ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1687/23
24 Ιουνίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Κ. Ι.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Μ. Μπαγιαζίδου, Δικηγόροι για Αιτητή
Κος Ν. Κουρσάρης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.08/05/23, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και «[έ]κδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] για διεθνή προστασία προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 20/02/23 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 06/03/23 (ερ.1-3, 46).
Την 15/03/23 και 27/03/23 διεξήχθησαν συνεντεύξεις με τον αιτητή, προς εξέταση του αιτήματός του, όπου του δόθηκε ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.24-46, 53-59). Μετά τις συνεντεύξεις ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 05/04/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.79-90).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 08/05/23 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.91, 3).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι είναι φωτογράφος και μια μέρα, μετά από μια δουλειά, πρόσθεσε φωτογραφίες των πελατών σε συσκευή αποθήκευσης δεδομένων (USB) και έφυγε από το γραφείο. Στο USB υπήρχε επίσης ένα αρχείο με προσωπικές γυμνές φωτογραφίες των πελατών και «εξαφανίστηκε από το γραφείο [του]». Οι πελάτες του αιτητή ανακάλυψαν ότι δημοσιεύτηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γυμνές τους φωτογραφίες και τον κατηγόρησαν ότι αυτός τις δημοσίευσε. Ο πελάτης του, ως ο αιτητής αναφέρει, είχε κυβερνητικό αξίωμα και μετά το περιστατικό ο αιτητής άρχισε να δέχεται απειλές κατά της ζωής του και ένας συνάδελφος του απήχθη και δεν γνωρίζει τι συνέβη, μετά δε απ’ αυτό ο αιτητής εγκαταστάθηκε σε άλλη πόλη και κρυβόταν στο σπίτι φίλου του και έφυγε από τη ΛΔΚ διότι φοβόταν ότι «κάτι κακό θα [του] συμβεί αν [τον] πιάσει» και γι’ αυτό ο αιτητής, ως αναφέρει, είναι «εδώ και [ζητά] άσυλο και διεθνή προστασία».
Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα και πηγαινοερχόταν για δουλειά στο Brazzaville, έχει 3 αδελφές (9, 11 και 13 ετών κατά τη συνέντευξη), οι οποίες διέμεναν με την μητέρα και τον πατριό του (στην Κινσάσα), ο ίδιος μεγάλωσε με τη θεία του και επικοινωνούσε με την μητέρα του, δεν διατηρεί όμως, ως ανάφερε, επικοινωνία μ’ αυτούς από τότε που έφυγε από τη ΛΔΚ. Έχει ολοκληρώσει δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2016, μετά έκανε επαγγελματική εκπαίδευση, την οποία και ολοκλήρωσε το 2018, μετά εργαζόταν ως οδηγός και εκπαιδευόμενος σε εταιρία που παρέχει ηλεκτρισμό και – παράλληλα – ως φωτογράφος. Ερωτώμενος σχετικά ανάφερε το όνομα της επιχείρησης (φωτογραφείο) που διατηρούσε όμως, ως ανέφερε, δεν ήξερε αν αυτή εξακολουθεί να λειτουργεί.
Ερωτηθείς σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε τη ΛΔΚ σχετίζεται με το επάγγελμα του ως φωτογράφου, καθώς, ως εξήγησε, η ειδικότητα ήταν οι φωτογραφίες μόδας και οι γυμνές. Τον Ιανουάριο του 2023, μια γυναίκα, επ’ ονόματι Nadege, την οποία γνώρισε σε μια εκδήλωση τον Δεκέμβριο του 2022, αυτή του ζήτησε να την φωτογραφήσει και το έκανε στις 4 Ιανουαρίου, στο τέλος της φωτογράφησης της παρέδωσε USB κι αυτή τον πλήρωσε. Την ίδια ημέρα η γυναίκα αυτή του ζήτησε ορισμένες φωτογραφίες από την εκδήλωση όπου την γνώρισε και μετά από μια εβδομάδα τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του έδωσε ένα USB, όπου υπήρχαν και άλλες φωτογραφίες και του ζήτησε να εμφανίσει περίπου 100 φωτογραφίες. Την επόμενη ημέρα, ο αιτητής δεν βρήκε το USB στο γραφείο του, ρώτησε τους συναδέλφους του αλλά κανείς δεν γνώριζε που ήταν. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, η γυναίκα του τηλεφώνησε για να μάθει εάν τελείωσε την δουλεία και ο αιτητής της απάντησε θετικά, ενώ ακόμη έψαχνε το USB, ως ανέφερε.
Την επόμενη ημέρα η πελάτιδα τηλεφώνησε στον αιτητή, φωνάζοντας ότι δημοσιεύτηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γυμνές φωτογραφίες της ιδίας με τον εραστή της και ακολούθως αυτή, μαζί με ένστολούς, πήγε στο γραφείο του αιτητή για να τον συλλάβουν, αλλά δεν τον βρήκαν εκεί και έπιασαν μαζί τους ένα συνάδελφο του. Τηλεφώνησαν στον αιτητή να εμφανιστεί στο γραφείο του εισαγγελέα για να αντιμετωπίσει τις καταγγελίες από την πελάτιδα του. Τότε ο αιτητής προσπάθησε να επιλύσει τη διαφορά τηλεφωνικώς μαζί της, επικοινώνησε με την θεία του, η οποία τον προειδοποίησε να μείνει μακριά από το σπίτι και το γραφείο του, τον ενημέρωσε για την ταυτότητα του άνδρα στις φωτογραφίες και ότι οι απειλές προέρχονταν κατ’ ουσία από αυτό τον άνδρα. Στο τέλος της ημέρας, η θεία του τον ενημέρωσε ότι δεν θα αναμειχθεί στο πρόβλημα του, διότι θα καταστραφεί η δουλειά της και ότι καλύτερα ο ίδιος να φύγει, ο δε αιτητής πληροφορήθηκε ότι αυτός ο άνδρας ήταν Διευθυντής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ANR) και έστειλε άνδρες στο γραφείο του και έπιασαν τους υπολογιστές και τον εξοπλισμό του. Στην συνέχεια, ως ανέφερε ο αιτητής, τον κυνηγούσε η οικογένεια του συναδέλφου του, έλεγαν ότι ο γιός τους ήταν υπό την ευθύνη του αιτητή, δημοσίευσαν φωτογραφία του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τον κατάγγειλαν στην Αστυνομία. Στις 24/01/23 ο αιτητής εγκατέλειψε την Κινσάσα, κρυβόταν στην οικία ενός φίλου και έφυγε για Brazzaville. Η κοπέλα του αιτητή, τον ενημέρωσε ότι άρχισαν να συλλαμβάνουν κοντινά του άτομα και ότι είχε βρεθεί το πτώμα του συναδέλφου του. Μετά από αυτό ο αιτητής άρχισε να αναζητεί τρόπο να φύγει από τη ΛΔΚ, ζήτησε από την κοπέλα του να πάρει το διαβατήριο του και άλλα έγγραφα (από το γραφείο του) για να ταξιδέψει και στη συνέχεια έμαθε ότι την ακολούθησαν και πήραν όλα τα προσωπικά της αντικείμενα, το διαβατήριο και άλλα έγγραφα του αιτητή.
Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δήλωσε φοβάται τον άνδρα που είναι στη φωτογραφία, ο οποίος τον απειλεί και εργάζεται στην ANR. Ερωτηθείς τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής, απάντησε ότι «δεν θα [είναι] ζωντανός». Ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής του και από την ημέρα που έφυγε από τη χώρα του δεν έλαβε καμία απειλή διότι, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, διέκοψε κάθε επαφή. Αναφορικά με το πρακτορείο που διατηρούσε ανέφερε ότι το ίδρυσε τον Δεκέμβριο του 2020 και εργοδοτούσε 3 άτομα και δήλωσε ότι το πρακτορείο έκλεισε. Όσον αφορά τη πελάτισσα του που φωτογράφησε στις 04/01/23 ο αιτητής, ερωτώμενος σχετικά, δήλωσε ότι οι φωτογραφίες ήταν μόδας και γυμνές, αλλά δεν γνωρίζει για ποιο σκοπό τις ήθελε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι 2 μέρες μετά τη φωτογράφηση η πελάτιδα του ζήτησε να της εμφανίσει κάποιες φωτογραφίες ως χάρη και του παρέδωσε USB, στο οποίο υπήρχαν φωτογραφίες από την εκδήλωση αλλά και προσωπικές φωτογραφίες της, συνολικά 100 φωτογραφίες. Ο αιτητής δήλωσε ότι δεν είδε τις φωτογραφίες διότι δεν βρήκε χρόνο και αντιλήφθηκε ότι υπήρχαν προσωπικές φωτογραφίες όταν δημοσιεύτηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης 2 φωτογραφίες, τα πρόσωπα τους ήταν εμφανή και ήταν με τα εσώρουχα τους. Ανέφερε ότι κατάλαβε ότι τον κυνηγούσε ο άνδρας διότι κινδύνευε η δουλειά και η φήμη του, επειδή αυτή η πελάτισσα του δεν ήταν η νόμιμη σύζυγος του. Οι φωτογραφίες τους δημοσιεύτηκαν στο Facebook, δεν γνωρίζει από ποιον λογαριασμό, και ο ίδιος τις βρήκε στο Tiktok. Ο αιτητής ανέφερε το όνομα του άνδρα - Διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και διευκρίνησε ότι βρήκε ο ίδιος τις πληροφορίες στο διαδίκτυο, μετά που η θεία του, του είπε ποιος ήταν.
Ο αιτητής ανέφερε ότι οι απειλές που δεχόταν προέρχονταν από τον συγκεκριμένο άνδρα και ότι ο ίδιος άρχισε να λαμβάνει απειλές θανάτου μετά τη σύλληψη του συνάδελφου του στις 9 Ιανουαρίου. Δήλωσε ότι εκείνος ήταν σε μια εκδήλωση και στο γραφείο ήταν μόνο ο συνάδελφος του που συνελήφθη από τους αστυνομικούς. Ερωτηθείς με ποια κατηγορία είχαν συλλάβει τον συνάδελφο του ο αιτητής δήλωσε ότι πήγαν στο πρακτορείο για να βρουν τον ίδιο, ρώτησαν τον συνάδελφο του εάν εργαζόταν εκεί, αυτός απάντησε θετικά και τον συνέλαβαν και το πτώμα του βρέθηκε έξω από την ANR. Αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε ο αιτητής δήλωσε ότι προέρχονταν από την πελάτιδα του, η οποία του έλεγε ότι θα τον πιάσουν και θα τον σκοτώσουν και αναφέρθηκε και σε οπλισμένους με πολιτικά ρούχα που τον αναζητούσαν. Δεν γνωρίζει ποιοι είναι, αλλά πιστεύει ότι είναι πράκτορες της ANR και είναι οι ίδιοι που συνέλαβαν την κοπέλα του, ο δε διευθυντής της ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του. Περαιτέρω δήλωσε ότι εκδόθηκαν 2 εντάλματα σύλληψης κατά του, το 1ο όταν συνέλαβαν τον συνάδελφο του, λόγω της καταγγελίας της πελάτισσας του και το 2ο όταν μετέβη στο Brazzaville, από την οικογένεια του συναδέλφου του, οι οποίοι ήθελαν να παρουσιαστεί να εξηγήσει την εξαφάνιση του. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δήλωσε ότι γνωρίζει για τα εντάλματα από την κοπέλα του, σε σχέση με δε το 2ο δήλωσε ότι δεν το είδε και σημείωσε ότι το 1ο ήταν κλήση να παρουσιαστεί στον εισαγγελέα. Δεν κατάγγειλε σε οιονδήποτε τι συνέβαινε, ούτε ζήτησε βοήθεια δικηγόρου. Από την Κινσάσα στη Brazzaville ταξίδεψε με πλοίο και την ταυτότητα του και δεν του συνέβη οτιδήποτε κατά την επιστροφή του. Ερωτήθηκε, πως εκδόθηκε νέο διαβατήριο, εφόσον εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του με τον ίδιο να δηλώνει ότι εξεπλάγην και ο ίδιος. Όταν ο αιτητής ερωτήθηκε σχετικά είπε ότι δεν σκέφτηκε να μείνει σε άλλο μέρος όπου θα ήταν ασφαλής, καθώς τα άτομα που τον αναζητούσαν ήταν στην εξουσία και γι’ αυτό δεν θα ήταν ασφαλής και ερωτώμενος γιατί δεν ταξίδεψε από το Brazzaville απευθείας ανέφερε ότι το άτομο που διευθέτησε το ταξίδι του μπορούσε να τον βοηθήσει μόνο στη ΛΔΚ.
Στη 2η συνέντευξη ο αιτητής κλήθηκε να απαντήσει σειρά ερωτήσεων προς διαπίστωση της χώρας καταγωγής του και να εξηγήσει τα έγγραφα που προσκόμισε. Επί του ερ.49 (ταυτότητα της Δημοκρατίας του Κονγκό, όχι της ΛΔΚ) δήλωσε ότι από το 2020 πήγαινε συχνά στη Brazzaville, λόγω εργασίας του και επειδή υπήρχαν δυσκολίες στη μετακίνηση, ειδικά στη διάρκεια του lockdown, το άτομο που συνεργαζόταν (προϊσταμένη τμήματος στο Δημαρχείο) βοήθησε να του εκδώσουν ταυτότητα για να μετακινείται ελεύθερα. Επί του ερ.50 ανέφερε ότι είναι η άδεια του πρακτορείου φωτογραφίας που διατηρούσε στη Κινσάσα, μέσω του Υπουργείου και του Δημαρχείου. Αναφορικά με το ερ.48 ο αιτητής είπε ότι είναι έγγραφο που εκδόθηκε στη Κινσάσα το 2021 από το Υπουργείο, το οποίο εκδίδεται σε ιδιοκτήτες εταιρειών για τους φόρους και σχετικά με το ερ.47 ανέφερε ότι είναι κλήση για να εμφανιστεί, την οποία του έστειλε φίλος του μετά που ο ίδιος έφυγε από τη ΛΔΚ, η οποία εκδόθηκε στη Κινσάσα στις 21/01/23 για να εμφανιστεί στις 26/01/23 και δεν αναγράφει τον λόγο γι’ αυτό.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ επειδή απειλήθηκε από τον διευθυντή της ANR, μετά που προσωπικές φωτογραφίες ενός πελάτη του δημοσιεύτηκαν σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον ως άνω 1ο ουσιώδη ισχυρισμό απέρριψαν όμως τον 2ο ισχυρισμό, καθώς κρίθηκε ότι στερείται συνοχής και αξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον ως άνω 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή επί τούτου υπήρξαν αόριστες, στερούμενες λεπτομερειών και περιέχουν πολλές αντιφάσεις, καθώς δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει και να δώσει λεπτομέρειες για το επάγγελμά του, την ίδρυση του γραφείου του, τη συνεργασία με άλλους φωτογράφους αλλά και τα έργα που αναλάμβανε. Σχετικά με την γνωριμία με την πελάτιδα της οποίας οι φωτογραφίες διέρρευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ), ως κρίθηκε, οι δηλώσεις του αιτητή δεν είχαν συνοχή, τόσο αναφορικά με τη φωτογράφιση, το περιεχόμενο του USB, τον λόγο που του είχε δοθεί για να εκτυπώσει φωτογραφίες απ’ αυτό, πως αυτό κλάπηκε, πότε, τον τρόπο με τον οποίο διέρρευσαν τελικά οι φωτογραφίες, γιατί ορισμένες φορές κάποιος από τους συνεργάτες του διανυκτέρευε στο γραφείο και τι απέγινε το USB. Για την κατ’ ισχυρισμό δημοσίευση των φωτογραφιών στα ΜΚΔ, ο αιτητής, παρόλο που, ως ο ίδιος ανέφερε, είδε τις φωτογραφίες στο TikTok και έλαβε στιγμιότυπο οθόνης, από την ανάρτηση στο Facebook, εντούτοις, όταν ρωτήθηκε επί τούτου, αυτός δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το όνομα του λογαριασμού που τα δημοσίευσε.
Κληθείς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον διευθυντή της ANR που, κατ’ ισχυρισμό του ιδίου, παρουσιάζεται στην φωτογραφία, ο αιτητής έδωσε το όνομα του και κληθείς να αναφέρει πώς έμαθε για αυτό το άτομο, δήλωσε ότι του το είπε η θεία του και έψαξε επίσης για τη θέση του στο διαδίκτυο, χωρίς όμως τελικά να δικαιολογήσει πώς κατάλαβε ότι οι απειλές που δέχθηκε προέρχονταν από το άτομο αυτό, καθώς δήλωσε ότι το γνώριζε λόγω των όσων του είπε η πελάτισσα του, χωρίς να εξηγήσει περαιτέρω επί τούτου.
Κληθείς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τις απειλές που κατ’ ισχυρισμό λάμβανε ο αιτητής παρουσίασε τα περιστατικά της σύλληψης του συναδέλφου του, της ληστείας της κοπέλας του, της αναζήτησης του ιδίου και του θανάτου του συναδέλφου του, στα οποία δεν ήταν παρών ο ίδιος, χωρίς τελικά να παρέχει μια συνεκτική παράθεση όσων αυτός εξιστόρησε και την πηγή πληροφόρησης του γι’ αυτά. Επί των εγγράφων που αυτός προσκόμισε ανέφερε ότι έλαβε ειδοποίηση για να παρουσιαστεί στην αστυνομία και στη συνέχεια, ένταλμα σύλληψης, το ένα αφέθηκε στο στούντιο του και το άλλο στο παλιό του σπίτι, διότι δεν ήταν παρών. Παρά τούτα ο αιτητής κατάφερε, εκκρεμουσών των κλήσεων αυτών, να εκδώσει διαβατήριο, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει τον τρόπο που αυτό κατέστη εφικτό και, καλούμενος να σχολιάσει, δήλωσε ότι είναι κι αυτός έκπληκτος, χωρίς να δώσει τελικά καμία εξήγηση περί τούτου ή γιατί η κλήση σύλληψης του παρέμεινε στο στούντιο του και δεν ελήφθη από τον ίδιο και πώς περιήλθε στην κατοχή του. Σημειώθηκε δε ότι – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου του αιτητή - ουδέποτε απειλήθηκε απευθείας από τον διευθυντή της ANR, δεν ανέφερε τα περιστατικά και απειλές που ισχυρίστηκε ότι δεχόταν στην αστυνομία και δεν ακολουθήσε οποιαδήποτε νόμιμη οδό. Συνεπεία των ανωτέρω κενών και ελλείψεων κρίθηκε ότι η εσωτερική αξιοπιστία δεν πληρούται.
Επί της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού σημειώθηκε ότι δεν εντοπίζονται οι φωτογραφίες (οι οποίες κατ’ ισχυρισμό διέρρευσαν και προκάλεσαν τα όσα ο αιτητής είχε εξιστορήσει) στο διαδίκτυο, εντοπίστηκαν όμως πληροφορίες (ΠΧΚ) που επιβεβαιώνουν ότι το άτομο που ο αιτητής ονόμασε ως διώκτη του είναι όντως διευθυντής της ANR. Σε σχέση με το ερ.47, φερόμενου ως κλήση εμφάνισης του αιτητή ενώπιον των Αρχών, λόγω του ότι πρόκειται για αντίγραφο αντιγράφου, σημειώθηκε ότι δημιουργείται αμφιβολία για την εγκυρότητα και αυθεντικότητά του εξαιτίας τούτου αλλά και του ότι δεν υπάρχει κανένα όνομα που να το υπογράφει και η σφραγίδα είναι θολή. Ενόψει των ως άνω ευρημάτων και δεδομένου του ότι η αυθεντικότητα του ερ.47 δεν επιβεβαιώνεται, την απουσία ΠΧΚ για επαλήθευση των δηλώσεων του αιτητή, αλλά και του ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για τη διαπίστωση της εσωτερικής αξιοπιστίας του, ο ως άνω 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, και επί τη βάσει του ισχυρισμού που έχει γίνει αποδεκτός, ήτοι ότι του προφίλ του, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του και γι’ αυτό η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη ΛΔΚ.
Στην προσφυγή καταγράφεται πλήθος νομικών σημείων, εκ των οποίων αναπτύσσονται ορισμένα στη γραπτή αγόρευση του αιτητή που ακολούθησε.
Στα πλαίσια της αγόρευσης του η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κάνοντας αναφορές στο οικείο νομικό πλαίσιο, νομολογία και βιβλιογραφία και παραθέτοντας πληροφορίες (ΠΧΚ), αναφέρει ότι εν προκειμένω δεν έγινε δέουσα έρευνα, δεν αξιολογήθηκαν ορθά και σε εξατομικευμένη βάση τα λεγόμενα του, δεν έγινε έρευνα σε ΠΧΚ, εκ των οποίων, ως αναφέρει, προκύπτει ότι τα όσα ανέφερε συνάδουν με ΠΧΚ (περιλαμβανομένης και της ύπαρξης της ANR), εκ των οποίων, ως εισηγείται, δεικνύεται ότι ο αιτητής υφίσταται κίνδυνο δίωξης ή – σε κάθε περίπτωση - σοβαρής βλάβης (δεδομένης της κατάστασης ασφαλείας στη ΛΔΚ, επί της οποίας παραθέτει ΠΧΚ), σε περίπτωση που επιστρέψει στη ΛΔΚ, δεδομένου και του μελλοντοστραφούς ελέγχου των στοιχείων που συνθέτουν την υπόθεση. Σημειώνω εδώ ότι στις ΠΧΚ που ο αιτητής θα επανέλθω πιο κάτω, όπου (και αν) κριθεί σκόπιμο και στον βαθμό που αυτό θα εξυπηρετεί τον σκοπό της εκτίμησης των ενώπιον μου στοιχείων. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι ΠΧΚ που παραθέτει ο αιτητής (βλ. σελ.7-9 αγόρευσης) αφορούν επί το πλείστο άλλες περιοχές της ΛΔΚ.
Οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι ουδείς εκ των προωθούμενων ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και συνεπώς δεν μπορούν να εξεταστούν, παραθέτοντας επί τούτου σχετική νομολογία και αντιτάσσουν ότι άπαντα τα ευρήματα τους – τόσο επί της αξιοπιστίας όσο και επί της μη ύπαρξης κινδύνου διώξεως ή και σοβαρής βλάβης - είναι εύλογα, ορθά, προϊόντα επαρκούς έρευνας και εξατομικευμένης εξέτασης τόσο των όσων ο αιτητής ανέφερε όσο και διαθέσιμων πληροφοριών (ΠΧΚ) στις οποίες ανέτρεξαν και είναι περαιτέρω απολύτως αιτιολογημένα, υπό το φως των ενώπιον τους στοιχείων, η δε επίδικη απόφαση είναι νόμιμη, ορθή επί της ουσίας και ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία.
Σημειώνεται ότι, κατόπιν της επιφύλαξης της απόφασης στην παρούσα, μετά από σχετικό αίτημα επανανοίγματος, με τη σύμφωνη γνώμη των καθ’ ων η αίτηση, διατάχθηκε από το Δικαστήριο το επανάνοιγμα της προσφυγής, προκειμένου να προσκομιστούν νέα στοιχεία που αφορούν τον αιτητή, τα οποία προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης. Μετά δε το επανάνοιγμα της υπόθεσης, κατόπιν σχετικού προφορικού αιτήματος, με σύμφωνη γνώμη των καθ’ ων η αίτηση, δόθηκε άδεια και προσκομίστηκαν τα κάτωθι έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια, ως ακολούθως:
- Τεκμήριο 1: Πιστοποιητικό γάμου του αιτητή με γυναίκα από τη ΛΔΚ ημ.08/05/25, από Δημαρχείο Στροβόλου.
- Τεκμήριο 2: Επιστολή ΥΑ ημ.01/08/24, όπου η σύζυγος του εδώ αιτητή (βλ. ως άνω πιστοποιητικό γάμου) αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας.
- Τεκμήριο 3: Ιατρική βεβαίωση ημ.01/07/25 ότι η σύζυγος του αιτητή είναι έγκυος.
- Τεκμήριο 4: Άδεια διαμονής της συζύγου του αιτητή στη Δημοκρατία.
- Τεκμήριο 5: Πιστοποιητικό γέννησης τέκνου του αιτητή ημ.17/11/25.
Σημειώνεται ότι καταχωρίστηκε ακολούθως και αίτηση τροποποίησης της προσφυγής, η οποία και αποσύρθηκε από τη συνήγορο του αιτητή. Ακολούθως, κατόπιν αιτήματος, στα μέρη δόθηκε άδεια όπως καταχωρίσουν εκατέρωθεν συμπληρωματικές αγορεύσεις επί των οποίων τοποθετούνται επί των δεδομένων της υπόθεσης ως διαμορφώνονται με την κατάθεση των ως άνω Τεκμηρίων.
Στη συμπληρωματική της αγόρευση η συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι, παρότι τούτο δεν ζητείται ρητά στο δικόγραφο της προσφυγής, εντούτοις, δεδομένου ότι η επίδικη εδώ απόφαση απόρριψης της επίδικης άιτησης «ενσωματώνει» την απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής, αλλά και του ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (βλ. απόφαση ΔΕΕ, Ararat), το ζήτημα θα πρέπει εδώ να εξεταστεί σε κάθε περίπτωση. Σύμφωνα δε με νομολογία στην οποία παραπέμπει η συνήγορος του αιτητή τα βέλτιστα συμφέροντα του τέκνου του αιτητή και η οικογενειακή ζωή πρέπει να εξετάζονται και στα πλαίσια υποθέσεων που τα αφορούν άμεσα ή έμμεσα, με τυχόν επιστροφή ενός ή και τον δύο γονέων του (εν προκειμένω του αιτητή - πατέρα), και παραθέτει επί τούτου νομολογία, καταλήγοντας ότι στην παρούσα η επιστροφή του αιτητή στη ΛΔΚ είναι κατά παράβαση «της αρχής της μη επαναπροώθησης, του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου και του δικαιώματος της οικογενειακής ζωής», δεδομένου ότι, ως εξηγεί, «υφίσταται πραγματική σχέση εξάρτησης του ανηλίκου με τον Αιτητή» (σελ.7 συμπληρωματικής αγόρευσης).
Από την πλευρά τους οι καθ’ ων η αίτηση, κάνοντας κι’ αυτοί με τη σειρά τους αναφορές στην οικεία νομοθεσία και νομολογία, εισηγούνται ότι δεν υφίστανται εδώ λόγοι παροχής συμπληρωματικής προστασίας ή προσφυγικού καθεστώτος, καθώς δεν έχει αποδειχθεί εδώ βάσιμος φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης και, αναφορικά «με τη νομιμοποίηση της παραμονής του Αιτητή» ως αναφέρουν, «αποτελεί άλλη διοικητική διαδικασία η οποία δεν πα΄τεται της παρούσας και δεν θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής» (σελ.4 συμπληρωματικής αγόρευσης). Σχετικά με το τέκνο του αιτητή εισηγούνται ότι αυτό δεν διαφοροποιεί το προφίλ του και, σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου, αναφέρουν ότι παρόλο που, σύμφωνα με νομολογία την οποία παραθέτουν, δεν αμφισβητείται λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση υποθέσεων με σημαντικές συνέπειες στο ανήλικο τέκνο, δεν έχει τεθεί στοιχείο που να «υποδεικνύει με ποιο τρόπο επηρεάζεται δυσμενώς το βέλτιστο συμφέρον» (σελ.5 συμπληρωματικής αγόρευσης).
Δεδομένου ότι άπαντες οι προωθούμενοι εκ του αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση της επίδικης αίτησης, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων, αρχίζοντας από τα ζητήματα που αφορούν τους ισχυρισμούς του αιτητή κατά την επίδικη αίτηση.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, των λεγομένων του αιτητή κατά τη συνέντευξη καθώς και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτά ενδελεχώς καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.83-85), ως και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, παρατίθενται.
Εν προκειμένω θεωρώ, σε συμφωνία με τους καθ’ ων η αίτηση, ότι το αφήγημα του αιτητή βρίθει κενών, ασαφειών και ελλείψεων και τα λεγόμενα του σε σχέση τόσο με το ζήτημα διαρροής προσωπικών φωτογραφιών πελάτιδας του στα ΜΚΔ, τον τρόπο που χάθηκε το USB στο οποίο αυτές κατ’ ισχυρισμό περιέχονταν, την εμπλοκή σ’ αυτό του διευθυντή της ANR, τη σύλληψη συναδέλφου του και τον θάνατο του, τα όσα υπέστη η κοπέλα του, όσο και την αναζήτηση του ιδίου και την έκδοση εναντίον του σχετικών ενταλμάτων στερούνται καταφανώς, και επί παντός, κάθε ψήγματος εύλογα αναμενόμενης λεπτομέρειας αλλά και βιωματικού στοιχείου, καθώς το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή απέχει κατά πολύ αυτού που εύλογα θα αναμενόταν να είναι σε θέση αυτός να παραθέσει, ήτοι μια πλήρη, συνεκτική, ευλογοφανή παράθεση σημείων και λεπτομερειών, τις οποίες θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που ο αιτητής παραθέτει. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ο αιτητής δεν εξήγησε τελικά και δεν έδωσε την παραμικρή λεπτομέρεια επί των όσων ανέφερε και ούτε το πως, εν μέσω όλων αυτών τα οποία αναφέρει (χωρίς εντούτοις να παραθέτει λεπτομέρειες) σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό δίωξη από τον ισχυρό άνδρα της ANR (την εμπλοκή του οποίου ουδόλως τεκμηριώνει, αφού το μόνο που ανέφερε ήταν ότι αντιλήφθηκε ότι αυτός εμπλέκεται στις απειλές που κατ’ ισχυρισμό ελάμβανε από τα λεγόμενα της πελάτιδας του, χωρίς όμως να εξηγεί το γιατί), ο ίδιος κατόρθωσε να επιστρέψει νομίμως στη ΛΔΚ από το Brazzaville, να εκδώσει νέο διαβατήριο και να φύγει νομίμως δια αεροδρομίου. Αν δε τα όσα ανέφερε ο αιτητής ήταν αληθή θα αναμενόταν να είναι σε θέση να προσκομίσει μια εκτύπωση από τις αναρτήσεις στα ΜΚΔ (με προσωπικές φωτογραφίες της πελάτιδας του), οι οποίες ήταν και η γενεσιουργός αιτία των όσων ακολούθησαν, δεδομένου ότι, ως ο ίδιος ανέφερε, τις εντόπισε στο διαδίκτυο και μάλιστα η θεία του είχε στείλει στον αιτητή σχετικό στιγμιότυπο οθόνης (screenshot) με τις αναρτήσεις, ή – κατ’ ελάχιστο – να είναι σε θέση να αναφέρει τον χρήστη που τις δημοσίευσε ή τις επιπτώσεις που είχε η δημοσίευση τους για τα άτομα που απεικονίζονταν σ’ αυτές (δεδομένου και του ότι ο άνδρας ήταν διευθυντής της ANR, ως ισχυρίζεται), καθώς και περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο που αυτές διαδόθηκαν στο διαδίκτυο ή και γενικότερα.
Οιαδήποτε άλλη προσέγγιση του αφηγήματος του αιτητή θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται ευλογοφάνειας, λεπτομερειών και συνοχής. Επί των επιμέρους τρωτών σημείων των ισχυρισμών του αιτητή, πέραν και επιπροσθέτως των όσων αμέσως πιο πάνω σχολιάζω, αρκεί η παραπομπή στα όσα επ’ αυτού καταγράφουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, ως ανωτέρω παρατίθενται, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ και τα οποία υιοθετώ στα πλαίσια επί της ουσίας εξέτασης των ενώπιον μου στοιχείων.
Επί της εξωτερικής συνοχής των εν λόγω ισχυρισμών σημειώνω ότι σε έρευνα που έγινε στο διαδίκτυο σε σχέση με το άτομο που ο αιτητής ονομάζει ως διώκτη του δεν εντοπίζεται αναφορές σε σκάνδαλο διαρροής προσωπικών φωτογραφιών, ως αναφέρει ο αιτητής. Ας σημειωθεί ότι ο ονομαζόμενος ως διώκτης του αιτητή φαίνεται να έχει αποχωρήσει από την ηγεσία της ANR την 01/08/23, λίγο καιρό μετά τη συνέντευξη στην επίδικη αίτηση.[1]
Εκ του ως άνω επιβεβαιώνεται ότι όντως ο κατ’ ισχυρισμό διώκτης του αιτητή, ως και οι καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν στην επίδικη έκθεση, κατείχε κατά τον χρόνο που έγιναν τα όσα αυτός ισχυρίζεται τη θέση που του αποδίδει, ήτοι διευθντή της ANR. Εν προκειμένω όμως η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, ως και ανωτέρω εξηγώ, είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Τούτο γιατί αν η αξιολόγηση γινόταν στη βάση μόνο της εξωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών για τούτο και μόνο τον λόγο, οι οποίοι στερούνται κατά τ’ άλλα εσωτερικής συνοχής και θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση των λεγομένων του. Ως άλλωστε και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.». Θα συμφωνήσω και μ’ αυτό το συμπέρασμα των καθ’ ων η αίτηση, το οποίο θεωρώ ορθό, καθώς η τρωθείσα εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή δεν μπορεί παρά να είναι καταλυτική ως προς την συνολική αξιοπιστία του αφηγήματος του, δεδομένου ότι το γεγονός πως τα όσα ανέφερε συνάδουν με γενικές ΠΧΚ, δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε αποδοχή ενός αφηγήματος, όταν αυτό, στα πλαίσια του όλου ιστορικού που παραθέτει ο αιτητής, στερείται σε όλη του την έκταση συνοχής, ενόψει και της συνολικής αποτίμησης των δεικτών αξιοπιστίας.
Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως και ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα κενά παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Σε σχέση με τα προσκομισθέντα εκ του αιτητή έγγραφα (ερ.47-50), σε συμφωνία και πάλι με τους καθ’ ων η αίτηση, σημειώνω και τα εξής.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, αναφέρονται τα εξής:
«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.
Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.
[…]
Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»
Εν προκειμένω παρατηρώ ότι τα ερ.48-50 σχετίζονται με το πρακτορείο φωτογραφίας που – σύμφωνα με τα λεγόμενα του – διατηρούσε ο αιτητής (ερ.48, 50), το δε ερ.49 είναι ταυτότητα του ιδίου από τη Δημοκρατία του Κονγκό, ουδέν εκ των οποίων θα μπορούσε να στηρίξει ή να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του περί διώξεως ως αναφέρθηκαν κατά τη συνέντευξη, αφού η εξάσκηση ενός επαγγέλματος δεν σημαίνει και δίωξη για λόγο που σχετίζεται μ’ αυτό. Αναφορικά δε με το ερ.49 (φερόμενη κλήση εμφάνισης του αιτητή στις Αρχές), δεδομένου ότι ο ίδιος ουδέν στοιχείο ήταν σε θέση να αναφέρει επί τούτου και του πως περιήλθε στην κατοχή του (ερ.53), ως και επί του συνόλου των σχετιζόμενων μ’ αυτό ισχυρισμών (βλ. πιο πάνω), αλλά και του ότι, ως οι καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν (ερ.83), πρόκειται για κακής ποιότητας αντίγραφο, ουδόλως θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τα ως άνω ευρήματα επί της εσωτερικής συνοχής του αφηγήματος του αιτητή.
Δεδομένης λοιπόν της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης της αξιοπιστίας εγγράφων, στη βάση και σε συνάρτηση και με τα λεγόμενα του αιτητή που περιβάλλουν τα έγγραφα αυτά, είναι αρκετά για την μη απόδοση ιδιαίτερης βαρύτητας. Σε κάθε δε περίπτωση όχι τέτοιας που θα μπορούσε να υπερκεράσει τα πολλά και σημαντικά κενά στην εσωτερική συνοχή που εντοπίστηκαν στα λεγόμενα του αιτητή.
Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα).
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [2] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [3]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [4] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Λαμβάνω υπόψη ότι ο αιτητής είναι 29 ετών σήμερα, υγιής, με ικανοποιητική μόρφωση, διαθέτει πλούσια εργασιακή εμπειρία και διατηρεί επαρκές υποστηρικτικό δίκτυο στη ΛΔΚ (θεία/μητέρα), στοιχεία τα οποία δεικνύουν ότι αναμένεται – ευλόγως – να λάβει στήριξη μέχρις ότου ορθοποδήσει και βιοποριστεί.
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή στη ΛΔΚ θα συνιστούσε επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).
Απομένει η εξέταση της παρούσας σε συνάρτηση και με το ανήλικο τέκνο του αιτητή, που γεννήθηκε στη Δημοκρατία στις 15/11/25, με μητέρα ομοεθνή του αιτητού, η οποία είναι αναγνωρισμένη πρόσφυγας και με την οποία παντρεύτηκε στις 08/05/25 (Τεκμήρια 1-5).
Προτού προχωρήσω κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εδώ το κάτωθι απόσπασμα από την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25, το οποίο και διαφωτίζει ως προς τη φύση και έκταση ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο:
«[Το] πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας (δηλαδή σε διττό έλεγχο) κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 11(3)(α) του Νόμου 73(Ι) του 2018.
Με βάση τις πρόνοιες του άνωθεν Άρθρου 11, ο έλεγχος που ασκεί το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίζεται στη διακρίβωση της νομιμότητας της πρωτόδικης κρίσης αλλά επεκτείνεται και στην εξέταση της ορθότητας της υπόθεσης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 26/2020 Δημοκρατία ν. Singh, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 10.9.2024), επί κάθε διοικητικής απόφασης η οποία τίθεται ενώπιόν του με Προσφυγή (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 21.9.2021).
Συνεπώς, επί κάθε διοικητικής πράξης η οποία παραδεκτώς προσβάλλεται ενώπιόν του, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην ακύρωσή της (εφόσον, βέβαια, την κρίνει παράνομη) αλλά έχει τη δυνατότητα και να τη διαπλάσει (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 43/2021 Mondeke ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 20.1.2022).
Αυτή τη διαπλαστική ικανότητα, η οποία συνιστά τον έλεγχο ορθότητας (ή, άλλως πως, ουσίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο την ασκεί δεσμίως, ως δεικνύει η προστακτική έγκλιση την οποία χρησιμοποιεί το Άρθρο 11(3)(α) του Νόμου 73(Ι) του 2018 («προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας..»), αφού η χρήση της προστακτικής εκφράζει υποχρέωση (Πολιτική Έφεση Αρ. 201/2012 CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD ν. Πετρίδου, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.2.2018).
Έτσι, έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασκεί έλεγχο ορθότητας καθηκόντως (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 32/24 Ν.Μ.Ν. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 12.11.2025) [2].
Εξ ου και το δικόγραφο της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου Προσφυγής δεν είναι απαραίτητο να ζητά ειδικά και ρητώς τον έλεγχο ορθότητας ως θεραπεία, αφού εν πάση περιπτώσει διενεργείται δεσμίως (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 102/2024 Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 12.11.2025).
Στο πλαίσιο αυτό του διττού ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει στη δική του κρίση (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 135/2023 Siwakoti ν. Δημοκρατίας, απόφαση Εφετείου ημερ. 20.3.2025), λαμβάνοντας υπόψη επικαιροποιημένα στοιχεία (Υπόθεση C-563/22 S.N & L.N., απόφαση ΔΕΕ ημερ. 13.6.2024, σκέψη 76), περιλαμβανομένων στοιχείων που είναι μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, όπως νέες θέσεις του αιτητή διεθνούς προστασίας ή πληροφορίες για την κατάσταση στη χώρα καταγωγής που είναι επίκαιρες σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης (Υπόθεση C-585/16 Alheto, απόφαση ΔΕΕ ημερ. 25.7.2018, σκέψεις 112-113· Υπόθεση C-507/19 XT, απόφαση ΔΕΕ ημερ. 13.1.2021, σκέψη 40).»
Ενόψει των ως άνω, αλλά και λαμβανομένης υπόψη της πιο κάτω νομολογίας, προχωρώ να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.
Η ύπαρξη βεβαίως του ανήλικο τέκνου του αιτητή δημιουργεί βεβαίως ζήτημα βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου αυτού και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί πως επηρεάζεται υπό τις περιστάσεις εκάστης περίπτωσης. Ως λέχθηκε στην απόφαση του ΔΕΕ C-112/20, M. A., ημ.11/03/21, « […] τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού πριν εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής δεν είναι ένας ανήλικος, αλλά ο πατέρας του ανηλίκου αυτού. ». Στην ίδια απόφαση λέχθηκε περαιτέρω, στη σκέψη 27, ότι «για την εκτίμηση αυτή είναι μεν κρίσιμη η περίσταση ότι ο έτερος γονέας του παιδιού είναι όντως ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει μόνος την καθημερινή και πραγματική φροντίδα του παιδιού, αλλά το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί αφ' εαυτού για να κριθεί ότι δεν υφίσταται, μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του παιδιού, σχέση εξαρτήσεως τέτοιου είδους ώστε το παιδί να είναι αναγκασμένο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης αν δεν αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας. Πράγματι, μια τέτοια διαπίστωση πρέπει να στηρίζεται στη συνεκτίμηση, προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του παιδιού, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με καθέναν από τους γονείς του, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ., C 133/15, EU:C:2017:354, σκέψεις 70 και 71). [.].».
Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε και στην πιο πρόσφατη απόφαση στη C‑484/22, G. S., ECLI:EU:C:2023:122, ημ.15/02/23 και είχε υιοθετηθεί και προ πολλού από το ΕΔΑΔ στην απόφαση του στην υπόθεση αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02. Οι ως άνω αποφάσεις του Δικαστηρίου του Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αναφέρονται στην ανάγκη εξέτασης, η υπό το πρίσμα του αρ.24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης) και του αρ.8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αντίστοιχα, του βέλτιστου συμφέροντος του εμπλεκόμενου ανηλίκου στα πλαίσια έκδοσης απόφασης επιστροφής, είτε κατά του ιδίου του ανήλικου είτε κατά των γονέων αυτού.
Στην αιτιολογική σκέψη 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αναφέρεται ότι το «μείζον συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού. Κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ιδίως υπόψη τους την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας και τις απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του.»
Επί του γενικότερου ζητήματος τόσο σχετικά με τη σύζυγο του αιτητή όσο και το ανήλικο τέκνο αυτού, απολύτως σχετικά είναι τα λεχθέντα στην αιτ. αρ.12738/10, Jeunesse v. The Netherlands [5], ημ.03/10/14 (ΕΔΑΔ), όπου το Δικαστήριο, με παραπομπές και στην πλούσια επί τούτου νομολογία του, ανέφερε τα εξής:
«100. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά, κατ' ουσίαν, την άρνηση να επιτραπεί στην προσφεύγουσα να διαμείνει στις Κάτω Χώρες λόγω της οικογενειακής της ζωής στις Κάτω Χώρες. Δεν αμφισβητήθηκε ότι υπάρχει οικογενειακή ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης μεταξύ της προσφεύγουσας και του συζύγου της και των τριών παιδιών τους. Όσον αφορά το ζήτημα της συμμόρφωσης με τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ένα κράτος δικαιούται, σύμφωνα με το καθιερωμένο διεθνές δίκαιο και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συνθήκη, να ελέγχει την είσοδο αλλοδαπών στο έδαφός του και τη διαμονή τους εκεί. Η Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού υπηκόου να εισέλθει ή να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα (βλ., για παράδειγμα, Nunez, ό.π., § 66). Από το δικαίωμα ενός κράτους να ελέγχει τη μετανάστευση απορρέει το καθήκον των αλλοδαπών, όπως ο αιτών, να υποβάλλονται σε ελέγχους και διαδικασίες μετανάστευσης και να εγκαταλείπουν το έδαφος του συμβαλλόμενου κράτους όταν το διατάσσουν, εάν τους απαγορεύεται νομίμως η είσοδος ή η διαμονή.
[…]
103. Όταν ένα συμβαλλόμενο κράτος ανέχεται την παρουσία αλλοδαπού στο έδαφός του, παρέχοντάς του έτσι τη δυνατότητα να αναμείνει την απόφαση επί αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας διαμονής, την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής ή τη νέα αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής, το εν λόγω συμβαλλόμενο κράτος παρέχει στον αλλοδαπό τη δυνατότητα να ενταχθεί στην κοινωνία της χώρας υποδοχής, να δημιουργήσει σχέσεις και να δημιουργήσει μια οικογένεια εκεί. Ωστόσο, τούτο δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι αρχές του οικείου συμβαλλόμενου κράτους υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 8 της Συμβάσεως, να του επιτρέψουν να εγκατασταθεί στη χώρα τους. Στο ίδιο πνεύμα, η αντιμετώπιση της οικογενειακής ζωής από τις αρχές της χώρας υποδοχής ως τετελεσμένου γεγονότος δεν συνεπάγεται ότι οι αρχές αυτές υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης, να επιτρέψουν στον αιτούντα να εγκατασταθεί στη χώρα. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, γενικά, τα άτομα που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση δεν έχουν δικαίωμα να αναμένουν ότι θα τους χορηγηθεί δικαίωμα διαμονής (βλ. Chandra κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 53102/99, 13 Μαΐου 2003· Benamar κατά Ολλανδίας (dec.), no. 43786/04, 5 Απριλίου 2005; Priya κατά Δανίας (dec.) no. 13594/03, 6 Ιουλίου 2006; Rodrigues da Silva και Hoogkamer κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 50435/99, § 43, ΕΔΔΑ 2006-I· Darren Omoregie κ.λπ. κατά Νορβηγίας, αριθ. 265/07, § 64, 31 Ιουλίου 2008· και B.V. κατά Σουηδίας (dec.), no. 57442/11, 13 Νοεμβρίου 2012).
104. Η υπό κρίση υπόθεση μπορεί να διακριθεί από τις υποθέσεις που αφορούν «εγκατεστημένους μετανάστες», δεδομένου ότι η έννοια αυτή έχει χρησιμοποιηθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόσωπα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί επισήμως δικαίωμα διαμονής σε χώρα υποδοχής. Η μεταγενέστερη ανάκληση του δικαιώματος αυτού, για παράδειγμα επειδή το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, συνιστά επέμβαση στο δικαίωμά του στον σεβασμό της ιδιωτικής και/ή οικογενειακής ζωής κατά την έννοια του άρθρου 8. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν η επέμβαση δικαιολογείται βάσει της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 8. Στο πλαίσιο αυτό, θα λάβει υπόψη τα διάφορα κριτήρια που έχει προσδιορίσει στη νομολογία του προκειμένου να καθορίσει αν έχει επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση των αρχών να ανακαλέσουν το δικαίωμα διαμονής και των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου βάσει του άρθρου 8 (βλ., για παράδειγμα, Boultif κατά Ελβετίας, 54273/00, ΕΔΑΔ 2001-IX· Üner κατά Κάτω Χωρών [GC], αριθ. 46410/99, ΕΔΑΔ 2006-XII· Maslov v. Αυστρία [GC], αριθ. 1638/03, ΕΔΑΔ 2008· Savasci κατά Γερμανίας (dec.), no. 45971/08, 19 Μαρτίου 2013; και Udeh κατά Ελβετίας, αριθ. 12020/09, 16 Απριλίου 2013).
105. Δεδομένου ότι η πραγματική και νομική κατάσταση του εγκατεστημένου μετανάστη και του αλλοδαπού που ζητεί να γίνει δεκτός στη χώρα υποδοχής –έστω και αν στην περίπτωση της αιτούσας [αυτό γίνεται] μετά από πολυάριθμες αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής και πολυετούς πραγματικής διαμονής– δεν είναι τα ίδια, τα κριτήρια που έχει αναπτύξει η νομολογία του Δικαστηρίου για την εκτίμηση της συμβατότητας της άδειας διαμονής του εγκατεστημένου μετανάστη με το άρθρο 8 δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτομάτως στην κατάσταση της προσφεύγουσας. Αντιθέτως, το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω είναι αν, ενόψει του συνόλου των περιστάσεων, οι ολλανδικές αρχές όφειλαν, δυνάμει του άρθρου 8, να της χορηγήσουν άδεια διαμονής, παρέχοντάς της έτσι τη δυνατότητα να ασκήσει την οικογενειακή ζωή στο έδαφός τους. Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά μόνον την οικογενειακή ζωή, αλλά και τη μετανάστευση. Για το λόγο αυτό, η υπό εξέταση υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί ως υπόθεση που αφορά ισχυρισμό μη συμμόρφωσης εκ μέρους του εναγόμενου κράτους με θετική υποχρέωση βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης (βλ. Ahmut κατά Κάτω Χωρών, 28 Νοεμβρίου 1996, § 63, Recueil des arrêts et décisions 1996-VI). Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τις ακόλουθες αρχές, όπως διατυπώθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Butt κατά Νορβηγίας (αριθ. 47017/09, § 78 με περαιτέρω παραπομπές, 4 Δεκεμβρίου 2012).
106. Μολονότι ο ουσιώδης σκοπός του άρθρου 8 είναι η προστασία του ατόμου από αυθαίρετες ενέργειες των δημοσίων αρχών, μπορεί επιπλέον να υπάρχουν θετικές υποχρεώσεις συμφυείς με τον αποτελεσματικό «σεβασμό» της οικογενειακής ζωής. Ωστόσο, τα όρια μεταξύ των θετικών και αρνητικών υποχρεώσεων του κράτους βάσει αυτής της διάταξης δεν προσφέρονται για ακριβή καθορισμό. Ωστόσο, οι εφαρμοστέες αρχές είναι παρόμοιες. Και στα δύο πλαίσια πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του ατόμου και της κοινότητας στο σύνολό της. και στα δύο πλαίσια το κράτος απολαμβάνει ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης.
107. Όσον αφορά τη μετανάστευση, το άρθρο 8 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλλει σε ένα κράτος τη γενική υποχρέωση να σέβεται την επιλογή της χώρας διαμονής των συζύγων ή να επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση στο έδαφός του. Ωστόσο, σε μια υπόθεση που αφορά τόσο την οικογενειακή ζωή όσο και τη μετανάστευση, η έκταση των υποχρεώσεων ενός κράτους να δέχεται στο έδαφός του συγγενείς προσώπων που κατοικούν εκεί ποικίλλει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες των εμπλεκόμενων προσώπων και το γενικό συμφέρον. Παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αυτό είναι ο βαθμός στον οποίο η οικογενειακή ζωή θα μπορούσε πράγματι να διαρραγεί, η έκταση των δεσμών στο συμβαλλόμενο κράτος, το κατά πόσον υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια στο να ζήσει η οικογένεια στη χώρα καταγωγής του αλλοδαπού και κατά πόσον υπάρχουν παράγοντες ελέγχου της μετανάστευσης (για παράδειγμα, ιστορικό παραβιάσεων της μεταναστευτικής νομοθεσίας) ή εκτιμήσεις δημόσιας τάξης που σταθμίζουν υπέρ του αποκλεισμού (βλ. Butt κατά Νορβηγίας, ό.π., § 78).
108. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι αν η οικογενειακή ζωή δημιουργήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα γνώριζαν ότι το καθεστώς μετανάστη ενός εξ αυτών ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν συμβαίνει αυτό, είναι πιθανό μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις η μετακίνηση του αλλοδαπού μέλους της οικογένειας να συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 (βλ. Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 28ης Μαΐου 1985, σειρά Α αριθ. 94, σ. 94, § 68; Mitchell κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 40447/98, 24 Νοεμβρίου 1998· Ajayi και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 27663/95, 22 Ιουνίου 1999· M. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 25087/06, 24 Ιουνίου 2008· Rodrigues da Silva και Hoogkamer κατά Κάτω Χωρών, ό.π., § 39· Arvelo Aponte κατά Κάτω Χωρών, ό.π., §§ 57-58· και Butt v. Νορβηγία, όπ.π., § 78).
109. Όταν εμπλέκονται παιδιά, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον τους (βλ. Tuquabo-Tekle κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 60665/00, § 44, 1 Δεκεμβρίου 2005· τηρουμένων των αναλογιών, Popov κατά Γαλλίας, αριθ. 39472/07 και 39474/07, §§ 139-140, 19 Ιανουαρίου 2012· Neulinger και Shuruk v. Ελβετία, ό.π., § 135· και X v. Λετονία [GC], αριθ. 27853/09, § 96, ΕΔΑΔ 2013). Σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δικαίου, προς υποστήριξη της ιδέας ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον τους είναι υψίστης σημασίας (βλ. Neulinger και Shuruk κατά Ελβετίας, ό.π., § 135, και X κατά Λετονίας, ό.π., § 96). Αν και από μόνα τους δεν μπορούν να είναι καθοριστικά, τα συμφέροντα αυτά πρέπει ασφαλώς να έχουν μεγάλη βαρύτητα. Ως εκ τούτου, τα εθνικά όργανα λήψης αποφάσεων θα πρέπει, καταρχήν, να εξετάζουν και να αξιολογούν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πρακτικότητα, τη σκοπιμότητα και την αναλογικότητα οποιασδήποτε απομάκρυνσης αλλοδαπού γονέα, προκειμένου να παρέχεται αποτελεσματική προστασία και επαρκής βαρύτητα στο μείζον συμφέρον των παιδιών που θίγονται άμεσα από αυτήν.»
(Μετάφραση του παρόντος Δικαστηρίου)
Αξίζει, επιπροσθέτως των ως άνω, να σημειωθεί ότι, ακόμα και σε περιπτώσεις που το ΕΔΑΔ έκανε δεκτό ότι η απομάκρυνση ενός γονέα (από τη χώρα που διαμένουν νομίμως ο άλλος γονέας και το τέκνο) συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή των εμπλεκομένων (αρ.8 ΕΣΔΑ), το ΕΔΑΔ κατέληξε, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του ότι (βλ. και Jeunesse, ανωτέρω) ο γάμος και η γέννηση του ανήλικου τέκνου έγιναν σε χρόνο που οι προοπτικές εγκατάστασης τους ως ζευγάρι στη χώρα υποδοχής ήταν επισφαλείς, συνυπολογίζοντας ότι δεν είχαν καταδειχθεί εξαιρετικές περιστάσεις, ότι αυτό συνιστά επιτρεπτή «απαραίτητη» επέμβαση, στη βάση και του αρ.8 (2) της ΕΣΔΑ.
Επί των ως άνω παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση στην αιτ. αρ.265/07, Darren Omoregie a.o. v. Norway, ημ.31/10/08 (ΕΔΑΔ), στο οποίο, πέραν των παραμέτρων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, καταγράφονται και οι περιστάσεις της υπόθεσης, οι οποίες ομοιάζουν με την παρούσα:
«53. Κατ' αρχάς, το Δικαστήριο θεωρεί σαφές ότι οι σχέσεις μεταξύ των προσφευγόντων αποτελούσαν «οικογενειακή ζωή» για τους σκοπούς του άρθρου 8 της Σύμβασης, διάταξη η οποία επομένως εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
54. Όσον αφορά το ζήτημα της συμμόρφωσης, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ένα κράτος δικαιούται, βάσει του καθιερωμένου διεθνούς δικαίου και με την επιφύλαξη των συμβατικών υποχρεώσεών του, να ελέγχει την είσοδο αλλοδαπών στο έδαφός του και τη διαμονή τους εκεί (βλ., μεταξύ πολλών άλλων αρχών, Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 28ης Μαΐου 1985, Σειρά Α αρ. 94, σ. 34, § 67, Boujlifa v. Γαλλία, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1997, Recueil des arrêts et décisions 1997-VI, σ. 2264, § 42). Η Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού να εισέλθει ή να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα. [...]
55. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος και ο δεύτερος προσφεύγων συνήψαν γάμο στη Νορβηγία στις 2 Φεβρουαρίου 2003. Η γνησιότητα του γάμου τους δεν αμφισβητήθηκε και ένα παιδί από το ζευγάρι, ο τρίτος προσφεύγων, γεννήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2006. Η οικογένεια παρέμεινε ενωμένη και έζησε στη Νορβηγία μέχρι την απέλαση του πρώτου προσφεύγοντος στις 7 Μαρτίου 2007. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο θεώρησε ότι ο αντίκτυπος των επίμαχων μέτρων συνιστούσε παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων για σεβασμό της οικογενειακής ζωής σύμφωνα με το άρθρο 8 § 1 της Σύμβασης (βλ. Rodrigues da Silva και Hoogkame, ό.π., § 38).
[…]
57. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος της αναγκαιότητας, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τα διάφορα στοιχεία που μνημονεύονται στις σκέψεις 57 έως 59 της προαναφερθείσας αποφάσεως Üner. Το κράτος πρέπει να επιτύχει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του ατόμου και της κοινότητας στο σύνολό της. Και στα δύο πλαίσια το κράτος απολαμβάνει ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης. Επιπλέον, το άρθρο 8 δεν συνεπάγεται γενική υποχρέωση ενός κράτους να σέβεται την επιλογή της χώρας διαμονής των μεταναστών και να επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση στο έδαφός του. […] Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι αν η οικογενειακή ζωή δημιουργήθηκε σε μια εποχή κατά την οποία τα εμπλεκόμενα πρόσωπα γνώριζαν ότι το μεταναστευτικό καθεστώς ενός από αυτούς ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής (βλ. Jerry Olajide Sarumi κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 43279/98, 26 Ιανουαρίου 1999· Andrey Sheabashov c. la Lettonie (dec.), no. 50065/99, 22 Μαΐου 1999). Στην περίπτωση αυτή, η μετακίνηση του αλλοδαπού μέλους της οικογένειας θα ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 8 μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Abdulaziz, Cabales και Balkandali, ό.π., § 68· Mitchell κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 40447/98, 24 Νοεμβρίου 1998· και Ajayi κ.λπ., ό.π.· Rodrigues da Silva και Hoogkamer, ό.π.).
58. Συναφώς, το Δικαστήριο παρατήρησε κατ' αρχάς ότι, όταν ο πρώτος προσφεύγων έφθασε και υπέβαλε αίτηση ασύλου στη Νορβηγία στις 25 Αυγούστου 2001, ήταν ενήλικος και δεν είχε δεσμούς με τη χώρα. Οι οικογενειακοί του δεσμοί με τον δεύτερο και τον τρίτο προσφεύγοντα διαμορφώθηκαν σε διαφορετικά στάδια κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη χώρα.
59. Ο πρώτος και ο δεύτερος ενάγων συναντήθηκαν τον Οκτώβριο του 2001 και άρχισαν να συγκατοικούν τον Μάρτιο του 2002. Ήδη από την αρχή της σχέσης τους πρέπει να ήταν σαφές και στους δύο ότι οι προοπτικές τους να μπορέσουν να εγκατασταθούν ως ζευγάρι στη Νορβηγία ήταν επισφαλείς. […]
[…]
61. Κατά το Δικαστήριο, σε κανένα στάδιο πριν από τον γάμο τους στις 2 Φεβρουαρίου 2003 ο πρώτος και ο δεύτερος προσφεύγων δεν μπορούσαν ευλόγως να έχουν την προσδοκία ότι θα του χορηγούνταν άδεια διαμονής στη Νορβηγία.
68. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι οι εθνικές αρχές του εναγόμενου κράτους ενήργησαν αυθαίρετα ή υπερέβησαν με άλλο τρόπο το περιθώριο εκτίμησής τους όταν αποφάσισαν να απελάσουν τον πρώτο προσφεύγοντα και να απαγορεύσουν την επανείσοδό του για πέντε χρόνια. […] Λαμβάνοντας υπόψη το μεταναστευτικό καθεστώς του πρώτου προσφεύγοντος, η παρούσα υπόθεση δεν αποκάλυψε εξαιρετικές περιστάσεις που να απαιτούν από το εναγόμενο κράτος να του χορηγήσει δικαίωμα διαμονής στη Νορβηγία, ώστε να μπορέσουν οι προσφεύγοντες να διατηρήσουν και να αναπτύξουν την οικογενειακή ζωή στη χώρα αυτή. Εν ολίγοις, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εθνικές αρχές μπορούσαν εύλογα να θεωρήσουν ότι η παρέμβαση ήταν «απαραίτητη» κατά την έννοια του άρθρου 8 § 2 της Σύμβασης.
Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης.»
(Μετάφραση του παρόντος Δικαστηρίου)
Εκ της ως άνω νομολογίας καθίσταται θεωρώ σαφές ότι το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου σταθμίζονται και συναξιολογούνται σε εκάστη υπόθεση μαζί με το σύνολο των περιστάσεων που την αφορούν. Αφενός λοιπόν δεν είναι κάθε επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή ανεπίτρεπτη, καθώς μπορεί, υπό το φως των λοιπών περιστάσεων που αφορούν μια υπόθεση, να κριθεί δικαιολογημένη και αναλογική προς τον σκοπό της απομάκρυνσης ενός αιτητή (όπου τούτο επιτρέπεται ή και επιβάλλεται από την οικεία νομοθεσία) και αφετέρου το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, αν και ιδιαίτερης βαρύτητας, δεν είναι αφ’ εαυτού καθοριστικό, όταν άλλοι παράμετροι της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αλλά και ο χρόνος κατά τον οποίο δημιουργήθηκαν οι δεσμοί των εμπλεκομένων, δεικνύουν ότι ήταν γνωστό σ’ αυτούς τότε ότι «η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής» (βλ. Omoregie, ανωτέρω) και δεν συντρέχουν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις.
Σε συνέχεια των ως άνω αξίζει να σημειωθεί ότι δεν θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αναζητήσει ενεργά στοιχεία, πέραν των όσων ο αιτητής προσκομίζει. Θα πρέπει εδώ να υπομνησθεί ότι στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-133/15, Chavez-Vilhez a.o., ημ.10/05/17, στην οποία γίνεται αναφορά και στη C-112/20, M. A. (ανωτέρω), όπου εξετάστηκε το κατά πόσο ένα κράτος μέλος έχει υποχρέωση να παρέχει άδεια διαμονής σε γονέα παιδιού (όπου το παιδί ήταν πολίτης του κράτους αυτού, ως και ο έτερος γονέας του), κατέληξε στα εξής, που θεωρώ ότι έχουν εδώ σημασία, τηρουμένων των αναλογιών, δεδομένου ότι επίδικο στην παρούσα δεν είναι η χορήγηση άδειας διαμονής αλλά τυχόν ακύρωση της απόφασης επιστροφής του αιτητή (για παρεμφερείς ωστόσο λόγους):
«Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να εξαρτά το δικαίωμα διαμονής, στο έδαφός του, υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ο οποίος έχει την καθημερινή πραγματική φροντίδα ανήλικου τέκνου έχοντος την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους, από την υποχρέωση του εν λόγω υπηκόου να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τυχόν απόφαση περί μη αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, υποχρεώνοντάς το να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης θεωρούμενο ως εν όλον. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν, όμως, να προβαίνουν, βάσει των στοιχείων που προσκομίζονται από υπήκοο τρίτης χώρας, στην αναγκαία έρευνα ώστε να μπορέσουν να κρίνουν, υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως, αν τυχόν απορριπτική απόφαση θα είχε τις συνέπειες αυτές.».
Στη δε απόφαση του ΔΕΕ στη C-156/23, Ararat, ημ.17/10/24, που αφορούσε απόφαση επιστροφής σε σχέση με τον ανήλικο εκεί αιτητή και της στα πλαίσια τούτης εξέτασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λέχθηκαν τα εξής, στη σκέψη 52, που δεικνύουν ομοίως ότι η εξέταση γίνεται στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων:
«[Το] άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, καθώς και με το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ελέγχου νομιμότητας πράξης με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή απορρίπτει αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής επί τη βάσει του εθνικού δικαίου και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θέτει τέρμα στην αναστολή εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής που είχε εκδοθεί προηγουμένως στο πλαίσιο διαδικασίας διεθνούς προστασίας, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που έχουν τεθεί υπόψη του, όπως συμπληρώθηκαν ή αποσαφηνίστηκαν κατόπιν κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας, ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης λόγω της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής.»
Παρεμφερώς με τα ως άνω, στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-484/22, GS, ημ.15/02/23, που και πάλι αφορούσε το ίδιο το ανήλικο, λέχθηκε, σκέψη 25, ότι «το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 αντιτίθεται στην έκδοση από κράτος µέλος αποφάσεως επιστροφής χωρίς να ληφθούν υπόψη τα κρίσιμα στοιχεία της οικογενειακής ζωής του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας τα οποία αυτός επικαλέστηκε, προκειμένου να αντιταχθεί στην έκδοση της ως άνω αποφάσεως […].»
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία παρατηρώ τα εξής.
Ως προκύπτει από τα Τεκμήρια 1-5, ο αιτητής παντρεύτηκε στις 08/05/25 ομοεθνή του, η οποία είναι αναγνωρισμένη πρόσφυγας (δυνάμει απόφασης ημ.01/08/24), με την οποία απέκτησε τέκνο που γεννήθηκε στη Δημοκρατία στις 15/11/25. Ο γάμος του αιτητή με την μητέρα του ανήλικου τέκνου τους έγινε περί τον 1 μήνα αφότου επιφυλάχθηκε η παρούσα (η οποία επιφυλάχθηκε για 1η φορά στις 11/04/25), το δε τέκνο των δύο γεννήθηκε καθ’ ον χρόνο η παρούσα είχε επανανοιχθεί (κατόπιν σχετικού αιτήματος του αιτητή). Ο γάμος του αιτητή όσο και η γέννηση του τέκνου τους έγιναν περί τα 2 και 2 ½ έτη, αντίστοιχα, μετά που η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας (του αιτητή) είχε απορριφθεί ως αβάσιμη (08/05/25). Καθίσταται σαφές πως τα όσα προκύπτουν από τα ως άνω Τεκμήρια (γάμος, γέννηση τέκνου) επήλθαν σε χρόνο που οι εδώ εμπλεκόμενοι «γνώριζαν ότι το μεταναστευτικό καθεστώς ενός από αυτούς ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής» (Omoregie και Jeunesse, ανωτέρω). Σύμφωνα τώρα με την ίδια νομολογία, «όταν συμβαίνει αυτό, είναι πιθανό μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις η μετακίνηση του αλλοδαπού μέλους της οικογένειας να συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 [της ΕΣΔΑ]». Σημειώνω ότι δεν αμφισβητείται εδώ ο νομικός δεσμός του αιτητή με τη σύζυγο του (γάμος), μητέρα του ανήλικου αλλά και με το ίδιο το ανήλικο (πατρότητα). Όμως δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου περαιτέρω πληροφορίες για την εν τοις πράγμασι σχέση αυτών, τα οποία θα επέτρεπαν πληρέστερη στα πλαίσια της παρούσης «συνεκτίμηση, προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως […] της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με καθέναν από τους γονείς του, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας» (M. A., ΔΕΕ, ανωτέρω) ή θα καταδείκνυαν εξαιρετικές περιστάσεις.
Σταθμίζοντας λοιπόν τα ενώπιον μου στοιχεία ως πιο πάνω καταγράφονται, ότι, στη βάση της ως άνω νομολογίας, δεδομένου ότι οι δεσμοί των εμπλεκομένων επήλθαν σε χρόνο που αυτοί γνώριζαν ότι η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής στη Δημοκρατία είναι εξαρχής επισφαλής (βλ. Omoregie και Jeunesse, ανωτέρω), αφού, δεδομένης εδώ της προηγούμενης απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας του αιτητή, αλλά και της επιφύλαξης της απόφασης στην παρούσα, η συνέχιση της νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία [ενόψει εδώ και του ανασταλτικού αποτελέσματος της προσφυγής, αρ.8 (α) του Νόμου], εξαρτάτο - έκτοτε - από την έκβαση της παρούσης, αλλά και στην απουσία εξαιρετικών περιστάσεων ή και στοιχείων που θα επέτρεπαν περαιτέρω συνεκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του αιτητή, υπό το πρίσμα των παραμέτρων που αναφέρονται στην Μ.Α. (ΔΕΕ, ανωτέρω), είναι κατάληξη μου ότι η απομάκρυνση του αιτητή δεν συνιστά αυθαίρετη επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή [δεδομένης και της επιφύλαξης του αρ.8 (2)], εφόσον αυτή στηρίζεται σε νόμιμη και ορθή απόφαση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ως εξηγείται και πιο πάνω, και ενόψει του ότι η απόφαση απόρριψης της επίδικης αίτησης διεθνούς προστασίας έχει κριθεί – ομοίως – ορθή και νόμιμη.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, παρότι ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε προς τούτο, δεν μπορεί να αποκλειστεί εδώ και το ενδεχόμενο ο γάμος της μητέρας του ανήλικου τέκνου τους με τον εδώ αιτητή να διαφοροποιεί και το προφίλ ή τις περιστάσεις της ιδίας (δεδομένου ότι ο αιτητής είναι ομοεθνής της), με ότι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται γι’ αυτήν και το χορηγηθέν σ’ αυτή καθεστώς προστασίας.
Τα ως άνω σφραγίζουν και την τύχη της προσφυγής, καθώς ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τις ως άνω διαπιστώσεις μου.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1500 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] https://www.jeuneafrique.com/1473407/politique/en-rdc-daniel-lusadusu-kiambi-le-colonel-medecin-charge-de-reformer-lanr/ and https://fr.wikipedia.org/wiki/Jean-Hervé_Mbelu_Biosha
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[3] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο