M. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1267/24, 25/6/2026
print
Τίτλος:
M. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1267/24, 25/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1267/24

 

25 Ιουνίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

M. Κ.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Ι. Ιάσωνος, Δικηγόρος για αιτητή

Κα Θ. Βασιλάκη, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.12/03/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και «[έ]κδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] για διεθνή προστασία προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας, ο αιτητής κατάγεται από την Ακτή Ελεφαντοσοτύ, εισήλθε ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από τα κατεχόμενα την 01/01/21 (μετά από διαμονή εκεί περί τους 10 μήνες) και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 17/03/21 (ερ.1-3, 11-12, 33, 38).

Στις 22/01/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στου οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.24-38). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και την 01/02/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.56-68).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 12/03/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.70, 2).

Στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ο αιτητής κατέγραψε ότι «η ιστορία [του] άρχισε όταν [ήταν] 17 (ετών), το 2013», καθώς, ως αναφέρει, ήταν «ένα φυσιολογικό παιδί όπως όλα τ’ άλλα», είχε φιλενάδες, ζούσε «τη ζωή [του], όμως στα γενέθλια [του] στις 28/01/24 [είχε] ήδη αισθήματα που δεν [γνώριζε]», αφού «δεν [μπορούσε] να [αγαπήσει] πλέον τις γυναίκες, αλλά περισσότερο τους άνδρες». Ως περαιτέρω αναφέρει, ο αιτητής, δεδομένου ότι είναι μουσουλμάνος, «ήταν πρόβλημα [γι’ αυτόν] να εξηγήσει τον εαυτό [του] επειδή δεν [μπορούσε] να κατανοήσει τι συνέβαινε με τη ζωή [του]» και, «όταν αποκωδικοποίησε ότι [επιθυμεί] άνδρες [αντιμετώπισε] βία, η οποία θα [του] κόστιζε τη ζωή» και για τον λόγο αυτό αποφάσισε «να [φύγει] από τη χώρα και να [αναζητήσει] καταφύγει αλλού».

Στη συνέντευξή ο αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε και διέμενε στην Abidjan (εξαιρουμένου ενός έτους, το 2010, όταν διέμενε στο Yamoussoukro), έχει 2 αδελφούς και 2 αδελφές, που διαμένουν με την μητέρα του (με την οποία έχει επικοινωνία) - στο Yamoussoukro, ο δε πατέρας του απεβίωσε το 2002, ο αιτητής έχει ολοκληρώσει το Λύκειο, φοίτησε 6 μήνες σε πανεπιστήμιο και πωλούσε περιστασιακά ρούχα και παπούτσια στο διαδίκτυο.

Ερωτώμενος για τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο αιτητής δήλωσε ότι η θρησκεία του (Μουσουλμανισμός) «δεν επιτρέπει σε άνδρες να βγαίνουν με άλλους άνδρες» και το 2016, όταν ήταν 20 ετών, συνειδητοποίησε ότι ελκύεται «σε διαφορετικό φύλο», του πήρε αρκετό χρόνο να κατανοήσει ότι η σεξουαλικότητα του άλλαξε και αυτό προκάλεσε πολλά ζητήματα με την οικογένεια του, καθώς, ως ανέφερε, στη χώρα του δεν αποδέχονται την ομοφυλοφιλία. Γι’ αυτό και είχε μια συζήτηση με την μητέρα του, αφού η υπόλοιπη οικογένεια τον απέκλεισε (“my family had put me in expulsion they banned me”) και τότε η μητέρα του «βρήκε τη λύση» να φύγει ο ίδιος από τη χώρα, καθώς η οικογένεια του δεν τον αγαπούσε πλέον. Μια νύχτα, καθώς επέστρεφε από ένα κλαμπ, ο αιτητής πήρε τον σύντροφο του στο σπίτι της γιαγιάς του (όπου έμενε τότε) και ο θείος του το είχε ανακαλύψει και «τότε άρχισαν τα προβλήματα». Ένα άλλο βράδυ, ως αναφέρει, ο αιτητής μαχαιρώθηκε «και [πιστεύει] ότι ήταν για τον ίδιο λόγο», αφού «στην περιοχή που [έμενε] οι άνθρωποι δεν [τον] αγαπούσαν» και έλεγαν του αιτητή ότι αυτός «δεν [μπορεί] να [είναι] ομοφυλόφιλος και μουσουλμάνος». Γι’ αυτό έφυγε από τη χώρα καταγωγής του.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι αν επιστρέψει «η ζωή [του] θα είναι άθλια», αφού παρόλο που, ως ανέφερε, «δεν θα [πει] ότι μπορεί να [σκοτωθεί] απλά δεν θα [είναι] ασφαλής». Ερωτώμενος πως περιγράφει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ο αιτητής ανέφερε ότι είναι ομοφυλόφιλος και «δεν [γνωρίζει] πως να το [περιγράψει], αλλά [είναι] άτομο που [αναλαμβάνει] δράση». Ερωτώμενος περαιτέρω ανέφερε ότι συνειδητοποίησε ότι ελκύεται στους άνδρες σε ηλικία 19-20 ετών, του πήρε δύο χρόνια να το κατανοήσει πλήρως, αφού – ως ανέφερε – «δεν είναι λες και γεννιέσαι μ’ αυτή την έλξη» αλλά «όταν κατανοήσεις τη σεξουαλικότητα σου, τότε κάνεις την επιλογή σου». Ερωτώμενος πως ο ίδιος το κατανόησε και έκανε την επιλογή του ο αιτητής ανέφερε ότι «η ηλικία που νιώθεις τη σεξουαλικότητα σου είναι μεταξύ 12 και 65 ετών» και πως «όταν συνειδητοποιήσεις ότι δεν νιώθεις έλξη για τις γυναίκες πλέον και νιώθεις ότι ελκύεσαι από τους άνδρες, τότε αρχίζεις να κατανοείς την αλλαγή». Ως έφηβος ο ίδιος, ως ανέφερε ο αιτητής, δεν γνώριζε τίποτε για τη σεξουαλικότητα του, καθώς ήταν πολύ νέος και μεγάλωσε με γυναίκες και είχε σχέση με γυναίκες όταν ήταν 16-17 ετών και ήταν στα πλαίσια των σχέσεων αυτών που – όταν έχασε το πάθος του (γι’ αυτές) – άρχισε να κατανοεί τον εαυτό του. Είχε την πρώτη του εμπειρία με άτομο του ίδιου φύλου όταν ήταν 20-21, όταν άρχισε να βγαίνει με άνδρες, του οποίους ένιωθε.

Ερωτώμενος ανέφερε ότι το αποκάλυψε στην μητέρα του, η οποία εξεπλάγη όμως δεν θα τον εγκατέλειπε και του είπε ότι την προβληματίζει όμως δεν θα τον έκρινε, «αλλά απ’ ότι συνέβαινε τα απογεύματα όλοι το έμαθαν». Ερωτώμενος ο αιτητής πως το ανακάλυψε η υπόλοιπη οικογένεια ανέφερε ότι ήταν λόγω του ότι για 2 χρόνια δεν «[ερχόταν] με κορίτσια, [τον] έβλεπαν να [έρχεται] με αγόρια». Τότε ο ίδιος είχε αρχίσει ήδη να μένει μόνος του (από όταν ήταν 19-20 ετών) και γνώριζε μέρη που αυτός μπορούσε να πάει και να γνωρίσει άλλα άτομα ΛΟΑΤΚΙ. Καλούμενος να αναφέρει μέρη όπου γνώριζε άλλα άτομα ο αιτητής ανέφερε «κλαμπ, εστιατόρια και υπήρχαν εκδηλώσεις τα βράδια, πάρτι», όμως δεν θυμάται (ούτε – έστω - ένα) όνομα κάποιου μέρους που πήγαινε με φίλους του (ομοφυλόφιλους). Ως περαιτέρω ανέφερε, «κοιτώντας κάποιον μπορούσες να πεις αν τους αρέσει η ομοφυλοφιλία ή όχι», «είτε από την ενδυμασία και τη γλώσσα του σώματος και το όλο παρουσιαστικό του ατόμου».

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το όνομα κάποιας οργάνωσης ΛΟΑΤΚΙ στην Ακτή Ελεφαντοστού. Η 1η του σχέση με άτομο του ιδίου φύλου ήταν στις 28/01/18, τον οποίο γνώρισε σε εφαρμογή γνωριμιών, ο οποίος ήταν 27 ετών τότε, ήταν «ήσυχος και ζηλιάρης» και με τον οποίο καταλαβαινόντουσαν, ως ανέφερε. Ερωτώμενος πως εξελίχθηκε η σχέση του είπε ότι «[αντιμετώπιζαν] τις δυσκολίες που αντιμετωπίζεις στην Αφρική όταν βγαίνεις με άτομα του ιδίου φύλου», η σχέση τους διήρκησε 4-5 μήνες, ήταν κρυφή (το γνώριζε όμως η οικογένεια του συντρόφου του, η οποία και τους στήριζε), ερωτώμενος πως περνούσαν τον χρόνο τους μαζί, ο αιτητής είπε ότι «[έβγαιναν] έξω, όπως όλοι οι άλλοι» και τελείωσε γιατί «όταν [έβγαιναν] έξω υπήρχαν άτομα που [τους] έλεγαν “πηγαίνετε έξω, είστε γκέι” και [ο ίδιος είναι] άτομο που δεν [του] αρέσει το στρες». Ερωτώμενος αν είχε άλλη σχέση απ’ αυτή ο αιτητής απάντησε πως όχι, «μέχρι που [ήρθε] εδώ», καθώς (κατά τη συνέντευξη) αυτός «[μιλούσε] με κάποιον αλλά δεν [είναι] σοβαρό, όμως [βρίσκονται] μερικές φορές». Ερωτώμενος αν γνωρίζει ομάδες ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Δημοκρατία ανέφερε ότι «υπάρχει μια οργάνωση ομοφυλόφιλων και είχαν μια εκδήλωση στις 09/12/26 στη Λευκωσία», όπου πήγε και ο ίδιος «όχι όμως για πολύ». Ερωτώμενος τι ακριβώς συνέβη το 2020, όταν αποφάσισε να φύγει από τη χώρα καταγωγής, ο αιτητής ανέφερε ότι «δεν νιώθεις άνετα ζώντας σε μια χώρα όπου σχεδόν ότι κάνεις το απεχθάνονται όλοι» και ότι «αυτό τον [ενοχλούσε] πολύ».

Καλούμενος να δώσει συγκεκριμένο παράδειγμα ή και περιστατικό που τον επηρέασε ο αιτητής ανέφερε ότι «[νομίζει] είναι λόγω του ότι [του] επιτέθηκαν, επειδή [είχε] ουλές από μαχαίρι, λόγω του σεξουαλικού [του] προσανατολισμού». Ερωτώμενος για το περιστατικό αυτό ο αιτητής είπε ότι «δεν [θυμάται] αλλά [νομίζει] ότι ήταν το 2021, όταν [επέστρεφαν] από την παραλία, επιτέθηκαν [στον ίδιο] και τον σύντροφο [του], [του] πήραν το κινητό και τα λεφτά που είχε και έκαναν το ίδιο και στον σύντροφο [του]». Σε μετέπειτα ερωτήσεις ανέφερε ότι ήταν 4 άτομα, τους οποίους στη χώρα του τους αποκαλούν «μικρόβια» και «είναι κάτι σαν τους Kuluna στο Κονγκό». Ερωτώμενος ο αιτητής γιατί πιστεύει ότι αυτή η επίθεση σχετίζεται με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ανέφερε ότι είναι «επειδή στην περιοχή [του] ορισμένα άτομα ήξεραν και άτομα τα άτομα που το επιτέθηκαν είχαν οικεία πρόσωπα». Ο αιτητής κατάγγειλε το περιστατικό, όμως «δεν οδήγησε πουθενά», αφού «η αστυνομία ήρθε μετά την επίθεση».

Ερωτώμενος αν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος που έφυγε από τι χώρα ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν το ως άνω περιστατικό και τα προβλήματα με την οικογένεια του και όταν κλήθηκε να αναφέρει περισσότερα για τα προβλήματα με την οικογένεια του ο αιτητής αποκρίθηκε ότι τον ρωτούν τα ίδια πράγματα στα οποία είχε ήδη απαντήσει, χωρίς τελικά να αναφέρει κάτι περαιτέρω επί τούτου, πέραν του ότι ο θείος του τον έδιωξε από το σπίτι (όταν αυτός τελείωσε το Λύκειο) και ότι λάμβανε λεκτικές απειλές από την οικογένεια του. Ερωτώμενος τέλος αν γνωρίζει κατά πόσο η ομοφυλοφιλία είναι ποινικοποιημένη στη χώρα καταγωγής ο αιτητής απάντησε ότι δεν γνωρίζει, όμως «δεν είναι αποδεκτή απ’ όλους».

Οι καθ’ ων η αίτηση κατά την εξέταση του αφηγήματος του αιτητή εντόπισαν και εξέτασαν τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του αιτητή

2.    Σεξουαλικός προσανατολισμός του αιτητή ως ομοφυλόφιλο άτομο

Επί των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ουσιώδης ισχυρισμός, απορρίφθηκε όμως ο 2ος ισχυρισμός, ως αναξιόπιστος.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι όλες οι δηλώσεις του αιτητή επί του σεξουαλικού του προσανατολισμού αλλά και οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά υπήρξαν ασαφείς, γενικόλογες, στερούμενες λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, τόσο αναφορικά με τον προσανατολισμό του αλλά και τις εμπειρίες που αφηγήθηκε. Ειδικότερα, σε σχέση με το στοιχείο της διαφορετικότητας, κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν συγκεκριμένος στους ισχυρισμούς του και δεν παρείχε ικανοποιητικές λεπτομέρειες, τα όσα δε ανέφερε κρίθηκαν γενικά και ασαφή, ως – ομοίως – κρίθηκαν και οι ισχυρισμοί του αιτητή αναφορικά με την σχέση που κατ’ ισχυρισμό είχε με άνδρα, όπου δεν έδωσε αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με το πως η σχέση είχε εξελιχθεί, δεν παρείχε κάποιο βιωματικό στοιχείο γι’ αυτήν και την καθημερινότητα τους με τον σύντροφο του και δεν ήταν σίγουρος πώς η σχέση τελείωσε, θεωρώντας ότι πιθανόν να οφειλόταν στο ότι ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα. Κρίθηκε επίσης ότι οι γνώσεις του αιτητή αναφορικά με την κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+ στην Ακτή Ελεφαντοστού ήταν ελλιπείς, αφού δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για τα μέρη που πήγαινε και τον τρόπο που γνώριζε άτομα από την κοινότητα, ενώ δεν ήταν σε θέση περαιτέρω να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες σε σχέση με τις οργανώσεις που σχετίζονται με την εν λόγω κοινότητα.

Αρνητικά αξιολογήθηκε και το ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία για τον τρόπο που αντέδρασε η μητέρα του και η οικογένεια του όταν έμαθαν για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, όπου οι αποκρίσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν παρέμειναν ελλιπείς και ασαφείς, ως κρίθηκε. Περαιτέρω κρίθηκε πως ο αιτητής δεν έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο που οι συγγενείς του ανακάλυψαν τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, καθότι περιορίστηκε να δηλώσει ότι το συμπέραναν οι ίδιοι επειδή τα τελευταία δυο χρόνια τον έβλεπαν μόνο με άνδρες.

Τέλος, ως προς το στοιχείο της βλάβης, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή όταν κλήθηκε να αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό που του συνέβη παρέμεινε γενικόλογος και όσα ανέφερε κρίθηκαν ασαφή και αόριστα, τόσο για την κατ’ ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε επιστρέφοντας από παραλία, πως έγινε η επίθεση, ποιοι ήταν οι δράστες, πως συνδέεται με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και τι ακολούθησε της καταγγελίας της επίθεσης στις Αρχές, όσο και για την αντίδραση της οικογένειας του όταν έμαθαν για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.

Υπό το φως των ανωτέρω ο αιτητής κρίθηκε ότι δεν παρείχε επαρκή στοιχεία σχετικά με την διαδικασία της διαπίστωσης του σεξουαλικού προσανατολισμού του, τις σχέσεις του και τα περιστατικά που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και γι’ αυτό - ως κρίθηκε - η εσωτερική αξιοπιστία δεν τεκμηριώθηκε.

Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ως άνω 2ου ουσιώδους ισχυρισμού έγινε έρευνα σε πληροφορίες (ΠΧΚ) για την κατάσταση μελών της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ στην Ακτή Ελεφαντοστού, εκ των οποίων επιβεβαιώθηκε ότι, παρότι δεν ποινικοποιείται η ομοφυλοφιλία, ωστόσο υπάρχουν περιστατικά διακρίσεων ή παρενοχλήσεων εναντίον των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Παρά τούτο, ως κρίθηκε, δεδομένης εδώ της έλλειψης εσωτερικής συνοχής στα λεγόμενα του αιτητή, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος. 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, οι καθ’ ων η αίτηση αναζήτησαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ), εκ των οποίων κατέληξαν ότι, δεδομένου του προφίλ του αιτητή, αλλά λαμβανομένου υπόψη και του ότι η Abidjan δεν επηρεάζεται από ένοπλη σύρραξη, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποβληθεί σε δίωξη ή και σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής και συνεπώς η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Στην προσφυγή καταγράφεται πλήθος νομικών σημείων, εκ των οποίων ορισμένα τελικά προωθούνται και αναπτύσσονται στην αγόρευση που ακολούθησε.

Στην αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος του, κατόπιν αναφορών στο νομικό πλαίσιο και οικεία νομολογία, αναφέρει ότι εν προκειμένω δεν έγινε δέουσα έρευνα των ισχυρισμών του αιτητή, με αποτέλεσμα η εδώ επίδικη απόφαση να είναι προϊόν πλάνης και, σε κάθε περίπτωση, δεν αιτιολογείται επαρκώς.

Οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δικογραφηθεί και αναπτυχθεί δεόντως και συνεπώς είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης, στη βάση σχετικής νομολογίας, την οποία παραθέτουν, και προσθέτουν ότι η επίδικη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή.

Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή, υιοθετώντας την αγόρευση της, ανέφερε ότι εν προκειμένω δεν έχει εφαρμοστεί το πρότυπο εξέτασης (υποθέσεων που αφορούν σεξουαλικό προσανατολισμό) DSSH, καθότι έχει γίνει εδώ «επιλεκτική εφαρμογή του», ως εισηγήθηκε, η οποία απόβηκε εις βάρος του αιτητή. Από την πλευρά τους οι καθ’ ων η αίτηση, υιοθετώντας ομοίως το περιεχόμενο της γραπτής τους αγόρευσης, ανέφεραν ότι στα πλαίσια της επίδικης αίτησης έγινε πλήρης εξέταση των ισχυρισμών του αιτητή, στη βάση μάλιστα και με πλήρη εφαρμογή, ως είπαν, του μοντέλου DSSH, ως μπορεί να διαπιστωθεί από τα ερ.59-64, στα οποία παρέπεμψαν.

Δεδομένου ότι οι άπαντες οι ισχυρισμοί συμπλέκονται και με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.204, αναφέρονται, τα εξής:

«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες.

Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ’ αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)], βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα και εξηγείται, με πρακτικά παραδείγματα, στον δεύτερο τόμο του εγχειριδίου με τίτλο Credibility assessment training manual της Ουγγρικής Επιτροπής του Ελσίνκι.

[…]

Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα.»

Σημειώνω βεβαίως κατ’ αρχή ότι στα πλαίσια της εξέτασης ισχυρισμών που αφορούν σεξουαλικό προσανατολισμό δεν χωρούν τυποποιημένες προσεγγίσεις και η αξιολόγηση αξιοπιστίας δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικά πρότυπα (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-148/13-C-150/13, A. B. C., ημ.02/12/14). Περαιτέρω δεν πρέπει να ζητείται από τον αιτητή να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για σεξουαλικές εμπειρίες ή να προσφέρει σχετικά στοιχεία ή άλλης μορφής μαρτυρία. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί επίσης ότι το μοντέλο DSSH, του οποίου έγινε χρήση κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης, είναι αντικείμενο προβληματισμού[1], ως βασιζόμενο επί στερεοτυπικών αντιλήψεων, και γι’ αυτό θεωρώ ότι η χρήση του θα πρέπει να γίνεται πάντοτε με ιδιαίτερη προσοχή.

Στην απόφαση Α. Β. C. του ΔΕΕ (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής κατατοπιστικά στις σκέψεις 61-65, επί του ζητήματος αξιολόγησης αξιοπιστίας στα πλαίσια υποθέσεων ως η παρούσα.

 «61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.

62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.

63. Επομένως, η αδυναμία ενός αιτούντος άσυλο να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή λόγο για να συναχθεί η αναξιοπιστία του αιτούντος, στο μέτρο που η προσέγγιση αυτή είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 καθώς και του άρθρου 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85.

64. Δεύτερον, μολονότι οι εθνικές αρχές βασίμως προβαίνουν, κατά περίπτωση, σε υποβολή ερωτήσεων προκειμένου να εκτιμήσουν τα γεγονότα και τις περιστάσεις σχετικά με τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό των αιτούντων άσυλο, εντούτοις οι ερωτήσεις που αφορούν τις λεπτομέρειες των σεξουαλικών πρακτικών του οικείου αιτούντος άσυλο προσβάλλουν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει ο Χάρτης και, ειδικότερα, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που προβλέπει το άρθρο του 7.

65. Όσον αφορά, τρίτον, τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να κρίνουν παραδεκτή, όπως πρότειναν ορισμένοι αναιρεσείοντες των κύριων δικών, την τέλεση ομοφυλοφιλικών πράξεων, την ενδεχόμενη υποβολή τους σε «τεστ» προκειμένου να αποδείξουν την ομοφυλοφιλία τους ή ακόμη την οικειοθελή εκ μέρους τους προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων όπως είναι οι βιντεοσκοπημένες λήψεις των ερωτικών τους συνευρέσεων, υπογραμμίζεται ότι, πλην του ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν έχουν κατ’ ανάγκη αποδεικτική αξία, ενδέχεται περαιτέρω να συνεπάγονται και προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο σεβασμός της οποίας κατοχυρώνεται από το άρθρο 1 του Χάρτη. »

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών θα συμφωνήσω εδώ με όλα τα ευρήματα και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ισχυρισμού του αιτητή, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω.

Εν προκειμένω το αφήγημα του αιτητή παρουσιάζει καταφανή κενά, ελλείψεις σε εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και αοριστίες, ως και οι καθ’ ων η αίτηση έχουν εντοπίσει, οι οποίες πλήττουν μοιραία και αναπόφευκτα την εσωτερική συνοχή όλων ανεξαιρέτως των δηλώσεων του αναφορικά τόσο με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό όσο και τα όσα αναφέρει για τις εμπειρίες του στην πορεία του, τον τρόπο και χρόνο κατά τον οποίο αυτός συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τη σχέση του με τον σύντροφο του (που ήταν και η μόνη, ως ανέφερε, που είχε στη χώρα καταγωγής), τα όσα έζησε στα πλαίσια της σχέσης του, την κατ’ ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε αυτός και ο σύντροφος του, το πως τελείωσε η σχέση, την αντίδραση της οικογένειας του αιτητή όταν έμαθαν για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και δεν ήταν σε θέση να παραθέσει σαφές χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου έλαβαν χώρα τα όσα εξιστόρησε.

Στην παρούσα, κατά την εξέταση της αξιοπιστίας, έγινε χρήση των άνω κατευθυντήριων γραμμών από τους καθ’ ων η αίτηση και συμφωνώ με όλα τα συμπεράσματα τους, όπως καταγράφονται στην σχετική έκθεση που ετοίμασαν, ως και ανωτέρω καταγράφονται στα πλαίσια της παρούσης. Δεν μπορεί να αγνοηθεί δε ότι όλες οι απαντήσεις του αιτητή ήταν στερούμενες εύλογα αναμενόμενων λεπτομέρειών, χωρίς αναφορά σε κάποιο ιδιαίτερο γεγονός/εμπειρία, που εντυπώθηκε στη μνήμη του, έστω φωτογραφικά, από τα βιώματα του είτε από την αντίδραση της οικογένειας του, στοιχεία τα οποία και θα ήταν απολύτως ευλόγως αναμενόμενο να είναι σε θέση να περιγράψει ο αιτητής στις πολλές επ’ αυτού ερωτήσεις που τέθηκαν και θα έδιναν την αναμενόμενη βιωματική διάσταση στο αφήγημα.

Σχετικά με την εξωτερική συνοχή των ισχυρισμών του αιτητή τα όσα οι καθ’ ων η αίτηση έχουν εντοπίσει και καταγράφουν στην επίδικη έκθεση (ερ.59-60) [2] δεικνύουν ότι άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας αντιμετωπίζουν στην Ακτή Ελεφαντοστού διακρίσεις, ανεπαρκή προστασία και καταγράφονται παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις Αρχές όσο και το κοινωνικό σύνολο.

Όμως αυτό από μόνο του, ενόψει εδώ της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του δεν αρκεί για να υπερκερασθούν οι πολλές και καίριες ελλείψεις που έχουν εντοπιστεί στο αφήγημα του αιτητή και ούτε βεβαίως μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή κατά τα τ’ άλλα ελλιπών ισχυρισμών, οι οποίοι περιέχουν κενά, αντιφάσεις και ασάφειες, ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρονται. Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η κατάληξη μου ότι τα κενά παραμένουν και συνεπώς η αποδοχή των ισχυρισμών αυτών θα ήταν ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», στη σελ.97, αναφέρεται ότι «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.» Στη δε σελ.131 του ιδίου εγχειριδίου τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.»

Εν προκειμένω λοιπόν, στη βάση των ως άνω, είναι κατάληξη μου ότι τα όσα αναφέρει ο αιτητής, συνιστούν επινοήματα του ιδίου, προκειμένου να στηρίξει (εδώ ανεπιτυχώς) την επίδικη αίτηση. Σημειώνω εδώ ότι, δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου, δεν έχω εντοπίσει κάποια πλημμέλεια στην εφαρμογή του πρότυπου DSSH, ως η συνήγορος του αιτητή διατείνεται.

Ενόψει των όσων πιο πάνω αναφέρω, απομένει αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Abidjan).

Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED, το τελευταίο έτος (τελευταία ανανέωση 01/05/26), στην Abidjan, σημειώθηκαν 10 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία, εκρήξεις, εξεγέρσεις, μάχες και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 4 θανάτους.[3] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Abidjan ανέρχεται περί τα 6.3 εκατομμύρια κατοίκων.[4]

Εκ των ως άνω δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί και δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις – δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του, ως ανωτέρω εξηγείται - που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για γι’ αυτόν στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [5] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι οι όποιες προκλήσεις ενδεχομένως αντιμετωπίσει ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής δεν αναμένεται να υπερβούν το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο αυτός είναι ηλικίας 30 ετών σήμερα, υγιής, έχει επαρκές μορφωτικό επίπεδο και διαθέτει εργασιακή εμπειρία. Δεν παραγνωρίζω ότι η οικογένεια του (μητέρα, 2 αδελφές, 2 αδελφοί) διαμένουν σε άλλο μέρος (Yamoussoukro), όμως το προφίλ του αιτητή (δεδομένου και του ότι στον τόπο διαμονής του διαμένει ο θείος του) είναι τέτοιο ώστε ευλόγως να αναμένεται ότι θα είναι σε θέση να εγκατασταθεί και να βιοποριστεί ώστε να εξασφαλίζει - κατ’ ελάχιστο – τα αναγκαία χρειώδη. Σημειώνω δε εδώ ότι, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός του αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού απορρίφθηκε, δεν θεωρώ ότι θα είναι δύσκολο για τον αιτητή να επικοινωνήσει με την οικογένεια του (άλλωστε επικοινωνεί με την μητέρα του) και να λάβει την, έστω προσωρινή ή και εκ του μακρόθεν, στήριξη τους κατά την επιστροφή του στη χώρα ή ακόμα και να διαμείνει μαζί μ’ αυτούς.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εν προκειμένω βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να δεικνύεται, δεδομένων και των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής θα είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ κατοχυρωμένη αρχή της μη επαναπροώθησης (βλ. και M.S.S. v Belgium and Greece, app. No.30696/09, ΕΔΑΔ, ημ.21/01/11, παρ.263).

Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Βλ. Zisakou S (2021) Credibility Assessment in Asylum Claims Based on Sexual Orientation by the Greek Asylum Service: A Deep-Rooted Culture of Disbelief. https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fhumd.2021.693308/full

[2] HRW - Côte d’Ivoire Events of 2019 -  https://www.hrw.org/world-report/2020/country-chapters/cote-divoire, Inclusive Governance Initiative - Côte d’Ivoire - Baseline Report - https://www.undp.org/sites/g/files/zskgke326/files/2022-07/igi-cote-d-ivoire-baseline-report.pdf

[3]  Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Ivory Coast, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στοhttps://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης στις 11/05/2026)

[4] City Population, Ivory Coast, Abidjan, διαθέσιμο στοhttps://citypopulation.de/en/ivorycoast/admin/abidjan/0111__abidjan/ (11/05/2026)

[5] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο