U.Y.M. προσωπικά και ως κηδεμόνας τoυ ανήλικου J.Y.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1591/2024, 30/6/2026
print
Τίτλος:
U.Y.M. προσωπικά και ως κηδεμόνας τoυ ανήλικου J.Y.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1591/2024, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

 

  Υπόθεση αρ. 1591/2024

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

 U.Y.M. προσωπικά και ως κηδεμόνας τoυ ανήλικου J.Y.M.

Αιτητές

Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

 

Ρ. Μάρκου (κα) για Κλεοπάτρα Ε. Νικολάου (κα), Δικηγόρος για Αιτητές

 

Ι. Χαραλάμπους (κα) ), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ.ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή τους οι Αιτητές, αιτούνται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 27/01/2024 η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 10/04/2024 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή τους για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης, αντισυνταγματικής και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (εφεξής «Δ.Φ.») που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, η αιτήτρια είναι ενήλικας υπήκοος του Καμερούν και στις 20/10/2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (στο εξής «η αιτήτρια»). Η Αιτήτρια είναι η μητέρα ενός ανήλικου τέκνου (υιού)- αιτητή, ως συμπεριλαμβάνεται ανωτέρω στην προσφυγή, γεννηθείς στις 22/09/2023 στη Κυπριακή Δημοκρατία ο οποίος συμπεριελήφθη στο φάκελο της Αιτήτριας σχετικά με το αίτημά της για παροχή διεθνούς προστασίας (στο εξής «ο αιτητής»). Στις 11/01/2024 διεξήχθη συνέντευξη στην αιτήτρια από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 21/01/2024, ο λειτουργός ετοίμασε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στις 27/01/2024, αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της αιτήτριας.

Στις 09/04/2024 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου της. Η επιστολή και η αιτιολόγηση της απόφασης, παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια στις 10/04/2024, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.

Στη συνέχεια, οι αιτητές καταχώρισαν την υπό εξέταση προσφυγή.

Η συνήγορος των αιτητών στα πλαίσια της προσφυγής και της γραπτής τους αγόρευσης, προώθησαν διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, τους οποίους εν τέλει εγκατέλειψαν κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και διατήρησαν μόνο τους λόγους ακύρωσης που αφορούν την μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και την μη επαρκή αιτιολογία. Ενόψει των δηλώσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου των αιτητών, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από τους λόγους ακύρωσης που αφορούν τη μη δέουσα έρευνα και έλλειψη αιτιολογίας των Καθ' ων η αίτηση αποσύρονται και απορρίπτονται.

 

Δια της γραπτής τους αγόρευσης, οι Καθ' ων η αίτηση υποβάλλουν ότι η  προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, είναι αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου, και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.

Θα προχωρήσω να εξετάσω τον λόγο ακύρωσης που διατήρησε η συνήγορος των αιτητών, ήτοι τον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση.

Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλει ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).

Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

Η αιτήτρια κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία δήλωσε ότι έφυγε εξαιτίας της πολιτικής και οικονομικής κρίσης που επικρατεί. Ειδικότερα, ανέφερε πως ως γυναίκα υπέστη σωματική και συναισθηματική κακοποίηση από τους αποσχιστές. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό καταγωγής της για την ασφάλειας της ζωή της, γεγονός που έκανε τη ζωή της δύσκολη καθώς και τις σπουδές της. Πρόσθεσε πως προσέφερε υπηρεσίες σε οργανισμό για παιδία με αναπηρία, τους επιτέθηκαν και αποφάσισε να διαφύγει (βλ. ερ. 1 του Δ.Φ.).

Στο πλαίσιο της προσωπικής της συνέντευξης, ζητηθείσα να προσδιορίσει τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, η αιτήτρια δήλωσε ότι από το έτος 2014 διέμενε στη πόλη Buea, στο χωριό Bonduma (βλ. ερ. 35, 33 του Δ.Φ.). Ως προς την πατρική της οικογένεια, ο πατέρας της απεβίωσε και η μητέρα της ήταν η 5η σύζυγος του πατέρα της (βλ.ερ. 34του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια προσκόμισε πιστοποιητικό γέννησης του υιού της, ο πατέρας του τέκνου της είναι ομοεθνής της και διατηρούσαν σχέση από το 2017 στην χώρα καταγωγής τους και σήμερα διαμένουν μαζί στη Πάφο (βλ.ερ. 35, 34 του Δ.Φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, είναι απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (βλ.ερ. 35 του Δ.Φ.). Ως προς το εργασιακό της υπόβαθρο, η αιτήτρια δήλωσε πως δίδασκε σε μια ΜΚΟ και φρόντιζε άτομα με αναπηρία, την περίοδο 2017 έως 2019 (βλ.ερ. 33, του Δ.Φ).

Στο πλαίσιο της προφορικής της συνέντευξης και ως προς τους λόγους για τους οποίους φέρεται να εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια αναφέρθηκε στο φόβο που ένοιωθε λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης, δεν υπήρχε ελευθερία να επιστρέψουν στο χωριό. Ανέφερε πως οι τρομοκράτες τους σταματούσαν στα αυτοκίνητα, στους θάμνους και ζητούσαν χρήματα προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις επιθέσεις τους και σε  περίπτωση που δεν είχαν χρήματα, τους έπαιρναν στους θάμνους, προέβαιναν σε βιασμούς, έκοβαν χέρια (βλ.ερ.30 του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα εάν της συνέβη οτιδήποτε προσωπικά, ανέφερε πως όταν σκοτώθηκε ένα από τα αδέλφια της στη Buea κατά τη μεταφορά του σώματος του στο χωριό, ένοπλοι τους επιτέθηκαν και υπήρξε αντιπαράθεση (βλ.ερ. 30 του Δ.Φ). Η Αιτήτρια δήλωσε πως το συμβάν συνέβη περί τον Σεπτέμβριο του 2020, σκοτώθηκε ένα άτομο του στρατό, δεν της συνέβη οτιδήποτε, αλλά φοβόταν (βλ.ερ.30, 29 του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα εάν της συνέβη οτιδήποτε κατά την παραμονή στη χώρα της αναφορικά με την ασφάλεια της, απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε πως για περίοδο 6 ετών διέμενε στη χωριό Bonduma, όπου δεν της συνέβη οτιδήποτε (βλ.ερ. 29 του Δ.Φ). Κατά την διαμονή της στο χωριό Bonduma ισχυρίστηκε πως περί τον Οκτώβριο του 2020, υπήρξε διαμάχη μεταξύ των Ambazonians και του στρατού, χωρίς να συμβεί όμως οτιδήποτε στην ίδια από το εν λόγω περιστατικό (βλ.ερ.28 του Δ.Φ.). Ερωτηθείσα ποιες θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια δήλωσε πως εάν η κατάσταση βελτιωθεί, θα επιστρέψει, και ενδεχομένως θα εξεύρει και εργασία (βλ. ερ. 28 του Δ.Φ.).

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις της αιτήτριας, κατά το στάδιο της συνέντευξης της, σχημάτισε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Έναν αναφορικά με τη ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ της αιτήτριας και έναν δεύτερο που αφορούσε την γενική κατάσταση και φόβου από τα τρομοκρατικά χτυπήματα που συμβαίνουν στο Καμερούν από τους τρομοκράτες.  

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως σαφείς, συνάδουσες με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, συνεπώς αξιολογήθηκε πως στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού και ως εκ τούτου ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό.

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά το γεγονός ότι η Αιτήτρια εγκατάλειψε το Καμερούν λόγω του φόβου και της γενικής κατάστασης που επικρατεί στο Καμερούν από τους τρομοκράτες, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός.  Υπό το σκέλος της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός, κατέγραψε ότι η αιτήτρια αναφέρθηκε στην γενική κατάσταση ασφαλείας στην χώρα της ενώ αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό όπου μετέφεραν το νεκρό σώμα του αδελφού της από την Buea στο χωριό της και εκείνη την ημέρα υπήρξε διαμάχη μεταξύ στρατού και των ένοπλων (Amba),  όπου το εν λόγω περιστατικό την φόβισε χωρίς όμως να συμβεί οτιδήποτε στην ίδια προσωπικά. Επιπλέον, η Αιτήτρια δήλωσε πως δεν της συνέβη οτιδήποτε που να αποτέλεσε κίνδυνο για τη σωματική της ακεραιότητα από τους τρομοκράτες, κατά τη παραμονή της στη χώρα καταγωγής της, ούτε κατά την παραμονή της στο χωριό Bonduma. Ενόψει τούτου, ο ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο της δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και το άρθρο 10 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της αιτήτριας, καθότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 15(α) και (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου). Προχωρώντας στην εξέταση των προϋποθέσεων του εδάφιου (γ) του άρθρου 15 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου), ο λειτουργός προέβη σε έρευνα αναφορικά με την κατάστασης ασφαλείας στην βορειοδυτική περιφέρεια, τον τόπο καταγωγής και διαμονής της Αιτήτριας. Στην βάση των ανωτέρω, κατέληξε πως η Αιτήτρια δεν θα εκτεθεί και υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας της και μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή και δεν δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν προβεί σε ορθή έρευνα όσον αφορά τον τόπο τελευταίας διαμονής της αιτήτριας, όσον αφορά την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της και συνακόλουθα δεν έχουν προβεί σε ορθή αξιολόγηση του δεύτερου σχηματισθέντα ανωτέρω ισχυρισμού και ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας κρίνεται βάσιμος μόνο ως προς αυτό το κομμάτι, έρευνα στην οποία, ενόψει της δικαιοδοσίας του, θα προβεί το παρόν Δικαστήριο.

Κρίνω σκόπιμο σε αυτό το σημείο να αναφέρω επίσης ότι, η κατάληξή μου αυτή δεν καθορίζει την τύχη της υπό κρίση προσφυγής, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν. Επομένως, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.

Κατ΄αρχάς, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό περί του τόπου καταγωγής και τελευταίου τόπου διαμονής της αιτήτριας, αρχικά συντάσσομαι αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, τη χώρα καταγωγής, ωστόσο διαφωνώ ότι το χωριό Babungo αποτελεί τον τελευταίο τόπο διαμονής της. Ως ρητά δήλωσε η Αιτήτρια σε αρκετά σημεία της συνέντευξης της, από το έτος 2014 διέμενε στη πόλη Buea (βλ.ερ. 35  του Δ.Φ.) και όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές της διάμενε στο χωριό Bonduma έως την αναχώρηση της από τη χώρα καταγωγής της (βλ.ερ. 33, 25 του Δ.Φ.). Επιπλέον, δήλωσε το χωριό Bonduma έως το χωρίο Babungo απέχει 6 ώρες και πως επισκεπτόταν την μητέρα της στο χωριό Babungo μια φορά τον χρόνο λόγω της κρίσης (βλ.ερ. 27, 28 του Δ.Φ.).

Επομένως, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό καταλήγω ότι τόπος καταγωγής της αιτήτριας ήταν το χωριό Babungo όπως και στην βάση των λεγόμενων της αιτήτριας, διαπιστώνω ότι ο τελευταίος τόπος προηγούμενης διαμονής της υπήρξε το χωριό Bonduma, στην πόλη Buea καθότι η ίδια δήλωσε ότι διέμενε εκεί από το 2014, μέχρι και που εγκατέλειψε την χώρα της. 

Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις της Αιτήτριας, ως αυτές προβλήθηκαν καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της, ήτοι κατά την υποβολή του αιτήματος της  (βλ.ερ. 1 του Δ.Φ) και της συνέντευξης της (βλ.ερ. 30 του Δ.Φ.), διαφοροποιεί τον ισχυρισμό ως ακολούθως: η Αιτήτρια εγκατάλειψε το Καμερούν λόγω της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, κρίνω πως η Αιτήτρια υπήρξε σαφής και συνεκτική κατά την περιγραφή της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στο χωριό της, ήτοι τις επιθέσεις από ένοπλους, μετεγκατάσταση σε θαμνώδη περιοχή, απειλές, απουσία ελευθερίας μετακίνησης, καταβολή λύτρων. Ως ανάφερε, τα εν λόγω γεγονότα, της προκαλούσαν φόβο και ανασφάλεια, χωρίς όμως παρόλα αυτά να έχει συμβεί το οτιδήποτε στην ΄ίδια προσωπικά. Ως εκ τούτου, εσφαλμένα οι καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε απόρριψη της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού της Αιτήτριας.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν την, κατά τον ουσιώδη χρόνο, γενικότερη κατάσταση ανασφάλειας που επικρατούσε στο Αγγλόφωνο Καμερούν.

 

Σύμφωνα με έκθεση της UN OCHA του 2020, καταγράφεται πως ο άμαχος πληθυσμός λόγω της κλιμάκωσης της βίας μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν κατά τη διάρκεια του 2019 αντιμετωπίζει σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την πλευρά των αντιμαχόμενων πλευρών, όπως «μαζική εκτόπιση του πληθυσμού, επιθέσεις σε περιουσίες, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διάσπαση οικογενειών, απώλεια εγγράφων πολιτικής κατάστασης, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, απαγορεύσεις στην πρόσβαση στην εκπαίδευση που οδηγούν σε αυξημένους κινδύνους για τα παιδιά, έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν πληγεί σοβαρά από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, περιστατικά σεξουαλικής και έμφυλης βίας κ.λπ.).».[1]

 

Σύμφωνα με έκθεση της Amnesty International, η σύγκρουση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν έχει οδηγήσει τον άμαχο πληθυσμό να βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις, τις ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες και πολιτοφυλακές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές προβαίνουν σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται απαγωγές, εκφοβισμοί, απειλές, δολοφονίες και επιθέσεις εναντίον προσώπων που θεωρούνται ότι συνεργάζονται με τις κρατικές αρχές ή αντιτίθενται στους αυτονομιστικούς σκοπούς. Οι πρακτικές αυτές, σε συνδυασμό με τη βία και τις αυθαιρεσίες και άλλων εμπλεκόμενων δρώντων, έχουν επιδεινώσει την ανασφάλεια και έχουν περιορίσει σοβαρά την καθημερινή ζωή των πολιτών στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. [2] Αναφορικά με τα άτομα τα οποία γίνονται αντιληπτοί από την κυβέρνηση ως υποστηρικτές των αυτονομιστών, διαφαίνεται ότι στοχοποιούνται με συλλήψεις, κράτηση, εξωδικαστικές εκτελέσεις από τις αρχές/δυνάμεις ασφαλείας της χώρας.[3] 

 

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο πιο πάνω υπό εξέταση ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός καθότι τεκμηριώθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική του αξιοπιστία.

 

Εξετάζοντας τον μελλοντοστραφή κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της, θεωρώ ότι παρά την πλήρωση της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας των πιο πάνω ισχυρισμών, εντούτοις δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να εκτεθεί, λόγω αυτών, σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της.

 

Πρόσθετα, δεν εμφαίνεται ότι μετά την πάροδο τόσο χρόνων, ενδέχεται η αιτήτρια να στοχοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε εξωτερική πηγή πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της, όπου να δεικνύει ότι με την επιστροφή οποιουδήποτε αιτητή, χωρίς συγκεκριμένο προφίλ, θα στοχοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Αντιθέτως, η αιτήτρια αναφέρθηκε σε μεμονωμένα περιστατικά, όπου ουδεμία ανάμειξη και βιωματικό στοιχείο είχε η ίδια.

 

Επομένως, ως προκύπτει δεν εμφαίνεται ότι η αιτήτρια είχε οποιαδήποτε προσωπική στοχοποίηση από τους Ambazonians, πάρα μόνο αναφέρθηκε στην γενικότερη κατάσταση ανασφάλειας στην χώρα της λόγω της Αγγλόφωνης κρίσης. Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι θα στοχοποιηθεί η ίδια προσωπικά στο μέλλον λόγω αυτού.

 

Σημειώνεται επίσης ότι η αιτήτρια προβάλλει πως θα επιστρέψει στην χώρα της σε περίπτωση που βελτιωθεί η κατάσταση και ενδεχομένως να καταφέρει να εξεύρει και εργασία.  

 

Υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση των αιτητών ως πρόσφυγες, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, η αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε κατά τρόπο κανένα απολύτως ισχυρισμό ο οποίος στοιχειοθετεί βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης, που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό της, έτσι όπως η έννοια του πρόσφυγα ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο, καθότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Συνακόλουθα, οι αιτητές δεν τεκμηρίωσαν κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψουν στη χώρα ιθαγένειάς τους, θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη, για να τους δοθεί συμπληρωματική προστασία για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν επικαλέστηκαν πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής της αιτήτριας, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.

Πρόσθετα, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, οι αιτητές θα αντιμετωπίσουν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, θα πρέπει το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν στην περιοχή καταγωγής και μόνιμης διαμονής της αιτήτριας υφίσταται 1) ένοπλη σύρραξη και εάν και εφόσον υφίσταται τότε 2) να διαπιστώσει κατά πόσο στην εν λόγω περιοχή υπάρχει αδιάκριτη άσκηση βίας σε βαθμό τόσο υψηλό ώστε η αιτήτρια να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως άμαχος πολίτης. Παράλληλα το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τυχόν ειδικό κίνδυνο που διατρέχει η αιτήτρια από την ατομική της κατάσταση και τυχόν προσωπικές περιστάσεις σε συνδυασμό με τις συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας (σε μικρότερο βαθμό), σύμφωνα με την αναπροσαρμοσμένη κλίμακα που καθορίστηκε στην απόφαση Elgafaji[4] του ΔΕΕ. Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του ΕΑΣΟ - Δικαστική Ανάλυση, σχετικά με την ανάλυση του άρθρου 15 (γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ «Βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, σύμφωνα με την οποία: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakite, σκέψη 31). Το αντίστροφο ισχύει επίσης: κατ' εξαίρεση, ο βαθμός βίας μπορεί να είναι τόσο υψηλός ώστε ένας άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στο έδαφος της επηρεαζόμενης χώρας ή περιοχής (σκέψη 43). Το ΔΕΕ έκρινε ότι η ερμηνεία αυτή δεν αντέβαινε στην [τότε] αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας, καθώς το γράμμα αυτής προβλέπει το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης (59).»[5]

Επομένως, εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 19(2)(γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αξίζει να αναφερθούν τα κατωτέρω:

 

Ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις των δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[6] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές.[7]

 

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Amnesty International που κάλυπτε τα γεγονότα του 2025, οι αυτονομιστές ανέλαβαν την ευθύνη για αρκετές επιθέσεις στις αγγλόφωνες περιοχές της Βορειοδυτικής και Νοτιοδυτικής περιφέρειας. Ο ΟΗΕ ανέφερε ότι ο πληθυσμός συνέχιζε να υφίσταται στοχευμένες δολοφονίες, συχνές ομηρίες, επιβολή παράνομων φόρων, οδοφράγματα, εκβιασμούς, περιορισμούς στην κυκλοφορία και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών, μεταξύ άλλων σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών. Οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων συνεχίστηκαν στις αγγλόφωνες περιοχές και σε συνδυασμό με τις συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων στη βορειοδυτική περιοχή, οδήγησαν σε εσωτερική εκτόπιση σχεδόν 1 εκατομμυρίου ανθρώπων.[8] 

 

Τον Απρίλιο του 2026, ο οργανισμός UN OCHA δήλωσε, για την περίοδο μεταξύ 1 Ιανουαρίου έως 31 Μαρτίου 2026, ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, η ανθρωπιστική κατάσταση παρέμεινε σοβαρή, λόγω των ένοπλων συγκρούσεων, της ανασφάλειας και της επιδείνωσης των συνθηκών προστασίας των αμάχων. Οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSF) και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAG) συνεχίστηκαν στο μεγαλύτερο μέρος των διοικητικών περιφερειών, με τους αμάχους να εκτίθενται τακτικά σε βία, εκφοβισμό, μέτρα εξαναγκασμού, ενώ οι εκτοπισμοί συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του τριμήνου. Οι περιπτώσεις εγκαταλελειμμένων πόλεων και εκβιασμών, επηρέασε τις γεωργικές δραστηριότητες, την επισιτιστική ασφάλεια, την πρόσβαση στις αγορές και το διασυνοριακό εμπόριο, ενώ έγιναν αναφορές για δολοφονίες, απαγωγές για λύτρα, σεξουαλική βία, αναγκαστική φορολογία και εκφοβισμό που έπληξαν γυναίκες, παιδιά, εμπόρους, εκπαιδευτικούς και παραδοσιακούς ηγέτες. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στις υπηρεσίες υγείας συνέχισε να διαταράσσεται λόγω απειλών, απαγωγών και της παρουσίας ένοπλων δυνάμεων. Οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες επέβαλαν τοπικές πόλεις-φαντάσματα,  ad hoc απαγορεύσεις κυκλοφορίας και  «φόρους απελευθέρωσης».[9]

 

Επομένως στην βάση των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη στο Καμερούν, η πρώτη και αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Παράλληλα όμως θα πρέπει να υφίσταται και αδιάκριτη βία σε τέτοιο υψηλό βαθμό - όρος που σημαίνει ότι μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτων των προσωπικών τους περιστάσεων, ως ένας γενικότερος κίνδυνος βλάβης κατά αμάχου - που η απλή παρουσία αμάχου στην περιοχή θα συνιστά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί ουσιώδη βλάβη. Στη σκέψη 30 της απόφασης Diakité, το ΔΕΕ επισήμανε τα εξής: «Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43)»[10].

 

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο ανάφερε το εξής: «Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ', της οδηγίας».[11]

 

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσφατες (έγκυρες) πηγές πληροφόρησης για τη χώρα της αιτήτριας, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν όσον αφορά την κρίση στις Αγγλόφωνες περιοχές και συγκεκριμένα στη νοτιοδυτική Περιφέρεια (South-West Region) του Καμερούν, όπου ανήκει γεωγραφικά και το χωριό Bonduma όπου ζούσε η αιτήτρια, το οποίο θεωρείται το μέρος τελευταίας διαμονής της, για να διαπιστωθεί κατά πόσον υφίσταται σε τέτοιο υψηλό βαθμό αδιάκριτη βία. Από την εν λόγω έρευνα, καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στη νοτιοδυτική περιοχή (South-West Region) του Καμερούν, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20/05/2026), καταγράφηκαν 1174 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 765 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[12]

Σημειώνεται πως ο εκτιμώμενος πληθυσμός για τη νοτιοδυτική περιφέρεια (South-West Region) του Καμερούν σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2025 ανέρχεται σε 2.098.500 κατοίκους[13], καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων από περιστατικά ασφαλείας (765 θάνατοι) στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της ευρύτερης περιφέρειας, έτσι ώστε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, η Αιτήτρια θα κινδυνέψει ως άμαχος πολίτης αποκλειστικά λόγω της φυσικής της παρουσίας στην εν λόγω περιοχή.

Λαμβάνοντας άλλωστε υπόψη την απουσία προσωπικών επιβαρυντικών περιστάσεων στο προφίλ της αιτήτριας, εφαρμόζοντας την «αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δ.Ε.Ε., το Δικαστήριο καταληκτικά κρίνει ότι δε συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται σε περίπτωση επιστροφής της στην χωριό Bonduma της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, η αιτήτρια θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης στα πλαίσια της υφιστάμενης εσωτερικής σύγκρουσης αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί, κατά την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας.

Ως εκ των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι ένοπλες συγκρούσεις στο Καμερούν δεν έχουν φτάσει σε σημείο που να στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες μόνο και μόνο λόγω της παρουσίας τους στην Αγγλόφωνη περιοχή και συγκεκριμένα στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια της χώρας. Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ της αιτήτριας, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η φύση και η έκταση της κρίσης σε συνδυασμό με το προφίλ της αιτήτριας δεν συνιστούν ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή της, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επιπρόσθετα, η πιο πάνω αναφορά περί του ότι στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να θιγεί προσωπικά άμαχος κατά την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας επιβεβαιώνεται και από άλλες αξιόπιστες πηγές.

Κατ' αρχήν, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (International Organization for Migration- IOM) έχουν θέσει σε εφαρμογή ένα κοινό πρόγραμμα το οποίο διευκολύνει την εθελούσια επιστροφή πολιτών του Καμερούν στη χώρα καταγωγής τους, καθώς επίσης παρέχει υποστήριξη στους επιστραφέντες με στόχο την ομαλή επανένταξή τους στη ζωή τους στο Καμερούν.[14] Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει δημοσιεύσει ο IOM από τον Ιούνιο του 2017 έως το 2021 έλαβαν βοήθεια κατά την εθελούσια επιστροφή τους και τη διαδικασία επανένταξής τους 5.450 Καμερουνέζοι πολίτες.[15]

Βάσει των ανωτέρω πληροφορίων περί εμπλοκής του ΙΟΜ στην διαδικασία εθελούσιας επιστροφής και του μεγάλου αριθμού των Καμερουνέζων που έχουν ωφεληθεί από το πρόγραμμα, προκύπτει ότι σε ένα γενικό πλαίσιο η επιστροφή στο Καμερούν δεν είναι αδύνατη και αφ' εαυτής επικίνδυνη για ένα άμαχο πολίτη να επιστρέψει στην χώρα.

Περαιτέρω, η Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται, βάσει και της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, ως παρατέθηκε ανωτέρω, ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakite του ΔΕΕ, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι η αιτήτρια συνιστά ενήλικα, υγιή, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Συμπερασματικά, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια.

Τέλος, ως προς ανήλικο τέκνο της αιτήτριας ήτοι ο αιτητής, ως έχει συμπεριληφθεί στην παρούσα προσφυγή, στα πλαίσια αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου και με βάση όλα τα γεγονότα που είχα ενώπιον μου όπως και των ισχυρισμών της αιτήτριας, καταλήγω και παρατηρώ ότι ως προκύπτει από το πιστοποιητικό γέννησης, το ανήλικο βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία. Από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, οι γονείς είναι ομοεθνείς και διατηρούν σχέση από το έτος 2017 (βλ.ερ. 35, 34 του Δ.Φ.). Φρονώ ότι λόγω της ηλικίας του ανήλικου, η προσαρμογή στο περιβάλλον της χώρας καταγωγής της αιτήτριας και ειδικότερα των γονέων του σε περίπτωση επιστροφής τους, θα είναι ομαλή και δεν θα έχει αρνητική επίδραση στην ευημερία του παιδιού. Λόγω της ηλικίας του, το παιδί δεν έχει δημιουργήσει οποιουσδήποτε δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία, οπότε δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες όσον αφορά τη γλωσσική επικοινωνία, την σχολική ένταξη, την κοινωνική και προσωπική ανάπτυξη, και την πολιτισμική προσαρμογή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας και συνακόλουθα στην χώρα καταγωγής των γονέων του.

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι η περίπτωση των αιτητών δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ως ορίζονται στα άρθρα 3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, οι αιτητές δεν επικαλέστηκε κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται, και ούτε προκύπτει (ως αναλύθηκε ανωτέρω), ότι, εάν επιστρέψουν στη χώρα ιθαγένειάς τους, θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη, ώστε να τους δοθεί συμπληρωματική προστασία.

Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να τους παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς, αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Θα προχωρήσω με την εξέταση του ισχυρισμού περί ελλιπούς και/ή ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν διαπιστώνω παραβίαση του άρθρου 26 του Ν. 158 (ι)/1999. Εν αντιθέσει, στην βάση των σχετικών με τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος  διεθνούς προστασίας διατάξεων, παρατηρώ ότι στην σχετική Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού όσο και στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση αναφέρονται επαρκώς οι λόγοι, νομικοί και πραγματικοί, για τους οποίους απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση ασύλου. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση των αιτητών.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών.

 

                                                                                    Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), σελ. 41-42, June 2020, διαθέσιμο σε:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf[Ημερομηνία Πρόσβασης: 02/06/2026]

[2] Amnesty International, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023

https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/6838/2023/en/[Ημερομηνία Πρόσβασης: 02/06/2026]

[3] HRW - Human Rights Watch (Author): World Report 2024 - Cameroon, 11 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/cameroon [Ημερομηνία Πρόσβασης: 02/06/2026]

[4] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009

https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62007CJ0465&from=EN

[5]  EASO, (EUAA, European Union Agency for Asylum), Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ), Δικαστική Ανάλυση (2014), σ. 28

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf 

[6] The Conversation, Cameroon's conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697[Ημερομηνία πρόσβασης 02/06/2026]

[7]Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/[Ημερομηνία πρόσβασης 02/06/2026]

[8] Amnesty International, The State of the World's Human Rights – Cameroon 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/06/2026]

[9] UN OCHA, CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.85, January to March 2026, σελ. 2, file:///C:/Users/User/Downloads/NWSW%20SITREP%20-%20January%20to%20March%202026%20final.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 02/06/2026]

[10] ΔΕΕ, C-285/12, Aboubacar Diakit? ν. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, ημερομηνίας 30/01/2014

https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=EE88B568A1B6F9256073AA14860957BE?text=&docid=147061&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2520886

[11] ΔΕΕ, C-465/07, Meki Elgafali και Noor Elgafali κατά Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/2/2009

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Sud-Ouest, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 20.05.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία πρόσβασης 02/06/2026]

[13] CityPopulation, Cameroon - Sud-Ouest, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [Ημερομηνία πρόσβασης 02/06/2026]

 

[14] IΟΜ, UN Migration, Cameroon, https://cameroon.iom.int/en/iom-cameroon [Ημερομηνία πρόσβασης 02/06/2026]

[15] ΙΟΜ, 'Migrant Return and Reintegration: Complex, Challenging, Crucial', n.d.

https://storyteller.iom.int/stories/migrant-return-and-reintegration-complex-challenging-crucial[Ημερομηνία πρόσβασης 02/06/2026]

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο