ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: G.A.S., Νομική Αρωγή αρ. 24/2026, 12/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: G.A.S., Νομική Αρωγή αρ. 24/2026, 12/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

         Νομική Αρωγή αρ. 24/2026

12 Ιουνίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,

Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:

G.A.S.

από Αφγανιστάν                                                

                             Αιτητής

 

Ο Αιτητής εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως

Για τους Καθ' ων η αίτηση: Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

[Ε. Θεοδοσίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα

WAHEDI Lima- Διερμηνέας, για διερμηνεία από φαρσί στην αγγλική]                            

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο Αιτητής, με την καταχωρισθείσα αίτησή του, επιζητά την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής δυνάμει του άρθρου 6Β του περί Προσφύγων Νόμου, με σκοπό τον διορισμό δικηγόρου για την προώθηση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρίσει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 01.09.2024, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Η συνήγορος που εμφανίζεται για τον Γενικό Εισαγγελέα καταχώρισε σημείωμα με το οποίο έφερε ένσταση στο αίτημα του Αιτητή παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης και επισυνάπτοντας τα σχετικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση για την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία.

 

Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Αιτητής ο Αιτητής είναι υπήκοος Αφγανιστάν, ο οποίος υπέβαλε στις 5.4.2021 αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 20.8.2024 προσήλθε σε προσωπική συνέντευξη με λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 21.8.2024 συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε στις 1.9.2024 από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησής του Αιτητή απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 10.10.2024 με επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας.

 

Εναντίον της απόφασης αυτής, ο Αιτητής  καταχώρισε στις 31.10.2024 την υπ' αρ. 4303/2024 προσφυγή για την προώθηση της οποίας, επιθυμεί να λάβει δωρεάν νομική αρωγή, μέσω της υπό εξέταση αίτησης.

 

Σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε στην αίτησή του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, το Αφγανιστάν, επικαλούμενος τη μακροχρόνια κατάσταση πολέμου και γενικευμένης ανασφάλειας που επικρατεί στη χώρα. Υποστήριξε ότι καθημερινά σημειώνονται εκρήξεις και επιθέσεις με μεγάλο αριθμό θυμάτων, ενώ ανέφερε ότι είχε εργαστεί στον Αφγανικό Εθνικό Στρατό με σκοπό να συμβάλει στην αποκατάσταση της ειρήνης. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα στο χωριό του και ότι είχε δεχθεί προειδοποιήσεις και απειλές από τους Taliban, γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα χωρίς δισταγμό προκειμένου να προστατεύσει τη ζωή του.

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από την επαρχία Nangarhar, ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Pashtun και είναι Σουνίτης Μουσουλμάνος. Δήλωσε ότι εργάστηκε στον Αφγανικό στρατό για διάστημα περίπου δέκα έως έντεκα μηνών μεταξύ των ετών 2016 και 2017, εκτελώντας καθήκοντα ελέγχου προσώπων και οχημάτων σε στρατιωτική βάση. Υποστήριξε ότι παραιτήθηκε από τη θέση του έπειτα από ανησυχίες της οικογένειάς του για την ασφάλειά του, λόγω της επιρροής των Taliban στην περιοχή καταγωγής του. Ανέφερε περαιτέρω ότι τον Δεκέμβριο του 2020 έλαβε απειλητική επιστολή από τους Taliban, στην οποία αναγραφόταν ότι συνεργαζόταν με την κυβέρνηση και τον στρατό και ότι θα αντιμετώπιζε συνέπειες εάν δεν εγκατέλειπε την εργασία του. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι φοβήθηκε για τη ζωή του και αποφάσισε να οργανώσει την αναχώρησή του από τη χώρα, την οποία εγκατέλειψε τον Φεβρουάριο του 2021.

 

Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, ο Αιτητής προσκόμισε σειρά εγγράφων, ήτοι φωτογραφίες από τη φερόμενη υπηρεσία του στον Αφγανικό στρατό, αντίγραφο στρατιωτικής ταυτότητας, αντίγραφο επιστολής παραίτησής του από τον στρατό και αντίγραφο απειλητικής επιστολής, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, προερχόταν από τους Taliban.

 

Η Υπηρεσία Ασύλου, κατόπιν εξέτασης των ισχυρισμών του Αιτητή, των εγγράφων που προσκόμισε και του συνόλου του διοικητικού φακέλου, απέρριψε την αίτησή του τόσο ως προς την αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα όσο και ως προς την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ειδικότερα, ως προς το καθεστώς του πρόσφυγα, η Υπηρεσία Ασύλου διαπίστωσε ότι, μολονότι έγιναν αποδεκτά τα στοιχεία που αφορούσαν την ταυτότητα, την καταγωγή και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, δεν κατέστη δυνατό να γίνει αποδεκτός ο ουσιώδης ισχυρισμός του περί στοχοποίησής του από τους Taliban λόγω της προηγούμενης εργασίας του στον Αφγανικό στρατό. Η Υπηρεσία έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσίαζαν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στο γεγονός ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως παραιτήθηκε από τον στρατό το 2017, ενώ υποστήριξε ότι έλαβε απειλητική επιστολή μόλις τον Δεκέμβριο του 2020, χωρίς να παράσχει επαρκή και πειστική εξήγηση για τη χρονική αυτή απόσταση. Επιπλέον, οι απαντήσεις του ως προς το κατά πόσο οι Taliban γνώριζαν ή όχι ότι είχε ήδη αποχωρήσει από τον στρατό κρίθηκαν αντιφατικές και μη ευλογοφανείς.

 

Παράλληλα, η Υπηρεσία Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση των εγγράφων που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Συγκεκριμένα, οι φωτογραφίες από την υποτιθέμενη στρατιωτική του υπηρεσία κρίθηκαν ανεπαρκείς ως προς την αποδεικτική τους αξία, καθώς δεν μπορούσε να εξακριβωθεί η ταυτότητα των προσώπων, ο τόπος ή ο χρόνος λήψης τους. Ομοίως, η στρατιωτική κάρτα, η επιστολή παραίτησης και η απειλητική επιστολή των Taliban προσκομίστηκαν σε μορφή αντιγράφων χαμηλής ποιότητας, χωρίς δυνατότητα επαλήθευσης της γνησιότητας ή της προέλευσής τους. Η Υπηρεσία επισήμανε επίσης αντιφάσεις στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με το κατά πόσο είχε επιστρέψει τον στρατιωτικό εξοπλισμό του μετά την παραίτησή του, γεγονός που επηρέασε περαιτέρω την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του.

 

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι ο ισχυρισμός περί προσωπικής στοχοποίησης από τους Taliban δεν θεμελιώθηκε επαρκώς ούτε από τις δηλώσεις του Αιτητή ούτε από τα προσκομισθέντα έγγραφα. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης.

 

Ως προς τη συμπληρωματική προστασία, η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε κατά πόσο ο Αιτητής θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Για τον σκοπό αυτό έλαβε υπόψη τόσο το προσωπικό προφίλ του Αιτητή όσο και τις επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του, και ειδικότερα για την επαρχία Nangarhar.

 

Κατόπιν αξιολόγησης των σχετικών πληροφοριών, η Υπηρεσία κατέληξε ότι, παρά τις προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται στο Αφγανιστάν, η κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Nangarhar δεν χαρακτηρίζεται από επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται, αφ’ εαυτής, πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης για κάθε άτομο που επιστρέφει στην περιοχή. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός περί προηγούμενης στοχοποίησης ή εξατομικευμένου κινδύνου, η Υπηρεσία έκρινε ότι δεν προκύπτουν πρόσθετοι προσωπικοί παράγοντες που να αυξάνουν τον κίνδυνο έκθεσης του Αιτητή σε σοβαρή βλάβη.

 

Κατά συνέπεια, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα ούτε οι προϋποθέσεις παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας και απέρριψε την αίτησή του για διεθνή προστασία.

 

Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής

 

Ο Αιτητής έχει καταχωρίσει προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της καταχωρισθείσας προσφυγής του.

 

Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας[1].

 

Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας[2].

 

Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωριστεί από τον Αιτητή, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής[3].

 

Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του[4].

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Έχοντας μελετήσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, την εισηγητική έκθεση, το πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή, καθώς και το σύνολο του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε πλήρη και επαρκή εξέταση των ουσιωδών ισχυρισμών που προβλήθηκαν προς θεμελίωση του αιτήματος διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, προχώρησαν σε διακριτή αξιολόγηση αφενός των προσωπικών στοιχείων και του προφίλ του Αιτητή και αφετέρου του κεντρικού ισχυρισμού του περί προηγούμενης υπηρεσίας στον Αφγανικό στρατό και συνακόλουθης στοχοποίησής του από τους Taliban.

 

Η απόφαση καταδεικνύει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν ενδελεχώς τις δηλώσεις του Αιτητή υπό το πρίσμα των κριτηρίων αξιοπιστίας και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο ουσιώδης ισχυρισμός περί προσωπικής δίωξης δεν κατέστη δυνατό να γίνει αποδεκτός. Η σχετική κρίση δεν στηρίζεται σε μεμονωμένη ασυνέπεια ή επουσιώδη αντίφαση, αλλά σε σειρά ζητημάτων που αφορούν τόσο την εσωτερική συνοχή των δηλώσεών του όσο και την εξωτερική τους τεκμηρίωση. Συγκεκριμένα, επισημάνθηκαν αντιφάσεις αναφορικά με την κατοχή και επιστροφή της στρατιωτικής του ταυτότητας μετά την αποχώρησή του από τον στρατό, ασάφειες ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να στοχοποιήθηκε από τους Taliban, καθώς και έλλειψη επαρκών εξηγήσεων για το γεγονός ότι η φερόμενη απειλητική επιστολή εστάλη τρία περίπου έτη μετά την παραίτησή του από τη στρατιωτική υπηρεσία.

 

Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν με επάρκεια τα έγγραφα που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη των ισχυρισμών του Αιτητή. Οι φωτογραφίες από τη φερόμενη στρατιωτική του υπηρεσία, η στρατιωτική κάρτα, η επιστολή παραίτησης και η απειλητική επιστολή των Taliban εξετάστηκαν ξεχωριστά ως προς την προέλευση, τη γνησιότητα και την αποδεικτική τους αξία. Η κρίση ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν μπορούσαν να επαληθευθούν και δεν παρείχαν επαρκή εξωτερική στήριξη στους ισχυρισμούς του Αιτητή, εκ πρώτης όψεως, ερείδεται σε αντικειμενικά δεδομένα και δεν εμφανίζεται αυθαίρετη ή αναιτιολόγητη.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει, στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, το γεγονός ότι ο ίδιος ο Αιτητής αναγνώρισε ότι δεν είχε δεχθεί οποιαδήποτε άλλη απειλή ή επίθεση πέραν της επίμαχης επιστολής, ενώ δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν συνεχιζόμενο ενδιαφέρον των Taliban για το πρόσωπό του. Επιπλέον, οι δηλώσεις του ως προς το κατά πόσο οι Taliban γνώριζαν ή όχι ότι είχε ήδη αποχωρήσει από τον στρατό κρίθηκαν ασαφείς και αντιφατικές, στοιχείο που λήφθηκε εύλογα υπόψη κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του.

 

Αναφορικά με τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε συγκεκριμένη αξιολόγηση του προσωπικού προφίλ του Αιτητή σε συνδυασμό με επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα για την επαρχία Nangarhar. Κατέληξαν δε στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή δεν χαρακτηρίζεται από επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να δημιουργείται, αφ’ εαυτής, πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης για κάθε επιστρέφοντα άμαχο. Η αξιολόγηση αυτή, εκ πρώτης όψεως, στηρίζεται σε επαρκή και αντικειμενικά στοιχεία και δεν παρουσιάζει εμφανές πραγματικό ή νομικό σφάλμα.

Υπό το φως των πιο πάνω, δεν διαπιστώνω, στο παρόν στάδιο συνοπτικού ελέγχου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από πλημμελή έρευνα, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί τα πράγματα ή εσφαλμένη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου. Αντιθέτως, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή, αξιολόγησαν τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν τους και κατέληξαν σε συμπεράσματα τα οποία, εκ πρώτης όψεως, παρίστανται εύλογα και επαρκώς αιτιολογημένα.

 

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, και στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που διενεργείται κατά το στάδιο εξέτασης αίτησης για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, δεν διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρουσιάζει πρόδηλο νομικό ή ουσιαστικό σφάλμα, ούτε ότι η προωθούμενη προσφυγή εγείρει ζητήματα τέτοιας φύσεως ώστε να θεμελιώνουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας κατά την έννοια του άρθρου 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιόν μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, καταλήγω - στο βαθμό που απαιτείται στην παρούσα, η οποία δεν απαιτεί εις βάθος εξέταση της ουσίας της αιτήσεως διεθνούς προστασίας - ότι το αίτημα του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας εξετάστηκε επιμελώς και ερευνήθηκε δεόντως από την Υπηρεσία Ασύλου. Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί καταλήγω ότι, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και λαμβανομένων υπόψη των ενώπιόν μου στοιχείων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή εναντίον της επίδικης απόφασης έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.

 

Ο Αιτητής έχει βεβαίως κάθε δικαίωμα εάν επιθυμεί να προωθήσει την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, με δικά του έξοδα, παρά την απόρριψη της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν δωρεάν νομικής αρωγής. 

 

Με δεδομένη τη μη ικανοποίηση της απαραίτητης εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται χωρίς έξοδα. 

 

Τα έξοδα των Διερμηνέων καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Ενόψει του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά δεν εκδίδεται καμία άλλη διαταγή για έξοδα.

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1]   Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερ. 14.10.2010

[2]Αποφάσεις στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 10/2010, Αlali Abdulhamid, ημερ. 06.05.2010 και στηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 25/2010, Antonia Adahor, ημερ. 13.12.2010

[3]Αποφάσεις στις Yπoθ. αρ. 278/09, Durgo Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15.07.2009, και Yπoθ. αρ. 7/11 και 8/11, NaciraBaghour και Roud Gad, ημερ. 28.03.2011

[4]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 31/2013, Singh Khushwant, ημερ. 23.12.2013


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο