ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 3185/2023
22 Ιουνίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G. M. M.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Α. Δημητρίου (κος) για Μούσουλο, Κανέλλα και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για την Αιτήτρια
Χρ. Δημητρίου (κα) για Α. Κίτσιου (κα), Δικηγόροι για τους Καθ’ ων η Αίτηση.
Η Αιτήτρια είναι παρούσα.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 31/08/2023 σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με ξεχωριστεί θεραπεία καλεί το Δικαστήριο όπως αναγνωρίσει την Αιτήτρια ως προσφυγα, εναλλακτικά αιτείται απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται πως σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστεί απάνθρωπη μεταχείριση, βασανιστήρια και ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ και συνεπώς δικαιούται να τύχει προστασίας από την επαναπροώθηση.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:
Η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας Κογκό (στο εξής «ΛΔΚ») κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, η οποία σύμφωνα με δήλωσή της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 03/10/2021 μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας. Ακολούθως, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υπέβαλε στις 29/11/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 30/11/2021 διενεργήθηκε αξιολόγηση ευαλωτότητας της Αιτήτριας, βάσει της οποίας κρίθηκε «μεσαίου ρίσκου».
Στις 29/05/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής «λειτουργός»), ο οποίος στις 12/07/2023, συνέταξε εισηγητική έκθεση υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. Στις 17/07/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας και την επιστροφή της στη ΛΔΚ.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 31/08/2023, παραλήφθηκε από την Αιτήτρια αυθημερόν, κατόπιν μετάφρασης του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από αυτήν, ήτοι στα Lingala.
Εμπρόθεσμα, η Αιτήτρια μέσω των συνηγόρων της, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλει αριθμό νομικών ισχυρισμών προς υποστήριξη του αιτήματός της για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης πλην όμως με την γραπτή αγόρευση προωθείται εν τέλει ο ισχυρισμός ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε δέουσα έρευνα επί των ισχυρισμών της Αιτήτριας, παραπέμποντας σε πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την ενδοοικογενειακή βία και τους εξαναγκαστικούς γάμους στη ΛΔΚ.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ’ ων η αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης.
Ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τις διευκρινήσεις, ο συνήγορος της Αιτήτριας επανέλαβε ότι ο πυρήνας του αιτήματός της αφορά εξαναγκαστικό γάμο και βιασμούς που υπέστη κατά τη διάρκεια του εν λόγω γάμου, υιοθετώντας τα όσα έχουν τεθεί στη γραπτή τους αγόρευση, ενώ από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και της γραπτής τους αγόρευσης χωρίς να εισφέρουν οτιδήποτε περαιτέρω.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτή προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους ισχυρισμούς.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, επειδή απήχθη και υπέστη βιασμό από έναν από τους στρατηγούς της χώρας της. Για τον λόγο αυτόν, επικοινώνησε με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, ζητώντας προστασία (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 41 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη συνέντευξη για αξιολόγηση της ευαλωτότητας, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω εξαναγκαστικού γάμου. Ειδικότερα, ανέφερε ότι διέμενε με τη θεία της, καθότι δεν γνωρίζει πού βρίσκεται η μητέρα της, την οποία ουδέποτε γνώρισε, ενώ ο πατέρας της έχει αποβιώσει. Υποστήριξε ότι στις αρχές του 2019 η θεία της πώλησε την οικία στην οποία διέμεναν, σε στρατηγό της αστυνομίας, ο οποίος επέδειξε ενδιαφέρον προς το πρόσωπό της και άρχισε να την πιέζει να συνάψει σχέση μαζί του. Παρά την αρχική της άρνηση, εν τέλει υπέκυψε. Ακολούθως, σε ηλικία είκοσι ετών, ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω άνδρας την εξανάγκασε να τον παντρευτεί, με τη συναίνεση της θείας της, παρά τη δική της αντίθεση. Μετά τον γάμο, η Αιτήτρια, κατά τα λεγόμενά της, εγκαταστάθηκε σε οικία όπου τελούσε υπό περιορισμό, χωρίς δυνατότητα εξόδου ή επαφής με την οικογένειά της. Ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε να υποβληθεί σε δύο αμβλώσεις. Ως προς τη διαφυγή της από τη χώρα, ανέφερε ότι τη βοήθησε συνεργάτης του στρατηγού, στον οποίο η ίδια εκμυστηρεύθηκε την κατάστασή της, χωρίς να ζητήσει οποιοδήποτε αντάλλαγμα (ερυθρά 22-21 του διοικητικού φακέλου).
Στο πλαίσιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος ΛΔΚ με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την Kinshasa. Δήλωσε ανύπανδρη, χωρίς εξαρτώμενα και Χριστιανή ως προς το θρήσκευμα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ανήκει στη φυλή Mongo και ότι ομιλεί Lingala και Γαλλικά. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο δήλωσε απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χωρίς εργασιακή εμπειρία εφόσον συντηρούταν οικονομικά από τη θεία της.
Αναφορικά με την πατρική της οικογένειά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι γονείς της βρίσκονται εν ζωή, ο πατέρας της διαμένει στην Kinshasa ενώ αγνοεί πού βρίσκεται η μητέρα της. Ανέφερε ότι έχει τρεις αδελφές και έναν αδελφό, οι οποίοι επίσης βρίσκονται στην Kinshasa, δεν διατηρεί ωστόσο επικοινωνία μαζί τους, καθότι, όπως ισχυρίστηκε, εγκατέλειψε αιφνιδίως τη χώρα και δεν είχε τον αριθμό των τηλεφώνων τους. Η Αιτήτρια προσέθεσε ότι η ίδια μεγάλωσε με τη μητρική της θεία.
Ως προς τους κατ’ ιδίαν λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε αρχικά ότι δεν ήταν καλά στη ΛΔΚ και ότι εξαναγκάστηκε σε γάμο σε ηλικία δεκαέξι ετών. Ισχυρίστηκε ότι το πρόσωπο με το οποίο εξαναγκάστηκε να παντρευτεί την απομόνωσε και δεν της επέτρεπε να βλέπει την οικογένειά της. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, ενώ βρισκόταν στην οικία όπου διέμενε με τον εν λόγω άνδρα, ένας υπάλληλός του επισκέφθηκε τον χώρο για να παραδώσει έγγραφα, οπότε η ίδια τον παρακάλεσε να τη βοηθήσει. Του έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου της θείας της και του ζήτησε να επικοινωνήσει μαζί της. Ο εν λόγω υπάλληλος επέστρεψε περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα και, σύμφωνα με την Αιτήτρια, τη βοήθησε να απομακρυνθεί από την οικία. Η θεία της, κατά τους ισχυρισμούς της, πώλησε ένα ακίνητο για να οργανώσει το ταξίδι αναχώρησης της.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η θεία της δεν της φερόταν καλά και ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο την εξανάγκασε να αποδεχθεί τον γάμο.
Όπως ανέφερε, ο υποψήφιος σύζυγος ήταν πλούσιος και γνωστός στην Kinshasa και είχε αγοράσει το σπίτι που ενοικίαζε η θεία της. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω άτομο ήθελε να την παντρευτεί και απειλούσε τη θεία της ότι θα τη βλάψει ή θα τη σκοτώσει εάν δεν την έπειθε να αποδεχθεί τον γάμο. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι οι απειλές αυτές ξεκίνησαν το 2016 και διήρκησαν για χρονικό διάστημα περίπου τριών μηνών, με συχνότητα περίπου τρεις φορές την εβδομάδα, και ότι ο εν λόγω άνδρας έστελνε άτομα για να μιλήσουν στη θεία της. Ως συγκεκριμένο περιστατικό ανέφερε ότι, μία ημέρα τον Σεπτέμβριο του 2019, ο άνδρας αυτός πήγε στην οικία τους για να αναζητήσει τη θεία της και, όταν η Αιτήτρια επέστρεψε, της είπε η θεία της ότι εάν δεν δεχόταν τον γάμο θα έπρεπε να εγκαταλείψει την οικία τους.
Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο γάμος έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2019 κατά τον παραδοσιακό τρόπο στην περιοχή N’djili, στο δημαρχείο, παρουσία περίπου πέντε προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο θείος της. Δήλωσε ότι ο άνδρας παρέδωσε στην οικογένειά της χρήματα και άλλα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων ρούχα, καθώς και το ποσό των 2000 δολαρίων. Ως προς την ταυτότητα του εν λόγω προσώπου, ανέφερε ότι ονομαζόταν Kanyama, ήταν ηλικίας περίπου 52 ετών και αρχηγός της αστυνομίας. Δήλωσε ότι ο ίδιος είχε ήδη άλλη σύζυγο και πέντε τέκνα.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ο εν λόγω άνδρας της εξασφάλισε διαμέρισμα στην περιοχή Kinsenso, όπου την κρατούσε κλειδωμένη, χωρίς να έχει επικοινωνία με άλλα πρόσωπα και χωρίς να διαθέτει τηλέφωνο. Ανέφερε ότι εκείνος την επισκεπτόταν για ορισμένα χρονικά διαστήματα, ενώ στη συνέχεια επέστρεφε στην εργασία του. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο την κρατούσε κλειδωμένη ήταν ο φόβος του ότι θα διέφευγε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ίδιος την είχε απειλήσει ότι, εάν έφευγε, θα την εντόπιζε και θα τη σκότωνε.
Σε σχέση με τη διαφυγή της από την οικία στην Kinsenso, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ζήτησε βοήθεια από υπάλληλο του άνδρα αυτού, όταν εκείνος προσήλθε στο διαμέρισμα. Του είπε ότι δεν ήταν καλά και ότι ήθελε να φύγει. Κατά τα λεγόμενά της, ο υπάλληλος επικοινώνησε με τη θεία της και της είπε ότι γνώριζε πώς να οργανώσει τέτοιου είδους ταξίδια, ζητώντας της να εξεύρει χρήματα προκειμένου να βοηθήσει την Αιτήτρια να εγκαταλείψει τη χώρα. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο υπάλληλος ανέλαβε τον κίνδυνο να τη βοηθήσει επειδή ανήκε στην ομάδα Bangala και μιλούσαν την ίδια γλώσσα.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, τέθηκε στην Αιτήτρια ότι, κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, είχε δηλώσει ότι απήχθη και βιάστηκε από στρατηγό, ενώ κατά τη συνέντευξη αναφέρθηκε κυρίως σε εξαναγκασμό σε γάμο με στρατηγό. Κληθείσα να διευκρινίσει την εν λόγω διαφοροποίηση, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τα περιστατικά συνδέονται με τον εξαναγκαστικό γάμο, υποστηρίζοντας ότι ο στρατηγός επιθυμούσε να την παντρευτεί και ότι τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά της την πίεζαν προς τούτο.
Τέλος, αναφορικά με τη δυνατότητα επιστροφής της στη ΛΔΚ ή εγκατάστασής της σε άλλη περιοχή της χώρας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν το επιθυμεί και δεν θεωρεί ότι μπορεί να επιστρέψει, λόγω των όσων ισχυρίζεται ότι βίωσε στη χώρα καταγωγής της.
Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος σχετικά με τη ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της, ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός και ο δεύτερος σχετικά με το γεγονός ότι η Αιτήτρια εξαναγκάστηκε από τη θεία της σε γάμο με στρατηγό, ισχυρισμός ο οποίος απορρίφθηκε.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας περί εξαναγκασμού της σε γάμο με τον στρατηγό Kanyama από τη θεία της, η οποία την ανέθρεψε, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι οι δηλώσεις της δεν χαρακτηρίζονται από επαρκή λεπτομέρεια, σαφήνεια και συνοχή. Έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με συγκεκριμένο τρόπο πώς η θεία της την εξανάγκαζε να αποδεχθεί τον γάμο, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι ο στρατηγός απειλούσε τη θεία της ότι θα τη σκότωνε εάν δεν την έπειθε. Περαιτέρω, εντοπίστηκαν χρονικές αντιφάσεις στις δηλώσεις της, καθότι ενώ αρχικά η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι απειλές έλαβαν χώρα το 2016 και διήρκησαν τρεις μήνες, ακολούθως τοποθέτησε το σχετικό περιστατικό τον Σεπτέμβριο του 2019, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι οι απειλές ξεκίνησαν το 2015 και ότι η πρόταση γάμου έγινε τον Οκτώβριο του 2019, παρότι είχε ήδη δηλώσει ότι ο γάμος τελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 2019. Οι εξηγήσεις που παρείχε επί των αντιφάσεων αυτών κρίθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση γενικόλογες και μη πειστικές. Επιπλέον, ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες ως προς την τελετή του γάμου, τα πρόσωπα που παρευρέθηκαν, τα αγαθά που φέρεται να παραδόθηκαν στην οικογένειά της, ούτε ως προς τα γεγονότα της ημέρας εκείνης. Αντίστοιχα, οι ισχυρισμοί της αναφορικά με τη διαμονή της σε διαμέρισμα στην περιοχή Kinseso, τη φερόμενη συμβίωσή της με τον στρατηγό, την προσωπικότητά του, καθώς και τον τρόπο διαφυγής της με τη βοήθεια υπαλλήλου του, κρίθηκαν αόριστοι, ελλιπείς και χωρίς επαρκή εξειδίκευση.
Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν σε πηγές πληροφόρησης, σύμφωνα με τις οποίες τα στοιχεία περί εξαναγκαστικών γάμων αφορούν κυρίως τις επαρχίες Ituri, North και South Kivu και Maniema. Περαιτέρω, σημείωσαν ότι το νομοθετικό πλαίσιο της χώρας προβλέπει τη συναίνεση των συζύγων, απαγορεύει τον γάμο ανηλίκων και επιτρέπει την ακύρωση γάμου που τελέστηκε χωρίς συναίνεση, ενώ υφίστανται και κρατικές δράσεις κατά των πρόωρων και εξαναγκαστικών γάμων. Ως προς τον Célestin Kanyama (το κατ’ ισχυρισμό άτομο με το οποίο η Αιτήτρια τέλεσε εξαναγκαστικό γάμο), οι εξωτερικές πηγές στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαιώνουν τη θέση του στην Εθνική Αστυνομία του Κονγκό, πλην όμως καταγράφηκε σημαντική απόκλιση ως προς την ηλικία του σε σχέση με τα λεγόμενα της Αιτήτριας. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο ισχυρισμός δεν επιβεβαιώνεται επαρκώς από τις εξωτερικές πηγές και, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές αντιφάσεις και ελλείψεις στις δηλώσεις της Αιτήτριας, έκριναν τον ισχυρισμό αναξιόπιστο.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προσωπικού προφίλ, όσο και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ύπαρξη φόβου δίωξης ή βλάβης της Αιτήτριας άμα τη επιστροφή της.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης της Αιτήτριας στο άρθρο 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα η επαρχία της Kinshasa δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του, ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομικής διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημα για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο των ενώπιον του στοιχείων και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της εισηγητικής έκθεσης, κρίνει ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που η ίδια η Αιτήτρια προέβαλε κατά τη συνέντευξή της, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τη χώρα καταγωγής, την ταυτότητα, τα προσωπικά της στοιχεία και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου σχηματισθέντα από τους Καθ’ ων η αίτηση ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν αυτόν αναξιόπιστο. Καταρχάς, παρατηρείται ουσιώδης διαφοροποίηση του πυρήνα του αιτήματος κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας. Κατά την καταγραφή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή απήχθη και υπέστη βιασμό από στρατηγό. Αντιθέτως, κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας και τη συνέντευξή της, προέβαλε ως βασικό λόγο εγκατάλειψης της χώρας της τον εξαναγκαστικό γάμο με στρατηγό της αστυνομίας, με τη συναίνεση της θείας της. Παρά το ότι τα περιστατικά αυτά θα μπορούσαν να συνδέονται, η Αιτήτρια δεν παρείχε συνεκτική εξήγηση ως προς τη σχέση μεταξύ απαγωγής, βιασμού και εξαναγκαστικού γάμου. Αντιθέτως, όταν της επισημάνθηκε η αντίφαση, απάντησε συγκεχυμένα, αναφέροντας ότι «και τα δύο ήταν εξαναγκαστικός γάμος», χωρίς να αποσαφηνίσει την αρχική της αναφορά σε απαγωγή και βιασμό. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομερή και βιωματική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο εξαναγκάστηκε να συνάψει τον φερόμενο γάμο. Όταν ρωτήθηκε πώς ακριβώς ασκήθηκε ο εξαναγκασμός, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι ο στρατηγός Kanyama ήταν πλούσιος και γνωστός στην Kinshasa και ότι απειλούσε τη θεία της ώστε εκείνη να την πείσει να αποδεχθεί τον γάμο. Δεν περιέγραψε, όμως, με επάρκεια συγκεκριμένα περιστατικά απειλών, τον τρόπο με τον οποίο η θεία της την εξανάγκασε, ούτε τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελικώς αποδέχθηκε τον γάμο.
Σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό κακοποιητική συμπεριφορά της θείας της, οι δηλώσεις της Αιτήτριας παρέμειναν περιορισμένες και αόριστες, καθότι η Αιτήτρια απέδωσε στη θεία της κυρίως τον ρόλο του προσώπου που την εξανάγκασε να αποδεχθεί τον γάμο, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα ή επαναλαμβανόμενα περιστατικά κακομεταχείρισης, βίας ή άλλης μορφής καταπίεσης εκ μέρους της. Η ασάφεια αυτή καθίσταται εντονότερη από το γεγονός ότι η ίδια η Αιτήτρια ισχυρίστηκε, παράλληλα, ότι η θεία της πώλησε περιουσιακό της στοιχείο προκειμένου να χρηματοδοτήσει και να οργανώσει την αναχώρησή της από τη ΛΔΚ.
Επιπλέον, εντοπίζονται ουσιώδεις χρονικές αντιφάσεις, καθότι ενώ η Αιτήτρια ανέφερε αρχικά ότι οι απειλές προς τη θεία της έλαβαν χώρα το 2016 για περίοδο τριών μηνών, στη συνέχεια τοποθέτησε συγκεκριμένο περιστατικό απειλής τον Σεπτέμβριο του 2019, ενώ ακολούθως δήλωσε ότι οι απειλές ξεκίνησαν το 2015. Παράλληλα, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο γάμος τελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 2019, ανέφερε ότι η πρόταση γάμου έγινε τον Οκτώβριο του 2019, δηλαδή μετά τον γάμο, και όταν της επισημάνθηκε η αντίφαση διαφοροποίησε την απάντησή της, λέγοντας ότι η πρόταση έγινε τον Αύγουστο. Η αφήγηση της παρέμεινε επίσης γενική ως προς την ίδια την τελετή του γάμου. Ανέφερε ότι επρόκειτο για παραδοσιακό γάμο στο N’djili, ότι παρευρέθηκαν πέντε άτομα και ότι ο στρατηγός προσέφερε χρήματα, ρούχα και αγαθά στην οικογένειά της. Δεν μπόρεσε, ωστόσο, να περιγράψει με συγκεκριμένο τρόπο τι συνέβη κατά την τελετή.
Ασυνέπειες εντοπίζονται και ως προς τη φερόμενη διαμονή της σε διαμέρισμα στην Kinsenso. Η Αιτήτρια ανέφερε άλλοτε ότι έμεινε εκεί για δύο μήνες και άλλοτε για τέσσερις μήνες, ενώ όταν προσδιόρισε το διάστημα από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο του 2019, της επισημάνθηκε ότι πρόκειται για περίοδο τριών μηνών. Περαιτέρω, δεν μπόρεσε να παράσχει ουσιαστική και βιωματική περιγραφή του διαμερίσματος, παρότι ισχυρίστηκε ότι κρατήθηκε εκεί κλειδωμένη, ούτε να περιγράψει ικανοποιητικά τις καθημερινές συνθήκες διαβίωσής της, τον τρόπο με τον οποίο περνούσε τον χρόνο της, την ύπαρξη ή μη δυνατότητας επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα, καθώς και τη μορφή της σχέσης ή της συμβίωσής της με τον στρατηγό. Ενώ ο ισχυρισμός της αφορούσε παραμονή υπό συνθήκες απομόνωσης και εξαναγκαστικής συμβίωσης με πρόσωπο το οποίο φέρεται να την απειλούσε και να την κακομεταχειριζόταν, η περιγραφή της παρέμεινε γενική, αποσπασματική και στερούμενη των αναμενόμενων βιωματικών στοιχείων ως προς γεγονότα, συναισθήματα, περιστάσεις και συγκεκριμένες εμπειρίες της καθημερινότητάς της. Αντίστοιχα ασαφής παρέμεινε και η περιγραφή της διαφυγής της, ιδίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο ένας υπάλληλος του φερόμενου δράστη ανέλαβε τον κίνδυνο να τη βοηθήσει, τις πρακτικές ενέργειες στις οποίες προέβη και τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η αναχώρησή της από τη χώρα.
Τέλος, εντοπίζονται αντιφάσεις ανάμεσα στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξή της για αξιολόγηση της ευαλωτότητας και στα όσα επικαλέστηκε στη συνέντευξή της. Κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας ανέφερε ότι ο πατέρας της έχει αποβιώσει, ενώ κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι οι γονείς της είναι εν ζωή και ότι ο πατέρας της βρίσκεται στην Kinshasa. Επιπρόσθετα, ενώ στη συνέντευξη για αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν είκοσι χρονών όταν εξαναγκάστηκε σε γάμο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της ισχυρίστηκε ότι ήταν δεκαέξι ετών. Με βάση τις ανωτέρω επισημάνσεις, οι δηλώσεις της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις αντιφάσεις, χρονικές ανακολουθίες, έλλειψη συγκεκριμένων βιωματικών λεπτομερειών και αδυναμία πειστικής σύνδεσης των επιμέρους γεγονότων.
Πέραν των ευρημάτων περί εξωτερικής αξιοπιστίας τα οποία παρατέθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο διεξήγαγε περαιτέρω έρευνα σχετικά με τους εξαναγκαστικούς γάμους και γενικότερα την έμφυλη βία στη ΛΔΚ κατά την οποία ανευρέθηκαν τα ακόλουθα.
Έκθεση του US Department of State για το 2023 ως προς το θέμα των εξαναγκαστικών γάμων αναφέρει ότι παρόλο που ο νόμος απαιτεί τη συναίνεση και απαγορεύει τον γάμο ατόμων κάτω των 18 ετών, δεν εφαρμόστηκε αποτελεσματικά από την κυβέρνηση και πολλοί γάμοι ανήλικων παιδιών πραγματοποιήθηκαν, εν μέρει λόγω της συνεχιζόμενης κοινωνικής αποδοχής. Η έκθεση αναφέρει πως οι διατάξεις του νόμου δεν διευκρινίζουν ποιος έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τον εξαναγκαστικό γάμο ως έγκλημα ή κατά πόσο ένας δικαστής έχει την εξουσία να το πράξει. Το Σύνταγμα της χώρας ποινικοποίησε τους εξαναγκαστικούς γάμους, μαζί με νόμο που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2022 και ποινικοποιεί επίσης την εμπορία ανθρώπων.[1]
Σε δημοσίευση της Παγκόσμιας Τράπεζας του Φεβρουαρίου 2021 σημειώνεται ότι οι παραδοσιακές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες θεωρούνται υποδεέστερες από τους άνδρες ή ότι έχουν στερεοτυπικούς ρόλους, διαιωνίζουν διαδεδομένες πρακτικές που περιλαμβάνουν βία ή εξαναγκασμό, όπως είναι η ενδοοικογενειακή βία και η κακοποίηση, ο αναγκαστικός γάμος, ο θάνατος με αφορμή την προίκα, οι επιθέσεις με οξέα και η γυναικεία περιτομή. Τέτοιου είδους προκαταλήψεις και πρακτικές μπορεί να δικαιολογήσουν τη βία που βασίζεται στο φύλο ως μορφή προστασίας ή ελέγχου των γυναικών. Ενώ η φύση και η συχνότητα των πρακτικών ποικίλλουν ανάλογα με την περιοχή και τον πολιτισμό, οι πιο διαδεδομένες και τεκμηριωμένες πρακτικές είναι ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων, ο παιδικός ή/και εξαναγκαστικός γάμος, η πολυγαμία και τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα της λεγόμενης τιμής και σχετική με την προίκα βία.[2]
Μολονότι ορισμένες πτυχές του γενικού αφηγήματος της Αιτήτριας ενδέχεται να συνάδουν με τις συνθήκες στη χώρα καταγωγής, η εξωτερική αυτή συμβατότητα δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τις σοβαρές αδυναμίες της εσωτερικής της αξιοπιστίας. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως αναξιόπιστος.
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά την ενώπιον μου διαδικασία, η Αιτήτρια εκπροσωπούμενη δια συνηγόρου παραλείπει να επιχειρήσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχειοθέτηση της υπόθεσής της και να καλύψει τα κενά που οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών της. Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο δε διαθέτει ενώπιον του στοιχεία με βάση τα οποία θα ήταν σε θέση να οδηγηθεί σε διαφορετική κατάληξη αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.
Μελετώντας τον διοικητικό φάκελο, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και, στη βάση αυτών, εξέδωσαν αιτιολογημένη απόφαση.
Από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτή δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε αιτητή σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.
Σύμφωνα με το portal “War Watch” της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[3] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[4], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ’ αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[5]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[6] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[7]
Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[8] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Kinshasa καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[9]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Kinshasa θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[10]
Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[11]
Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση τις 03/06/2026) καταγράφηκαν 56 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[12] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa με εκτιμήσεις του 2026 ανέρχεται στα 21.852.144 κατοίκους.[13]
Τα ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην πόλη Kinshasa, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ. Όλως επικουρικώς, επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια είναι υγιής ενήλικας, χωρίς εξαρτώμενα, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα της όπου διαμένουν ο πατέρας και τα αδέρφια της.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.
Με βάση όλα τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] US Department of State, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo [Chapter: Children - Child, Early, and Forced Marriage], 23 April 2024
[2] World Bank: Compendium of International and National Legal Frameworks on Female Genital Mutilation, Φεβρουάριος 2021
[3] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo' (July 2024- June 2025)
[4] Ό. π.
[5] UNSC, S/RES/2765 (2024)
[6] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
[7] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)
[8] EUAA, COI Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, (2025)
[9] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of
the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2
[10] Ό. π.
[11] Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025
https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.euronews.com/2025/01/28/protesters-attack-foreign-embassies-in-dr-congo-over-m23-rebel-advance
Amnesty International, Democratic Republic of The Congo 2025
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/06/2026)
[13] World Population Review,
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο