίπτωση, οι λόγοι που προέβαλε ο αιτητής ήταν τόσο γενικόλογοι και αόριστοι, ώστε δεν έγιναν αποδεκτοί και κρίθηκε αναξιόπιστος. Ενόψει τούτου, ορθώς δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας στον αιτητή και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Θα προχωρήσω να εξετάσω τον εναπομείναντα λόγο ακύρωσης ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση.
Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).
Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού 9 του Δ.Φ.).
Κατά το στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι παρακολούθησε κατ’ οίκον μαθήματα για να μάθει ανάγνωση και γραφή από το 2012 σε ηλικία 10 ετών – σε μετέπειτα χρόνο δήλωσε ότι ξεκίνησε το 2017 σε ηλικία 12 ετών (ερυθρό 32, 26 του Δ.Φ.). Ομιλεί γαλλικά και Lingala (ερυθρό 31 του Δ.Φ.). Ο πατέρας του βρίσκεται στην Γαλλία και δεν γνωρίζει τον χρόνο που μετοίκησε εκεί, δεν γνωρίζει που βρίσκεται η μητέρα του την οποία έχει να συναντήσει από νεαρή ηλικία, έχει έναν ετεροθαλή αδελφό και μία ετεροθαλή αδελφή από την πλευρά του πατέρα του, τους οποίους δεν γνώρισε ποτέ και αφότου χώρισαν οι γονείς του, ξεκίνησε να διαμένει με τον παππού του (ερυθρό 31, 30 του Δ.Φ.). Κατόπιν του θανάτου του παππού του στις 14/02/2021, ξεκίνησε να διαμένει με τον θείο του στην Κινσάσα (ερυθρό 30 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής γεννήθηκε στην Κινσάσα που αποτελεί και τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του. Ακολούθως, από την ηλικία των 15 ετών διέμενε με τον θείο του πλην τριών ημερών πριν την αναχώρησή του από τη χώρα όπου διέμεινε με έναν φίλο του πατέρα του καθώς ο θείος του τον κακομεταχειριζόταν (ερυθρό 30, 29 του Δ.Φ.). Ενόσω κατοικούσε στην οικία του θείου του με την σύζυγο και τα τέκνα αυτού, συνέδραμε στις οικιακές εργασίες και δεν είχε κάποια άλλη απασχόληση στη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 29 του Δ.Φ.). Αναφορικά με το διαβατήριό του, το οποίο το εξέδωσε ένας φίλος του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε αρχικά ότι η υπογραφή που αναγράφεται επί τούτου ίσως ανήκει στον θείο του ενώ σε μετέπειτα χρόνο δήλωσε ότι ανήκει στον φίλο του πατέρα του (ερυθρό 32, 27, 25 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι έφυγε διότι ο θείος του συνήθιζε να τον ξυλοκοπάει και να τον κτυπάει με σκοινί, με αποτέλεσμα μία φορά να χρειαστεί να υποβληθεί σε εγχείρηση (ερυθρό 28 του Δ.Φ.).
Ο Αιτητής συμπλήρωσε ότι μία φορά έχασε τις αισθήσεις του λόγω των κτυπημάτων και πως όταν μετοίκησε με τον φίλο του πατέρα του, ο θείος του απείλησε ότι θα τον σκοτώσει (ερυθρό 28 του Δ.Φ).
Ερωτηθείς εάν ο θείος του γνώριζε την πρόθεση του ίδιου να διαφύγει από τη χώρα απάντησε πως δεν γνωρίζει και σε ερώτηση για ποιον λόγο ο θείος του υπέγραψε για την παραλαβή του διαβατηρίου του, απάντησε πως ο φίλος του πατέρα του ήταν εκείνος που το εξέδωσε (ερυθρό 27 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς σχετικά με τις απειλές κατά της ζωής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι την ημέρα που έχασε τις αισθήσεις του λόγω των κτυπημάτων, ο θείος του δεν τον διακόμισε σε νοσοκομείο και επιπλέον του απέκοψε την πρόσβαση σε τροφή ενώ ο Αιτητής, ήταν πολύ αδύναμος και επιζούσε μονάχα με νερό έως ότου βρήκε την ευκαιρία να συναντήσει τον φίλο του πατέρα του (ερυθρό 27 του Δ.Φ.). Ο θείος του προσέγγισε την οικία του άντρα αυτού και απαίτησε να μάθει τον λόγο που ο Αιτητής είχε φύγει και δήλωσε στον άντρα αυτόν πως όταν συναντήσει τον Αιτητή, θα τον βλάψει (ερυθρό 27 του Δ.Φ.). Κληθείς να εξηγήσει πως ο θείος του γνώριζε ότι ο ίδιος βρισκόταν στην οικία αυτού του άντρα, απάντησε πως ο άντρας αυτός συνήθιζε να τον επισκέπτεται ορισμένες φορές όταν διέμενε με τον θείο του και ο θείος του γνώριζε πως ο Αιτητής δεν γνώριζε άλλα άτομα (ερυθρό 27 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς για τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, απάντησε ότι αναμφίβολα θα συναντήσει τον θείο του (ερυθρό 26 του Δ.Φ.).
Η αρμόδια λειτουργός αξιολογώντας το αίτημα του Αιτητή σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά στο γεγονός ότι ο Αιτητής είναι Κονγκολέζος υπήκοος, με περιοχή καταγωγής και διαμονής την περιφέρεια Kinshasa και ο δεύτερος αφορά στον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του Αιτητή από τον θείο του.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και με το προσκομισθέν κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας από τον Αιτητή διαβατήριό του, εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός από την αρμόδια λειτουργό καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την ζωή του ενόσω διέμενε με τον θείο του, τις ισχυριζόμενες απειλές από εκείνον, τον τρόπο που γνώριζε ο θείος του ότι ο ίδιος είχε μετοικήσει σε έναν φίλο του πατέρα του, τον χρόνο έκδοσης του διαβατηρίου του και την ταυτότητα του ατόμου που υπέγραψε για αυτό καθώς και τον χρόνο που χώρισαν οι γονείς του αξιολογήθηκαν ως ανακριβείς, μη ευλογοφανείς και μη ικανοποιητικές.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, η λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξή του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και λόγω των αντιφάσεων που σημειώθηκαν δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, καταλήγοντας στην απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.
Αξιολογώντας περαιτέρω τον κίνδυνο που διατρέχει ο Αιτητής στη χώρα καταγωγής του, βάσει του αποδεκτού ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, η αρμόδια λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου καθώς ο κίνδυνος που ευλόγως μπορεί να αντιμετωπίσει ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής δεν συνιστά σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής του ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής σύρραξης.
Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι ουδεμία περαιτέρω έρευνα χρειαζόταν για την εξέταση της αίτησης του αιτητή και επομένως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξής μου, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Προχωρώντας τώρα στην αξιολόγηση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων στη βάση και της εκ του Νόμου παρεχόμενης δικαιοδοσίας, αρχικά συντάσσομαι με το ότι ο πρώτος ισχυρισμός όσον αφορά τα στοιχεία του προσωπικού προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ορθώς έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση αφού δεν έχουν προκύψει στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου.
Λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τον δεύτερο σχηματισθέντα ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον φόβο δίωξης του από τον θείο του, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι συντάσσομαι με την αξιολόγηση που μεσολάβησε της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού από την Υπηρεσία Ασύλου. Ορθώς θεωρώ κρίθηκε ότι εντοπίζονται σημαντικές αντιφάσεις στο αφήγημά του αιτητή. Πράγματι, ως διαφαίνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει βασικές πληροφορίες αναφορικά με την εκπεφρασμένο φόβο του.
Κρίνω σκόπιμο να τονίσω τον ισχυρισμό του αιτητή ότι δέχθηκε απειλές από τον θείο του, όπου ο αιτητής περιορίστηκε στο να αναφερθεί μόνο σε ένα μεμονωμένο περιστατικό ήτοι ότι όταν εγκατέλειψε το σπίτι, ο θείος του μετέβη στον φίλο του πατέρα του και απείλησε ότι θα τον βλάψει, χωρίς όμως να αναφερθεί με λεπτομέρεια στο εν λόγω συμβάν όπως ούτε αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό αντίστοιχου περιεχομένου. Πρόσθετα, ενώ ο αιτητής δήλωσε ότι πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει την χώρα του τον Απρίλιο του 2021 ( βλ. ερυθρό 28 του Δ.Φ.), όπου τότε ο φίλος του πατέρα του τον βοήθησε να εκδώσει το διαβατήριο του, εντούτοις εντοπίζεται ότι η ημερομηνία έκδοσης του διαβατηρίου του είναι τον Μάρτιο του 2021 (βλ. ερυθρό 5 του Δ.Φ.), γεγονός το οποίο αποδυναμώνει την γενικότερη αξιοπιστία του. Θεωρώ ότι συνολικά η αφήγησή του δεν θεωρείται συνεκτική, με αρκετές χρονολογικές παραλείψεις και αντιφάσεις, που τεκμαίρουν την αναξιοπιστία του ισχυρισμού του. Θα συμφωνήσω με την αξιολόγηση στην οποία έχει προβεί ο αρμόδιος λειτουργός ως καταγράφεται στην έκθεση – εισήγηση και με τα σημεία που εντόπισε περί του να καταλήξει σε εύρημα περί της μη αξιοπιστίας του αιτητή και επομένως παρέλκει η όποια επανάληψη τους.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκ των όσων αυτός δήλωσε, λόγω της απολύτου προσωπικής φύσεως τους, δεν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές. Στη βάση λοιπόν της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του αιτητή, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους, το Δικαστήριο δεν κάνει δεκτό τον ανωτέρω ισχυρισμό στο σύνολό του.
Στη βάση των ανωτέρω συμπερασμάτων, διαπιστώνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση του αιτητή ως πρόσφυγα, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό επί του οποίου θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σε περίπτωση επιστροφής του στην Λ.Δ.Κ, ο οποίος θα ενέπιπτε στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό του αιτητή, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Συνακόλουθα, ελλείψει οιασδήποτε πραγματικής, προσωπικής και υφιστάμενης απειλής εις βάρος του, δεν προκύπτουν στοιχεία εκ των οποίων θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Λ.Δ.Κ, ο αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, προκειμένου να κριθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπό του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του Περί προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν ανέκυψε οιοσδήποτε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας εις βάρος του αιτητή, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα του αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στην Κινσάσα, η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Σύμφωνα με το WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), που αποτελεί διαδικτυακή πληροφοριακή πύλη της Ακαδημίας της Γενεύης (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights) για την καταγραφή και ανάλυση ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, με περίοδο (αναφοράς) μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η ΛΔΚ εμπλέκεται στο έδαφός της και συγκεκριμένα στις ανατολικές περιοχές της χώρας, σε διεθνή ένοπλη σύγκρουση με την Rwanda, καθώς και σε διάφορες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εναντίον διαφορετικών μη κρατικών ένοπλων ομάδων.[1]
Η σύγκρουση μεταξύ των κοινοτήτων Teke και Yaka[2], η οποία ξεκίνησε το 2022 λόγω μιας εδαφικής διαμάχης, «προκάλεσε επιδείνωση» της ανθρωπιστικής κατάστασης και της κατάστασης ασφαλείας σε πολλές επαρχίες κοντά στην πρωτεύουσα Kinshasa.[3] Η σύγκρουση έφτασε επίσης στην ίδια την Kinshasa.[4]
Σύμφωνα με το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στην περιοχή Kwamouth και στη δημοτική κοινότητα Maluku της Kinshasa, η σύγκρουση οδήγησε στην καταστροφή των μισών χωριών, όπου «εκατοντάδες σχολεία και ιατρικά κέντρα καταστράφηκαν ή αναγκάστηκαν να κλείσουν». Αναφέρθηκαν σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας, των απαγωγών για λύτρα και των βασανιστηρίων.[5]
Όσον αφορά συγκεκριμένα την πόλη της Kinshasa, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ανέφερε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ είχαν αναπτυχθεί ώστε να αποτρέψουν την επέκταση των συγκρούσεων μεταξύ των κοινοτήτων Teke και Yaka[6], η βία ωστόσο από τις εν λόγω συγκρούσεις είχε επηρεάσει ορισμένες συνοικίες της Kinshasa, ειδικότερα όπου ‘ζουν μέλη των δύο εν λόγω κοινοτήτων’[7]. Ωστόσο, ένα άρθρο του Ιουλίου του 2024 των New York Times ανέφερε πως ‘η βία δεν απειλούσε άμεσα την Kinshasa’[8], όπου δε, σύμφωνα με αναφορά του Συμβούλιου Ασφαλείας του ΟΗΕ αρκετοί πολίτες της χώρας που διέφυγαν των συγκρούσεων βρήκαν καταφύγιο στις μεγαλουπόλεις, περιλαμβανομένης και της Kinshasa[9].
Η Διεθνής Αμνηστία (Amnesty International – AI) ανέφερε το 2022 ότι «οι διοικητικές αρχές στην Kinshasa απαγόρευσαν παράνομα και συστηματικά όλες τις διαδηλώσεις που θεωρούνταν επικριτικές προς τον Πρόεδρο Tshisekedi ή την κυβέρνησή του».[10]
Για παράδειγμα, στις 20 Μαΐου 2023, οι δυνάμεις ασφαλείας «έριξαν δακρυγόνα και συγκρούστηκαν στους δρόμους της πρωτεύουσας Kinshasa με αντικυβερνητικούς διαδηλωτές» που διαμαρτύρονταν για την αύξηση του κόστους ζωής, την ανασφάλεια και τις παρατυπίες στην εγγραφή ψηφοφόρων.[11] Σύμφωνα με το International Crisis Group, οι δυνάμεις ασφαλείας αντέδρασαν με βία, που είχε ως αποτέλεσμα «δεκάδες τραυματισμούς», σύμφωνα με την αντιπολίτευση.[12] Τον Δεκέμβριο του 2023, 11 πολίτες φέρεται να τραυματίστηκαν κατά τη διάρκεια σύγκρουσης μεταξύ της αστυνομίας και διαδηλωτών της αντιπολίτευσης στην Kinshasa.[13] Επιπλέον, τον Ιανουάριο του 2025, διαδηλωτές στην Kinshasa είχαν επιτεθεί σε πρεσβείες και έβαλαν φωτιές, εν μέσω διαδηλώσεων που είχαν ξεσπάσει[14],[15], ωστόσο, πέραν των εν λόγω διαδηλώσεων εναντίον Δυτικών πρεσβειών, δεν αναφέρθηκαν οιαδήποτε άλλα σημαντικά περιστατικά ασφαλείας για την Kinshasa[16].
Στην ετήσια έκθεση του 2026 του Human Rights Watch για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το έτος 2025 στη Λ.Δ.Κ., αναφέρατε πως «επιδεινώθηκε σημαντικά λόγω παραβιάσεων του δικαίου του πολέμου και άλλων παραβιάσεων στην ανατολική περιοχή, μεταξύ των οποίων η αύξηση των επιθέσεων εναντίον αμάχων από την ένοπλη ομάδα ADF, που συνδέεται με το ISIS, καθώς και οι συγκρούσεις μεταξύ της ένοπλης ομάδας M23, που υποστηρίζεται από τη Ρουάντα, και των ενόπλων δυνάμεων του Κονγκό. Οι εχθροπραξίες στις επαρχίες North και South Kivu και Ituri οδήγησαν στη δολοφονία χιλιάδων αμάχων, στην παράνομη αναγκαστική εκτόπιση πληθυσμών και σε άλλες παραβιάσεις, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας, από ένοπλες ομάδες.».[17]
Σε έκθεση της UNHCR που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2025, αναφέρεται ότι μετά από συνεχιζόμενη επιδείνωση της ασφάλειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρωπιστικής κατάστασης στις περιοχές North Kivu, South Kivu και Ituri από τον Νοέμβριο του 2022, η ένοπλη βία στις ανατολικές επαρχίες της Λ.Δ.Κ. κλιμακώθηκε τον Ιανουάριο του 2025.[18]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 12/06/2026), καταγράφηκαν 56 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 47 θάνατοι.[19]
Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[20] και για το 2026 εκτιμάται στους 21,852,144 κατοίκους.[21]Εκ των ανωτέρω πληροφοριών καθίσταται σαφές ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι στην Κινσάσα επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια οιασδήποτε εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης. Συνεπώς, δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για κάποιον πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά από συνθήκες οι οποίες εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Κατά συνέπεια, η πόλη Κινσάσα, τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[22]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ του αιτητή, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ο αιτητής συνιστά ενήλικα, υγιή, με ικανοποιητικό ως προκύπτει μορφωτικό επίπεδο και με ικανότητα προς εργασία καθώς επίσης και με υποστηρικτικό δίκτυο στη ΛΔΚ ήτοι τον φίλο του πατέρα του. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Κινσάσα.
Επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό και θεωρώ κρίσιμο να αναφερθεί ότι ο Αιτητής έχει στο μεταξύ ενηλικιωθεί. Στην απόφαση του διοικητικού εφετείου, υπόθεση SHARMAAKE MOHAMED v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2021, 16/9/2025, λέχθηκε ότι στα πλαίσια εξέτασης του ex nunc ελέγχου από το Δικαστήριο, ο έλεγχος ορθότητας θα πρέπει να μεσολαβεί σε επικαιροποιημένα δεδομένα όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή μεταξύ των οποίων και του γεγονότος ότι ένας αιτητής έχει ενηλικιωθεί. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα το οποίο υιοθετώ στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας υπόθεσης ( η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«[….]
Προς τούτο, το αρμόδιο Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της ενώπιον του περίπτωσης Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 13.6.2024 στην Υπόθεση C-563/22 SN κ.ά., σκέψη 76, με δικές μας υπογραμμίσεις:
« […..] Η πιο πάνω επικαιροποίηση των δεδομένων (και των πραγματικών) της περίπτωσης δεν αφορά και δεν περιορίζεται, a priori τουλάχιστον, μόνο στα στοιχεία που θα ήταν τυχόν επωφελή για την αίτηση του προσφεύγοντα, αλλά άπτεται όλων των σχετικών παραμέτρων (και των προσωπικών δεδομένων του αιτούντος), ακόμα και αν τέτοια επικαιροποίηση θα οδηγούσε στην απόρριψη της αίτησης ασύλου. Εάν, επί παραδείγματι, κατά το στάδιο της διοικητικής εξέτασης η χώρα καταγωγής του αιτούντος δεν ήταν ασφαλής, αλλά κατέστη ασφαλής στο στάδιο της επί της ουσίας δικαστικής εξέτασης, αυτό το στοιχείο δεν δύναται να αγνοηθεί. Όπως, βεβαίως, ούτε η αντίστροφη περίπτωση. Το ζητούμενο είναι πάντα η διαπίστωση εφεξής ανάγκης παροχής διεθνούς προστασίας λόγω κινδύνου δίωξης (μελλοντοστραφούς, βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 17.7.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2024 KASUMILAMBU HENRY MULENDA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 31.3.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 153/2023 RAAFAT ALFY NOUH KHALIL κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ) και σε αυτό αποσκοπεί η ex nunc δικαστική εξέταση και η απαίτηση επικαιροποίησης των δεδομένων.
Οι δε ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, μεταξύ αυτών και αυτές για ασυνόδευτους ανήλικους αιτητές που εδώ ενδιαφέρουν, είναι ως φανερώνει το ίδιο το λεκτικό τους, διαδικαστικές. Σκοπός τους είναι η εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του (ουσιαστικού) δικαιώματος αναζήτησης και απόκτησης ασύλου λόγω δίωξης και γενικότερα του δικαιώματος παροχής διεθνούς προστασίας και είναι, ως εκ της φύσεως τους, εξισορροπητικές και αποκαταστατικές. Ήτοι, δεν αποσκοπούν να θέσουν τους δικαιούχους τέτοιων διαδικαστικών εγγυήσεων σε ευνοϊκότερη μοίρα και μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους αιτητές διεθνούς προστασίας, αλλά, όσο το δυνατόν, σε ίση. Ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αμετάβλητο και αναφαίρετο κεκτημένο ουσιαστικό δικαίωμα, άπαξ και ο λόγος παροχής τέτοιων διαδικαστικών εγγυήσεων δεν υφίσταται πλέον. Όπως, έχει επισυμβεί στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, η ex nunc εξέταση της αίτησης του Εφεσείοντα από το Δικαστήριο έλαβε χώρα σε χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο Εφεσείων είχε ήδη ενηλικιωθεί (ως ορθά σημειώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήδη κατά τη χρονική στιγμή καταχώρησης της Προσφυγής ο Εφεσείων ήταν ενήλικας), ως είναι αδιαμφισβήτητο από τα μέρη.
[…]».
Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Κινσάσα όπου αποτελεί τον τελευταίο τόπο διαμονής του.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι η περίπτωση του Αιτητή δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ως ορίζονται στα άρθρα 3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται, και ούτε προκύπτει (ως αναλύθηκε ανωτέρω), ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ώστε να του δοθεί συμπληρωματική προστασία.
Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να του παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς, αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση του αιτητή.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed conflicts in Democratic Republic of the Congo' (Reporting period: July 2024 - June 2025), διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/
[2] UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, 30 December 2023, https://digitallibrary.un.org/record/4032027?v=pdf, paras. 7-14
[3] Reuters, Ethnic conflict kills 11 people in western Congo, 31 January 2024, https://www.reuters.com/world/africa/ethnic-conflict-kills-11-people-western-congo-2024-01-31/; UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, 30 December 2023, https://digitallibrary.un.org/record/4032027?v=pdf, para. 7
[4] New Humanitarian (The), Conflict in western DRC simmers unnoticed amid rebel gains in the East, 12 February 2024, https://www.thenewhumanitarian.org/news-feature/2024/02/12/conflict-western-drc-democratic-republic-of-the-congo-amid-rebel-gains-east
[5] UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, 30 December 2023, https://digitallibrary.un.org/record/4032027?v=pdf, para. 9
[6] UN Security Council, ‘Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo’, 30 December 2023, διαθέσιμο στο: https://reliefweb.int/attachments/a473eefb-0611-4d04-9534-eea099af26bb/N2336437.pdf, σελ.30
[7] UN Security Council, ‘Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo’, 30 December 2023, διαθέσιμο στο: https://reliefweb.int/attachments/a473eefb-0611-4d04-9534-eea099af26bb/N2336437.pdf, παρ.7
[8] New York Times (The), ‘Congo’s ‘Other’ Conflict Kills Thousands in West Near the Capital’, 19 July 2024, διαθέσιμο στο: https://www.nytimes.com/2024/07/19/world/africa/crisis-western-congo.html, σελ.30
[9] UN Security Council, ‘Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo’, 30 December 2023, διαθέσιμο στο: https://reliefweb.int/attachments/a473eefb-0611-4d04-9534-eea099af26bb/N2336437.pdf, σελ.31
[10] AI, Amnesty International Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of The Congo 2022, 27 March 2023, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[11] Reuters, DR Congo security forces clash with anti-govt protesters in Kinshasa, 25 May 2023, https://www.france24.com/en/africa/20230520-dr-congo-security-forces-clash-with-anti-govt-protesters-in-kinshasa
[12] International Crisis Group, Tracking Conflicts Worldwide - Democratic Republic of Congo, May 2023, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/july-alerts-and-june-trends-2023
[13] BBC News, DR Congo elections: Fayulu's supporters clash with police in Kinshasa, 27 December 2023, https://www.bbc.com/news/world-africa-67826862; Africanews, Opposition protesters clash with police in Kinshasa after partial results released, 28 December 2023, https://www.africanews.com/2023/12/28/opposition-protesters-clash-with-police-in-kinshasa-after-partial-results-released/; France 24, DR Congo police disperse banned protest by the opposition, 27 December 2023, https://www.france24.com/en/africa/20231227-dr-congo-police-disperse-banned-protest-by-the-opposition
[14] Reuters, ‘Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east’, 28 January 2025, διαθέσιμο στο: https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/
[15] Euro News, ‘Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance’, 28 January 2025,, διαθέσιμο στο: https://www.euronews.com/2025/01/28/protesters-attack-foreign-embassies-in-dr-congo-over-m23-rebel-advance
[16] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, σελ.2
[17] HRW - Human Rights Watch, 'World Report 2026 - Democratic Republic of Congo',https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/democratic-republic-of-congo [Ημερομηνία πρόσβασης 11/06/2026]
[18] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Position on Returns to North Kivu, South Kivu and Ituri in the Democratic Republic of the Congo – Update IV (Revision 1), April 2025, p.2-3, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/policy/countrypos/unhcr/2025/149580 [Ημερομηνία πρόσβασης 11/06/2026]
[19] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 12.06.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης 18/06/2026]
[20] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/06/2026)
[21] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/06/2026)
[22] Βλ. Απόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο