ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
(Νομική Αρωγή Αρ. ΝΑ 227/2025)
04 Ιουνίου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ
ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
1. C.B.B.
2. I. N. (ανήλικο τέκνο)
Αιτητές
Η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά
Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα
[Παρών ο κος Tshintu Tshiabo, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Lingala και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.: Η Αιτήτρια 1 (στο εξής: «Αιτήτρια») εκπροσωπώντας και το ανήλικο τέκνο της, Αιτητή 2 καταχώρησε την παρούσα αίτηση για παροχή προς αυτή δωρεάν νομικής αρωγής, έτσι ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο στην καταχωρηθείσα προσφυγή με αριθμό 1615/2024, κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 30/04/2024. Με την εν λόγω απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε δεόντως στην Αιτήτρια, η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή της για χορήγηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα, υπέβαλε ένσταση στο αίτημα και καταχώρησε Γραπτό Σημείωμα υποστηριζόμενο από όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα.
Από το ενώπιον μου υλικό προκύπτει ότι η Αιτήτρια πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, υπήκοο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής «ΛΔΚ) και ότι ο Αιτητής 2 είναι ο ανήλικος υιός αυτής, γεννηθείς στη Δημοκρατία το 2022. Η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, σύμφωνα με δική της δήλωση, αεροπορικώς στις 11/05/2021 και αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου στις 12/05/2021 από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας την 12/07/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας. Στην αίτησή της η Αιτήτρια συμπεριέλαβε εκ των υστέρων και το ανήλικο τέκνο της.
Στις 14/02/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από εμπειρογνώμονα του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο – EUAA (στο εξής «λειτουργός»), παρέχοντας της δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 14/03/2024, συντάχθηκε και υποβλήθηκε προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετική έκθεση με την οποία γίνεται εισήγηση για την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. Στις 21/03/2024, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, εξέτασε την εισηγητική έκθεση και αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 30/04/2024, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε αυθημερόν δια χειρός από την Αιτήτρια.
Η Αιτήτρια, στις 09/05/2024, καταχώρησε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας την υπ' αριθμό 1615/24 προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, καταχωρώντας, σε μεταγενέστερο και δη προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας την υπό εξέταση αίτηση νομικής αρωγής.
Αποτελεί θέση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής, καθώς η προσφυγή της Αιτήτριας δεν έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας. Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη και εκδόθηκε μετά από εκτεταμένη έρευνα όλων όσων η Αιτήτρια ανέφερε κατά τη συνέντευξή της, αλλά και σε σχέση με τη χώρα καταγωγής της. Ειδικότερα, η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υιοθετώντας την εισήγηση του λειτουργού και επισημαίνοντας τον ενδελεχή έλεγχο της Υπηρεσίας Ασύλου και την αδυναμία θεμελίωσης προσωπικής δίωξης εκ μέρους της Αιτήτριας, κατέληξε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία παραχώρησης διεθνούς προστασίας δυνάμει των άρθρων 3 και 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το νομικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η παρούσα αίτηση, στηρίζεται στον περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ. 1) του 2003 (3/2003) και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν165(Ι)/2002 ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Η περίπτωση της Αιτήτριας υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) το οποίο προνοεί τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«6Β.(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 8-
[..]
(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
[....]
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή
[.]
υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»
Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει κατά πόσον η προσφυγή της Αιτήτριας έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Νομική Αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010). Τούτο χωρίς να αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που καταχώρησε η Αιτήτρια. Τονίζεται επίσης πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης δεν επηρεάζει την τελική εκδίκαση της προσφυγής, που έχει ήδη καταχωρήσει η Αιτήτρια και εκκρεμεί.
Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα της Αιτήτριας να ακουστεί, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του, ώστε να μην δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Νομική Αρωγή αρ. 10/2010 Αlali Abdulhamid, ημερ. 06/05/2010 και Νομική Αρωγή αρ. 25/2010 Αnthonia Idahor, ημερ. 13/12/2010).
Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυνημμένα σε αυτό έγγραφα, την αίτηση και τη συνέντευξη της Αιτήτριας, την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης και γενικά το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου.
Κατά την υποβολή της αίτησής της για την παροχή διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι ο πατέρας της είχε δύο συζύγους και ότι, μετά τον θάνατό του, επειδή τα χρήματα που έλαβαν δεν ήταν αρκετά, πώλησαν ένα τεμάχιο γης. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ζούσε με τον πατέρα του παιδιού της σε σχέση συμβίωσης, η οποία ωστόσο ήταν κακοποιητική. Λόγω της κακοποίησης και των δυσκολιών που αντιμετώπιζε, η μητέρα της αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα υπόλοιπα χρήματα από την πώληση για να την απομακρύνει από τη σχέση αυτή και να τη προστατεύσει.
Κατά την προσωπική της συνέντευξη η Αιτήτρια, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, δήλωσε υπήκοος της ΛΔΚ, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Kinshasa. Αναφορικά με την προσωπική της κατάσταση, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι ανύπανδρη και ότι έχει τρία ανήλικα τέκνα, εκ των οποίων τα δύο διαμένουν με την μητέρα της και το μικρότερο γεννήθηκε στη Κύπρο. Ως προς τον πατέρα των δύο μεγαλύτερων παιδιών της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι απεβίωσε το 2019 σε τροχαίο δυστύχημα. Σε σχέση με τον πατέρα του ανήλικου τέκνου που απέκτησε στη Δημοκρατία, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι είναι υπήκοος της Ακτής Ελεφαντοστού, είναι επίσης αιτητής ασύλου και δεν είναι πλέον μαζί, παρόλο που διατηρούν επαφή. Ως προς το οικογενειακό της πλαίσιο, δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε, ότι η μητέρα της διαμένει με μοναχές στην Kinshasa, οι οποίες την στηρίζουν οικονομικά και οι τρεις (3) αδερφοί της διαμένουν στην περιοχή Lisala της επαρχίας Mongala όπου ασχολούνται με τη γεωργία. Κατά δήλωσή της απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χωρίς εργασιακή εμπειρία.
Ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας της, η Αιτήτρια προέβαλε κυρίως τη διαμάχη με την πρώτη σύζυγο του πατέρα της για την πατρική περιουσία, την εκδίωξη από την οικογενειακή οικία και τις απειλές που, όπως ισχυρίστηκε, δεχόταν η ίδια και η μητέρα της. Συγκεκριμένα η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της είχε δύο συζύγους, εκ των οποίων η πρώτη ήταν η επίσημη σύζυγος, ενώ η μητέρα της ήταν η δεύτερη σύζυγος, χωρίς ωστόσο να τελέσουν επίσημο γάμο. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, υποστήριξε ότι η πρώτη σύζυγος πήρε όλη την περιουσία του και να αρνήθηκε να δώσει οποιοδήποτε μερίδιο στην Αιτήτρια, στη μητέρα της και στα τρία αδέλφια της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι, περίπου δύο μήνες μετά την ταφή του πατέρα της, η πρώτη σύζυγος τους εκδίωξε από την οικογενειακή οικία. Απευθύνθηκαν ως υποστήριξε στον τοπικό αρχηγό στο Kalamu, ο οποίος τους βοήθησε να επιστρέψουν στην οικία, ωστόσο ακολούθως η πρώτη σύζυγος προσέφυγε δικαστικά κατά της μητέρας της, διαδικασία την οποία ωστόσο δεν μπόρεσε η μητέρα της να συνεχίσει λόγω έλλειψης χρημάτων. Ως ισχυρίστηκε, η μητέρα της πώλησε μέρος της γης που της είχε αγοράσει ο σύζυγός της (πατέρας της Αιτήτριας στην περιοχή Bibwa ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες τους και να χρηματοδοτηθεί το ταξίδι της Αιτήτριας στο εξωτερικό.
Η Αιτήτρια επικαλέστηκε περιστατικό στις 10/12/2023 κατά το οποίο στρατιώτες, τους οποίους φέρεται να έστειλε η πρώτη σύζυγος, αναζήτησαν τη μητέρα της στην εκκλησία και την προειδοποίησαν ότι, αν συνεχίσει να διεκδικεί την περιουσία του πατέρα της, «δεν θα υπάρχει πια», χωρίς ωστόσο να υπάρξει άλλο περιστατικό εναντίον της. Ως προς τον φόβο της σε περίπτωση επιστροφής, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβάται την πρώτη σύζυγο του πατέρα της, επειδή έχει χρήματα και επιρροή και, κατά την ίδια, είναι ικανή να στείλει ανθρώπους να τη σκοτώσουν. Πρόσθεσε ότι, εάν επιστρέψει, δεν θα έχει πού να μείνει και σε σχέση με το ανήλικο τέκνο της που γεννήθηκε στη Δημοκρατία, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η επιστροφή θα ήταν δύσκολη, κυρίως ως προς την εκπαίδευσή του. Τέλος, εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνει στη Δημοκρατία ώστε να μπορεί να στηρίζει οικονομικά τη μητέρα της.
Ο λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς: πρώτο αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας και δεύτερο, αναφορικά με τις ισχυριζόμενες απειλές που έλαβε η ίδια, η μητέρα και τα τρία αδέρφια της από την πρώτη σύζυγο του πατέρα της. O πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία αυτού, ενώ ο δεύτερος έτυχε απόρριψης λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας περί απειλών παρέμειναν γενικές, αόριστες και χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς το περιεχόμενο, τον χρόνο, τη συχνότητα και τον τρόπο εκδήλωσής τους. Ως επισημάνθηκε, η Αιτήτρια συνέδεσε τις απειλές κυρίως με την εκδίωξη από την οικογενειακή οικία, χωρίς να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά απειλών, ενώ οι αναφορές της για την αντίδραση της οικογένειας και την προσφυγή στον αρχηγό της περιοχής Kalamu κρίθηκαν επίσης ασαφείς. Περαιτέρω, εντοπίστηκαν αντιφάσεις ως προς το ποιος προσέφυγε στο δικαστήριο, καθώς άλλοτε ανέφερε ότι η μητέρα της ήθελε να κινηθεί δικαστικά και άλλοτε ότι η πρώτη σύζυγος οδήγησε τη μητέρα της στο δικαστήριο, καθώς και ως προς τον χρόνο της εκδίωξης, την οποία άλλοτε τοποθέτησε δύο μήνες μετά την ταφή του πατέρα της και άλλοτε τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2020. Επιπλέον, ως σημείωσε ο λειτουργός, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι, πέραν της εκδίωξης, δεν συνέβη τίποτε άλλο στην ίδια ή στην οικογένειά της μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα, ενώ οι τρεις αδελφοί της διαβιούν στην περιοχή Lisala χωρίς να αντιμετωπίζουν προβλήματα.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών, ο λειτουργός έκρινε ότι τα όσα αφηγήθηκε η Αιτήτρια αφορούν ιδιωτικής φύσεως ζητήματα και ότι τα όσα ανέφερε στη συνέντευξή της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του, ήτοι των προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας, και το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια έχει υποστεί στη χώρα καταγωγής της οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ο λειτουργός, παραθέτοντας πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα για την Kinshasa (τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας) κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια και το ανήλικό της τέκνο να υποστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους στη ΛΔΚ.
Ως εκ τούτου, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει κίνδυνος δίωξης για την Αιτήτρια και το ανήλικό της τέκνο για έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου (2000 - 2020).
Περαιτέρω, κατά την εξέταση παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός έκρινε ότι δε συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19 (1) (α) ή (β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Ειδικά δε ως προς την πιθανότητα χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19 (1) (γ), οι Καθ’ ων η αίτηση παρέθεσαν πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας από τις οποίες αναφέρουν ότι συνάγεται η απουσία ένοπλων συγκρούσεων στην πόλη της Kinshasa.
Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Αιτήτρια αναφέρθηκε αρχικά στη σύλληψη του πατέρα του ανήλικου τέκνου της στη Κυπριακή Δημοκρατία, δηλώνοντας ότι εκείνος τους στήριζε, και ακολούθως ζήτησε προστασία για την ίδια και το τέκνο της. Εν συνεχεία, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι η μητριά της, λόγω οικονομικής δύναμης, οικειοποιήθηκε την περιουσία του πατέρα της, στράφηκε εναντίον της και έστειλε άτομα να την βλάψουν, ενώ η ίδια πώλησε ένα τεμάχιο γης και αναχώρησε από τη χώρα. Τέλος, ζήτησε βοήθεια λόγω του ανήλικου της τέκνου που γεννήθηκε στη Δημοκρατία. Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υιοθέτησε το περιεχόμενο του Σημειώματός της.
Παρατηρείται καταρχάς ότι, οι ισχυρισμοί που προέβαλε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, περιορίστηκαν σε προβλήματα που αντιμετώπισε με την πρώτη σύζυγο του πατέρα της, λόγω κληρονομικών διαφορών σχετικά με την περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα της και τα οποία εξετάστηκαν ενδελεχώς από τους Καθ’ ων η αίτηση. Ωστόσο, ως προς τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ της Αιτήτριας, το οποίο έγινε αποδεκτό από τους Καθ’ ων η αίτηση, παρατηρείται ότι ουδεμία έρευνα και αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε.
Όπως διαπιστώνεται από τα ενώπιον μου δεδομένα, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε ενδελεχή και εξατομικευμένη εξέταση του ιδιαίτερου προφίλ της Αιτήτριας ως ανύπανδρης μητέρας, ούτε αξιολόγησαν επαρκώς τις ιδιαίτερες περιστάσεις που απορρέουν από τη φροντίδα του ανήλικου τέκνου της, το οποίο απέκτησε στη Δημοκρατία. Περαιτέρω, δεν εξετάστηκε ουσιαστικά και αυτοτελώς το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της, ούτε διερευνήθηκαν ειδικά οι συνθήκες που θα αντιμετώπιζε το παιδί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι διενεργήθηκε έρευνα ως προς την πρόσβαση του ανήλικου τέκνου σε βασικές υπηρεσίες, όπως στην εκπαίδευση και την υγεία, καθώς και ως προς τις γενικότερες συνθήκες ευημερίας, ασφάλειας και ανάπτυξής του. Μια τέτοια αξιολόγηση εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης νομικής αρωγής και συνιστά αξιολόγηση η οποία ανήκει στο Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την προσφυγή στην ουσία της.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κρίση περί πιθανότητας επιτυχίας δεν πρέπει να περιορίζει αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και την ουσιαστική πρόσβαση της Αιτήτριας διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη, κρίνω ότι τεκμηριώνεται εκ πρώτης όψεως, η απαιτούμενη εκ του Νόμου πιθανότητα επιτυχίας της προσφυγής που έχει καταχωρήσει η Αιτήτρια.
Σύμφωνα με το εδάφιο (6) στο άρθρο 7 του περί Νομικής Αρωγής Νόμου του 2002, Ν.165(Ι)/2002, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, η παράγραφος (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 7 δεν εφαρμόζεται πλέον, για σκοπούς, μεταξύ άλλων του εδαφίου (2) του άρθρου 6Β, ως η παρούσα, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται πλέον η υποβολή κοινωνικοοικονομικής έκθεσης για αιτητές διεθνούς προστασίας.
Ως εκ τούτου κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση πιστοποιητικού Νομικής Αρωγής και δια ταύτα εντέλλεται το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο να προχωρήσει στις νενομισμένες διαδικασίες για διορισμό δικηγόρου σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικό Κανονισμό και δυνάμει του σχετικού Νόμου.
Α.Α. AΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο