V.S. K.M. κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.:1735/23, 17/6/2026
print
Τίτλος:
V.S. K.M. κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.:1735/23, 17/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.:1735/23

 

17 Ιουνίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

 

Μεταξύ: 

1.    V.S. K.M.

2.    C.O.K.M. ανήλικος ο οποίος

εκπροσωπείται από τη φυσική γονέα V.S.K.M.

Αιτητές 

-και-

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Κ. Κουπαρή (κα) Δικηγόρος για τους Αιτητές

Α. Παπαδοπούλου (κα) Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.  

Η Αιτήτρια παρούσα

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ:  Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια, εκπροσωπώντας και το ανήλικο τέκνο της, προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 11/05/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Όπως προκύπτει από την αίτηση ακυρώσεως, την ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος της Δημοκρατίας του Καμερούν (στο εξής «Καμερούν»), κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, η οποία, σύμφωνα με δική της δήλωση, εγκατέλειψε το Καμερούν στις 26/01/2020, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Στη συνέχεια στις 28/01/2020 διήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 31/01/2020 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 04/04/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου ο οποίος αξιολογώντας τα λεγόμενα της Αιτήτριας, στις 25/04/2023, συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας.

 

Στις 28/04/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας και την επιστροφή της στο Καμερούν.

 

Η απορριπτική απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση, μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 11/05/2023, παραλήφθηκε από την Αιτήτρια αυθημερόν θέτοντας την υπογραφή της δηλώνοντας πλήρη κατανόηση αυτής.

 

Εμπρόθεσμα η Αιτήτρια, μέσω της συνηγόρου της υπέβαλε την παρούσα προσφυγή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, αιτούμενη την ακύρωσή της.

 

Αποτελεί θέση της κ. Κουπαρή προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε κατόπιν πλημμελούς και ανεπαρκούς έρευνας των πραγματικών περιστατικών. Υποστήριξε ότι δεν αξιολογήθηκε δεόντως ο μελλοντικός φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια 1 σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, ούτε εξετάστηκε επαρκώς κατά πόσο υφίσταται αποτελεσματικό σύστημα προστασίας για θύματα έμφυλης βίας ή ο κίνδυνος μελλοντικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης ευαλωτότητάς της και της απουσίας υποστηρικτικού οικογενειακού δικτύου.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, είναι αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί δήθεν σεξουαλικής κακοποίησης της, όπως υποστηρίζουν οι Καθ’ ων η αίτηση, αποτελούν ζητήματα τα οποία απαράδεκτα τίθενται για πρώτη φορά και, μάλιστα, μέσω της γραπτής αγόρευσης. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζονται, τα αγγίγματα από τον μάγο σε βάρος της Αιτήτριας, αφορούν στο πλαίσιο των πρακτικών βουντού τα οποία και εξετάστηκαν στο πλαίσιο αξιολόγησης των ισχυρισμών της. Για τους λόγους αυτούς καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την αίτηση και επικυρώσει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Με την απαντητική γραπτή της η συνήγορος των Αιτητών υποστηρίζει πως τα ζητήματα σεξουαλικής κακοποίησης δεν προβάλλονται για πρώτη φορά με τη γραπτή αγόρευση, όπως προέβαλαν οι Καθ’ ων η αίτηση, αλλά προκύπτουν από τη συνέντευξη της Αιτήτριας και συνδέονται άμεσα με τις πρακτικές βουντού που περιέγραψε. Περαιτέρω, είναι θέση της πως η Αιτήτρια ως γυναίκα εμπίπτει στην έννοια μέλους «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», ιδίως αφού έγιναν αποδεκτοί ισχυρισμοί της σχετικά με πρακτικές βουντού που εφαρμόστηκαν σε βάρος της. Επίσης, τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν με την ένορκη δήλωσή της[1] ενισχύουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών της και καταδεικνύουν τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει σε περίπτωση επιστροφής της, δεδομένης της προσήλωσης της οικογένειάς της σε τέτοιες πρακτικές. Θεωρούν πως υφίσταται ακόμα αντίφαση στο ότι, ενώ έγινε αποδεκτό ότι υποβλήθηκε σε πρακτική εξαγνισμού, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ότι η οικογένειά της επιδίωκε περαιτέρω εξαγνισμό μέσω άλλου μάγου. Τέλος, υποστηρίζουν πως εάν η αξιολόγηση της αξιοπιστίας είχε πραγματοποιηθεί ορθά και με αναφορά σε εξωτερικές πηγές, θα διαπιστωνόταν η αδυναμία του κράτους καταγωγής να παράσχει αποτελεσματική προστασία, ιδίως ενόψει του κινδύνου δίωξης από την οικογένειά της και της κοινωνικής στοχοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, τονίζουν πως δεν εξετάστηκε καθόλου το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας ούτε ο κίνδυνος να υποστεί παρόμοια εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής, γεγονός που συνιστά ουσιώδη παράλειψη.

 

Στο στάδιο των διευκρινήσεων, αμφότερα τα μέρη υιοθέτησαν τα όσα προέβαλαν με τις γραπτές του αγορεύσεις, με έμφαση στον ισχυρισμό περί παράλειψης εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος του Αιτητή 2.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και δεδομένου ότι το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτή προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματος της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αίτησή της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή ζούσε σε μια ασταθή πνευματική κατάσταση, η οποία, όπως ανέφερε, την εμπόδιζε να επιτύχει σε οποιαδήποτε δραστηριότητα. Υποστήριξε ότι προσπάθησε να εξηγήσει την κατάσταση αυτή στην οικογένειά της, ωστόσο κανείς δεν την πίστευε. Ανέφερε επίσης ότι υπέφερε πολύ και ότι η μόνη βοήθεια που είχε ήταν από έναν ιερέα, ο οποίος τη βοήθησε να φύγει από τη χώρα, καθώς δεν μπορούσε να αντέξει άλλο την κατάσταση αυτή.

 

Στο πλαίσιο της προφορικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείσα στην πόλη Bafoussam του Καμερούν, η οποία αποτελεί και τον τόπο τελευατίας συνήθους διαμονης της. Περαιτέρω ως προς την οικογενειακή της κατάσταση δήλωσε άγαμη, αλλά μητέρα ενός αγοριού γεννημένου στην Κύπρο (Αιτητής 2). Ανέφερε ότι ο πατέρας του παιδιού διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι δεν επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το παιδί, αν και έχει εξετάσει το ενδεχόμενο αναγνώρισής του. Σημειωτέον ότι η Αιτήτρια αρνήθηκε να επεκταθεί περαιτέρω σε σχέση με τον πατέρα του παιδιού, ούσα συνασιθηματικά φορτισμένη. Σε σχέση με την πατρική της οικογένεια ανέφερε ότι οι γονείς της διαμένουν στην Bafoussam, ενώ έχει τέσσερα αδέλφια, τα οποία επίσης διαμένουν στο Καμερούν. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, δήλωσε ότι έχει ολοκληρώσει πανεπιστημιακές σπουδές στη δημοσιογραφία και αποφοίτησε το 2019 από το πανεπιστήμιο Cheikh Anta Diop, το οποίο βρίσκεται στην Yaoundé. Κατά δήλωσή της εργάστηκε για περίοδο τριών μηνών, κατά τα έτη 2017-2018, ως ασκούμενη δημοσιογράφος σε εφημερίδα με την επωνυμία "Mutation", ενώ δεν ανέφερε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα.

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, στο πλαίσιο της ελεύθερης αφήγησης, αναφέρθηκε στην άρνησής της να υποβληθεί σε πνευματικές τελετουργίες. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι όταν βρισκόταν στο Καμερούν αντιμετώπισε προβλήματα με την οικογένειά της, καθώς οι γονείς της, μαζί με θείους και θείες της, αποφάσισαν να την οδηγήσουν σε έναν άνθρωπο που ασχολείται με βουντού. Όπως ανέφερε, την άφησαν εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, θεωρώντας ότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα και ότι θα έπρεπε να «επανέλθει στον εαυτό της», ενώ η ίδια αισθανόταν ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα και ότι ήταν πνευματικά καλά.

Η Αιτήτρια περιέγραψε με λεπτομέρειες ότι ο εν λόγω άνθρωπος την τοποθέτησε μέσα σε μια τρύπα, γύρω από την οποία υπήρχε φωτιά, και στη συνέχεια χάραξε τα χέρια και ολόκληρο το σώμα της με ξυράφια, ενώ ακολούθως την άφησε σε ένα δωμάτιο. Όπως ανέφερε, τα μέλη της οικογένειάς της την επισκέπτονταν κατά διαστήματα. Δήλωσε ότι κάθε φορά που ο άνθρωπος αυτός ερχόταν κοντά της, έβαζε βενζίνη στο στόμα του και φυσούσε φωτιά προς το μέρος της, λέγοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα την απελευθέρωνε από τα πνεύματα. Ανέφερε επίσης ότι υπήρξαν ημέρες που δεν της έδινε τροφή, ενώ η ίδια φορούσε μόνο ένα κομμάτι ύφασμα, καθώς της έλεγαν ότι αυτό αποτελούσε μέρος της διαδικασίας «κάθαρσης».

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κάθε φορά που ο άνθρωπος αυτός την επισκεπτόταν, έφερνε έναν κουβά με νερό και λουλούδια και την έπλενε με αυτά. Ανέφερε επίσης ότι την άγγιζε στα γεννητικά της όργανα, λέγοντάς της ότι με τον τρόπο αυτό θα «καθαριζόταν». Όπως ισχυρίστηκε, ενημέρωνε τους γονείς της για τα περιστατικά αυτά όταν την επισκέπτονταν, ωστόσο εκείνοι της απαντούσαν ότι η διαδικασία ήταν φυσιολογική και ότι έπρεπε να την υποστεί.

 

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι παρέμεινε στο εν λόγω μέρος για περίπου τρεις μήνες. Όταν, όπως ανέφερε, προσπάθησε να επικοινωνήσει με άλλα μέλη της οικογένειάς της, εκείνα δεν τη στήριξαν, αλλά της έλεγαν ότι έπρεπε να παραμείνει περισσότερο, καθώς θεωρούσαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εκείνη.

 

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν αρραβωνιασμένη με τον πατέρα του παιδιού της, ο οποίος διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο και την επισκεπτόταν κατά διαστήματα, ωστόσο δήλωσε ότι δεν είχε ουσιαστική στήριξη. Υποστήριξε ότι, όσο παρέμενε εκεί, άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η συμπεριφορά του πνευματικού αυτού ανθρώπου δεν ήταν σωστή. Τον περιέγραψε ως έναν ηλικιωμένο άνδρα περίπου 70 ετών και ανέφερε ότι υπήρχαν δύο άτομα στον χώρο, αλλά μόνο ο ένας προέβαινε στις εν λόγω πράξεις. Δήλωσε επίσης ότι όσο περνούσε ο χρόνος ένιωθε ότι έχανε τις δυνάμεις της και ότι ήταν «σαν να την είχε καταραστεί».

 

Ανέφερε επιπλέον ότι όταν διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος, μεταφέρθηκε πίσω στο σπίτι των γονιών της, δηλώνοντας ότι ο πατέρας του παιδιού ήρθε και του ανέφεραν ότι ήταν έγκυος, ενώ η ίδια του εξήγησε όσα είχε υποστεί από τον πνευματικό αυτόν άνθρωπο. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, εκείνος της απάντησε ότι δεν μπορούσε να είναι με μια γυναίκα που ήταν «καταραμένη» και ότι δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει αρραβωνιασμένος μαζί της και έτσι την εγκατέλειψε.

 

Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η οικογένειά της της ανέφερε πως θα την έστελναν σε έναν άλλο πνευματικό άνθρωπο από τη Νιγηρία, προκειμένου να υποβληθεί σε τελετουργίες βουντού για να προστατευθεί το παιδί και η ίδια και να απομακρυνθεί το κακό από πάνω της. Όπως ανέφερε, επρόκειτο να μεταβεί στον εν λόγω άνθρωπο για να υποβληθεί στα τελετουργικά αυτά, ωστόσο εκείνη αποφάσισε να μεταβεί σε έναν ιερέα, καθώς, όπως δήλωσε, πιστεύει στον Ιησού.

 

Με το πέρας της ελεύθερης αφήγησης επιβεβαίωσε πως δεν συντρέχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και πως έφυγε για να μην υποβληθεί εκ νέου σε πνευματικές διαδικασίες, αυτήν την φορά από τον άνδρα που θα την έστελναν οι γονείς της στην Νιγηρία.

 

Στην ερώτηση τι είναι αυτό που φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της, ανέφερε ότι προέρχεται από μια παραδοσιακή οικογένεια και θα την υποβάλουν ξανά σε παραδοσιακές τελετουργίες. Στην Κύπρο δήλωσε πως νιώθει φυσιολογικά και δεν κινδυνεύει από κανέναν.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων δόθηκε η δυνατότητα στην Αιτήτρια μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και αν αποσαφηνίσει τα γεγονότα της αφήγησής της.

 

Σε σχέση με τις πνευματικές τελετουργίες τύπου βουντού, στις οποίες η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι υποβλήθηκε, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η οικογένειά της είναι ιδιαίτερα παραδοσιακή και πιστεύει έντονα στη μαγεία, γι’ αυτό και έφερναν αντικείμενα που σχετίζονταν με βουντού στο σπίτι και τα έθαβαν σε διάφορα σημεία της οικίας, όπως στην αυλή και στο σαλόνι. Όπως δήλωσε, μετά από αυτό άρχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες στον ύπνο και να αισθάνεται καταπίεση. Ανέφερε επίσης ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας έβλεπε σκιές που έμοιαζαν με μάγους και οι οποίες, κατά την αντίληψή της, προέρχονταν από τα σημεία όπου είχαν θαφτεί τα αντικείμενα. Επιπλέον, δήλωσε ότι κάποιες στιγμές ένοιωθε ότι δεν είχε τον έλεγχο των κινήσεών της, αναφέροντας ως παράδειγμα ότι το χέρι της υψωνόταν μόνο του όταν κρατούσε ένα μαχαίρι. Όταν ενημέρωσε τους γονείς της για όσα βίωνε, εκείνοι θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Ως προς τα αντικείμενα που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, έφερναν στο σπίτι, ανέφερε ότι αυτά συνίσταντο σε θαλάσσια κοχύλια, ένα κρανίο προβάτου και διάφορα μικρά σφραγισμένα δοχεία που θάβονταν στο έδαφος.

 

Περαιτέρω, δήλωσε ότι η οικογένειά της (οι γονείς της και ένας θείος της από την Yaoundé) την μετέφερε χωρίς τη συναίνεσή της σε αυτόν τον άνθρωπο που ασχολείται με βουντού, τον οποίο δεν γνώριζε προηγουμένως. Ανέφερε ότι αρχικά μεταφέρθηκαν εκεί και τα μικρότερα αδέλφια της, ωστόσο μόνο εκείνη παρέμεινε στον χώρο, καθώς ο ίδιος αυτός άνθρωπος την επέλεξε και της είπε ότι έπρεπε να μείνει. Όπως δήλωσε, τα αδέλφια της μεταφέρθηκαν κι αυτά αργότερα στον ίδιο χώρο προκειμένου να υποβληθούν σε ουλές στο σώμα ως μέρος τελετουργίας «κάθαρσης».

 

Σύμφωνα με τις δηλώσεις της, μεταφέρθηκε στον χώρο αυτό μετά την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο, γύρω στα μέσα του 2019, όταν ήταν περίπου 22-23 ετών, και ότι ο άνθρωπος του βουντού βρισκόταν σε ένα χωριό στην περιοχή της Bamenda, χωρίς να γνωρίζει την ακριβή ονομασία του. Δήλωσε ότι παρέμεινε εκεί για περίπου τρεις μήνες. Κατά το διάστημα αυτό, περιέγραψε πως βρισκόταν σε σκοτεινό δωμάτιο όπου υπήρχαν μικρά αγάλματα και μέρη ζώων, ενώ επίσης ανέφερε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις θυσίαζαν ζώα και της έδιναν να πιει αίμα κότας ή προβάτου. Περιέγραψε τον χώρο ως ένα απομονωμένο μέρος σε ένα χωράφι με καλύβες από άχυρο ή μπαμπού και ένα κύριο κτίσμα το οποίο αποκαλούσαν «house of sacrifice».

 

Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον χώρο αυτόν, καθώς ήταν κλειδωμένη και ένιωθε «πνευματικά ελεγχόμενη». Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η οικογένειά της την επισκέφθηκε συνολικά εννέα φορές κατά τη διάρκεια των τριών μηνών και κάθε επίσκεψη συνοδευόταν και από ένα τελετουργικό, κατά το οποίο σχεδίαζαν έναν κύκλο με κιμωλία και κεριά γύρω της, ενώ εκείνη βρισκόταν στο κέντρο και οι παρευρισκόμενοι έπιναν υγρά και τα έφτυναν επάνω της. Επιπλέον, ανέφερε ότι ο άνθρωπος του βουντού την έπλενε με νερό, λουλούδια και φυτά και ότι σε ορισμένες τελετές την τοποθετούσαν σε κύκλο με φωτιά γύρω της, ενώ ο ίδιος φυσούσε φωτιά από το στόμα του και τοποθετούσε ζώα, όπως χελώνες, πάνω στο σώμα της.

 

Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αποχώρησε από τον χώρο αυτόν στις 10/09/2019 με τον πατέρα της και ο άνθρωπος του βουντού του έδωσε ένα παραδοσιακό φάρμακο σε ένα δοχείο για να το μεταφέρει στο σπίτι μαζί της, αναφέροντας ότι θα τον ενημέρωναν πότε θα έπρεπε να την επιστρέψουν ξανά.

 

Ως πρς την θρησκεία της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι σε αντίθεση με τα μέλη της οικογένεια της, τα οποία πιστεύουν στην μαγεία, εκείνη είναι χριστιανή. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η σχέση της με τον χριστιανισμό ξεκίνησε όταν ένα βράδυ είδε στον ύπνο της τον Ιησού και από τότε άρχισε να προσεύχεται και να αισθάνεται πνευματικά ελεύθερη. Δήλωσε ότι προσευχόταν από μικρή ηλικία, ωστόσο τον Απρίλιο του 2019 αισθάνθηκε πιο κοντά στον χριστιανισμό. Περαιτέρω, ανέφερε ότι βαπτίστηκε το 2019, σε ηλικία 22 ετών, κρυφά και χωρίς τη συγκατάθεση της οικογένειάς της. Προς τούτο, δήλωσε ότι την βοήθησε ο ιερέας στον καθεδρικό ναό όπου πήγαινε και παρακολουθούσε κατηχητικά μαθήματα μετά το πανεπιστήμιο.

 

Κληθείσα να δώσει περισσόετρες πληροφορίες για τον ιερέα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αυτός αποτελεί το πρόσωπο που τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα, ότι τον γνώρισε στην καθολική εκκλησία Emombo Catholic Church και ότι το όνομά του ήταν Father Emmanuel. Ανέφερε ότι πήγαινε συχνά να εξομολογηθεί σε αυτόν και ότι εκείνος γνώριζε τα όσα είχε περάσει. Όταν διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος, του ανέφερε ότι δεν ήθελε το παιδί της να βιώσει την ίδια κατάσταση. Δήλωσε επίσης ότι, επειδή δεν διέθετε αρκετά χρήματα, ο ιερέας την υποστήριξε οικονομικά.

 

Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν πιστεύει πως θα μπορούσε να ζήσει με ασφάλεια σε άλλη πόλη στο Καμερούν. Ανέφερε ότι, όταν κάποιος διώκεται πνευματικά, το πρόβλημα τον ακολουθεί ακόμη και αν μετακινηθεί σε άλλη πόλη. Περαιτέρω, ανέφερε ότι θα ήταν δύσκολο να ζήσει σε άλλη πόλη ενώ η οικογένειά της βρίσκεται στην ίδια χώρα, καθώς ακόμη και ένας συγγενής που θα την εντόπιζε θα μπορούσε να ενημερώσει την οικογένειά της. Επίσης δήλωσε ότι δεν φαντάζεται τον εαυτό της να εργάζεται ξανά ως δημοσιογράφος στο Καμερούν, καθώς θεωρεί ότι το περιβάλλον εκεί είναι διεφθαρμένο.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή της η Αιτήτρια, διέκριναν δύο (2) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς από τις δηλώσεις της Αιτήτριας. Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, το προφίλ, τη περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής της, και ο δεύτερος το ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω της άρνησής της να υποβληθεί σε τελετουργίες βουντού.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως σαφείς και συγκεκριμένες, ενώ επιβεβαιώθηκαν από το επίσημο διαβατήριο της και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

Πιο αναλυτικά, όσον αφορά στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν ότι σε ορισμένα σημεία των δηλώσεών της η αφήγησή της παρουσιάζεται επαρκώς σαφής και λεπτομερής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, η Αιτήτρια παρείχε εκτενή περιγραφή ως προς το ότι η οικογένειά της πιστεύει στη μαγεία και ότι στο σπίτι έφερναν αντικείμενα που συνδέονται με πρακτικές βουντού, καθώς και ως προς τα συμπτώματα που, κατά τους ισχυρισμούς της, άρχισε να βιώνει. Επιπλέον, όπως επισημαίνουν οι Καθ’ ων αίτηση, η Αιτήτρια έδωσε αναλυτική περιγραφή σχετικά με τη μεταφορά της στον άνθρωπο που ασχολείται με βουντού στο χωριό κοντά στην Bamenda, καθώς και ως προς τον χώρο και τις πρακτικές που, κατά τους ισχυρισμούς της, εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί για περίοδο περίπου τριών μηνών. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, η Αιτήτρια παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αποχώρησε από τον εν λόγω χώρο, αναφέροντας ότι κατά τη διάρκεια της ένατης τελετής ο άνθρωπος του βουντού επέτρεψε στον πατέρα της να την πάρει πίσω στο σπίτι, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς της, έλαβε χώρα στις 10/09/2019.

 

Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι Καθ’ ων η αίτηση, σε άλλα σημεία των δηλώσεών της η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό της ότι είναι χριστιανή καθολική και ότι βαπτίστηκε μυστικά τον Απρίλιο του 2019, οι Καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τη διαδικασία της βάπτισής της ούτε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τον τόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι όταν η οικογένειά της πληροφορήθηκε την εγκυμοσύνη της, της ανέφεραν ότι θα την έστελναν σε άλλον άνθρωπο του βουντού από τη Νιγηρία για να πραγματοποιήσει τελετουργίες με σκοπό την απομάκρυνση του κακού από την ίδια και το παιδί της. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι αντί να μεταβεί σε αυτόν, απευθύνθηκε σε έναν ιερέα ο οποίος τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι Καθ’ ων η αίτηση, η περιγραφή της σχετικά με τον εν λόγω ιερέα ήταν γενική και αόριστη, περιοριζόμενη στην αναφορά του ονόματός του και στο ότι την υποστήριξε οικονομικά για να φύγει από τη χώρα.

 

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, ενώ σε ορισμένα σημεία της αφήγησής της η Αιτήτρια παρείχε λεπτομερείς πληροφορίες, οι δηλώσεις της ως προς τη βάπτισή της και ως προς τον ισχυρισμό ότι έλαβε βοήθεια από ιερέα για να εγκαταλείψει τη χώρα της κρίνονται γενικές και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν ότι εξέτασαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές σχετικά με την πρακτική της μαγείας στο Καμερούν, ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές αναφέρονται κυρίως στη χρήση μαγείας και φυλαχτών στο πλαίσιο της ένοπλης σύγκρουσης στις αγγλόφωνες περιοχές μεταξύ στρατιωτικών και ένοπλων ομάδων και δεν τεκμηριώνουν τους προσωπικούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι εξαναγκάστηκε από την οικογένειά της να υποβληθεί σε τελετουργίες βουντού ή ότι αντιμετωπίζει προσωπικό κίνδυνο επανάληψης τέτοιων πρακτικών σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας και τις προσωπικές της περιστάσεις, περολαμβανομένου του ότι είναι ανύπανδρη γυναίκα, μητέρα τρίχρονου τότε ανήλικου, τη κατάσταση ασφαλείας στη πόλη Baffousam, στη Δυτική Επαρχία (West Region), κρίθηκε ότι δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της η Αιτήτρια θα έλθει αντιμέτωπη με πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στη Δυτική Επαρχία του Καμερούν.

 

Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν υπό τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Εξετάζοντας στη συνέχεια δικαίωμα σε συμπληρωματική προστασία, με βάση τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου διαπιστώθηκε ότι: (α) δεν θεωρείται ότι η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 15 (α) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ , (β) δεν θεωρείται ότι η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15 (β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής της και (γ) ούτε και κρίθηκε ότι η Αιτήτρια με την επιστροφή στη χώρα καταγωγής της, διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτη άσκησης βίας κατά αμάχων υπό καθεστώς εσωτερικής ή/και διεθνούς σύ   ενόπλου συρράξεως, δεδομένου ότι δεν λαμβάνει χώρα τέτοιου είδους σύρραξη.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση κατέληξαν ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις εκ του νόμου προϋποθέσεις ώστε να της εκχωρηθεί καθεστώς πρόσφυγα ή άλλως, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας συνεπώς το αίτημά της απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία.  Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομικής διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, στη βάση της παρεχόμενης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, έχοντας πάντα κατά νου τον προωθούμενο από την συνήγορο της Αιτήτριας νομικό ισχυρισμό περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αρχικά κρίνει ορθή και πλήρη την διεξαχθείσα από τους Καθ’ ων η αίτηση έρευνα και εξέταση των λεγόμενων της Αιτήτριας. Διαπιστώνεται πως παρά του ότι τα λεγόμενα της Αιτήτριας παρουσιάζουν ένα βασικό πυρήνα ισχυρισμών ο οποίος παραμένει γενικά σταθερός καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξής της, ήτοι ότι προέρχεται από ιδιαίτερα παραδοσιακή οικογένεια, ότι τα μέλη της οικογένειάς της πίστευαν πως ήταν πνευματικά επηρεασμένη και ότι, χωρίς τη συναίνεσή της, την μετέφεραν σε πρόσωπο που ασχολείται με πρακτικές βουντού και παραδοσιακές τελετουργίες, όπου φέρεται να υπέστη κακομεταχείριση και εξαναγκασμό, εντούτοις η αφήγησή της παρουσιάζει σημαντικές ασάφειες, ελλείψεις, εσωτερικές αντιφάσεις και στοιχεία μειωμένης ευλογοφάνειας τα οποία επηρεάζουν αρνητικά την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

 

Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια την ακριβή τοποθεσία όπου ισχυρίζεται ότι κρατήθηκε επί περίπου τρεις μήνες, αναφέροντας μόνο ότι επρόκειτο για χωριό στην περιοχή Bamenda, χωρίς περαιτέρω αναγνωριστικά στοιχεία. Δεδομένης της σοβαρότητας των γεγονότων που περιγράφει, η αδυναμία παροχής συγκεκριμένων πληροφοριών για τον τόπο παραμονής της αποδυναμώνει την αξιοπιστία της αφήγησής της. Περαιτέρω, παρέμεινε ασαφές για ποιο λόγο επιλέχθηκε αποκλειστικά η ίδια από τον φερόμενο «άνθρωπο του βουντού», ενώ αρχικά είχαν μεταφερθεί μαζί της και τα αδέλφια της, καθώς και γιατί, παρά τις επανειλημμένες επισκέψεις μελών της οικογένειά της στο συγκεκριμένο χώρο, δεν επιδίωξε να διαφύγει ή να ζητήσει βοήθεια από τρίτα πρόσωπα. Παράλληλα, διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια δε εξήγησε επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε τελικά να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, ούτε παρείχε σαφείς πληροφορίες σχετικά με τα ταξιδιωτικά έγγραφα, τη διαδρομή ή τις πρακτικές λεπτομέρειες της αναχώρησής της, περιοριζόμενη σε γενική αναφορά περί οικονομικής βοήθειας από τον ιερέα.

 

Πέραν των πιο πάνω διαπιστώνω σημεία στην αφήγησή της τα οποία εμφανίζουν ασυνέπεια. Ειδικότερα, ενώ αρχικά δήλωσε ότι είναι καθολική χριστιανή, στη συνέχεια ανέφερε ότι αισθάνθηκε ουσιαστικά πιο κοντά στον χριστιανισμό μόλις το 2019, μετά από όνειρο στο οποίο είδε τον Ιησού, γεγονός που δημιουργεί ασάφεια ως προς τη χρονική εξέλιξη και τη φύση της θρησκευτικής της ταυτότητας. Οι δε φωτογραφίες που προσκόμισε με την αίτηση ακυρώσεως της προς επίρρωση των ισχυρισμών της, δεν προσδιορίζουν ούτε χρόνο, ούτε χώρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η κατ’ ισχυρισμό βάπτισή της. Παράλληλα, ενώ υποστήριξε ότι η οικογένειά της ακολουθούσε έντονα παραδοσιακές και μαγικές πρακτικές, προκύπτει ότι η ίδια ολοκλήρωσε κανονικά πανεπιστημιακές σπουδές και διέμενε με την οικογένειά της μέχρι την ηλικία των 22-23 ετών χωρίς να αναφέρει προηγούμενα περιστατικά καταναγκασμού ή δίωξης. Επίσης, αν και ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν υπό συνεχή περιορισμό και «πνευματικό έλεγχο», ταυτόχρονα περιέγραψε επαναλαμβανόμενες επισκέψεις της οικογένειάς της και επικοινωνία με εξωτερικά πρόσωπα, γεγονός που δεν συνάδει πλήρως με την εικόνα πλήρους απομόνωσης που επιχείρησε να παρουσιάσει.

 

Δεν παραγνωρίζω και λαμβάνω υπόψη ότι σημαντικό μέρος των ισχυρισμών της βασίζεται σε προσωπικές αντιλήψεις και υποκειμενικές ερμηνείες γεγονότων, όπως οι αναφορές σε «σκιές», «μάγους», «πνευματικό έλεγχο» και ακούσιες κινήσεις του σώματός της, χωρίς να παρατίθενται αντικειμενικά ή επαληθεύσιμα στοιχεία. Αντίστοιχα, η θέση της ότι δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε άλλη περιοχή του Καμερούν βασίζεται κυρίως στην πεποίθησή της ότι το «πνευματικό πρόβλημα» θα την ακολουθεί παντού και όχι σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή αποδείξεις ότι η οικογένειά της διαθέτει δυνατότητα εντοπισμού της σε οποιοδήποτε σημείο της χώρας.

 

Μη ευλογοφανείς κρίνονται οι περιγραφές περί τελετουργιών με φωτιά, κατανάλωσης αίματος ζώων, τοποθέτησης ζώων στο σώμα της, παρατεταμένης κράτησης χωρίς δυνατότητα διαφυγής και πλήρους αποδοχής των φερόμενων κακοποιητικών πράξεων από τα μέλη της οικογένειάς της. Διακρίνεται από τις δηλώσεις της Αιτητριας τα περιγραφόμενα ως ιδιαιτέρα δραματοποιημένα και στερούμενα συγκεκριμένων λεπτομερειών που θα επέτρεπαν την επαλήθευση ή την ουσιαστική αξιολόγησή τους. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι ο πατέρας του παιδιού της διέκοψε τη σχέση τους επειδή θεωρούσε ότι εκείνη ήταν «καταραμένη» δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα περιστατικά ή περαιτέρω εξηγήσεις και παραμένει σε επίπεδο γενικού ισχυρισμού. Δεν παραγνωρίζω επίσης ασυνέπεια και ασάφεια ως προς αυτή καθ’εαυτή την εγκυμοσύνη της και δη αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε η εγκυμοσύνη της, καθώς και ως προς τη χρονική αλληλουχία των σχετικών γεγονότων. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι μεταφέρθηκε από την οικογένειά της σε πρόσωπο που ασχολείται με πρακτικές βουντού γύρω στα μέσα του 2019 και ότι παρέμεινε εκεί για περίπου τρεις μήνες, αποχωρώντας στις 10/09/2019. Παράλληλα, δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής της στον χώρο αυτό διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος, γεγονός που οδήγησε στην επιστροφή της στο πατρικό της σπίτι. Ωστόσο, δεν διευκρίνισε σε κανένα σημείο πότε ακριβώς έλαβε χώρα η σύλληψη, ούτε εάν αυτή προηγήθηκε της μεταφοράς της στον εν λόγω χώρο ή συνέβη κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί. Η ασάφεια αυτή καθίσταται ακόμη πιο σημαντική εάν ληφθεί υπόψη ότι η ίδια περιέγραψε περιστατικά κατά τα οποία ο εν λόγω άνδρας την άγγιζε στα γεννητικά της όργανα στο πλαίσιο των τελετουργιών που φέρεται να πραγματοποιούσε, χωρίς όμως να ισχυριστεί ότι υπήρξε σεξουαλική επαφή ή βιασμός. Παρά ταύτα, η Αιτήτρια αποδίδει την πατρότητα του παιδιού της στον τότε αρραβωνιαστικό της, ο οποίος διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο και την επισκεπτόταν κατά διαστήματα στο Καμερούν. Εντούτοις, δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με το πότε έλαβε χώρα η τελευταία συνάντησή τους πριν από την εγκυμοσύνη ούτε εξήγησε με σαφήνεια κατά πόσο η χρονική περίοδος των επισκέψεων του αρραβωνιαστικού της συμβαδίζει με τον χρόνο σύλληψης του παιδιού. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ανέφερε ότι όταν ενημέρωσε τον αρραβωνιαστικό της τόσο για την εγκυμοσύνη όσο και για τα όσα είχε υποστεί από τον άνθρωπο του βουντού, εκείνος τερμάτισε τη σχέση τους, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε να παραμείνει με μία γυναίκα που θεωρούσε «καταραμένη». Ωστόσο, δεν αποσαφήνισε εάν ο ίδιος αμφισβήτησε την πατρότητα του παιδιού ή εάν αποδέχθηκε ότι είναι ο πατέρας του, ενώ κατά τη συνέντευξή της ανέφερε ότι ο πατέρας του παιδιού έχει εξετάσει το ενδεχόμενο αναγνώρισής του. Η έλλειψη σαφών πληροφοριών ως προς το σημείο αυτό δημιουργεί περαιτέρω ερωτήματα αναφορικά με τη φύση της σχέσης τους κατά τον κρίσιμο χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε η εγκυμοσύνη.

 

Το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα εξωτερικών πηγών πληροφόρησης αναφορικά με το ζήτημα των πρακτικών μαύρης μαγείας στο Καμερούν και τον ρόλο που αυτές διαδραματίζουν στην κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα της χώρας. Σύμφωνα με το άρθρο The Place of Black Magicand Jujuin the Cameroon Anglophone Crisis: A Truncated Narrative (2017–2020)”[2], οι πρακτικές που συνδέονται με τη λεγόμενη «μαύρη μαγεία» ή το «juju» αποτελούν στοιχείο βαθιά ριζωμένο στις παραδοσιακές θρησκευτικές και πολιτισμικές αντιλήψεις ορισμένων κοινοτήτων του Καμερούν. Στο άρθρο επισημαίνεται ότι οι σχετικές πεποιθήσεις συνδέονται με την πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις που μπορούν να εκδηλωθούν μέσω τελετουργιών, φυλαχτών ή άλλων αντικειμένων με υποτιθέμενες προστατευτικές ή επιβλαβείς ιδιότητες. Περαιτέρω αναφέρεται ότι, ιδίως κατά την περίοδο της αγγλόφωνης κρίσης, παρατηρήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις προσφυγή σε παραδοσιακές τελετουργικές πρακτικές με σκοπό την παροχή προστασίας ή ενίσχυσης των μαχητών.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και δημοσιογραφικές πηγές διεθνούς ενημέρωσης. Ειδικότερα, σε δημοσίευμα του ειδησειογραφικού δικτύου Al Jazeera[3] αναφέρεται ότι οι αντιλήψεις και κατηγορίες περί μαγείας αποτελούν ευρέως διαδεδομένο φαινόμενο στο Καμερούν. Στο ίδιο δημοσίευμα επισημαίνεται ότι η μαγεία θεωρείται ιδιαίτερα διαδεδομένη ιδίως στις νότιες και ανατολικές περιοχές της χώρας και ότι τα εθνικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν υποθέσεις που σχετίζονται με κατηγορίες περί μαγείας σε τακτική βάση.

 

Τέλος, από πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής που περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων Refworld της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες[4] προκύπτει ότι οι πεποιθήσεις σχετικά με τη μαγεία (witchcraft) και τη μαγγανεία εξακολουθούν να αποτελούν διαδεδομένο κοινωνικό φαινόμενο στο Καμερούν. Στην εν λόγω πηγή επισημαίνεται ότι σε πολλές κοινότητες οι πρακτικές μαγείας αποτελούν μέρος των παραδοσιακών αντιλήψεων και χρησιμοποιούνται για την ερμηνεία γεγονότων όπως ασθένειες, ατυχήματα ή αιφνίδιοι θάνατοι. Παράλληλα, αναφέρεται ότι οι κατηγορίες περί μαγείας μπορεί να προκαλέσουν κοινωνικές εντάσεις ή ακόμη και εχθρικές αντιδράσεις εις βάρος των προσώπων που θεωρείται ότι εμπλέκονται σε τέτοιες πρακτικές. Στην ίδια πηγή αναφέρεται επίσης ότι οι σχετικές αντιλήψεις απαντώνται σε διάφορες περιοχές της χώρας και σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι πεποιθήσεις αυτές δεν περιορίζονται σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή κοινωνική ομάδα.

 

Τούτων λεχθέντων, παρότι ο βασικός πυρήνας των ισχυρισμών της δύναται να θεωρηθεί εν μέρει συνεκτικός, η συνολική αξιοπιστία της αφήγησής της επηρεάζεται αρνητικά από την έλλειψη συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων πληροφοριών, τις εσωτερικές ασυνέπειες, τα στοιχεία υποκειμενικής αντίληψης και την περιορισμένη τεκμηρίωση του προβαλλόμενου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου που οι Αιτητές 1 και 2 ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σε περίπτωση επιστροφής τους στην χώρα καταγωγής τους, αρχικά παρατηρώ ότι το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου της πληρούται δια της υποβολής αιτήσεως διεθνούς προστασίας και της απροθυμίας της Αιτήτριας 1 να επιστρέψει μαζί με το ανήλικο στη χώρα καταγωγής της.

 

Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου τους, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια 1 περιορίστηκε να δηλώσει πως σε περίπτωση επιστροφής της φοβάται εκ νέου υποβολή της σε πρακτικές μαγείας χωρίς να προβεί σε ουδεμία έκφοραση ανησυχίας σχετικά με τον ανήλικο Αιτητή 2.

 

Ωστόσο δεδομένης της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας όπως προβλήθηκαν τόσο κατά τη συνέντευξη του όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εκπεφρασμένος της φόβος κρίνεται αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.

 

Συνεκτιμώντας τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, όπως αυτά προκύπτουν από τον πρώτο αποδεκτό ισχυρισμό, ήτοι ενήλικη γυναίκα, χωρίς πρόβλημα υγείας, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έχοντας οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, δεν προκύπτουν λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποβληθεί σε μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

 

Ερχόμενη τώρα ειδικά στην αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου στοιχείο που δεν προβλημάτισε τους Καθ’ ων η αίτηση, πέραν από απλή αναφορά στην ύπαρξη του, το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα αναφορικά με την πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη και εκπαίδευση από όπου προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Έκθεση του Bertelsmann Stiftung για το Καμερούν δημοσιευθείσας το 2024 αναφέρει πως το Καμερούν ξοδεύει λιγότερο από το 5% του ΑΕΠ του στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και απαιτεί την πληρωμή τελών από τους χρήστες αυτών των υπηρεσιών. Προσθέτει πως η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα χωρίς ασφάλιση, δημιουργεί εμπόδια για τους περισσότερους. Οι περισσότεροι Καμερουνέζοι βασίζονται σε άτυπους μηχανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, όπως στις οικογενειακές δομές, στα δίκτυα αλληλεγγύης και σε θρησκευτικά ιδρύματα.[5]

 

Έκθεση του ΔΟΜ αναφέρει σχετικά με την διαθεσιμότητα υγειονομικών μονάδων και την είσοδο σε αυτές πως «Οι υγειονομικές δομές, είτε είναι δημόσιες, ιδιωτικές, θρησκευτικές ή στρατιωτικές, είναι ανοιχτές σε όλους και η είσοδος είναι δωρεάν. Είναι σημαντικό οι ασθενείς να διαθέτουν βιβλιάριο υγείας και να καταβάλλουν τα απαιτούμενα τέλη (ιατρική εξέταση, διαγνωστικές εξετάσεις, ιατρικές συνταγές, νοσηλεία κ.λπ.). Τα ποσά που καταβάλλει ο ασθενής εξαρτώνται από το είδος της φροντίδας που λαμβάνει και τις παροχές του νοσοκομείου. Το κόστος είναι γενικά υψηλότερο στις ιδιωτικές κλινικές σε σχέση με τα δημόσια νοσοκομεία. Υπάρχουν 5  νοσοκομεία 1ης κατηγορίας, τα οποία βρίσκονται στις μεγάλες πόλεις, Yaoundé και Douala, 7 κεντρικά νοσοκομεία ή νοσοκομεία 2ης κατηγορίας και 11 περιφερειακά νοσοκομεία στις πόλεις Ebolowa, Bafoussam, Bamenda, Bertoua, Buea, Garoua, Maroua, Ngaoundéré, Sangmélima και  Edéa».[6] 

 

Σε σχέση με τη διαθεσιμότητα φαρμάκων η ανωτέρω πηγή αναφέρει πως: «Στο Καμερούν υπάρχουν πάνω από 500 φαρμακεία σε 50 πόλεις και κωμοπόλεις. Εκτός από τα εγκεκριμένα φαρμακεία, κάθε νοσοκομείο ή κέντρο υγείας διαθέτει ένα φαρμακείο, εφοδιασμένο με βασικά και γενόσημα φάρμακα. Τα φάρμακα με εμπορική ονομασία, γνωστά και ως «ειδικά φάρμακα», πωλούνται στα εγκεκριμένα φαρμακεία. Υπάρχει επίσης μεγάλη εξάπλωση των λεγόμενων «φαρμακείων του δρόμου» (που λειτουργούν παράνομα), τα οποία πωλούν φάρμακα αμφίβολης ποιότητας, αλλά προσελκύουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού λόγω των χαμηλών τιμών».[7]

 

Σύμφωνα με έκθεση της USAID για το Καμερούν επιβεβαιώνεται πως ένα σημαντικό μέρος των υπηρεσιών υγείας -περίπου το 70% - χρηματοδοτείται από τους ίδιους τους ασθενείς, το οποίο δημιουργεί εμπόδια στην πρόσβαση, ειδικά για τις περιθωριοποιημένες κοινότητες. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, έχουν ξεκινήσει πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα Καθολικής Κάλυψης Υγείας (UHC) το οποίο υποστηρίζεται από την USAID. Από τον Αύγουστο του 2024, πάνω από 2,5 εκατομμύρια άτομα έχουν εγγραφεί στο πρόγραμμα, επωφελούμενοι από υπηρεσίες όπως δωρεάν συμβουλευτική για παιδιά (642,090 παιδιά έχουν λάβει δωρεάν συμβουλευτική από τον Απρίλιο του 2023)και οικονομικά προσιτή προγεννητική φροντίδα για γυναίκες[8]

 

Επίσης, η κυβέρνηση του Καμερούν αποφάσισε να προωθήσει την Καθολική Κάλυψη Υγείας (UHC) σε 3 φάσεις. Η Φάση Ι, η οποία ξεκίνησε το 2023, εφαρμόζεται σε πέντε από τις δέκα περιφέρειες της χώρας. Ωφελούμενος πληθυσμός της Φάσης Ι είναι οι έγκυες γυναίκες και τα παιδιά κάτω των 5 ετών. Η χώρα σχεδιάζει να καλύψει υπηρεσίες γυναικολογικής και μαιευτικής φροντίδας, φροντίδας νεογνών, καθώς και, για τα παιδιά ηλικίας 0-5 ετών, δωρεάν υπηρεσίες για την αντιμετώπιση της ελονοσίας και ιατρικές επισκέψεις.[9]

 

Σύμφωνα με fact sheet της UNHCR του Ιουλίου 2024 για το Καμερούν καταγράφεται πως 52,000 πρόσφυγες έχουν πλέον πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη μέσω του προγράμματος Καθολική Κάλυψη Υγείας, παρέχοντας δωρεάν ή επιδοτούμενη πρόσβαση σε θεραπεία για την ελονοσία, τον HIV, τη φυματίωση, τη νεφρική ανεπάρκεια και επιδοτούμενη περίθαλψη για τις γυναίκες σε κύηση.[10]

 

Αναφορικά με την πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση στο Καμερούν, σημειώνονται τα εξής:

 

Η εκπαίδευση στο Καμερούν παραμένει ένας τομέας σε κρίση, καθώς τα σχολεία συνεχίζουν να δέχονται επιθέσεις σε πολλές περιοχές της χώρας, κυρίως στη βορειοδυτική και η νοτιοδυτική περιοχή ενώ πάνω από 1,4 εκατομμύρια παιδιά συνωστίζονται σε κακοσυντηρημένες και υπερπλήρεις αίθουσες διδασκαλίας.[11] Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Unicef του 2024, στις Βορειοδυτικές (ΒΔ) και Νοτιοδυτικές (ΝΔ) περιοχές, η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε ασταθής το 2024.[12] Οι επιθέσεις στην εκπαίδευση συνεχίστηκαν, με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές να πέφτουν θύματα απαγωγών και να λαμβάνουν χώρα πυρπολήσεις σχολικών κτιρίων[13].

 

Άρθρο στο Norwegian Refugee Council αναφέρει πως στις περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, το 41% των σχολείων και των κοινοτικών χώρων μάθησης έχουν κλείσει, δηλαδή συνολικά 6.970 εκπαιδευτικές δομές.[14]

 

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν για το έτος 2023 αναφέρεται σχετικά με το δικαίωμα στην εκπαίδευση πως μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου, αναφέρθηκαν τουλάχιστον 13 βίαια επεισόδια εναντίον εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της απαγωγής παιδιών και δασκάλων. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδόθηκαν σε ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες. Τον Σεπτέμβριο, ένοπλοι αυτονομιστές επέβαλαν στα σχολεία να κλείσουν για δύο εβδομάδες και σκότωσαν, απήγαγαν ή επιτέθηκαν σωματικά πολλά άτομα επειδή δεν υπάκουσαν στο lockdown, σύμφωνα με το OCHA, το οποίο επικαλείται η ανωτέρω έκθεση. Και στις δύο περιοχές 2.245 σχολεία παρέμειναν κλειστά λόγω της ένοπλης βίας[15]. Επίσης το 2023 το ACLED κατέγραψε περίπου 50 περιστατικά βίας τα οποία στόχευσαν δασκάλους με το 89% των περιστατικών να αποδίδεται σε αυτονομιστές[16].

 

Σύμφωνα με την έκθεση του USDOS που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2024 και αφορά γεγονότα του 2023, από τα 6.515 σχολεία που αναμενόταν να ανοίξουν κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 2022-2023 στις βορειοδυτικές και  νοτιοδυτικές περιφέρειες, μόνο 3.013 λειτούργησαν από τον Ιανουάριο, λόγω της κατάστασης ασφαλείας. Μη κρατικές ένοπλες ομάδες ανακοίνωσαν και επέβαλαν lockdown που καθυστέρησαν την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους 2023-24 στις Αγγλόφωνες περιοχές. Η κυβέρνηση ανέφερε ότι παρουσιάστηκαν στις τάξεις μόνο 35.000 μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (8 τοις εκατό) από τους εκτιμώμενους 450.000 μαθητές που κατοικούν στην περιοχή. Μη κρατικές ένοπλες ομάδες επέβαλαν τα lockdowns προβαίνοντας παράλληλα σε βίαιες επιθέσεις σε πολίτες, συμπεριλαμβανομένων δύο δασκάλων δημοτικού σχολείου στις βορειοδυτικές περιφέρειες. Δεν επετράπη στα σχολεία να ανοίξουν ξανά μέχρι τις 19 Σεπτεμβρίου, όταν οι μαθητές επέστρεψαν σταδιακά στο σχολείο.[17]

 

Επίσης, την 21η Μαρτίου 2025, η UNICEF Καμερούν σε συνεργασία με το ίδρυμα MTN εγκαινίασε το «Connect My School» econtainer στο Δημοτικό Σχολείο Bilongue της Douala. Ο χώρος εξοπλίστηκε με υπολογιστές, διαδραστικούς πίνακες, και σύνδεση στο διαδίκτυο, και έχει σχεδιαστεί για να εξυπηρετεί 1.200 μαθητές ηλικίας 6–14 ετών και περίπου 20 εκπαιδευτικούς, οι οποίοι έχουν ήδη λάβει εκπαίδευση στις βασικές δεξιότητες πληροφορικής(ICT).[18]

 

Περαιτέρω, στην ετήσια έκθεση της Unicef του 2023, καταγράφεται ότι για να διασφαλιστεί ότι κάθε παιδί έχει πρόσβαση στην εκπαίδευση, η UNICEF έδωσε προτεραιότητα στην εφαρμογή των δεσμεύσεων που ανέλαβε η κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής για τον Μετασχηματισμό της Εκπαίδευσης που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη το 2022. Σε συνεργασία με άλλους σημαντικούς ενδιαφερόμενους φορείς, ιδίως την UNESCO, την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, το WFP και την Παγκόσμια Τράπεζα, η UNICEF παρείχε πολυδύναμη υποστήριξη για την προετοιμασία των μεταρρυθμίσεων διαρθρωτικής πολιτικής. Η στρατηγική του τομέα εκπαίδευσης και κατάρτισης του Καμερούν αναθεωρήθηκε και ευθυγραμμίστηκε με το μακροπρόθεσμο όραμα για το εκπαιδευτικό σύστημα του Καμερούν. Η UNICEF υποστήριξε τη σύνταξη του εθνικού σχεδίου για την εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς στρατηγικής. Σε ανταπόκριση στην υψηλού επιπέδου συνηγορία των μελών της τοπικής ομάδας για την εκπαίδευση υπό την ηγεσία της UNICEF, η κυβέρνηση αποφάσισε να προσλάβει 3.000 εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο πλαίσιο του δημόσιου προϋπολογισμού του 2024 (με αναλογία 1:60 μαθητές). Αυτό θα ωφελήσει άμεσα 180.000 παιδιά της ηλικίας δημοτικού σχολείου.[19]

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με δημοσίευμα του International Plan, το πρόγραμμα επιτάχυνσης της εκπαίδευσης έχει αποδειχθεί ανεκτίμητο στο να παρέχει σε παιδιά και νέους μια δεύτερη ευκαιρία στην εκπαίδευση. Προκειμένου να προωθηθεί η ασφαλής πρόσβαση των παιδιών σε ποιοτική εκπαίδευση, στο πλαίσιο του έργου αναλήφθηκε μια σειρά δραστηριοτήτων σε κοινοπραξία με το Νορβηγικό Συμβούλιο Προσφύγων. Αυτές περιλαμβάνουν εκστρατείες ευαισθητοποίησης για τη δέσμευση της κοινότητας στο πρόγραμμα, την κατασκευή ενός χώρου προσωρινής μάθησης και τη διοργάνωση εκστρατειών "Επιστροφή στο σχολείο" και "Μείνετε στο σχολείο". Έχει επίσης συμμετάσχει στη διανομή σχολικών και διδακτικών πακέτων, στην πρόσληψη, κατάρτιση και παρακίνηση κοινοτικών ηγετών και παρατηρητών. Έχει επίσης αναληφθεί η ανάπτυξη ικανοτήτων για τους εκπαιδευτικούς του επίσημου τομέα, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι μαθητές λαμβάνουν ποιοτική εκπαίδευση.[20]

 

Ως εκ των πιο πάνω δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του ανήλικου Αιτητή 2 στο Καμερούν θα του στερούσε κατ’ ανάγκη από πρόσβαση σε βασική εκπαίδευση και στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ούτε ότι οι γενικές κοινωνικοοικονομικές και ανθρωπιστικές συνθήκες της χώρας ανέρχονται, αφ’ εαυτών, σε επίπεδο που να καθιστά την επιστροφή του ασύμβατη με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Σε κάθε περίπτωση οι πληροφορίες περί εκτεταμένων επιθέσεων κατά της εκπαίδευσης και κλεισίματος σχολικών μονάδων αφορούν κυρίως τις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν, οι οποίες πλήττονται από τη συνεχιζόμενη ένοπλη σύγκρουση. Στην Δυτική περιφέρεια όπου ανήκει η Bafoussam τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας δεν προκύπτουν αντίστοιχου βαθμού προβλήματα πρόσβασης στην εκπαίδευση.

 

Ως εκ τούτου, από το ιστορικό των Αιτητών όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι η Αιτήτρια 1 εκπροσωπώντας και τον Αιτητή 2 δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση της κ.Κουπαρή, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια 1 κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω την υπόθεση διαπιστώνω, ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Bafoussam, στη Δυτική περιφέρεια του Καμερούν, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψη ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Bafoussam στη δυτική περιφέρεια του Καμερούν, ήτοι τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.

 

Έκθεση του Ιουλίου του 2025 του International Crisis Group αναφέρει ότι: «Ύστερα από παρατεταμένη περίοδο κατά την οποία εξαπέλυαν τη συντριπτική πλειονότητα των επιθέσεων, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές πραγματοποίησαν λιγότερες επιθέσεις τον Ιούνιο· η υποχώρηση αυτή ενδέχεται να είναι στρατηγική και να προμηνύει ανανεωμένη έξαρση της βίας ενόψει των προεδρικών εκλογών. Ωστόσο, σημειώθηκε σοβαρό περιστατικό στη γαλλόφωνη Δυτική Περιφέρεια (West Region), η οποία γειτνιάζει με τις Αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες, όταν στις 18 Ιουνίου αυτονομιστική πολιτοφυλακή έστησε ενέδρα σε στρατιωτικό όχημα περιπολίας και σκότωσε τρεις στρατιώτες στην περιοχή Magba[21]

 

Τον Ιούνιο του 2025, το Agence France-Presse (AFP) αναφέρει ότι: «Από το 2016, οι Περιφέρειες Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική του Καμερούν μαστίζονται από σύγκρουση μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστών και της κυβέρνησης. Πολλοί αγγλόφωνοι Καμερουνέζοι δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν συστηματικές διακρίσεις στη χώρα, όπου η πλειονότητα είναι γαλλόφωνη. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα γρήγορα εξελίχθηκε σε ένοπλη εξέγερση. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Human Rights Watch, οι συγκρούσεις έχουν στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 6.000 αμάχους μέχρι σήμερα. Οι αυτονομιστικές ομάδες έχουν προχωρήσει σε απαγωγές και επιθέσεις κατά αμάχων και κρατικών αξιωματούχων, ενώ ο στρατός και η αστυνομία κατηγορούνται ότι διεξάγουν επιδρομές με στόχο την τιμωρία φερόμενων υποστηρικτών των αυτονομιστών. Παράλληλα, οι τζιχαντιστές της Μπόκο Χαράμ σπέρνουν τον τρόμο στο άλλο άκρο της χώρας, στην Περιφέρεια του Άπω Βορρά, όπου η οργάνωση δρα από το 2009. Οι πολλαπλές κρίσεις ασφάλειας έχουν εκτοπίσει μεγάλο αριθμό Καμερουνέζων από τις εστίες τους και συνιστούν πρόκληση για τη διεξαγωγή ειρηνικών εκλογών.»[22] Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons) σημειώνει ότι: «Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι πιο έντονη στη Βορειοδυτική Περιφέρεια απ' ό,τι στη Νοτιοδυτική.

 

Οι αυτονομιστές είναι πιο ενεργοί σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υποανάπτυκτες περιοχές. Παρότι η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, παραμένει ανεπαρκής για την αποτροπή περιστατικών ανασφάλειας.»[23] Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) επισημαίνει ότι: «Η κατάσταση στις Περιφέρειες Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική (NWSW) παρέμεινε εύθραυστη και ασταθής, με συνεχείς επιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSFs) και μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAGs). Συνεχίστηκαν οι αναφορές για απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και απώλειες αμάχων.»[24]

Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, στην Δυτική Επαρχία (Ouest Region) του Καμερούν κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/02/2026), καταγράφηκαν 4 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 8 θάνατοι[25].

Κατά συνέπεια, με βάση τις προαναφερόμενες πηγές πληροφόρησης, μπορεί να συναχθεί ότι η γενικευμένη κατάσταση ανασφάλειας που συνδέεται με το αγγλόφωνο ζήτημα περιορίζεται κυρίως στις αγγλόφωνες Περιφέρειες του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν και δεν επεκτείνεται στις γαλλόφωνες περιοχές της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, δεν προκύπτει ότι η κρίση επηρεάζει την Δυτική Περιφέρεια του Καμερούν, από όπου κατάγεται η Αιτήτρια και όπου αναμένεται να επιστρέψει, η οποία αποτελεί γαλλόφωνη περιοχή και δεν συγκαταλέγεται στις περιοχές όπου καταγράφεται η εν λόγω ένοπλη σύγκρουση.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι η Αιτήτρια, αντίθετα στην θέση της συνηγόρου της, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ

 

 



[1] Αναφέρεται σε ένορκη μαρτυρία που η Αιτήτρια υπέβαλε με την αίτηση ακυρώσεως της και συνίσταται σε δέσμη αντιγράφων φωτογραφιών όπου απεικονίζεται μία γυναίκα (η ίδια η Αιτήτρια) σε κάποια τελετουργία, κατ΄ισχυρισμό της στην τελετή βάπτισή της.

[2] Atemnkeng, J., The Place of Black Magicand Jujuin the Cameroon Anglophone Crisis: A Truncated Narrative (2017–2020)”, EAS Journal of Humanities and Cultural Studies, διαθέσιμο στο: https://www.easpublisher.com/get-articles/416 (τελευταία πρόσβαση: 9.3.2026).

[3] Man-eating sorcerers detained in Cameroon”, Al Jazeera, 25 August 2003, διαθέσιμο στο: https://www.aljazeera.com/news/2003/8/25/man-eating-sorcerers-detained-in-cameroon. (τελευταία πρόσβαση: 9.3.2026).

[4] UNHCR Refworld, Cameroon: Witchcraft in Cameroon; tribes or geographical areas in which witchcraft is practised; the government's attitude”, διαθέσιμο στο: https://webarchive.archive.unhcr.org/20230530142306/https://www.refworld.org/docid/440ed6e819.html (τελευταία πρόσβαση: 9.3.2026).

[5]Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Cameroon, 19 Μαρτίου 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf((ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[6]IOM,Cameroon Country Fact Sheet 2024, https://files.returningfromgermany.de/files/CFS_Cameroon_2024_ENG.pdf ((ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[7]IOM, Cameroon Country Fact Sheet 2024, https://files.returningfromgermany.de/files/CFS_Cameroon_2024_ENG.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[9] Social Health Protection Network(SHNP), From aspiration to reality: Cameroon sets the stage for universal health coverage (UHC), 22/11/2023, https://p4h.world/en/case_study/from-aspiration-to-reality-cameroon-sets-the-stage-for-universal-health-coverage-uhc/#:~:text=Roll%2Dout%20of%20universal%20health%20coverage%20(UHC)%20in,and%20children%20under%205%20years%20of%20age. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/20265)

[10] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees: Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, 10 September 2024https://www.ecoi.net/en/file/local/2114940/Factsheet - UNHCR CMR July 2024.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[11] Norwegian Refugee Council, The urgent need to deliver quality education for 1.4 million school-aged children in Cameroon, June 2023, available at: https://reliefweb.int/report/cameroon/urgent-need-deliver-quality-education-14-million-school-aged-children-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[12] Unicef, Cameroon Humanitarian Situation report No.1,UNICEF Cameroon Humanitarian Situation Report No. 1 - January-March 2024.pdf.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[13] Όπ.παραπάνω.

[14] Norwegian Refugee Council, Helping children in Cameroon to tackle trauma, 05 May 2025, https://www.nrc.no/perspectives/2025/helping-children-in-cameroon-to-tackle-trauma (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[15] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2023, 24 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107853.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[16] ACLED - Armed Conflict Location & Event Data Project, GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime: Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2114957/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ.28.  

[17] USDOS – US Department of State (Author): 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[18] UNICEF, Inauguration of the « Connect My School » e-container at the Bilongue primary school (Douala) Littoral region, E-container pioneering digital education project in Cameroon, 25 March 2025,  https://www.unicef.org/cameroon/press-releases/inauguration-%C2%AB-connect-my-school-%C2%BB-e-container-bilongue-primary-school-douala (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[19]Unicef, Country Office Annual Report 2023, available at: https://www.unicef.org/media/152736/file/Cameroon-2023-COAR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[20] Plan International,A second chance at education for out-of-school children, January 2024, available at:https://plan-international.org/cameroon/news/2024/02/17/second-chance-education-out-of-school-children/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[21] International Crisis Group (July 2025) Crisis Watch June 2025, Cameroon https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/june-trends-and-july-alerts-2025#cameroon

[22] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Security situation, 10 July 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf

[23]  RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Security situation, 10 July 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf

[24]  United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76  https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 σελ.2

[25] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Region: Ouest, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/03/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο