L.M. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1931/2024, 30/6/2026
print
Τίτλος:
L.M. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1931/2024, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

                                                                                      Υπόθεση αρ. 1931/2024

 

                                                    30 Ιουνίου 2026

 

                                             [Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

                              Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

 

 Μεταξύ:

                                                             1. L.M.

                                                             2. Μ.Μ.

                                                                                                            Αιτήτριες          

                                                                Και

                       Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                 

                                                                                                Καθ' ων η αίτηση

 

Η αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά

 

Α. Φιλίππου (κος) για Α. Πάλλη (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

[Παρών ο κος Ευστράτιος Θεοδοσίου για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα].

 

                                                 Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Πλαστήρα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την προσφυγή τους οι αιτήτριες, αιτούνται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 25/04/2024 η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 27/05/2024 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση τους για παροχή διεθνούς προστασίας, ως παράνομης, άκυρης και στερούμενης οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

 

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των Διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, η αιτήτρια αρ. 1 (στο εξής «η αιτήτρια») είναι ενήλικας από τη Σιέρρα Λεόνε και στις 01/12/2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η Αιτήτρια αρ.1 είναι η μητέρα της ανήλικης – αιτήτρια αρ. 2, γεννηθείσα στις 06/11/2021 η οποία συμπεριελήφθη στο φάκελο της Αιτήτριας σχετικά με το αίτημά της για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 24/04/2024, διεξήχθη συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 24/04/2024, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στις 25/04/2024, αποφασίστηκε όπως να μην παραχωρηθεί στην αιτήτρια καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 27/05/2024, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου της, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια αυθημερόν.

 

Ακολούθως, οι αιτήτριες καταχώρησαν αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Στο δικόγραφο της προσφυγής των αιτητριών δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και απουσιάζει η οποιαδήποτε έκθεση γεγονότων. Η αιτήτρια καταγράφει δε ότι φοβάται για το μέλλον του μωρού της και δεν έχει κανένα να την βοηθήσει. Προσθέτει ότι επιθυμεί να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία με το μωρό της.

Εξίσου, στην  γραπτή αγόρευση της αιτήτριας, δεν καταγράφεται οποιαδήποτε ανάλυση νομικών λόγων πέραν από τα γεγονότα βάσει των οποίων οδηγήθηκε στο να εγκαταλείψει την χώρα της. Ειδικότερα, στην εν λόγω η αιτήτρια κατέγραψε ότι δεν έχει οικογένεια στην χώρα της για να φροντίσει την ίδια και το παιδί της και επιθυμεί να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία για να δουλέψει και να το φροντίσει. Πρόσθεσε ότι επέλεξε να έρθει στην Κυπριακή Δημοκρατία καθότι είναι το ασφαλέστερο μέρος για την ίδια και το παιδί της, όπως επίσης για την ευημερία του παιδιού της και για να βρει η ίδια μια καλύτερη μόρφωση.

Οι Καθ' ων η Αίτηση μέσω της γραπτής τους αγόρευσης υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης πράξης όπου ανάφεραν ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας μιας και η ίδια η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή διεθνούς προστασίας και δια τούτο η παρούσα προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί.

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε περίπτωση που διάδικος εμφανίζεται σε διαδικασία χωρίς να εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν υποχρεούται σε ενεργό συμμόρφωση με την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, εν αντιθέσει με το τι ισχύει για διαδίκους που εκπροσωπούνται με δικηγόρο. Στον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 αναφέρεται ( παραθέτω αυτολεξεί): « Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον» (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).

Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω, η μη συμπερίληψη στο δικόγραφο της αίτησης ακυρώσεως/ προσφυγής λόγων ακυρώσεως/ νομικών σημείων δεν αποστερεί την εξουσία από το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει να εξετάσει την προσφυγή των αιτητριών και να ελέγξει την ορθότητα της απόφασης ήτοι να προβεί σε έλεγχο επί της ουσίας σύμφωνα με το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73 (Ι)/2018).

Είναι χρήσιμο να παρατεθούν όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το αρμόδιο όργανο ορθώς αποφάσισε να απορρίψει το αίτημα των αιτητριών.

Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, η αιτήτρια δεν κατέγραψε στο έντυπο κανένα λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της (ερυθρό 1 του Δ.Φ.).

Στο πλαίσιο της προσωπικής της συνέντευξης, η αιτήτρια δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην χώρα καταγωγής της (ερυθρό 23,  22 του Δ.Φ.). Πρόσθεσε ότι έχει ένα ανήλικο τέκνο, το οποίο διαμένει μαζί της στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο άντρας της απεβίωσε στις 31/10/2023 ενώ επίσης οι γονείς της δεν βρίσκονται εν ζωή, λέγοντας ότι μετά τον θάνατο της μητέρας της διέμενε με τον θείο της και την οικογένεια του (ερυθρό 24 του Δ.Φ.). Ανάφερε επίσης ότι έχει 3 θείους από τον πατέρα της και 3 ξαδέλφια όπως και ένα φίλο, οι οποίοι διαμένουν στην πόλη Pedembu, στην επαρχία Kailahun, με τους οποίους έχει επικοινωνία. Η αιτήτρια εργαζόταν στην χώρα καταγωγής της και καθάριζε σπίτια και ιδιωτικά νοσοκομεία από το 2013 έως το 2015, όπου σταμάτησε γιατί ο μισθός ήταν χαμηλός και αποφάσισε να συνεχίσει στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου σταμάτησε λόγω οικονομικών λόγων την ίδια χρονιά. (ερυθρό 23 του Δ.Φ.). Γεννήθηκε στην πόλη Pedembu, στην επαρχία Kailahun που αποτελεί και τον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της μέχρι που εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της (ερυθρό 23 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια δήλωσε ότι έφυγε από την χώρα της επειδή δεν μπορούσε να βρει εργασία και είχε οικονομικά προβλήματα. Πρόσθεσε ότι ήρθε για να εργαστεί και να έχει μια καλύτερη ζωή. (ερυθρό 22 του Δ.Φ.).

Ερωτώμενη εάν υπήρχαν άλλοι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα της, απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα ποιες θεωρεί ότι θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα της, δήλωσε ότι θα πάει να μείνει με τον θείο της. Σε σχετικά ερώτηση εάν οι αρχές της χώρας της θα της επιτρέψουν την επιστροφή, απάντησε θετικά.

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις της αιτήτριας κατά το στάδιο της συνέντευξης της σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά στο ότι η αιτήτρια είναι υπήκοος της χώρας Σιέρρα Λεόνε, η οποία κατάγεται από τη πόλη Pedembu, της επαρχίας Kailahun, και όπου η εν λόγω περιοχή αποτέλεσε και την προηγούμενη περιοχή διαμονής της πριν εγκαταλείψει την χώρα, και ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό ότι αναχώρησε από την χώρα για να εργαστεί.

Ο πρώτος και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός έγιναν αμφότεροι αποδεκτοί, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία τους.

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας περαιτέρω τον κίνδυνο που διατρέχει η αιτήτρια στη χώρα καταγωγής της και λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ της αιτήτριας, έκρινε ότι δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς, αφού στο πρόσωπο της δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου ήτοι την εθνικότητα, την φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, θεώρησε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της αιτήτριας, καθότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης δυνάμει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπρόσθετα, η αρμόδια αρχή, έκρινε ότι ούτε και οι προϋποθέσεις για χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας συντρέχουν δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, μιας και στην χώρα καταγωγής της, δεν επικρατούν συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων λόγω εσωτερικής και/ή διεθνούς ένοπλης σύρραξης.

Εξετάζοντας το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(I)/2018)  και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα των αιτητριών.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων στη βάση της εκ του Νόμου παρεχόμενης δικαιοδοσίας, διαπιστώνω ότι ορθώς έγιναν αποδεκτοί αμφότεροι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας. Ειδικότερα, όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό η αιτήτρια δήλωσε και εξήγησε με σαφήνεια και περιγραφική λεπτομέρεια ότι οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της ήταν αποκλειστικά για να εργαστεί. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κάνει δεκτούς τους ισχυρισμούς της αιτήτριας γύρω από τα προσωπικά της στοιχεία και τους αποκλειστικά οικονομικούς λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της.

 

Υπό το φως λοιπόν των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν, σύμφωνα και με τα πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση των αιτητριών ως πρόσφυγες, καθώς όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό η αιτήτρια δεν επικαλέστηκε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπο της. Το μόνο που επικαλέστηκε η αιτήτρια είναι τα οικονομικά προβλήματα καθώς και το γεγονός ότι ήρθε στην Κυπριακή Δημοκρατία για να εργαστεί, στοιχεία που δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται στην Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από τον Περί Προσφύγων Νόμο καθότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Συνακόλουθα οι αιτήτριες δεν επικαλέστηκαν κανέναν ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψουν στη χώρα ιθαγένειάς τους, θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων, εξευτελιστικής ή απάνθρωπης μεταχείρισης ή τιμωρίας, για να της δοθεί συμπληρωματική προστασία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (β) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, οι αιτήτριες, σε περίπτωση επιστροφής  στη χώρα καταγωγής τους θα αντιμετωπίσουν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπουν, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη Σιέρρα Λεόνε, προς εξέταση της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στην πόλη Pedembu,της επαρχίας Kailahun η οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

Εκ της διεξαχθείσας έρευνας προέκυψαν τα ακόλουθα:

Ως προς την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, σημειώνεται ότι η Σιέρρα Λεόνε δεν συγκαταλέγεται ως χώρα υπό ενεργή ένοπλη σύρραξη στον επικαιροποιημένο χάρτη του «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενεργών ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο.[1]

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την ιστοσελίδα  Crisis24,  η Σιέρρα Λεόνε έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο  στο κομμάτι της σταθερότητας μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου το 2002 και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η χώρα θα μπορούσε να ολισθήσει εκ νέου  σε ένοπλη σύγκρουση. Ως περαιτέρω, αναφέρεται  δεν υπάρχουν γνωστές τρομοκρατικές ομάδες που να δραστηριοποιούνται ή που να εκτιμάται ότι αποτελούν απειλή για ξένα συμφέροντα στη χώρα. Ωστόσο, η εγκληματική δραστηριότητα είναι ευρέως διαδεδομένη, με κύρια απειλή τόσο για τους ξένους ταξιδιώτες, όσο και για τους ομογενείς, το μη βίαιο, ευκαιριακό έγκλημα. Ταυτόχρονα, συχνές είναι και οι κοινωνικές αναταραχές κατά τις οποίες οι δυνάμεις ασφαλείας τείνουν να απαντούν με τρόπο που συνήθως προκαλεί κλιμάκωση της κατάστασης.[2]

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην πόλη Pedembu, της επαρχίας Kailahun, στην Ανατολική περιοχή (Eastern province), οποία αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην Ανατολική περιοχή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 02/05/2026), καταγράφηκαν 2 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), χωρίς θύματα.[3]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της ανατολικής περιοχής για το έτος 2021 είχε εκτιμηθεί στο 1,943,610 κατοίκους και για την επαρχία Kailahun το έτος 2021 είχε εκτιμηθεί στους 550,435 κατοίκους.[4] Επομένως καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος περιστατικών στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής και ειδικότερα στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της αιτήτριας, έτσι ώστε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής τους εκεί, οι αιτήτριες θα κινδυνέψουν ως άμαχοι αποκλειστικά λόγω της φυσικής τους παρουσίας εκεί. 

Κατά συνέπεια, η πόλη Pedembu,της επαρχίας Kailahun, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται από συγκρούσεις και περιστατικά βίας οι οποίες πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως αυτό ερμηνεύθηκε νομολογιακά στις αποφάσεις C-465/07 - Elgafaji και C‑285/12 - Diakité του ΔΕΕ[5]. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψιν και το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, διαπιστώνω ότι απουσιάζουν ιδιαίτερες επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι η αιτήτρια συνιστά ενήλικη, υγιή, αρτιμελή γυναίκα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και με υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο. Συμπερασματικά, δεν κρίνω ότι ανακύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι οι αιτήτριες θα διατρέξουν κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους και συγκεκριμένα στην πόλη Pedembu,της επαρχίας Kailahun.

Τέλος, ως προς ανήλικο τέκνο της αιτήτριας ήτοι την αιτήτρια αρ. 2, στα πλαίσια αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου και με βάση όλα τα γεγονότα που είχα ενώπιον μου όπως και των ισχυρισμών της αιτήτριας, καταλήγω και παρατηρώ ότι το ανήλικο – αιτήτρια αρ. 2 βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία (βλ. ερ. 57 του Δ.Φ.). Ως δήλωσε η αιτήτρια, ο πατέρας του ανήλικου έχει αποβιώσει στην Σιέρα Λεόνε στις 31/10/2023. Επομένως, φρονώ ότι λόγω της ηλικίας του ανήλικου, η προσαρμογή στο περιβάλλον της χώρας καταγωγής της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της, θα είναι ομαλή και δεν θα έχει αρνητική επίδραση στην ευημερία του παιδιού. Λόγω της ηλικίας του, το παιδί δεν έχει δημιουργήσει οποιουσδήποτε δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία, οπότε δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες όσον αφορά τη γλωσσική επικοινωνία, την σχολική ένταξη, την κοινωνική και προσωπική ανάπτυξη, και την πολιτισμική προσαρμογή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας.

 

Επομένως, όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, κρίνεται ότι η περίπτωση των αιτητριών δεν εμπίπτουν στις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα ως ορίζονται στα άρθρα 3-3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον οι αιτήτριες δεν κατάφεραν να αποδείξουν βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του πιο πάνω Νόμου. Συνακόλουθα, οι αιτήτριες  δεν επικαλέστηκαν κανένα ουσιώδη λόγο που να πιστεύεται, και ούτε προκύπτει (ως αναλύθηκε ανωτέρω), ότι, εάν επιστρέψουν στη χώρα ιθαγένειάς τους, θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη, ώστε να τους δοθεί συμπληρωματική προστασία. Επομένως, κρίνω ότι ορθώς κρίθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν μπορούσε να τους παρασχεθεί ούτε προσφυγικό καθεστώς αλλά ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου τα οποία περιορίζονται στο περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, αφού ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας προς υποστήριξη της αιτήσεως και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της υπό αναφορά υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα των αιτητριών εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση των αιτητριών.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €600 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητριών.

 

 

                                                                                 Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, αναζήτηση στην αρχική σελίδα: Armed conflicts 2024-2026/ Geography/ Countries, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/explore/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 30/06/2026]

[2] Crisis24, 'Sierra Leone Country Report / Security, Τελευταία Ενημέρωση: 13.05.2022,  https://crisis24.garda.com/insights-intelligence/intelligence/country-reports/sierra-leone 

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Sierra Leone, Eastern, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 02.05.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης 30/06/2026]

[4] City Population, Africa, Sierra Leone, Cities and Urban localities διαθέσιμος σεhttps://citypopulation.de/en/sierraleone/cities/ [Ημερομηνία Πρόσβασης 30/06/2026]

[5] ΒλΑπόφαση ΔΕΕ C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides ημερ.30/01/2014 (βλ. σκέψη 31), όπως επίσης απόφαση ΔΕΕ C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie ημερ. 17/2/2009 (βλ. σκέψη 39, 43).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο