V.I.C. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 3065/23, 23/6/2026
print
Τίτλος:
V.I.C. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 3065/23, 23/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υποθ. Αρ.: 3065/23

 

23 Ιουνίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ: 

V.I.C. εκ Νιγηρίας.

Αιτητής 

-και-

Κυπριακή Δημοκρατία μέσω 

Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση 

-------------------

Κ. Κουπαρή (κα) Δικηγόρος για τον Αιτητή 

Αιγ. Κίτσιου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

A.A.AΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 31/08/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Νιγηρίας, κάτοχος διαβατηρίου, ο οποίος σύμφωνα με δηλώσεις του εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 12/02/2022, μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.  Στις 22/06/2022 συμπλήρωσε και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. 

 

Στις 17/07/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (E.A.A.A). Στις 31/07/2023, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και στις 08/08/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή του στην Νιγηρία.  

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 31/08/2023 παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από τον Αιτητή, ήτοι την Αγγλική.

 

Εμπρόθεσμα, ο Αιτητής καταχώρησε, μέσω της συνηγόρου του, την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας αρκετούς νομικούς ισχυρισμούς για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ωστόσο με την γραπτή αγόρευσης της συνηγόρου του, ο Αιτητής προωθεί τη θέση πως ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν προέβησαν σε επαρκή και/ή δέουσα έρευνα, ότι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση λήφθηκε υπό πλάνη και/ή πεπλανημένα κριτήρια, με κατάχρηση εξουσίας και κατ' αντίθεση με τον νόμο. Τέλος ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση των Καθ' ων η αίτηση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας έχοντας ληφθεί υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και κατά συνέπεια καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων, η κ. Κουπαρή περιόρισε τους νομικούς ισχυρισμούς της στη μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εγκαταλείποντας τους λοιπούς ισχυρισμούς και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε περαιτέρω εξέτασή τους.

 

Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους ευπαίδευτους συνήγορους των μερών και δεδομένου ότι το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που ο Αιτητής προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εξετάζοντας παράλληλα και τον μοναδικό προωθούμενο ισχυρισμό για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του, δήλωσε ότι ήρθε στην Κύπρο για να ζητήσει διεθνή προστασία λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ως αμφιφυλόφιλος. Εξήγησε ότι το να είναι κάποιος αμφιφυλόφιλος θεωρείται αποτρόπαιο, ταμπού και παράνομο στη χώρα του, τη Νιγηρία. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, εξαιτίας αυτού αντιμετώπιζε διάκριση, περιθωριοποίηση και απειλές θανάτου. Ανέφερε περαιτέρω ότι αναγκάστηκε να φύγει, καθώς αντιμετώπιζε είτε θανατική ποινή είτε ποινή φυλάκισης 14 ετών.

 

Στα πλαίσια της συνέντευξής του από αρμόδιο λειτουργό, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι Νιγηριανής υπηκοότητας, και προέρχεται από το χωριό Mbutu Ngwa, στην πολιτεία Abia της Νιγηρίας, η οποία αποτελεί τόσο τόπο γέννησης όσο και προηγούμενης συνήθους διαμονής του. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος και άτεκνος, ενώ οι γονείς του βρίσκονται στην πολιτεία Abia της Νιγηρίας. Δήλωσε επίσης ότι έχει δύο αδελφούς και δύο αδελφές, εκ των οποίων ο ένας αδελφός του διαμένει στο Lagos, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του βρίσκονται στην πολιτεία Abia. Κατά δήλωσή του απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς καμία εργασιακή εμπειρία. 

 

Αναφορικά με τους κατ’ ιδίαν λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης επανέλαβε τα όσα κατέθεσε στην αίτησή του, ότι δηλαδή βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για να ζητήσει διεθνή προστασία λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, δηλώνοντας ότι είναι αμφιφυλόφιλος. Ανέφερε ότι η αμφιφυλοφιλία αποτελεί αποτρόπαιο πράγμα και ταμπού στη χώρα του και ότι, εξαιτίας αυτού, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Νιγηρία. Ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπισε έντονη διάκριση και απειλές κατά της ζωής του και ότι βρισκόταν αντιμέτωπος είτε με θάνατο είτε με ποινή φυλάκισης 14 ετών.

 

Περαιτέρω, ανέφερε ότι στη χώρα του αυτό απαγορεύεται και όταν κάποιος συλλαμβάνεται σε τέτοιες πράξεις είτε τον σκοτώνουν είτε τον φυλακίζουν. Δήλωσε επίσης ότι καταζητούνταν λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού και ότι κάποιοι νεαροί της κοινότητάς του τον έπιασαν μαζί με κάποιο άλλο άτομο και τον οδήγησαν στον αρχηγό της κοινότητας, όπου τον «έκριναν». Εκεί, όπως ανέφερε, του είπαν είτε να φύγει είτε θα τον σκότωναν ή θα αντιμετώπιζε ποινή φυλάκισης 14 ετών. Μετά το περιστατικό αυτό η μητέρα του αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του για να φύγει από την χώρα. Ερωτηθείς αν συνέτρεχαν άλλοι λόγοι για τους οποίους αιτήθηκε διεθνή προστασία, απάντησε αρνητικά. 

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων που ακολούθησε τέθηκαν στον Αιτητή πρόσθετες ερωτήσεις, δίνοντάς του την δυνατότητα να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του.

 

Ως προς τη σεξουαλική του ταυτότητα, ο Αιτητής αρχικά δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλος, ωστόσο όταν του επισημάνθηκε ότι προηγουμένως είχε δηλώσει πως είναι αμφιφυλόφιλος, επανήλθε και ανέφερε ότι είναι αμφιφυλόφιλος. Ερωτηθείς τι σημαίνει αμφιφυλοφιλία, απάντησε ότι σημαίνει «ένας άνδρας να κοιμάται με έναν άνδρα», και όταν του εξηγήθηκε ότι αμφιφυλοφιλία σημαίνει έλξη και προς τα δύο φύλα, συμφώνησε λέγοντας ότι αυτό εννοούσε. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι όσο  μεγάλωνε συναναστρεφόταν περισσότερο με άνδρες και «από εκεί εθίστηκε», διευκρινίζοντας ότι αντί να ασχολείται με γυναίκες, άρχισε να ασχολείται με άνδρες, γεγονός που τον έκανε να ενδιαφέρεται περισσότερο για άνδρες αλλά και για γυναίκες. Ερωτηθείς πώς αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, απάντησε απλώς ότι «γνωρίζει τον εαυτό του». Ακολούθως, ερωτηθείς ως προς τα συναισθήματά του, περιορίστηκε στο να αναφέρει μόνο ότι «ένιωθε καλά», χωρίς να προσθέσει περαιτέρω σκέψεις ή συναισθήματα. Δήλωσε ότι η πρώτη συνειδητοποίηση έγινε όταν ένας φίλος του είχε ερωτική επαφή μαζί του, κάτι που τοποθέτησε περίπου στο 2003, χωρίς να θυμάται ακριβή ημερομηνία και ότι μετά από αυτό δεν υπήρξε ιδιαίτερη αλλαγή στη ζωή ή στη συμπεριφορά του. Ερωτηθείς τι σημαίνει για τον ίδιο η αμφιφυλοφιλία, απάντησε ότι «σημαίνει πολλά» και ότι του φαίνεται κάτι καλό, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Τέλος, πρόσθεσε ότι από τη στιγμή που το κατάλαβε, ζούσε μια μοναχική ζωή, επειδή αυτό ήταν αντίθετο με τον νόμο της χώρας του.

 

Ως προς το ζήτημα της ντροπής και του στιγματισμού, ο Αιτητής ανέφερε ότι στη χώρα του δεν υπάρχει αποδοχή για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα και ότι αυτό είναι αντίθετο με τον νόμο και την κυβερνητική πολιτική. Δήλωσε ότι η σεξουαλική του ταυτότητα ποινικοποιείται και ότι όταν κάποιος συλλαμβάνεται, τιμωρείται. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι όταν σε πιάσουν, αντιμετωπίζεις ποινή φυλάκισης 14 ετών ή θάνατο. Ερωτηθείς πώς εκφράζεται η διάκριση κατά των ομοφυλόφιλων ή αμφιφυλόφιλων, απάντησε ότι είναι παράνομο και ότι όταν σε πιάσουν αντιμετωπίζεις πολλά προβλήματα. Σε ερώτηση πώς αντιλαμβάνονται οι άλλοι ότι κάποιος είναι αμφιφυλόφιλος, απάντησε ότι αυτό φαίνεται από τον χαρακτήρα του ατόμου, τον τρόπο που σε προσεγγίζει και από την οπτική επαφή, ενώ μπορεί να τον παρακολουθούν μέχρι να τον πιάσουν. Ερωτηθείς αν γνωρίζει χαρακτηριστικές υβριστικές εκφράσεις για ομοφυλόφιλους ή αμφιφυλόφιλους στη χώρα του, απάντησε ότι δεν γνωρίζει.

 

Σχετικά με την αντιμετώπισή του από την οικογένεια και την κοινωνία, δήλωσε ότι η οικογένειά του είναι αντίθετη με την αμφιφυλοφιλία, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό, και για τον λόγο αυτό η μητέρα του χρηματοδότησε την αναχώρησή του από τη χώρα. Ανέφερε ότι δεν είχε αποκαλύψει σε κανένα μέλος της οικογένειάς του τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και ότι από την οικογένειά του κανείς δεν τον υποπτεύθηκε, αλλά υπήρχαν υποψίες από άτομα της κοινότητάς του. Δήλωσε ότι αυτό τον έκανε να αισθάνεται άσχημα, επειδή ήταν αντίθετο με τον νόμο. Ανέφερε επίσης ότι η κοινωνία είναι γενικά αντίθετη και ότι όταν κατάλαβε αυτή τη στάση προσπάθησε να κρύβεται μέχρι που τελικά τον έπιασαν. Εξήγησε ότι οι άνθρωποι λένε πολλά αρνητικά, αποφεύγουν να πλησιάζουν τέτοια άτομα και το θεωρούν ταμπού.

 

Ανέφερε περαιτέρω ότι η θρησκεία του καταδικάζει την ομοφυλοφιλία και την αμφιφυλοφιλία. Δήλωσε ότι το συνειδητοποίησε μέσα από το κήρυγμα στην εκκλησία και τις διδασκαλίες για το τι επιτρέπεται και τι όχι. Ανέφερε ότι όταν το κατάλαβε αισθάνθηκε άσχημα, ενώ τώρα και από τότε που έφυγε από την χώρα αισθάνεται καλά. Ερωτηθείς πώς συμβιβάζει τη θρησκεία του με τη σεξουαλικότητά του, απάντησε ότι η θρησκεία έχει «περάσει», ότι έχει πολύ καιρό να πάει στην εκκλησία και ότι πλέον επικεντρώνεται στη ζωή του.

 

Ως προς τις σχέσεις του, δήλωσε ότι είχε σχέση τόσο με άνδρα όσο και με γυναίκα. Ανέφερε ότι η σχέση με άνδρα ξεκίνησε το 2003 και διήρκεσε περίπου 3 έως 4 χρόνια, και ήταν η μοναδική του σχέση με άνδρα, ενώ η σχέση του με γυναίκα, ξεκίνησε το 2006 και διήρκεσε μέχρι το 2017. Για τη σχέση με τον άνδρα ανέφερε ότι εκείνος τον πλησίαζε, του αγόραζε πράγματα και τον φρόντιζε και έτσι ξεκίνησε η σχέση τους. Δήλωσε ότι το πρώτο τους ερωτικό περιστατικό συνέβη όταν τον κάλεσε στο σπίτι του και περιέγραψε ότι αρχικά ένιωσε άσχημα, αλλά τη δεύτερη μέρα ένιωσε πιο ελεύθερος. Δήλωσε ακόμα ότι ο σύντροφός του ονομαζόταν Michael, χωρίς να γνωρίζει το επώνυμό του, παρότι ανέφερε ότι ήταν μαζί 3-4 χρόνια. Ανέφερε ότι κανείς δεν γνώριζε για τη σχέση τους, ούτε η οικογένεια του συντρόφου του, καθώς όλα γίνονταν κρυφά. Δήλωσε ότι περνούσαν χρόνο μαζί πίνοντας και βγαίνοντας έξω και ότι δεν είχαν συγκεκριμένες προσδοκίες για το μέλλον τους. Ερωτηθείς αν δέχθηκαν απειλές ως ζευγάρι, απάντησε αρνητικά. Ανέφερε, τέλος, ότι η σχέση τελείωσε όταν ο σύντροφός του, που ήταν δάσκαλος, μετατέθηκε και έχασαν επαφή.

 

Ως προς την κοινωνική του ζωή ο Αιτητής δήλωσε ότι στη Νιγηρία δεν υπάρχουν χώροι όπου ΛΟΑΤΚΙ άτομα μπορούν να συναντώνται ανοιχτά, παρά μόνο μυστικά, καθώς αυτό είναι αντίθετο με τον νόμο. Δήλωσε επίσης ότι δεν γνωρίζει οργανώσεις που να υπερασπίζονται τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Κατά τη διαμονή του στην Κύπρο, αρχικά ανέφερε ότι είχε σχέση με άνδρα στη Λευκωσία, και ότι είχε αποκαλύψει τη σεξουαλικότητά του μόνο σε αυτόν. Ωστόσο στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν έχει επαφή με ομοφυλόφιλους στην Κύπρο και ότι δεν γνωρίζει τίποτα για τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότητες ή τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και αμφιφυλόφιλων στην Κύπρο. Όταν του επισημάνθηκε αυτή η αντίφαση, διευκρίνισε ότι απλώς γνωρίστηκαν, αντάλλαξαν στοιχεία επικοινωνίας και ο άνδρας αυτός τον επισκέφθηκε μία φορά στο σπίτι του, μετά από την οποία έχασαν επαφή. Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν υπάρχει διάκριση κατά ομοφυλόφιλων στην Κύπρο, αλλά δεν φοβάται μήπως οι άνθρωποι στην Κύπρο ανακαλύψουν τη σεξουαλικότητά του.

 

Ως προς τα περιστατικά βλάβης και δίωξης, ο Αιτητής ανέφερε ότι αν επιστρέψει στη Νιγηρία θα τον σκοτώσουν, συγκεκριμένα η κοινότητα και οι νέοι του χωριού του, επειδή έφυγε από αυτούς. Ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη με έναν άνδρα όταν πήγε στο σπίτι του για συνάντηση και ενώ βρίσκονταν μέσα στο δωμάτιο χωρίς ρούχα, νέοι της κοινότητας εισέβαλαν και τους έπιασαν. Ανέφερε ότι αυτοί τον πήγαν στον «βασιλιά» της κοινότητας, όπου κρατήθηκε και κρίθηκε από το συμβούλιο της κοινότητας. Δήλωσε ότι του είπαν πως είχε τρεις επιλογές,  να φύγει, να πάει φυλακή ή να πεθάνει. Ερωτηθείς πότε έλαβε χώρα το περιστατικό αυτό, αρχικά το τοποθέτησε στο 2019, αλλά αργότερα διευκρίνισε ότι η ευκαιρία να φύγει του δόθηκε το 2021. Υποστήριξε ότι κρατήθηκε για πολλούς μήνες ή περίπου έναν χρόνο στον χώρο του βασιλιά, μέσα σε ένα «κελί», ώσπου τελικά του είπαν να πάει σπίτι του να φάει και να επιστρέψει για την υπόθεση, και τότε έφυγε προς το Lagos και από εκεί αναχώρησε από τη χώρα όταν τα έγγραφά του ήταν έτοιμα. Δήλωσε ότι μετά την αναχώρησή του από το χωριό, άτομα της κοινότητας τον αναζητούσαν στο σπίτι του και ρωτούσαν τη μητέρα του για το πού βρίσκεται, αλλά προσωπικά δεν τον ξαναείδαν. Όσο για τον άλλο άνδρα, με τον οποίον τον έπιασαν μαζί, ανέφερε ότι διέφυγε, χωρίς να γνωρίζει πώς. Τέλος, ερωτηθείς γιατί τον κρατούσαν τόσο καιρό, απάντησε ότι αυτό συνέβη επειδή θεωρείται ταμπού να συλληφθεί άνδρας με άνδρα σε ερωτική πράξη.

 

Αρνείται το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης του σε άλλη πόλη της Νιγηρίας, εξηγώντας ότι ακόμη και σε άλλη πόλη θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν, καθώς κάποιος μπορεί να τον δει και να τον αναγνωρίσει.

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή, και ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την Νιγηρία το 2022, εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ήτοι ότι ήταν αμφιφυλόφιλος. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν διαβατήριο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό.

 

H αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία το 2022 λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ως αμφιφυλόφιλος, βασίστηκε στο μοντέλο DSSH.

 

Κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας, ο Αιτητής δεν παρείχε συνεκτική και επαρκώς εξειδικευμένη περιγραφή της σεξουαλικής του ταυτότητας και της προσωπικής του διεργασίας αυτοπροσδιορισμού. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής υπήρξε αντιφατικός, καθώς ενώ κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε ότι είναι αμφιφυλόφιλος, σε μεταγενέστερες ερωτήσεις ανέφερε αρχικά ότι είναι «gay» και έπειτα «homosexual»,  ενώ στη συνέχεια επανέλαβε τη θέση ότι είναι αμφιφυλόφιλος. Σύμφωνα με τους Καθ’ ων, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τι σημαίνει αμφιφυλοφιλία, δεν έδωσε, κατά την κρίση τους, ορθή απάντηση, καθώς απάντησε ότι σημαίνει «άνδρες που κοιμούνται με άνδρες». Επιπρόσθετα, οι Καθ’ ων η αίτηση εκτιμούν ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με σαφή και προσωπικό τρόπο πότε και πώς συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ούτε να αναπτύξει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του κατά το στάδιο αυτής της αυτοσυνειδητοποίησης, αφού περιορίστηκε, κατά την εκτίμησή τους, σε γενικές απαντήσεις, όπως ότι «γνωρίζει τον εαυτό του» και ότι ένιωθε «ok». Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν περαιτέρω ότι και ως προς τις αλλαγές που επέφερε αυτή η συνειδητοποίηση στη ζωή του, ο Αιτητής απάντησε γενικά ότι «τίποτα δεν άλλαξε», χωρίς να παραθέσει ειδικότερα στοιχεία. Επιπλέον έκριναν ότι και η περιγραφή της σχέσης που ισχυρίστηκε ότι είχε με άνδρα στερείτο επαρκούς ανάπτυξης και ουσιωδών λεπτομερειών, αφού, κατά την άποψή τους, δεν μπόρεσε να εξηγήσει με συγκεκριμένο τρόπο πώς γνωρίστηκαν, πώς εξελίχθηκε η σχέση, ούτε πώς περνούσαν τον χρόνο τους μαζί, πέραν γενικών αναφορών ότι ο σύντροφός του του αγόραζε πράγματα και ότι έβγαιναν για ποτό.

 

Ομοίως, είναι θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ούτε ως προς τα στοιχεία του στίγματος και της ντροπής ο Αιτητής παρείχε επαρκώς εξατομικευμένες και αναλυτικές απαντήσεις. Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν ότι, όταν ερωτήθηκε για τις απόψεις της κοινωνίας στη χώρα του σχετικά με την αμφιφυλοφιλία, απάντησε γενικά ότι αυτό είναι παράνομο και ότι, αν τον πιάσουν, θα τον τιμωρήσουν, χωρίς να δώσει περαιτέρω πληροφορίες. Κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, ακόμα και όταν ερωτήθηκε πώς τον έκανε να αισθάνεται αυτό, περιορίστηκε σε δηλώσεις όπως ότι ένιωθε «άσχημα», χωρίς περαιτέρω ανάλυση. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τους Καθ’ ων, η αίτηση όταν ρωτήθηκε για τη στάση της θρησκείας του απέναντι στην ομοφυλοφιλία, απάντησε γενικά ότι η θρησκεία του την καταδικάζει, ενώ ως προς το πώς τον επηρέαζε αυτό, δήλωσε και πάλι απλώς ότι ένιωθε άσχημα. Οι Καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν επίσης ότι, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τη σημασία της θρησκείας σε σχέση με τη σεξουαλικότητά του, ο Αιτητής απάντησε αορίστως ότι η θρησκεία έχει «περάσει» και ότι πλέον επικεντρώνεται στη ζωή του. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι τοποθετήσεις του Αιτητή ως προς το κοινωνικό και θρησκευτικό στίγμα παρέμειναν γενικές και μη επαρκώς τεκμηριωμένες.


Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, ούτε το στοιχείο της βλάβης και των περιστατικών δίωξης αποδόθηκε με επαρκή σαφήνεια, συνοχή και λεπτομέρεια. Κρίθηκε ότι το περιστατικό που, κατά τον Αιτητή, αποτέλεσε το εναρκτήριο γεγονός της αναχώρησής του από τη χώρα συνδεόταν με το ότι εντοπίστηκε με άλλον άνδρα και μεταφέρθηκε στον «βασιλιά» του χωριού, όπου κρατήθηκε πριν διαφύγει με τη βοήθεια της μητέρας του. Ωστόσο, οι Καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν ότι, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις, ο Αιτητής δεν μπόρεσε, κατά την κρίση τους, να παραθέσει επαρκώς συγκεκριμένα στοιχεία για το τι ακριβώς συνέβη. Υποστηρίζουν ειδικότερα ότι ήταν ασαφής ως προς το πότε έλαβε χώρα το περιστατικό, αναφερόμενος στο 2019 ή το 2020, και αντιφατικός ως προς τη διάρκεια της κράτησής του, καθώς αρχικά φέρεται να ανέφερε ότι κρατήθηκε για λίγες ημέρες και αργότερα ότι κρατήθηκε για περίπου έξι μήνες έως έναν χρόνο. Οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν ακόμη ότι, όταν κλήθηκε να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, απάντησε με ασυνάρτητο τρόπο, λέγοντας ότι δεν έφυγε το 2019 αλλά το 2021. Επιπλέον, οι Καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει ουσιαστικά τον χώρο κράτησής του, παρά μόνο ότι επρόκειτο για ένα «άδειο μέρος», ούτε να δώσει σαφή εξήγηση γιατί παρέμεινε εκεί τόσο μεγάλο διάστημα και πώς ακριβώς κατόρθωσε να φύγει, πέραν της αναφοράς ότι του είπαν να πάει σπίτι του να φάει και να επιστρέψει αργότερα. Κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, εφόσον πρόκειται για κεντρικό στοιχείο του ισχυρισμού του, θα αναμενόταν μεγαλύτερη σαφήνεια και περισσότερες λεπτομέρειες.


Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων η αίτηση αναγνωρίζουν ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι η ομοφυλοφιλία και οι σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου ποινικοποιούνται στη Νιγηρία, τόσο βάσει του Ποινικού Κώδικα όσο και βάσει του νόμου περί απαγόρευσης γάμων μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου, με ποινές που δύνανται να φθάνουν έως και 14 έτη φυλάκισης, ενώ σε ορισμένες βόρειες πολιτείες υπό τη σαρία προβλέπεται ακόμη και θανατική ποινή για πράξεις μεταξύ ανδρών. Οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν επίσης ότι οι εξωτερικές πηγές καταγράφουν κοινωνική εχθρότητα, αστυνομικές αυθαιρεσίες, εκβιασμούς, συλλήψεις, κακομεταχείριση και αυξημένη έκθεση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων σε βία και στιγματισμό. Παρά ταύτα, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι, μολονότι η γενική κατάσταση για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία είναι δυσμενής, το συγκεκριμένο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, επειδή, κατά την κρίση τους, δεν θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή. Για τον λόγο αυτό, απέρριψαν τον ισχυρισμό στο σύνολό του.

 

Κατά την εξέταση του κινδύνου και στο πλαίσιο τoυ πρώτου ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως επί τη βάσει των πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Νιγηρία και λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό του προφίλ, κρίθηκε πως δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα, στο χωριό Mbutu Ngwa στην πολιτεία Abia, της Νιγηρίας.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου.

 

Στη βάση των ανωτέρω, το αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον Αιτητή  να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο Αιτητής  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του Αιτητή, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές. Επιπλέον η ανάλυση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου απορριφθέντα ισχυρισμού, ήτοι περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού κρίνεται επίσης ορθή.

 

Κατά την εξέταση των δηλώσεων του Αιτητή αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, το Δικαστήριο διαπιστώνει σημαντικές ασυνέπειες και αδυναμίας στο αφήγημά του που επηρεάζουν αρνητικά την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του. Οι παρεχόμενες από τον Αιτητή πληροφορίες ως προς την διαδικασία διαμόρφωσης και κατανόησης της σεξουαλικής του ταυτότητας κρίνονται γενικές και επιφανειακές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Αιτητής αρχικά αυτοπροσδιορίστηκε ως ομοφυλόφιλος και ακολούθως ως αμφιφυλόφιλος, ενώ όταν κλήθηκε να εξηγήσει τι σημαίνει αμφιφυλοφιλία, την περιέγραψε αρχικά ως σχέση μεταξύ δύο ανδρών και μόνο μετά από διευκρίνιση υιοθέτησε τον ορθό ορισμό. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επαρκή λεπτομέρεια τη διαδικασία μέσω της οποίας αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, περιοριζόμενος σε αόριστες αναφορές ότι «γνωρίζει τον εαυτό του» και ότι «ένιωθε καλά», χωρίς να αναπτύξει τις προσωπικές του σκέψεις, συναισθήματα ή τυχόν εσωτερικές συγκρούσεις που συνδέονται με τη συνειδητοποίηση και αποδοχή της σεξουαλικής του ταυτότητας σε ένα περιβάλλον το οποίο ο ίδιος περιέγραψε ως έντονα εχθρικό προς τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα.

 

Περαιτέρω, οι δηλώσεις του αναφορικά με τις προσωπικές του σχέσεις στερούνταν λεπτομέρειας και βιωματικού χαρακτήρα. Παρά του ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε σχέση με άνδρα για τρία έως τέσσερα χρόνια, δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιώδεις πληροφορίες για το πρόσωπο αυτό, δηλώνοντας ότι γνώριζε μόνο το μικρό του όνομα και όχι το επώνυμό του, ενώ οι περιγραφές του για τη σχέση περιορίστηκαν σε γενικές αναφορές ότι περνούσαν χρόνο μαζί και ότι ο κατ΄ισχυρισμό σύντροφός του τον φρόντιζε. Παράλληλα, ανέφερε ότι δεν είχαν συγκεκριμένα σχέδια ή προσδοκίες για το μέλλον τους και ότι κανένα πρόσωπο του περιβάλλοντός τους δεν γνώριζε για τη σχέση τους. Οι απαντήσεις του ως προς τη σημασία που είχε για τον ίδιο η αμφιφυλοφιλία, τον τρόπο που επηρέασε τη ζωή του και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την αντίθεση μεταξύ της σεξουαλικότητάς του, της κοινωνίας και της θρησκείας του παρέμειναν γενικές και στερούνταν προσωπικού βάθους.

 

Επιπρόσθετα, οι δηλώσεις του ως προς τη γνώση του για τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα και τη συμμετοχή του σε σχετικούς κοινωνικούς κύκλους υπήρξαν περιορισμένες. Αν και υποστήριξε ότι ζούσε επί σειρά ετών ως αμφιφυλόφιλος σε ένα περιβάλλον όπου τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες, δήλωσε ότι δεν γνώριζε οργανώσεις προάσπισης δικαιωμάτων, δεν μπορούσε να αναφέρει χαρακτηριστικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται εναντίον των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη χώρα του και δεν παρείχε ουσιαστικές πληροφορίες για τον τρόπο λειτουργίας ή επικοινωνίας της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη Νιγηρία. Αντίστοιχα, κατά τη διαμονή του στην Κύπρο, παρότι αρχικά ανέφερε ότι είχε σχέση με άνδρα στη Λευκωσία και ότι του είχε αποκαλύψει τη σεξουαλικότητά του, αργότερα δήλωσε ότι δεν είχε επαφές με ομοφυλόφιλους, δεν γνώριζε τίποτα για τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότητες και τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στην Κύπρο, μεταβάλλοντας στη συνέχεια τη θέση του και διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο απλώς για μια σύντομη γνωριμία.

 

Αναφορικά με το περιστατικό που προβάλλεται ως η άμεση αιτία αναχώρησής του από τη Νιγηρία, οι δηλώσεις του παρουσιάζουν ασάφειες και ελλείψεις ως προς κρίσιμες πτυχές των γεγονότων. Ειδικότερα, δεν ήταν συνεπής ως προς τη χρονολόγηση των συμβάντων, αναφέροντας αρχικά ότι το περιστατικό συνέβη το 2019 και ακολούθως ότι η δυνατότητα διαφυγής του δόθηκε το 2021. Η περιγραφή της υποτιθέμενης κράτησής του για πολλούς μήνες ή περίπου έναν χρόνο από κοινοτικούς παράγοντες παρέμεινε ασαφής και στερούνταν συγκεκριμένων λεπτομερειών αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης, τον τρόπο επιτήρησής του, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων από το συμβούλιο ή τους λόγους για τους οποίους του επετράπη τελικώς να επιστρέψει στο σπίτι του και να διαφύγει. Επιπλέον, ο Αιτητής, δεν παρείχε σαφείς πληροφορίες ούτε για την τύχη του άλλου άνδρα που φέρεται να συνελήφθη μαζί του, πέραν της γενικής αναφοράς ότι διέφυγε.

 

Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι οι δηλώσει του Αιτητή δεν κατορθώνουν να προσδώσουν επαρκή βαθμό αξιοπιστίας στον ισχυρισμό του περί  αμφιφυλοφιλικού προσανατολισμού και περί των περιστατικών δίωξης που επικαλείται ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του.

 

Παρά την πληγείσα εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή, το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα από την χώρα καταγωγής του Αιτητή από όπου προκύπτει πως πράγματι στη Νιγηρία ποινικοποιούνται οι ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές, οι γάμοι μεταξύ ομοφυλόφιλων και η εγγραφή ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεων, ότι μουσουλμάνοι, χριστιανοί και οι παραδοσιακοί θρησκευτικοί ηγέτες των Igbo αντιτίθενται στα δικαιώματα των ΛΟΑΤ+ ατόμων και κηρύττουν εναντίον τους, ενισχύοντας τις αρνητικές κοινωνικές αντιλήψεις[1]. Σύμφωνα με έκθεση του Freedom House που εκδόθηκε το 2025, η οποία αφορά γεγονότα του 2024, τα άτομα ΛΟΑΤ+ αντιμετωπίζουν εκτεταμένη επίσημη και κοινωνική διάκριση. Όσοι καταδικάζονται για συμμετοχή σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις μπορούν να φυλακιστούν για διάστημα έως και 14 ετών, ενώ 12 βόρειες πολιτείες διατηρούν τη θανατική ποινή για ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες. Τα άτομα ΛΟΑΤ+ υπόκεινται επίσης σε επιθέσεις από αστυνομικούς κατά τη σύλληψή τους, σε απόπειρες εκβιασμού και σε διακρίσεις κατά την πρόσβασή τους σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες.[2]

 

Oι ανωτέρω πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, όσο και αν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη σοβαρών κινδύνων για πρόσωπα που πράγματι ανήκουν στη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, δεν αρκούν από μόνες τους για τη θεμελίωση ανάγκης διεθνούς προστασίας. Απαιτείται επιπλέον να καταδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής ανήκει πράγματι στην εν λόγω ομάδα και ότι οι προσωπικοί του ισχυρισμοί είναι αξιόπιστοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τον ισχυριζόμενο αμφιφυλοφιλικό του προσανατολισμό και τα περιστατικά δίωξης που επικαλείται κρίθηκαν ανεπαρκώς τεκμηριωμένες, γενικές και ελλιπείς σε ουσιώδεις πτυχές, με αποτέλεσμα να μην γίνονται αποδεκτές οι ουσιώδεις πραγματικές περιστάσεις του αιτήματός του. Ως εκ τούτου, παρότι αναγνωρίζεται ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία ενδέχεται να εκτεθούν σε σοβαρές μορφές δίωξης και βλάβης, οι διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής δεν δύνανται να εφαρμοστούν στην ατομική περίπτωση του Αιτητή ελλείψει αποδοχής του βασικού πραγματικού πυρήνα των ισχυρισμών του.

 

Συνεπώς, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ο Αιτητής δε στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Με βάση τα ανωτέρω και ελλείψει παρελθούσας εις βάρος του Αιτητή πράξης δίωξης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ανέκυψαν ενδείξεις εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία και συγκεκριμένα στην πολιτεία Abia, o Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματική, υφιστάμενη και τρέχουσα απειλή από οιοδήποτε φορέα, κρατικό ή μη. Ως εκ τούτου ο φόβος του κρίνεται αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Αποτελεί κρίση μου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 έτσι ώστε να εκχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αφού δεν προέκυψε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος του Αιτητή να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας .

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανομένα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Abia, ήτοι τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με το RULAC, μια πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των ενόπλων συγκρούσεων σε διεθνές επίπεδο, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και του Ισλαμικού Κράτους στην επαρχία της Δυτικής Αφρικής (ISWAP).  Επιπλέον, υπάρχει μια μη-διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ των ISWAP και Boko Haram. Από το 2014, η Πολυεθνική Κοινή Ομάδα Εργασίας -η οποία περιλαμβάνει στρατεύματα από το Καμερούν, το Τσαντ, το Νίγηρα, το Μπενίν και τη Νιγηρία- έχει παρέμβει στη σύγκρουση προς υποστήριξη της νιγηριανής κυβέρνησης, αφήνοντας έτσι αμετάβλητο τον χαρακτηρισμό της κατάστασης ως μη διεθνούς.[3]

 

Ιδιαίτερα όσον αφορά την πολιτεία Abia, όπως προκύπτει από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, διαφαίνεται ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των πέντε ασφαλέστερων πολιτειών της χώρας κατά την περίοδο 2011 έως 2024 (KDI)[4] και μεταξύ των λιγότερο βίαιων περιοχών στο Δέλτα του Νίγηρα όσον αφορά τους θανάτους που σχετίζονται με συγκρούσεις,[5] οι οποίοι μειώθηκαν από 26 το τέταρτο τρίμηνο του 2024 σε 11 το πρώτο τρίμηνο του 2025,[6] πριν αυξηθούν ελαφρώς σε 13 το επόμενο τρίμηνο (PIND).[7] Οι βασικοί παράγοντες ανασφάλειας ήταν περιστατικά που συνδέονταν με αποσχιστικές πολιτοφυλακές,[8] εγκληματικότητα (συμπεριλαμβανομένων απαγωγών), κοινοτική βία[9] και συγκρούσεις που σχετίζονται με λατρευτικές ομάδες/συμμορίες.[10]

 

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (TheArmed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 12/06/2026), όσον αφορά την πολιτεία Abia της Νιγηρίας, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Aιτητή, έχουν καταγραφεί 22 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 62 θάνατοι.[11] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους, και ο πληθυσμός της πολιτείας Abia ανέρχεται στα 4,143,100[12]

 

Κατά συνέπεια, η πολιτεία Abia της Νιγηρία, περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ . Λαμβάνοντας υπόψιν, εκ του περισσού υπό τις περιστάσεις, και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ενήλικας υγιής άνδρα, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρές βλάβες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πολιτεία Abia.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Αντίθετα στους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή τους οποίους απορρίπτω, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία, έχοντας τεθεί στον Αιτητή ανοικτού και κλειστού τύπου ερωτήσεις ώστε να διερευνηθεί πλήρως το αίτημά του, η δε εκδοθείσα τελική απόφαση κρίνεται πλήρως αιτιολογημένη.

 

Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Α.Α. AΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] HRW - Human Rights Watch, 'World Report 2025 - Nigeria' (16 January 2025) διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/nigeria

[2] Freedom House, 'Freedom in the World 2025 - Nigeria' (2025) διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 [Ημερομηνία πρόσβασης 23/10/2025]

[3] RULAC, 'Non - international Armed Conflicts in Nigeria', 2023, διαθέσιμο στο: Non-International Armed Conflicts in Nigeria | Rulac

[4] KDI, Protecting the civic space. Trends, challenges, and future outlook in Nigeria, 28 February 2025, https://kimpact.org.ng/storage/publications/protecting_the_civic_space/INSPIRES_Report_2024.pdf , p. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/04/2026).

[5] PIND, Niger Delta Quarterly Conflict Trends: April – June 2025, 11 September 2025, https://pindfoundation.org/download/75456/?tmstv=1759020338 , p. 3; PIND, Niger Delta Quarterly Conflict Trends: January – March 2025, 5 June 2025, https://pindfoundation.org/download/75032/?tmstv=1750930759 , p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/04/2026). (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/04/2026).

[6] PIND, Niger Delta Quarterly Conflict Trends: January – March 2025, 5 June 2025, https://pindfoundation.org/download/75032/?tmstv=1750930759 , p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/04/2026).

[7] PIND, Niger Delta Quarterly Conflict Trends: April – June 2025, 11 September 2025, https://pindfoundation.org/download/75456/?tmstv=1759020338 , p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/04/2026).

[8] PIND, Niger Delta Annual Conflict Report, January – December 2024, 25 March 2025, https://pindfoundation.org/download/75456/?tmstv=1759020338 , pp. 4, 8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/04/2026).

[9] PIND, Niger Delta Quarterly Conflict Trends: April – June 2025, 11 September 2025, https://pindfoundation.org/download/75456/?tmstv=1759020338 , p. 3; PIND, Niger Delta Quarterly Conflict Trends: January – March 2025, 5 June 2025, https://pindfoundation.org/download/75032/?tmstv=1751875987 , p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/04/2026).

[10] PIND, Niger Delta Quarterly Conflict Trends: January – March 2025, 5 June 2025, https://pindfoundation.org/download/75032/?tmstv=1751875987 , p. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/04/2026).

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Abia State, Events /Fatalities,Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/06/2026).

[12]City Population, Nigeria, Abia State, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA001__abia/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/06/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο