B.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1718/2024, 30/6/2026
print
Τίτλος:
B.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1718/2024, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 1718/2024

 

30 Ιουνίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

  

B.M.M.

                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

....................

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Γεωργία Καρατσιόλη για Νίκο Α. Λοΐζου και Χρίστο Γ. Χριστούδια, Δικηγόρος για τον αιτητή

Νικόλας Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

[Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Μυροφόρα Σταυρινίδου για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα].

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 03/04/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:  Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 18/02/2019 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την 19/02/2019, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από τα κρατητήρια Μεννόγειας.

 

Στις 27/02/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου και στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με την συνέντευξη του Aιτητή. Στη συνέχεια, στις 03/04/2024 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή.  Στις 15/04/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 16/04/2024.  Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Κατά την καταγραφή του αιτήματός του ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω προβλήματος που αντιμετώπισε με οικογένεια επαρχιακού υφυπουργού. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του εργαζόταν ως ραδιολόγος και διεκπεραίωσε μία ακτινολογική εξέταση στην κυοφορούσα σύζυγο του υφυπουργού χωρίς την απαραίτητη προστασία που είθισται για τις εγκυμονούσες γυναίκες.  Μετά την εξέταση αυτή η σύζυγος του υφυπουργού απέβαλε με αποτέλεσμα ο υφυπουργός να κινηθεί νομικά εναντίον του Αιτητή. Αυτή η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη για τον ίδιο, οπότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του.

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείς στις 18/04/1989 στη πόλη Kinshasa όπου έζησε και μεγάλωσε μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.  Ανέφερε ότι οι γονείς του και τα επτά του αδέλφια ζουν επίσης στη Κινσάσα όπως επίσης και συγγενείς του. Στην Κύπρο όπως ανέφερε δεν έχει συγγενείς, ωστόσο βρίσκονται η γυναίκα του και η ανήλικη θυγατέρα τους. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο ανέφερε ότι αποφοίτησε από το ISTEM της Kinshasa ως ακτινολόγος (medical imagery) περί το 2010-2011 στο οποίο φοίτησε για τρία έτη ενώ έλαβε και σχετικό δίπλωμα (ερυθρό 30, χ2 , χ4, χ5 του διοικητικού φακέλου). Πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του εργαζόταν στο Reference Hospital of Ndjili ως μαθητευόμενος ακτινολόγος για διάρκεια περίπου οκτώ μηνών (ερυθρό 37, χ1,χ2,χ3,χ4 και ερυθρό 36 χ2  του διοικητικού φακέλου). Επιπλέον ανέφερε ότι ομιλεί Lingala και Γαλλικά (ερυθρό 36 χ1 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε ότι ενώ εργαζόταν ως ασκούμενος σε νοσοκομείο, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, προέβη στη διενέργεια ακτινογραφικής εξέτασης σε έγκυο γυναίκα.  Όπως ισχυρίστηκε κατά την εν λόγω εξέταση δεν χρησιμοποιήθηκε επαρκής προστατευτικός εξοπλισμός, λόγω της κακής ποιότητάς του, με αποτέλεσμα η εγκυμοσύνη να εκτεθεί στην ακτινοβολία, γεγονός το οποίο, όπως ανέφερε, οδήγησε σε αποβολή.

 

Ο αιτητής ανέφερε ότι η γυναίκα είχε προσέλθει στο συγκεκριμένο νοσοκομείο αποκλειστικά για τη διενέργεια της ακτινογραφίας, ενώ η παρακολούθηση της εγκυμοσύνης της γινόταν από άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα. Μετά την επιστροφή της στο εν λόγω ίδρυμα, της αποδόθηκε ως αιτία της αποβολής η ακτινογραφική εξέταση που είχε προηγουμένως πραγματοποιηθεί. Ακολούθως, μέλη της οικογένειας της γυναίκας μετέβησαν στο νοσοκομείο όπου εργαζόταν ο αιτητής προκειμένου να ζητήσουν εξηγήσεις και ενημερώθηκαν ότι η εξέταση είχε διενεργηθεί από ασκούμενο, του οποίου η πρακτική άσκηση είχε ήδη ολοκληρωθεί.

 

Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι καταγγέλθηκε στις αρμόδιες αρχές και ότι παρόλο που έλαβε πρόσκληση για να παρουσιαστεί, δεν παρουσιάστηκε γιστί φοβόταν. Την επόμενη ημέρα πρόσθεσε, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και οι αστυνομικές δυνάμεις προχώρησαν στη σύλληψή του. Ο αιτητής ανέφερε ότι, κατόπιν παρέμβασης φίλου του, ο θείος του τελευταίου, ο οποίος κατείχε τον βαθμό του συνταγματάρχη, μεσολάβησε προκειμένου να αποφευχθεί η κράτησή του. Ο εν λόγω αξιωματικός φέρεται να εξασφάλισε την αποφυλάκισή του και να τον φιλοξένησε στην οικία του.  Τέλος, ο αιτητής δήλωσε ότι, όταν ο συνταγματάρχης αντιλήφθηκε ότι ο Αιτητής εξακολουθούσε να διατρέχει κίνδυνο, αποφάσισε να προβεί στις απαραίτητες διαδικασίες για την αναχώρησή του Αιτητή από τη ΛΔΚ και τη μετάβασή του στην Κύπρο.

 

Σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικές με το επαγγελματικό του υπόβαθρο ο Αιτητής ανέφερε ότι από το 2012 μέχρι το 2016 εργάστηκε ως μαθητευόμενος στο τμήμα της ακτινολογίας σε άλλο ιδιωτικό νοσοκομείο στη κοινότητα Kasa Vubu. Ερωτηθείς για το όνομα του εν λόγω νοσοκομείου ο Αιτητής δεν θυμόταν ωστόσο ανέφερε το όνομα του ιδιοκτήτη. Μετά από αυτό εργάστηκε στο νοσοκομείο στο τμήμα της ραδιολογίας όπου συνέβη το εν λόγω περιστατικό για περίοδο περίπου οκτώ μηνών. Ερωτηθείς για τη διαδικασία πρόσληψης στο εν λόγω νοσοκομείο ο Αιτητής ανέφερε ότι κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα και προσλήφθηκε. Ανέφερε ότι το ωράριο εργασίας του ήταν από της 7:00 π.μ. μέχρις τις 3:30μ.μ ενώ κάποτε εργαζόταν σε βραδινή βάρδια από τις 6:00 μ.μ. μέχρι τις 6:00 π.μ. Κληθείς να περιγράψει τα καθήκοντά του ο Αιτητής ανέφερε ότι εξέταζε ασθενείς (ερυθρό 34 χ10χ10 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αιτητής ανέφερε ότι η αποβολή της γυναίκας συνέβη περίπου δύο μήνες μετά τη διενέργεια της ακτινογραφίας, περί τον Δεκέμβριο του 2017. Δήλωσε ότι ενημερώθηκε για το γεγονός εντός του ίδιου μήνα από το νοσοκομείο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι συντάχθηκε ιατρική έκθεση από το άλλο νοσοκομείο, η οποία διαβιβάστηκε στο νοσοκομείο όπου εργαζόταν. Η εν λόγω έκθεση, σύμφωνα με τον Αιτητή, του κοινοποιήθηκε μέσω του ιατρικού διευθυντή, ο οποίος την απέστειλε στον προϊστάμενο του τμήματός του και στη συνέχεια του γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενό της.

 

Ο αιτητής δήλωσε ότι πληροφορήθηκε πως το άλλο νοσοκομείο τον κατηγορούσε για την αποβολή, καθώς, σύμφωνα με όσα του μεταφέρθηκαν από τον προϊστάμενο του τμήματός του, ο ιατρικός διευθυντής θεώρησε ότι έφερε ευθύνη, δεδομένου ότι η πρακτική του άσκηση είχε ήδη ολοκληρωθεί και φερόταν να εργάζεται παρανόμως. Υπό το πρίσμα αυτό, του αναφέρθηκε ότι η οικογένεια της γυναίκας είχε το δικαίωμα να τον καταγγείλει στην αστυνομία, καθώς το ίδιο το νοσοκομείο απέδιδε σε αυτόν την ευθύνη για το περιστατικό.  Ο Αιτητής ανέφερε  επιπλέον ότι, μετά τα ανωτέρω, το νοσοκομείο του ζήτησε να διακόψει την εργασία του οπότε ο Αιτητής παρέμεινε στο σπίτι. Στη συνέχεια, του απεστάλη πρόσκληση από τις αρχές, στην οποία δεν ανταποκρίθηκε καθώς όπως δήλωσε φοβόταν. Ακολούθως, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και ο αιτητής τέθηκε υπό κράτηση (ερυθρό 33 του διοικητικού φακέλου)

 

Αναφορικά με την πρόσκληση και το ένταλμα σύλληψης, ο αιτητής ανέφερε ότι έλαβε πρόσκληση από το αστυνομικό τμήμα (commissary) του Ndjili. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η πρόσκληση απεστάλη περίπου δύο εβδομάδες μετά την αποβολή της γυναίκας. Όπως εξήγησε, επρόκειτο για έγγραφο του δικαστηρίου με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί ενώπιον των αρχών, προκειμένου να τοποθετηθεί σχετικά με τις κατηγορίες που διατυπώνονταν εις βάρος του.  Ο αιτητής δήλωσε ότι φοβόταν επειδή γνώριζε τη σοβαρότητα του προβλήματος, το νοσοκομείο είχε αποποιηθεί της ευθύνης και ο ίδιος θεωρούσε ότι το βάρος της υπόθεσης είχε μεταφερθεί αποκλειστικά σε αυτόν. Ερωτηθείς εάν είχε απαγγελθεί επίσημη κατηγορία εις βάρος του, απάντησε αρνητικά, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία δεν έφτασε σε αυτό το στάδιο, καθώς παρενέβη ο συνταγματάρχης για την αποφυλάκισή του.

 

Ο αιτητής ανέφερε ότι το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε μία ημέρα μετά την αποστολή της πρόσκλησης. Περιγράφοντας τη σύλληψή του, δήλωσε ότι ήταν βίαιη και ότι οι αστυνομικοί τον μεταχειρίστηκαν ως κοινό εγκληματία, ασκώντας σωματική βία. Ανέφερε ότι κατά τη σύλληψή του βρισκόταν στην οικία του, όταν οι αστυνομικοί χτύπησαν την πόρτα, του επέδειξαν το ένταλμα σύλληψης και του πέρασαν χειροπέδες, χαρακτηρίζοντάς τον εγκληματία.  Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, μεταφέρθηκε στο δικαστήριο του Ndjili, όπου κρατήθηκε σε κελί εντός του δικαστηρίου. Περιέγραψε τον χώρο κράτησης ως ιδιαίτερα ακατάλληλο, χωρίς κρεβάτια, με εξαιρετικά κακές συνθήκες υγιεινής, αναφέροντας ότι οι κρατούμενοι κοιμούνταν στο πάτωμα. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεν τους παρείχαν τροφή ούτε πόσιμο νερό και ότι κάποιος φίλος του, του έφερνε φαγητό και πως παρέμεινε υπό κράτηση για χρονικό διάστημα περίπου μίας εβδομάδας και μίας ημέρας (ερυθρό 32 χ1-χ12 του διοικητικού φακέλου).

 

Σε σχετική ερώτηση εάν διεξήχθη ποτέ δίκη σε σχέση με την υπόθεσή του ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος δεν παρουσιάστηκε ενώπιον δικαστηρίου. Αναφορικά με την αποφυλάκισή του, επανέλαβε ότι αυτή συνέβη με την συμβολή του συνταγματάρχη, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ή να μπορεί να εξηγήσει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Όπως ανέφερε, ο εν λόγω αξιωματικός προσήλθε μία ημέρα στον χώρο κράτησής του, έδωσε οδηγίες στους αρμόδιους και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος.

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πώς κατέστη δυνατή η αποφυλάκισή του χωρίς να προηγηθεί δίκη, ο αιτητής απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Δήλωσε ότι δεν θυμάται την ακριβή ημερομηνία αποφυλάκισής του, ωστόσο τοποθέτησε το γεγονός στις αρχές Φεβρουαρίου 2018. Μετά την αποφυλάκισή του, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο συνταγματάρχης τον μετέφερε στην οικία του, όπου και παρέμεινε μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου του έτους 2018, ημερομηνία κατά την οποία τον συνόδευσε στο αεροδρόμιο.  Κληθείς να επεξηγήσει για ποιο λόγο διέμενε στην οικία του συνταγματάρχη ο Αιτητής ανέφερε ότι θεωρούσε ότι διέτρεχε κίνδυνο, υποστηρίζοντας ότι η οικογένεια της γυναίκας επιθυμούσε να παραμείνει στη φυλακή για όλη του τη ζωή. Επιπλέον ανέφερε ότι κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής του στην εν λόγω οικία δεν συνέβη κάποιο άλλο περιστατικό σε βάρος του.

 

Σε ερώτηση σχετικά με τον λόγο για τον οποίο εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κίνδυνο, παρά το γεγονός ότι είχε αποφυλακιστεί, ο αιτητής ανέφερε ότι η οικογένεια της γυναίκας ήταν οικονομικά ευκατάσταση και ότι, κατά την εκτίμησή του, μπορούσε να επηρεάσει τις αρχές προκειμένου να οδηγηθεί εκ νέου στη φυλακή. Ερωτηθείς εκ νέου για ποιο λόγο πιστεύει ότι κινδυνεύει μετά την νόμιμη αποφυλάκισή του, δεδομένου ότι κατά τη παραμονή του στην οικία του Συνταγματάρχη δεν του συνέβη οποιοδήποτε άλλο περιστατικό, ο Αιτητής ανέφερε ότι παρέμενε εντός της οικίας του συνταγματάρχη διότι σε αντίθετη περίπτωση υπήρχε κίνδυνος να συλληφθεί εκ νέου, καθώς η υπόθεση ήταν πολύ σοβαρή.

 

Τέλος, ο αιτητής ανέφερε ότι το διαβατήριό του τού παραδόθηκε από τον συνταγματάρχη ενώ ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι κατάφερε να διαφύγει από την χώρα καταγωγής του, παρόλο που αναζητείτο, επειδή ο συνταγματάρχης τον συνόδευσε τόσο από την οικία του μέχρι το αεροδρόμιο όσο και εντός του αεροδρομίου (ερυθρό 31 του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει ποιες θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ ο Αιτητής ανέφερε ότι θα συλληφθεί εκ νέου καθώς η αποφυλάκισή του δεν έγινε με την νόμιμη οδό. Κληθείς να αποσαφηνίσει την ασάφεια με την προηγούμενή δήλωσή του ότι δεν γνώριζε εάν ο συνταγματάρχης τον απελευθέρωσε νόμιμα ο Αιτητή ανέφερε ότι ο ίδιος ο συνταγματάρχης του είχε αναφέρει να παραμείνει στην οικία γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα συλληφθεί καθότι η αποφυλάκισή του δεν ήτα νόμιμη. Ερωτηθείς πως κατάφερε ωστόσο να ταξιδέψει με το διαβατήριο του αφού απελευθερώθηκε παράνομα και δεν συνελήφθη ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει.

 

Όταν ρωτήθηκε εάν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ ο Αιτητής ανέφερε ότι το πρόβλημα εξακολουθεί να υπάρχει. Ερωτηθείς πως γνωρίζει ότι το πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται ο Αιτητής ανέφερε ότι ήταν με αυτήν την εντύπωση όταν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ωστόσο πλέον δεν γνωρίζει τι συμβαίνει. Ερωτηθείς εάν οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν να επιστρέψει ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει, ενώ δήλωσε πως ο συνταγματάρχης τον είχε ενημερώσει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει (ερυθρό 30 του διοικητικού φακέλου).

Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο Αιτητής προσκόμισε τα εξής έγγραφα: Πρόσκληση από τις αρχές της χώρας του για να παρουσιασθεί  ημερομηνίας 19/01/2018 (ερυθρό 48 του διοικητικού φακέλου), Ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 29/01/2018 (ερυθρό 47 του διοικητικού φακέλου), Πιστοποιητικό ολοκλήρωσης σπουδών από το ISTM της Kinshasha  (ερυθρό 46 του διοικητικού φακέλου) και Αντίγραφο κάρτα μέλους μαθητευόμενου (ερυθρό 45 του διοικητικού φακέλου).

 

Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή. Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά τον ισχυρισμό πως το επάγγελμα του ήταν ακτινολόγος σε νοσοκομεία. Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός  αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι  έγκυος γυναίκα απέβαλε λόγω ελλαττωματικού εξοπλισμού. Τέλος, ο τέταρτος ισχυρισμός αφορά την ισχυριζόμενη  σύλληψη και κράτηση του Αιτητή λόγω της αποβολής εγκυμοσύνης της ασθενούς.

 

Στα πλαίσια αξιολόγησης του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι γίνεται αποδεκτός καθότι ο αιτητής κρίθηκε εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος στις δηλώσεις του.  Αποδεκτός έγινε και ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή, σε σχέση με το επάγγελμά του ως ακτινολόγος σε νοσοκομεία, καθώς επίσης κρίθηκε εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος στις δηλώσεις του.

 

Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός που αφορά το γεγονός ότι έγκυος γυναίκα απέβαλε λόγο ελλαττωματικού εξοπλισμού δεν έγινε αποδεκτός. Ο αρμόδιος λειτουργός κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας διαπίστωσε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος του ενώ κληθείς να παραθέσει σχετικές λεπτομέρειες γύρω από τον ισχυρισμό αυτό, κρίθηκε ότι δεν ήταν συνεκτικός και περιγραφικός στις δηλώσεις του. Συγκεκριμένα ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι σε σχετικές με το περιστατικό ερωτήσεις στο οποίο αναφέρθηκε ο Αιτητής κατά την διάρκεια της συνέντευξης, δεν κατάφερε να παραθέσει επαρκείς και λεπτομερείς πληροφορίες. Επιπλέον ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει ότι όταν ζητήθηκε από τον Αιτητή να αναφέρει τι ακριβώς συνέβη κατά την διάρκεια της εξέτασης, όπου δήλωσε πως όλα ήταν μία χαρά, και πως εκείνη την ημέρα αντιμετώπιζε πρόβλημα με τους πνεύμονες της όπου υποβλήθηκε σε θωρακική ακτινογραφία και φόρεσε την προστατευτική στολή.  Όταν ρωτήθηκε αν κάποιος από τους ασθενής του είχε παραπονεθεί ανέφερε πως παράπονο υπεβλήθη μόνο από την έγκυο γυναίκα. Σε ερώτηση αναφορικά με τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούσε, όταν ρωτήθηκε αν είχε κάποιο πρόβλημα κατά την διάρκεια που εργαζόταν, δήλωσε πως η ποιότητα της στολής ήταν κατεστραμμένη, χωρίς να αναφέρει περαιτέρω πληροφορίες για τον εν λόγω ισχυρισμό του.

 

Αναφορικά με την αποβολή της γυναίκας, ο Αιτητής δήλωσε πως δύο μήνες μετά την ακτινογραφία απέβαλε ενώ σε ερωτήσεις σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίοενημερώθηκε για το εν λόγω περιστατικό και για τις κατηγορίες ότι αυτός ευθυνόταν, κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες.  Αρχικά ο αιτητής ανέφερε πως το νοσοκομείο που έστειλε την ιατρική αναφορά κατηγόρησε τον Αιτητή πως ευθυνόταν για την αποβολή της γυναίκας, στη συνέχεια, όταν ρωτήθηκε πως γνώριζε ότι τον κατηγόρησαν δήλωσε ότι ενημερώθηκε από τον προϊστάμενο του τμήματός του και ότι ο διευθυντής είπε πως είναι δικό του το φταίξιμο επειδή η πρακτική του είχε ολοκληρωθεί και ότι εξακολουθούσε να εργαζόταν παράνομα. Αργότερα, δήλωσε πως το νοσοκομείο διέκοψε τη συνεργασία μαζί του και μετά από επιστολή και ένταλμα σύλληψης, τέθηκε υπό κράτηση.

 

Κατά την εκτίμηση εξωτερικής αξιοπιστίας ο αρμόδιος λειτουργός καταγράφει ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη του, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.  Καταληκτικά ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε πως ο Αιτητής προέβαλε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και εισηγήθηκε πως ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του δεν γίνεται αποδεκτός.

 

Κατά την αξιολόγηση του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, η ισχυριζόμενη σύλληψη και κράτηση του λόγω αποβολής εγκυμοσύνης της ασθενούς ο λειτουργός έκρινε ότι δεδομένου του ότι η γενεσιουργός αιτία του ισχυρισμού του είναι το περιστατικό με την εγκυμονούσα, το οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό σύμφωνα με την αξιολόγηση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται επίσης αποδεκτός.

 

Ωστόσο εξετάζοντας τον εν λόγω ισχυρισμό αυτοτελώς ο αρμόδιος λειτουργός κατά την εκτίμηση της εσωτερική αξιοπιστίας διέκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του προβαλλόμενου ισχυρισμού. Κληθείς δε να παραθέσει περισσότερες σχετικές πληροφορίες ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι ο Αιτητής δεν υπήρξε συνεκτικός και περιγραφικός στις δηλώσεις του.  Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε πως αφού του στάλθηκε η επιστολή αυτή, δεν παρευρέθηκε στο Δικαστήριο, ενώ ερωτηθείς για τον λόγο που δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ο Αιτητής ανέφερε πως φοβόταν. Σε σχετική ερώτηση για ποιο λόγο φοβόταν, ο λειτουργός διέκρινε ότι ο Αιτητής υστερούσε στο να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες που να στοιχειοθετούν τον εν λόγω ισχυρισμό του.

 

Σε επιπλέον σχετική ερώτηση αν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες δήλωσε πως τον απελευθέρωσαν πριν να προχωρήσουν σε αυτό το στάδιο. Αναφορικά με το ένταλμα σύλληψης του, ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει ότι ο Αιτητής παρέμεινε ελλιπής στις δηλώσεις του καθώς του ζητήθηκε να αναφέρει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την σύλληψη του, δήλωσε πως ήταν πολύ σκληρή η σύλληψη του και πως τον αντιμετώπιζαν σαν εγκληματία φυλακίζοντας τον σε ένα βρώμικο κελί.

 

Σχετικά με την απελευθέρωση του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως ο θείος ενός φίλου του ήταν συνταγματάρχης και τον βοήθησε να απελευθερωθεί. Ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι ο Αιτητής υστερούσε στο να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες. Ειδικότερα, ερωτηθείς με πιο τρόπο τον απελευθέρωσε, ο Αιτητής δεν γνώριζε να απαντήσει ενώ ερωτηθείς εκ νέου τον τρόπο που κατάφερε να τον απελευθερώσει ο συνταγματάρχης δεδομένου ότι έπρεπε πρώτα να περάσει από δίκη, δεν γνώριζε να απαντήσει. Στην συνέχεια, όταν ρωτήθηκε τι συνέβη μετά την απελευθέρωση του δήλωσε ότι ο συνταγματάρχης τον φιλοξένησε στο σπίτι του για τον μήνα Φεβρουάριο και ενώ αργότερα τον μετέφερε στο αεροδρόμιο χωρίς, σύμφωνα με τον λειτουργό,  να αναφέρει περαιτέρω πληροφορίες. Ερωτηθείς για ποιο λόγο διέμενε στο σπίτι του συνταγματάρχη, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως βρισκόταν σε κίνδυνο προσθέτοντας πως η οικογένεια της γυναίκας που απέβαλε επιθυμούσε τη φυλάκισή του.

 

Τέλος, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι ερωτηθείς αν ήταν καταζητούμενος μετά την απελευθέρωση του από την φυλακή ο Αιτητής δεν ανέφερε κάτι σχετικό απαντώντας πως ο συνταγματάρχης γνώριζε τι συνέβαινε. Ερωτηθείς πώς κατάφερε να εκδώσει διαβατήριο ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι ο Αιτητής αδυνατούσε για ακόμη μία φορά να απαντήσει, δηλώνοντας πως ο συνταγματάρχης του έφερε το διαβατήριο χωρίς, σύμφωνα με τον λειτουργό, να αναφέρει περαιτέρω πληροφορίες. Ερωτηθείς επιπλέον με πιο τρόπο κατάφερε να εγκαταλείψει την χώρα του δεδομένου ότι επιθυμούσαν να τον συλλάβουν, ισχυρίστηκε πως ο συνταγματάρχης τον συνόδεψε από το σπίτι του στο αεροδρόμιο. Καταληκτικά ο λειτουργός διαπιστώνει ότι αυτό το μέρος του αιτήματός του Αιτητή στερείται εσωτερικής αξιοπιστίας, εφόσον δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές πληροφορίες ως προς τον ισχυριζόμενα φόβο του. Ο αρμόδιος λειτουργός κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας έκρινε ότι παρόλο που ο Αιτητής προσκόμισε το ένταλμα σύλληψης του και πρόσκληση του να παρευρεθεί στο Δικαστήριαοη εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.

 

Επιπλέον ανατρέχοντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης , αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης και φυλάκισης, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή για την κράτηση του και τη σύλληψη του υπήρξαν  αβάσιμοι και αδικαιολόγητοι, καθώς η αιτία, που είναι το περιστατικό της ακτινογραφίας που έκανε στην εγκυμονούσα που απέβαλε, δεν έγινε αποδεκτό. Ο λειτουργός καταλήγει συνεπώς, ότι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του σχετικά με την σύλληψη και την κράτησή του. Επιπρόσθετα, ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε έλλειψη επαρκών πληροφοριών, δεν αποδέχτηκε τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και κατόπιν αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και συγκεκριμένα στην Kinshasa, που συνιστά την περιοχή καταγωγής του Αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. 

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο  αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή και συγκεκριμένα στην Kinshasa,  κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, αλλά και με το δεύτερο ισχυρισμό, οι οποίοι ορθά έγιναν αποδεκτοί, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ, εφόσον μάλιστα δεν αμφισβητούνται.  Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ότι έγκυος γυναίκα απέβαλε συνεπεία χρήσης ελαττωματικού προστατευτικού εξοπλισμού κατά τη διενέργεια ακτινογραφίας και ότι ο ίδιος κατηγορήθηκε για το περιστατικό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημά του αιτητή ότι δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του ισχυρισμού του.

 

Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, διαπίστωσε ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού του. Ειδικότερα, δεν περιέγραψε με σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να χρησιμοποιήθηκε ο ελαττωματικός εξοπλισμός, ούτε εξήγησε επαρκώς τη φύση του προβλήματος ή τη σύνδεσή του με την αποβολή της εγκύου.  Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε την αποβολή της γυναίκας και τις κατηγορίες που αποδόθηκαν σε βάρος του κρίθηκαν αντιφατικές και αόριστες, καθώς απέδωσε την ενημέρωσή του άλλοτε στο νοσοκομείο και άλλοτε στον προϊστάμενο και τον διευθυντή του τμήματος, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι απολύθηκε, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του και τέθηκε υπό κράτηση.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας, των δηλώσεων του αιτητή θα πρέπει να αναφερθεί πως οι ισχυρισμοί του αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός του και διαφαίνεται πως δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνησή τους μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Προκειμένου να διαπιστώσω βέβαια την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ο ιατρικός προστατευτικός  εξοπλισμός κατά τη διάρκεια της εξέτασης της κυοφορούσας γυναίκας υπήρξε ελαττωματικός, η έκθεση για της Ιατρικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής της EUAA, ημερομηνίας 2021, αναφέρει ότι «…η έλλειψη πόρων, συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού και των διαγνωστικών εξετάσεων, σημαίνει ότι τα κέντρα υγείας πρώτης γραμμής και τα κέντρα υγείας συχνά δεν διαθέτουν την ικανότητα να παρέχουν επαρκή υγειονομική περίθαλψη[1].

 

Ως αποτέλεσμα, οι διαγνώσεις συχνά βασίζονται στην κλινική εικόνα των συμπτωμάτων, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ διαφορετικών αιτιών κακής υγείας[2]. Η ίδια έκθεση επιπλέον αναφέρει ότι το εθνικό σχέδιο υγειονομικής ανάπτυξης (Plan National de Development Sanitaire) περιγράφει την επαγγελματική εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας ως χαμηλής ποιότητας. Αναφέρεται στον πολλαπλασιασμό ιδρυμάτων που δεν πληρούν τα αναμενόμενα πρότυπα, λόγω γενικευμένης έλλειψης πόρων, εξοπλισμού και υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικών και επιβλεπόντων. Το PNDS αναφέρει επίσης χαμηλά επίπεδα κινήτρων και διατήρησης του ανθρώπινου δυναμικού, εν μέρει λόγω της τακτικής μη καταβολής μισθών και των χαμηλών αποδοχών[3].

 

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας στο πρόσφατο Health Cluster αναφέρει ότι «Το σύστημα υγείας στη ΛΔ Κονγκό αντιμετωπίζει σοβαρές δομικές προκλήσεις οι οποίες περιλαμβάνουν έλλειψη εξειδικευμένου υγειονομικού προσωπικού, ασυνεπή παροχή ιατρικών προμηθειών, οικονομικά και γεωγραφικά εμπόδια, καθώς και συχνές επιθέσεις σε υγειονομικές εγκαταστάσεις. Σημαντικά κενά παρατηρούνται στη φροντίδα μητέρας και νεογνού, στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και στη θεραπεία του HIV[4].

 

Με βάση τις ανωτέρω εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, προκύπτει ότι το σύστημα υγείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αντιμετωπίζει σοβαρές και διαχρονικές ελλείψεις σε ιατρικό εξοπλισμό και προμήθειες. Οι ελλείψεις αυτές, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή χρηματοδότηση, τις περιορισμένες διαγνωστικές δυνατότητες και τις ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό, επηρεάζουν ουσιωδώς την ποιότητα και την επάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι η ανεπάρκεια ή ο ελαττωματικός ιατρικός εξοπλισμός αποτελεί διαπιστωμένο και συστηματικό πρόβλημα στη χώρα.  Το γεγονός ότι διαπιστώνονται τα ζητήματα αυτά δεν συνεπάγεται πως ο αιτητής έχει στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του ενόψει του ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του δεν τεκμηριώθηκε.  Από την αξιολόγηση της εσωτερικής και της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή διαφαίνεται πως δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, αφ’ ης στιγμής η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του, δεν έχει θεμελιωθεί.  Κατά συνέπεια, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Σε σχέση με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, περί σύλληψης και κράτησής του λόγω της αποβολής εγκύου ασθενούς, θα πρέπει να αναφερθεί πως ο εν λόγω ισχυρισμός ερείδεται στον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος δεν έχει γίνει αποδεκτός ως μη αξιόπιστος, με αποτέλεσμα ο τέταρτο ουσιώδης ισχυρισμός να στερείται της αναγκαίας πραγματικής βάσης.  Εξετάζοντας βεβαίως τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, διαπιστώνω πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του. Ειδικότερα, οι δηλώσεις του αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, τις συνθήκες της σύλληψης και της κράτησής του, καθώς και την απελευθέρωσή του με τη συνδρομή συνταγματάρχη, κρίθηκαν αόριστες και ελλιπείς, χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένες λεπτομέρειες που να καθιστούν τον ισχυρισμό εύλογο και πειστικό.  Ομοίως, οι εξηγήσεις του ως προς τον τρόπο έκδοσης του διαβατηρίου του και την αναχώρησή του από τη χώρα, παρά το ότι ισχυριζόταν ότι καταζητείτο, δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές, καθόσον απέδωσε τα σχετικά γεγονότα αποκλειστικά στην παρέμβαση του συνταγματάρχη, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο αυτή πραγματοποιήθηκε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του προβαλλόμενου ισχυρισμού θα πρέπει να αναφερθεί πως η προβαλλόμενη αιτία της σύλληψης και κράτησής του συνδέεται άμεσα με τον ήδη απορριφθέντα τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος δεν έχει γίνει αποδεκτός.  Επιπρόσθετα, ο αιτητής αναφέρει εντελώς προσωπικά γεγονότα τα οποία δεν μπορούν να διασταυρωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  Σε σχέση με την προσκόμιση εντάλματος σύλληψης και κλήσης για εμφάνιση ενώπιον Δικαστηρίου, ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και ανέτρεξα κατόπιν έρευνας στις μηχανές αναζήτησης ecoi-net, Refworld, EUAA COI Portal, καθώς και στο Διαδίκτυο και δεν ανευρέθηκαν σχετικές πληροφορίες αναφορικά με τη διαδικασία έκδοσης και επίδοσής τους καθώς και σε σχέση με τα τυπικά χαρακτηριστικά τους. Γενικότερες πληροφορίες, ληφθείσες από την έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, δημοσιευθείσα τον Απρίλιο 2024, αναφέρουν ότι το Σύνταγμα και ο νόμος απαιτούσαν να εκδίδεται ένταλμα από αρμόδιο εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο πριν από τη σύλληψη, η σύλληψη να πραγματοποιείται δημόσια, να παρίσταται δικηγόρος κατά την αρχική ανάκριση και οι κρατούμενοι να οδηγούνται ενώπιον δικαστή εντός τριών ημερών και είτε να απαγγέλλονται κατηγορίες είτε να απολύονται εντός τεσσάρων μηνών.[5] Ωστόσο, η κυβέρνηση συστηματικά δεν τηρούσε τις διατάξεις αυτές.[6] 

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στο περιεχόμενο των εγγράφων και δεν προσπάθησε με οποιοδήποτε δικονομικό μέσο στην ενώπιον μου διαδικασία να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του και να τεκμηριώσει το αφήγημά του.  Επιπρόσθετα, δεν διαφαίνεται το έγγραφο αυτό να είναι αξιόπιστο ενόψει του ότι δεν αναφέρεται ο λόγος της σύλληψής του ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να συγκεκριμενοποιεί του λόγους της σύλληψής του.  Ακόμα και να είναι γνήσια τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής δεν θα μπορούσαν αυτά από μόνα τους να οδηγήσουν σε παραχώρηση οποιουδήποτε καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Είναι ξεκάθαρο πως θα πρέπει να υπάρχει εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών στα πλαίσια της αποτίμησης των πληροφοριών που αφορούν το συγκεκριμένο αίτημα και στη βάση των στοιχείων που προσκομίστηκαν.

 

Ανεξαρτήτως του οποιουδήποτε εγγράφου, η έλλειψη εσωτερικής συνοχής στους ισχυρισμούς του αιτητή και η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και βιωματικών περιγραφών στην αφήγησή του είναι τέτοια που στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων της υπόθεσης, δεν επαρκεί για να γίνει αποδεκτός ο ουσιώδης ισχυρισμός.  Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του.  Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη σε γενικές και αόριστες αναφορές κατά το αφήγημά του, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Θα πρέπει βέβαια να αναφέρω πως έχω λάβει υπόψη μου ότι ο αιτητής με την γυναίκα του έχουν ένα ανήλικο τέκνο που γεννήθηκε στις 22/1/2022 του οποίου λαμβάνω υπόψη μου το βέλτιστο συμφέρον του. Από το πιο πάνω ιστορικό προκύπτει ότι ο αιτητής δεν επικαλείται στη συνέντευξή του κανένα απολύτως ισχυρισμό που να αφορά προσωπικά το ανήλικο τέκνο τους και κατά συνέπεια αυτό θα εξεταστεί στα πλαίσια αξιολόγησης του προφίλ του.  Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής με το ανήλικο τέκνο του θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.  Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι είναι άτομο νεαρής ηλικίας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανό προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του.

 

Ο αιτητης δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να αφορά τον ίδιο ή το ανήλικο τέκνο τους και να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχουν τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης ή να τεθούν σε τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής τους. Το παιδί γεννήθηκε στις 22/01/2022 και είναι σήμερα 4 ετών.  Ο συνήγορος του αιτητή δεν έθεσε ενώπιον μου οποιαδήποτε στοιχεία που να αφορούν οτιδήποτε σχετικό με το τέκνο, προκειμένου να μπορώ να εξετάσω οτιδήποτε άλλο. Το ζήτημα αυτό ήταν ενώπιον του αιτητή αλλά και του συνηγόρου του, δόθηκε ο χρόνος σε αυτή τη διαδικασία να τεθούν οποιαδήποτε ζητήματα με το κατάλληλο δικονομικό διάβημα αλλά δεν τέθηκε οτιδήποτε σχετικό.

 

Ο κατ' ουσίαν έλεγχος που διενεργεί το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναζήτηση στοιχείων.  Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου εξετάζω όλα τα ζητήματα με τον τρόπο που αυτά τίθενται από το συνήγορο του αιτητή χωρίς να υπερβαίνω βεβαίως τα όρια της διοικητικής διαδικασίας. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω δεν διακρίνω ότι ο αιτητής θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[7]

 

Επιπρόσθετα, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[8]

 

Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 12/06/2026) στην Kinshasa, καταγράφηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[9] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις [2026] ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[10]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία,  χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

  

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[3] 2021 updated DRC MedCOI Report διαθέσιμο σε https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_08_EASO_MedCOI_Report_DRC_update.pdf, σελ.26, PNDS, Plan National de Développement Sanitaire recadré pour la période 2019-2022, Ministère de la Santé, République Démocratique du Congo, November 2018, https://santenews.info/wp-content/uploads/2020/04/PNDS-2019-2022_GOUVERNANCE.pdf   σελ. 25

[5] United States Department of State (USDOS), Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 5, 6

[6] United States Department of State (USDOS), Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 5, 6

[7] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf

[8] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/

[9] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer

[10] World Population Review, Kinshasa DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο