ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ;
Υπoθ. Αρ.: 3535/2023
18 Ιουνίου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. S. F. N. D. (ΑRC XXXXX) ημερ. γέννησης 28/05/1966
2. D. K. L. A (ΑRC XXXXX) ημερ. γέννησης 17/11/2002
3. D. T. M. (ΑRC XXXXX) ημερ. γέννησης 14/11/2006 ανήλικου δια της μητέρας του και έχουσα την κηδεμονία, επιμέλεια και φύλαξη του, S.F.N.D.
Aιτητών
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Μ. Κλεάνθους (κα) για Χαβιαρά & Φιλίππου ΔΕΠΕ, Δικηγόροι Αιτητών
Θ. Παπανικολάου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Οι Αιτητές είναι παρόντες.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, οι Αιτητές, προσβάλλουν την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 30/08/2023 σύμφωνα με την οποία το αίτημά τους για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλούν το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αναγνωρίζοντας τους ως πρόσφυγες ή δικαιούχους συμπληρωματικής προστασίας. Επιπλέον, με ξεχωριστή θεραπεία αιτούνται απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υποστούν βία και /ή απάνθρωπη και/ή ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ.
Όπως προκύπτει από την αίτηση ακυρώσεως, την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:
Η Αιτήτρια 1 είναι ενήλικη, υπήκοος Καμερούν, κάτοχος διαβατηρίου της χώρας της η οποία αφού εισήλθε παράτυπα στη Κυπριακή Δημοκρατία, υπέβαλε στις 25/09/2019 αίτηση διεθνούς προστασίας. Μαζί της ταξίδευαν τα ανήλικα τότε τέκνα της, η Αιτήτρια 2, επίσης υπήκοος Καμερούν γεννηθείσα την 17/11/2002 και ο Αιτητής 3, γεννηθείς την 14/11/2006, τα οποία συμπεριλήφθηκαν στην αίτησή της μητέρας.
Στις 29/03/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας 1 και στις 08/05/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας 2 (καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ενηλικιωθεί) από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής «λειτουργός»). Στις 17/07/2023 αρμόδιος λειτουργός συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος. Στις 30/07/2023, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 30/08/2023, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από την Αιτήτρια 1 αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή της αφού προηγουμένως της επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που κατανοεί.
Εμπρόθεσμα, οι Αιτητές, μέσω των συνηγόρων τους, καταχώρισαν την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο με την γραπτή τους αγόρευση, προωθούν ορισμένους εξ αυτών. Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι η έρευνα η οποία πραγματοποιήθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ήταν ανεπαρκής. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι συνήγοροι υποστηρίζουν ότι οι Αιτήτριες 1 και 2 προέβησαν σε σαφή αναφορά ως προς τους λόγους για τους οποίους δολοφονήθηκε ο σύντροφος της Αιτήτριας 1 και πατέρας των Αιτητών 2 και 3 και ως προς τον κίνδυνο που διατρέχουν οι ίδιες. Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, οι συνήγοροι τόνισαν ότι σε περιπτώσεις ισχυρισμού σεξουαλικής κακοποίησης, η έρευνα του λειτουργού δε μπορεί να αφορά την εξωτερική αξιοπιστία αυτού, καθώς πρόκειται για γεγονός που ανάγεται στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής του ατόμου, υποστηρίζοντας πως οι θέσεις των δύο Αιτητριών ως προς τα γεγονότα που σχετίζονται με τη σεξουαλική κακοποίηση της Αιτήτριας 1 ταυτίζονται. Τέλος, οι συνήγοροι των Αιτητών προωθούν ότι ο λειτουργός υπέπεσε σε πλάνη ως προς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του, με αποτέλεσμα να πλήττεται το κύρος της επίδικης απόφασης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με τη γραπτή αγόρευσή τους, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ’ όλα νόμιμη και ορθή και σύμφωνη με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου και τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι οι Αιτητές επαναλαμβάνουν στη γραπτή τους αγόρευση τους δικογραφημένους λόγους ακύρωσης, χωρίς όμως να τους εξειδικεύουν επαρκώς ή να τους στηρίζουν με συγκεκριμένη αιτιολογία, πραγματικά περιστατικά ή παραπομπές στον διοικητικό φάκελο. Ως εκ τούτου, κατά τη θέση τους, οι λόγοι ακύρωσης παραμένουν γενικοί και αόριστοι και δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962. Τέλος, απορρίπτουν τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, υποβάλλοντας ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης διενεργήθηκε πλήρης και δέουσα έρευνα.
Στην απαντητική τους Γραπτή Αγόρευση, οι Αιτητές δια των συνηγόρων τους απορρίπτουν τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν προσδιορίζονται επαρκώς οι λόγοι ακύρωσης που προωθούνται και αναπτύσσονται διά της γραπτής τους αγόρευσης. Περαιτέρω, οι συνήγοροι των Αιτητών υποστηρίζουν ότι, ως προς το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός δεν έλαβε υπόψιν του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Αιτητών, ήτοι ότι πρόκειται για δύο γυναίκες και έναν ανήλικο, βάσει των οποίων υπάρχει πιθανότητα να υποστούν βία σε περίπτωση επιστροφής τους και ως εκ τούτου πρόκειται για περίπτωση εμπίπτουσα στη ρύθμιση του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου για χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα κατά την ακροαματική διαδικασία, η συνήγορος των Αιτητών, προέβαλε ότι επικρατεί έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας που στην περιοχή συνήθους διαμονής τους, ήτοι την Douala, ιδίως μετά τις πολιτικές αναταραχές που συνδέονται με τις προεδρικές εκλογές. Περαιτέρω, συνέδεσε τον φόβο των Αιτητών με τη φερόμενη δολοφονία του συζύγου της Αιτήτριας 1 και πατέρα των Αιτητών 2 και 3. Κατά τη θέση της, ο αποβιώσας είχε στοχοποιηθεί λόγω της αντίθεσής του προς την επικρατούσα πολιτική κατάσταση και οι Αιτητές, ως μέλη της οικογένειάς του, φοβούνται ότι ενδέχεται να υποστούν δυσμενείς συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής τους. Πρόσθεσε ότι μετά τον θάνατο του ανδρικού μέλους της οικογένειας, οι Αιτητές στερούνται προσώπου που θα μπορούσε να τους προστατεύσει. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Αιτητή 3, ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα ως ανήλικος και, κατά τη θέση της, θα αντιμετώπιζε δυσχέρειες σε περίπτωση επιστροφής. Από την πλευρά της η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ενέμεινε τους προωθούμενους στην γραπτή της αγόρευση ισχυρισμούς, απορρίπτοντας τις θέσεις των Αιτητών.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος των Αιτητών, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλαν σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός τους, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους ισχυρισμούς.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια 1, εκπροσωπώντας και τους τότε ανήλικους Αιτητές 2 και 3, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διότι την τελευταία φορά που της τηλεφώνησε ο σύζυγός της, της είπε ότι η ζωή της και των παιδιών τους βρίσκεται σε κίνδυνο. Δήλωσε ότι ήταν επιθυμία του συζύγου της να μη μπορέσουν να την εντοπίσουν οι μυστικές υπηρεσίες. Πρόσθεσε πως αργότερα ένας αξιωματικός, συνάδελφος του συζύγου της, την επισκέφτηκε στην οικία τους και την ενημέρωσε ότι ο σύζυγός της ήταν νεκρός και τους βοήθησε να αναχωρήσουν από τη χώρα. Τέλος, η Αιτήτρια πρόσθεσε ότι ήταν γνωστός ως άτομο[1] στον τακτικό στρατό για θέσεις που σχετίζονταν με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο ενάντια στην εξουσία.
Στο πλαίσιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια 1 επιβεβαίωσε ότι είναι γαλλόφωνη υπήκοος Καμερούν με τόπο καταγωγής την Bafang, στη Δυτική περιφέρεια της χώρας. Η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι έζησε στη Gabon από τα μέσα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έως το 1992, όταν και επέστρεψε στο Καμερούν και διέμεινε στη Douala μέχρι την αναχώρηση από τη χώρα καταγωγής της τον Αύγουστο του 2019. Δήλωσε ανύπανδρη και μητέρα τεσσάρων τέκνων. Κατά δήλωσή της τα δύο εξ αυτών διαμένουν στη Γαλλία και τα άλλα δύο μαζί της στη Δημοκρατία, ενώ ο πατέρας τους έχει αποβιώσει. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια δήλωσε πως ο πατέρας της έχει αποβιώσει, και πως η μητέρα της ζει στη Γαλλία, το ίδιο και οι τρεις αδερφές της. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια 1 δήλωσε απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με πτυχίο στα οικονομικά από το πανεπιστήμιο της Yaound? και αναφορικά με εργασιακή εμπειρία ως λογίστρια και εμπορική διευθύντρια στο Foundation Vicky μέχρι το 2018.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, συνοδευόμενη από τα δύο τέκνα της, η Αιτήτρια 1 κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης δήλωσε πως το τελευταίο περιστατικό το οποίο την τραυμάτισε ήταν το ότι έπεσε θύμα βιασμού. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο σύντροφός της Michel απεβίωσε και πως η οικογένειά του ήθελε να πάρει τον γιο της (Αιτητή 3) για να αντικαταστήσει τον πατέρα του ως σημαίνον πρόσωπο στο χωριό Bapoutcha Nitchen στα δυτικά της Bafang. Η Αιτήτρια 1 πρόσθεσε ότι ο σύντροφός της έχασε τη ζωή του με τραγικό τρόπο, ότι η ίδια έπεσε θύμα βιασμού δύο φορές και ότι η οικογένεια του συντρόφου της ήθελε να της πάρει τον γιο της δια της βίας.
Αποτελεί πεποίθησή της πως σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, θα χάσει τη ζωή της διότι τραυματίστηκε στο αριστερό της πόδι όταν τη βίασαν και θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί. Επιπλέον, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι η οικογένεια του συντρόφου της ασχολείται με τη μαγεία και ότι τα πάντα θα μπορούσαν να της συμβούν σε σχέση με την οικογένεια του συντρόφου της και τους εχθρούς της (Ερ. 80 του δ.φ.).
Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με την πρόθεση της οικογενείας του συντρόφου της να πάρουν τον γιο της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε πως ο σύντροφος της Michel δεν κατοικούσε ποτέ στο συγκεκριμένο χωριό και δεν ήταν ποτέ ένα από τα σημαίνοντα πρόσωπα αυτού, όμως ο πατέρας του ήταν ένα από τα εννέα πιο σημαντικά πρόσωπα που εργάζονταν για τον αρχηγό του χωριού. Η Αιτήτρια 1 περιέγραψε μία συνάντηση την οποία οργάνωσε η οικογένεια του αποβιώσαντος συντρόφου της περί τα μέσα Αυγούστου του 2019 στο χωριό. Δήλωσε ότι η οικογένεια του συντρόφου της ήθελε ο γιος της Daniel (Αιτητής 3) να επιστρέψει στο χωριό και να αναλάβει μετά το θάνατο του πατέρα του, αναφέροντας ότι οι συγγενείς του συντρόφου της δυσαρεστήθηκαν διότι δεν είχε όλα τα παιδιά τους μαζί. Πρόσθεσε ότι σύμφωνα με την παράδοση ο πρωτότοκος υιός, ήτοι ο Stephane, θα έπρεπε να διαδεχτεί τον πατέρα του, όμως βρισκόταν στη Γαλλία, κάτι το οποίο η οικογένεια δε γνώριζε και το οποίο τους αναστάτωσε. Περιέγραψε ότι κατά τη διάρκεια της συνάντησης ένιωσε έναν έντονο πόνο στο κεφάλι της, τον οποίο περιέγραψε σαν μια μαχαιριά να της κόβει το κεφάλι. Κατηγόρησε την οικογένεια ότι προέβησαν σε μάγια εναντίον της, αρνήθηκε να τους παραδώσει τον γιο της και έφυγε από το χωριό. Η Αιτήτρια 1 επιβεβαίωσε ότι μετά από το περιστατικό εκείνο κανείς από την οικογένεια δεν προσέγγισε ποτέ ξανά την ίδια ή τον γιο της σχετικά με το ζήτημα αυτό (Ερ. 80-79 του δ.φ.).
Αναφορικά με το θάνατο του συντρόφου της και το πώς αυτό συνέβαλε στην απόφασή της να αναχωρήσουν από τη χώρα, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι ο σύντροφός της ήταν πολιτικός μηχανικός και εργαζόταν στην κατασκευή σπιτιών στη Bamenda. Πρόσθεσε ότι ασχολείτο και με το εμπόριο ρούχων και πως τα εισαγόμενα από Νιγηρία ρούχα τα παραλάμβανε επίσης από τη Bamenda. Εξήγησε ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα στο περιστατικό και πως ενημερώθηκε σχετικά από τον στρατιωτικό φίλο του συντρόφου της, τον οποίο κατ’ ονομάζει, (εφεξής θα καλείται ως «ο G.») ο οποίος βρισκόταν μαζί του. Περιγράφοντας το περιστατικό η Αιτήτρια 1 σύμφωνα με τα όσα της ανέφερε ο φίλος του συντρόφου της, στις αρχές Αυγούστου του 2019 ο G. και ο σύντροφός της είχαν ολοκληρώσει την εργασία τους και μετέβηκαν για μεσημεριανό σε ένα μπαρ δίπλα στη Bamenda. Εκεί, όσο ο G. ήταν εντός του μπαρ και ο σύντροφος της Αιτήτριας 1 έξω από αυτό, ακούστηκαν πυροβολισμοί. Βγαίνοντας έξω είδε τον σύντροφο της Αιτήτριας 1 στο έδαφος τραυματισμένο και ακολούθως εξέπνευσε. Διευκρίνισε ότι δεν ήταν ξεκάθαρες οι συνθήκες του θανάτου, κατά πόσο ήταν επίθεση του στρατού ή των αυτονομιστών μαχητών.
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι τελευταία φορά που επικοινώνησε με τον σύντροφό της ήταν πριν φύγει από τη Douala για τη Bamenda για επαγγελματικούς λόγους (Ερ 78 του δ.φ.). διευκρινίζοντας ότι ο σύντροφός της εργαζόταν στον κατασκευαστικό κλάδο σε όλη τη χώρα και επιπλέον εμπορευόταν ρούχα και τσάντες με την Αιτήτρια 1.
Κληθείσα η Αιτήτρια 1 να εξηγήσει με ποιο τρόπο συνδέεται ο θάνατος του συντρόφου της με την απόφασή της να εγκαταλείψουν το Καμερούν, ανέφερε πως οι συνθήκες του θανάτου του συντρόφου της δεν είναι ξεκάθαρες, δεν γνωρίζει ακριβώς πως σκοτώθηκε ούτε κατά πόσο εμπλέκεται η οικογένειά του με κάποιο τρόπο. Πρόσθεσε ότι δεν εμπιστεύεται την οικογένειά του και υποψιάζεται πως είχαν κάποια εμπλοκή με το θάνατό του. Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε πως ο σύντροφός της πίστευε πως ο στρατός έβλαπτε τους απλούς πολίτες και πως αν τυχόν μιλούσε δημόσια σχετικά με αυτό όσο βρισκόταν στη Bamenda θα του στοίχιζε τη ζωή του, διευκρίνισε όμως ότι δε γνωρίζει κατά πόσο είχε εκφράσεις τις απόψεις του δημόσια.
Ερωτηθείσα πού στηρίζει την υποψία ότι εμπλέκεται η οικογένεια του συντρόφου της στο θάνατό του, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι πιθανόν είναι η φαντασία της όμως γνωρίζει ότι η οικογένειά του ήταν εχθρική προς τον ίδιο. Πρόσθεσε ότι ο σύντροφός της ήταν η μόνη οικογένεια την οποία είχε και δεν μπορούσε να μείνει μόνη της, καθώς υπήρχε ο φόβος να την ακολουθήσει ο στρατός στη Douala, να την κακοποιούσαν σεξουαλικά ή να την σκότωναν. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, η Αιτήτρια 1 επιβεβαίωσε ότι από το θάνατο του συντρόφου της και έως την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής δε την προσέγγισε ποτέ ο στρατός της χώρας (Ερ. 77 του δ.φ.).
Όταν της ζητήθηκε να παρέχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον ισχυρισμό της ότι έπεσε θύμα βιασμού δύο φορές, η Αιτήτρια 1 εξήγησε ότι το περιστατικό συνέβη το βράδυ της ημέρας που ενημερώθηκε για το θάνατο του συντρόφου της. Περιέγραψε ότι ήταν νύχτα και τα παιδιά κοιμόντουσαν στο δωμάτιό της όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα και όταν άνοιξε είδε δύο άγνωστους σε εκείνη άντρες. Ένας εξ’ αυτών εισήλθε της οικίας ενώ ο άλλος περίμενε από έξω. Της είπε ότι ο σύντροφός της είχε σκοτωθεί και την κράτησε από τους ώμους. Η Αιτήτρια 1 ισχυρίστηκε ότι όταν τον ρώτησε ποιος ήταν, εκείνος δεν αποκρίθηκε, της έκλεισε το στόμα με το χέρι, την έκοψε στο πόδι με ένα μαχαίρι και την απείλησε ότι θα της κόψει το λαιμό, ενώ στη συνέχεια τη βίασε. Ο άντρας δεν της είπε κάτι περαιτέρω σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ήταν εκεί και έφυγε με ένα αυτοκίνητο που βρισκόταν έξω από το σπίτι.
Η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι δεν κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία διότι ως ισχυρίστηκε, την επομένη του περιστατικού, απευθύνθηκε στον διευθυντή του Superior Institute of Management (ESG), ο οποίος είχε ήδη αναλάβει να διαλευκάνει την υπόθεση και να βρει τον δράστη.
Αναφορικά με τον δεύτερο κατ’ ισχυρισμό βιασμό, η Αιτήτρια 1 περιέγραψε πως εκείνο το βράδυ, τα παιδιά της βρίσκονταν σε έναν γείτονα και η ίδια εντός της ξεκλείδωτης οικίας της όταν ένας άντρας μπήκε και αναζητούσε χρήματα ή κοσμήματα και όταν δεν εντόπισε οτιδήποτε, προσπάθησε να την βιάσει. Ως ανέφερε, εκείνη άρχισε να φωνάζει και ο άντρας έφυγε. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο δεν είχε κλειδωμένη την πόρτα της, η Αιτήτρια 1 εξήγησε ότι ο διευθυντής του ινστιτούτου είχε αναθέσει σε κάποιον να φρουρεί το σπίτι της, όμως εικάζει ότι απουσίαζε εκείνη τη στιγμή. Σε ερώτηση κατά πόσο προέβη σε καταγγελία του δεύτερου περιστατικού στην αστυνομία, η Αιτήτρια 1 εξήγησε ότι κατήγγειλε το περιστατικό εκ νέου στον διευθυντή όχι όμως και στην αστυνομία, καθώς προτίμησε να αναχωρήσει από τη χώρα. Πρόσθεσε πως ο διευθυντής βρισκόταν σε επικοινωνία με την αστυνομία και ότι πριν την αναχώρησή της την ενημέρωσε ότι μάλλον επρόκειτο για διαρρήκτες ή σεξομανείς (“sex maniacs”) (Ερ. 76 του δ.φ.).
Κληθείσα ακολούθως να εξηγήσει τη διαφοροποίηση ανάμεσα στους ισχυρισμούς της αίτησης και της συνέντευξής της, σχετικά με την τελευταία φορά που επικοινώνησε με τον σύντροφό της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι πάντα υπάρχει ο φόβος του στρατού και η καταπίεση του κράτους και δε θέλει να την ακολουθούν, ενώ πρόσθεσε ότι η εξουσία δεν δείχνει οίκτο (Ερ. 76 του δ.φ.).
Σχετικά με τη διαφοροποίηση του ισχυρισμού της αναφορικά με την ιδιότητα του συντρόφου της, στην αίτηση της ανέφερε ότι ήταν στρατιωτικός, ενώ στη συνέντευξη ότι ήταν πολιτικός μηχανικός, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ο σύντροφός της δεν εργάστηκε ποτέ στο στρατό αλλά στον κατασκευαστικό κλάδο και πως είχε έναν φίλο ο οποίος εργαζόταν στο στρατό. Πρόσθεσε ότι ο σύντροφός της ήταν ενάντια στον στρατό και στην κυβέρνηση.
Ως προς τον φόβο σε περίπτωση επιστροφής, η Αιτήτρια 1 επικαλέστηκε άγνοια και δήλωσε πως θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις από την οικογένεια του συντρόφου της ή και την κυβέρνηση λόγω των απόψεων που είχε ο σύντροφός της για τον στρατό και εξαιτίας πιθανών δημόσιων δηλώσεών του.
Πρόσθεσε ότι φοβάται πως η οικογένεια του συντρόφου της μπορεί να προβεί σε άσκηση μαγείας εις βάρος της ή να τη σκοτώσει, όπως σκότωσαν τον αρχηγό του χωριού.
Στο πλαίσιο της συνέντευξής της ενήλικης πλέον Αιτήτριας 2 (θυγατέρα της Αιτήτριας 1) αυτή επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στη Yaound? όπου και έζησε μέχρι την ηλικία των 11 με 12 ετών, όταν και μετοίκησε στη Douala όπου και διέμενε μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της. Δήλωσε ότι διαμένει με τη μητέρα της και έναν εκ των αδερφών της, ενώ ο πατέρας της έχει αποβιώσει έχει δε δύο ακόμη αδέρφια της διαβιούν στη Γαλλία. Κατά δήλωσή της απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς καμία εργασιακή εμπειρία κατά την παραμονή της στο Καμερούν.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια 2 κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης δήλωσε πως μία μέρα η μητέρα της την ενημέρωσε ότι έπρεπε να φύγουν διότι ο πατέρας τους σκοτώθηκε και δεν ήτανε ασφαλείς. Η Αιτήτρια 2 πρόσθεσε ότι ο πατέρας της συνήθιζε να κατακρίνει τα όσα συνέβαιναν στη χώρα. Επιβεβαίωσε ότι πιστεύει πως ο πατέρας της σκοτώθηκε τον Αύγουστο του 2019 και πρόσθεσε ότι η μητέρα της την ενημέρωσε ότι είχε υποστεί κακοποίηση (Ερ. 97 του δ.φ.).
Αναφορικά με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι δεν πιστεύει πως θα είναι ασφαλής και ότι θα μπορούσε να της συμβεί το οτιδήποτε. Αποτελεί πεποίθηση της πως δεν θα είναι ασφαλής διότι η μητέρα της δεν ήταν ασφαλής και έπεσε θύμα κακοποίησης μέσα στο σπίτι τους. Πρόσθεσε ότι λόγω των αντικυβερνητικών απόψεων του πατέρα της πιστεύει πως η κυβέρνηση θα τους καταδιώξει και ότι δε γνωρίζουν ακριβώς ποιος μπήκε στο σπίτι τους και απείλησε τη μητέρα τους (Ερ. 96 του δ.φ.).
Όταν της ζητήθηκε να παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το τι συνέβη στη μητέρα της, η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι η μητέρα της, της μετέφερε πως κάποιος μπήκε στο σπίτι τους, την απείλησε και την κακοποίησε, ενώ πρόσθεσε ότι δε θυμάται πότε ακριβώς συνέβη. Ανέφερε ότι ενημερώθηκε από τη μητέρα της και για τη δεύτερη απόπειρα κακοποίησης της τελευταίας. Δήλωσε περαιτέρω ότι παρά τις παροτρύνσεις της ίδιας, η μητέρα της δεν κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, αλλά σε ένα σημαντικό άτομο στη γειτονιά της ο οποίος ονομάζεται ESG και είναι ιδιοκτήτης ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου στη γειτονιά ΡΚ8 και ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα ενισχύσει την ασφάλεια στο σπίτι τους (Ερ. 96 του δ.φ.).
Σχετικά με το θάνατο του πατέρα της, η Αιτήτρια 2 επιβεβαίωσε πως ο πατέρας της σκοτώθηκε ενώ εργαζόταν σε μία οικοδομή/εργοτάξιο στη Bamenda τον Αύγουστο του 2019 και πως ο Tonton Gerard, φίλος του πατέρα της, ενημέρωσε τη μητέρα της. Η ίδια δήλωσε ότι δε θυμάται που βρισκόταν όταν ενημερώθηκε για το θάνατο του πατέρα της και ότι της είχε πει η μητέρα της ότι ο πατέρας της πρόσεχε το εργοτάξιο και πως σκοτώθηκε επιτόπου. Πρόσθεσε ότι δε γνωρίζει ποιος τον σκότωσε και ότι ο φίλος του, με τον οποίο δεν ήταν συνάδελφοι παρά μόνο φίλοι, ήταν παρόν όταν σκοτώθηκε. Δήλωσε ότι ο πατέρας της εργαζόταν ως εργολάβος σπιτιών και ως έμπορος ρούχων με τη μητέρα της ενώ ο φίλος του πιθανόν να εργαζόταν στο στρατό, παρόλο που ως δήλωσε, δε θυμάται ακριβώς (Ερ. 95 του δ.φ.).
Απαντώντας σε ερωτήσεις σχετικά με τις αντικυβερνητικές δηλώσεις του πατέρα της, η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι δε θυμάται πότε εκείνος έκανε τέτοιου είδους δηλώσεις (Ερ. 95 του δ.φ.).
Σε επισήμανση του λειτουργού ότι η Αιτήτρια 1 είχε περιγράψει το περιστατικό του θανάτου του πατέρα της ως να έλαβε χώρα έξω από ένα μπαρ και όχι στο εργοτάξιο, όπως δήλωσε εκείνη, η Αιτήτρια 2 αποκρίθηκε πως δεν εννοούσε ότι ο πατέρας της σκοτώθηκε στο εργοτάξιο, αλλά ότι εργαζόταν σε ένα εργοτάξιο στη Bamenda (Ερ. 95 του δ.φ.).
Ως προς το περιστατικό με την οικογένεια του πατέρα της και την απαίτησή τους να αναλάβει ο αδερφός της Daniel τη θέση του πατέρα τους στο χωριό, η Αιτήτρια 2 δήλωσε ότι δεν ανέφερε κάτι σχετικά με το θέμα, διότι η οικογένεια του πατέρα της είχε πει πως θα τους κυνηγήσει πνευματικά και επειδή η ίδια φοβάται τα μάγια δεν ήθελε να το συζητήσει. Ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα μία συνάντηση στο χωριό του πατέρα της σχετικά με την ενθρόνιση του νεότερου αδερφού της, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει πότε έγινε η συνάντηση ούτε ποιοι ήταν παρόντες. Τέλος, η Αιτήτρια 2 πρόσθεσε ότι κατά καιρούς, τόσο στο Καμερούν όσο και στη Κύπρο, βλέπει όνειρα στα οποία μέλη της οικογένειας του πατέρα της την παίρνουν και κάνουν κάποιες τελετουργικές τελετές μαζί της, χωρίς όμως τα όνειρα αυτά να επηρεάζουν την καθημερινότητά της.
Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που προέκυψαν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας 1 και της Αιτήτριας 2, ο λειτουργός διέκρινε τέσσερεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: (1) το προφίλ, ταυτότητα και χώρα καταγωγής των Αιτητών (2) οι Αιτήτριες 1 και 2 δήλωσαν ότι ο σύντροφος της Αιτήτριας 1 και πατέρας της Αιτήτριας 2 δολοφονήθηκε αφότου έκανε δημόσιες δηλώσεις κατά των αρχών του Καμερούν, (3) η Αιτήτρια 1 υπέστη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση από άγνωστο άντρα στο σπίτι της και την επόμενη ημέρα δέχτηκε επίθεση από άλλο άγνωστο άντρα, και (4) οι Αιτήτριες δήλωσαν ότι η Αιτήτρια 1 δέχτηκε πνευματική επίθεση από την οικογένεια του συντρόφου της διότι αρνήθηκε να τους παραδώσει τον γιο της ως διάδοχο του πατέρα του στο χωριό.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς οι δηλώσεις των Αιτητριών σχετικά με τα στοιχεία του προσωπικού τους προφίλ κρίθηκαν ακριβείς και επαρκείς πληροφοριών, βρίσκουν δε έρεισμα τόσο στα διαβατήρια τα οποία προσκόμισαν, όσο και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής των Αιτητών.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός καθώς ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, οι δηλώσεις των Αιτητριών 1 και 2 κρίθηκαν ασαφείς και χωρίς την εξειδίκευση που υποδηλώνει μια γνήσια προσωπική εμπειρία. Συγκεκριμένα, έκριναν ότι οι Αιτήτριες δεν ήταν σε θέση να παραθέσουν συγκεκριμένα στοιχεία για τη δολοφονία του πατέρα/συντρόφου, ως προς την αλληλουχία των γεγονότων, την ακριβή ημερομηνία και τον τόπο της επίθεσης ή την ταυτότητα των δραστών, επικαλούμενες ότι δεν ήταν παρούσες στο περιστατικό. Περαιτέρω, η Αιτήτρια 1 διατύπωσε διαφορετικές εκδοχές ως προς τα αίτια του θανάτου, αναφέροντας αφενός ότι ο σύντροφός της ενδέχεται να υπήρξε θύμα τυχαίας επίθεσης και αφετέρου ότι ενδέχεται να εμπλέκονταν συγγενείς του, χωρίς να είναι τελικά σε θέση να προσδιορίσει τι ακριβώς συνέβη. Επιπλέον, οι Αιτήτριες διαφοροποιήθηκαν ως προς τον τόπο της επίθεσης, καθώς η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι ο πατέρας της σκοτώθηκε σε εργοτάξιο, ενώ η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι στοχοποιήθηκε σε μπαρ. Ασάφειες και αντιφάσεις επισημάνθηκαν και ως προς τον φερόμενο λόγο στοχοποίησης. Όπως κρίθηκε από τους Καθ΄ων η αίτηση, η Αιτήτρια 1 υποστήριξε ότι ο σύντροφός της είχε καταγγείλει δολοφονίες που αποδίδονταν στον στρατό, ενώ η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι είχε επικρίνει εθνικές πολιτικές. Ουδεμία εκ των δύο δεν μπόρεσε να προσδιορίσει επαρκώς τον χρόνο, τον τόπο, το περιεχόμενο ή τις περιστάσεις της υποτιθέμενης δημόσιας έκφρασης των απόψεων του αποβιώσαντος, ούτε κατάφεραν να στοιχειοθετήσουν σύνδεση μεταξύ αυτής και της δολοφονίας του. Ως εκ των άνω, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δε θεμελιώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, ο λειτουργός κατέγραψε ότι κατόπιν έρευνας, δεν ανευρέθηκαν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι οποίες να επιβεβαιώνουν κάποια επίθεση εναντίον κάποιου μηχανικού την περίοδο εκείνη (Αύγουστο του 2019) στην εν λόγω περιοχή. Επεσήμανε ωστόσο ότι χιλιάδες άτομα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις οικίες τους από πόλεις όπως η Buea, η Bamenda και η Kumba λόγω της σύγκρουσης. Ενόψει της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Μη αποδεκτός έγινε και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, περί σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης της Αιτήτριας 1, καθώς οι δηλώσεις των Αιτητριών κρίθηκαν αόριστες, ελλιπείς και χωρίς την αναμενόμενη βιωματική λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα, κατά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, η Αιτήτρια 1 περιέγραψε το πρώτο περιστατικό κατά τρόπο γενικό, αναφέροντας μόνο ότι οι δράστες ήταν δύο ψηλοί άνδρες με «κανονικά ρούχα», χωρίς να παρέχει περαιτέρω λεπτομέρειες. Δεν ήταν σε θέση επίσης, να εξηγήσει με συνοχή τον λόγο της φερόμενης στοχοποίησής της, καθώς αφενός ανέφερε ότι ο δράστης ανέφερε πως ο σύντροφός της είχε πεθάνει και αφετέρου δήλωσε ότι δεν γνώριζε γιατί οι δράστες βρίσκονταν στην οικία της. Αντίστοιχα, η περιγραφή του δεύτερου περιστατικού παρέμεινε σύντομη και ελλιπής. Η Αιτήτρια 1 περιορίστηκε να αναφέρει ότι επρόκειτο για άγνωστο άνδρα, διαφορετικό από τον προηγούμενο, χωρίς να εξηγήσει επαρκώς πώς κατάφερε να τον αποτρέψει απλώς φωνάζοντας, παρόλο που ως ισχυρίστηκε, ο δράστης επρόκειτο να τη ληστέψει και να τη βιάσει. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση, επισήμαναν ότι οι ενέργειες στις οποίες φέρεται να προέβη η Αιτήτρια 1 μετά τα περιστατικά περιγράφηκαν αόριστα, καθώς ανέφερε μόνο ότι απευθύνθηκε στον διευθυντή του Superior Institute of Management, ο οποίος θα επιλαμβανόταν του θέματος, χωρίς να διευκρινίσει την εξέλιξη της εν λόγω ενέργειας ή γιατί δεν προσέφυγε η ίδια στην αστυνομία. Η Αιτήτρια 2, ως σημείωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, δεν προσέθεσε ουσιώδεις λεπτομέρειες, δηλώνοντας ότι δεν γνώριζε ή δεν θυμόταν συγκεκριμένα στοιχεία, παρότι φέρεται να βρισκόταν στην οικογενειακή οικία. Επιπλέον, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι από τις δηλώσεις των Αιτητριών δεν προκύπτουν σαφείς ενδείξεις ότι οι επιθέσεις ήταν στοχευμένες και όχι τυχαίες.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός επεσήμανε ότι οι δηλώσεις των Αιτητριών φαίνεται να είναι ασυνεπείς με σχετικές και αξιόπιστες εξωτερικές πηγές, σύμφωνα με τις οποίες κατά τη διάρκεια του Αυγούστου 2019, η βάση δεδομένων ACLED κατέγραψε μόνο ένα περιστατικό βίας κατά αμάχων στην επαρχία Littoral του Καμερούν, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο δύο αμάχων. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια 1 δέχτηκε πνευματική επίθεση από την οικογένεια του συντρόφου της, συνεπεία της άρνησής της να ενθρονιστεί ο υιός της ως «σημαντικό πρόσωπο» του χωριού, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις των Αιτητριών δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη σαφήνεια, συνοχή και εξειδίκευση. Ειδικότερα, επεσήμαναν ότι η Αιτήτρια 1 περιέγραψε τη συνάντηση με την οικογένεια του συντρόφου της με γενικό τρόπο, αναφέροντας ότι αισθάνθηκε σαν ένα μαχαίρι να της «κόβει» το κεφάλι. Δεν εξήγησε επαρκώς γιατί δέχθηκε να παραστεί, μολονότι φέρεται να γνώριζε τον σκοπό της συνάντησης, ούτε διευκρίνισε ποιος ακριβώς ήταν ο ρόλος που αναμενόταν να αναλάβει ο γιος της. Περαιτέρω, ως επισημάνθηκε, δεν τεκμηρίωσε τη σύνδεση μεταξύ του θανάτου του συντρόφου της και της φερόμενης πρόθεσης των συγγενών του να επιβάλουν στον νεότερο γιο της τον εν λόγω ρόλο, ιδίως αφού η ίδια επιβεβαίωσε ότι ο σύντροφός της δεν είχε ζήσει στο χωριό ούτε είχε ασκήσει τέτοιο ρόλο. Ομοίως, οι ισχυρισμοί περί πνευματικής επίθεσης κρίθηκαν αόριστοι. Η Αιτήτρια 1 δεν περιέγραψε ικανοποιητικά για ποιο λόγο οι συγγενείς του αποβιώσαντος συντρόφου της δεν την ακολούθησαν στη Douala, εφόσον, κατά την ίδια, σκοπός τους ήταν να απαγάγουν τον γιο της. Κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι η Αιτήτρια 2 δεν αναφέρθηκε αυθόρμητα στο περιστατικό, μολονότι αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο του αιτήματος και μόνο όταν ερωτήθηκε, ισχυρίστηκε ότι γενικά φοβάται τη μαγεία, χωρίς να είναι σε θέση να παρέχει βασικές πληροφορίες για τη συνάντηση, όπως την ημερομηνία, τα παριστάμενα πρόσωπα ή για το πού βρισκόταν ο μικρότερος αδερφός της τότε, περιοριζόμενη στην αναφορά ότι η πατρική οικογένεια επιθυμούσε όπως ο αδερφός της αναλάβει τη θέση του πατέρα της.
Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι παρόλο που με βάση εξωτερικές πηγές πληροφόρησης η πίστη στη πρακτική άσκηση μαγείας στο Καμερούν είναι ευρέως διαδεδομένη, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις των Αιτητριών, δεν έκαναν αποδεκτό τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου και στο πλαίσιο τoυ πρώτου ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, κρίθηκε πως επί τη βάσει των πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν, στην οποία ανήκει η Douala, τελευταίος τόπος διαμονής των Αιτητών, δε συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστούν οι Αιτητές μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση κρίθηκε, επί τη βάσει των προβαλλόμενων αποδεκτών ισχυρισμών των Αιτητών, ότι εκλείπει το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου και συνεπώς δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το δικαίωμα στη συμπληρωματική προστασία, με βάση τους ισχυρισμούς των Αιτητών, το προσωπικό τους προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου διαπιστώθηκε ότι: (α) δεν θεωρείται ότι οι Αιτητές θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ως το άρθρο 19 (2) (α) προνοεί, (β) δεν θεωρείται ότι οι Αιτητές θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, ως το άρθρο 19 (2) (β) προνοεί, και (γ) ούτε και κρίθηκε ότι οι Αιτητές με την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής διατρέχουν κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως άμαχοι.
Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια 1 ερωτηθείσα για την τελευταία επικοινωνία με τον σύντροφό της, δήλωσε αρχικά ότι δεν θυμάται. Όταν της επισημάνθηκε η αντίφαση μεταξύ της αίτησης και της συνέντευξής της, δεν αποσαφήνισε ποια εκδοχή ισχύει, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι δεν θυμάται ακριβώς την ημέρα. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο σύντροφός της δεχόταν πίεση λόγω της στάσης του εναντίον του στρατού, ότι οι φίλοι του τον προειδοποιούσαν πως αυτό θα του στοίχιζε, ότι δεν έφυγε ποτέ από τη χώρα αλλά πέθανε στη Bamenda και ότι ήταν πολιτικός μηχανικός. Τέλος, σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο ο σύντροφός της είχε πολιτική δράση, απάντησε καταφατικά, δηλώνοντας ότι ήταν μέλος πολιτικού κόμματος και υπερασπιζόταν τους πολίτες.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθεισών συνεντεύξεων ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης-Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που οι Αιτήτριες 1 και 2 προέβαλαν στις αντίστοιχες συνεντεύξεις τους, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και την περιοχή καταγωγής τους. Από την εισηγητική έκθεση, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθά εξέλαβαν ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής των Αιτητών την πόλη Douala.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού όπως σχηματίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, διαπιστώνεται ότι ορθά απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος. Οι δηλώσεις των Αιτητριών υπήρξαν ασαφείς και ελλιπείς ως προς ουσιώδη στοιχεία του περιστατικού θανάτου του συντρόφου και πατέρα αυτών, όπως την ακριβή ημερομηνία, τον τόπο της επίθεσης, την ταυτότητα των δραστών και την αλληλουχία των γεγονότων. Περαιτέρω, εντοπίζονται ουσιώδεις διαφοροποιήσεις ως προς κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματος. Ειδικότερα, ενώ κατά την αίτηση διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ο σύντροφός της την κάλεσε και της είπε να απομακρυνθεί, καθότι κινδύνευε η ζωή της και των παιδιών τους από τις μυστικές υπηρεσίες, κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι η τελευταία επικοινωνία μαζί του έλαβε χώρα πριν εκείνος αναχωρήσει από τη Douala για τη Bamenda για επαγγελματικούς λόγους. Η διαφοροποίηση αυτή αφορά στον πυρήνα του ισχυρισμού περί άμεσου και συγκεκριμένου κινδύνου και δεν αποσαφηνίστηκε πειστικά. Αντίστοιχα, ενώ στην αίτηση είχε αποδοθεί στον σύντροφο της Αιτήτριας στρατιωτική ιδιότητα και γνωστές αντικαθεστωτικές θέσεις, κατά τη συνέντευξη η Αιτήτρια 1 δήλωσε ρητά ότι εκείνος ουδέποτε εργάστηκε στον στρατό, αλλά ήταν πολιτικός μηχανικός και έμπορος, με φίλο ο οποίος εργαζόταν στον στρατό. Επιπλέον, η ίδια η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πώς ακριβώς σκοτώθηκε ο σύντροφός της ούτε αν επρόκειτο για στοχευμένη επίθεση, ενώ οι πληροφορίες που αποδίδονται στον φίλο του, G., δεν κατέδειξαν ότι ο αποβιώσας αποτέλεσε συγκεκριμένο στόχο. Αντιθέτως, η Αιτήτρια 1 διατύπωσε εικασίες περί ενδεχόμενης εμπλοκής της οικογένειας του θανόντος, τις οποίες η ίδια απέδωσε πιθανώς στη «φαντασία» της. Περαιτέρω, οι Αιτήτριες διαφοροποιήθηκαν μεταξύ τους ως προς τον τόπο του έλαβε χώρα το περιστατικό θανάτου, ενώ δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν με σαφήνεια πότε, πού και υπό ποιες περιστάσεις ο αποθανών εξέφρασε δημόσια αντικυβερνητικές απόψεις ή ποια συγκεκριμένη σύνδεση υπήρχε μεταξύ αυτών και του θανάτου του.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, επισημαίνεται ότι, παρά την αναζήτηση από το Δικαστήριο σε διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης, δεν ανευρέθηκε συγκεκριμένη αναφορά σε περιστατικό επίθεσης στην Bamenda τον Αύγουστο του 2019, το οποίο να ταυτίζεται με τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι Αιτήτριες. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών ελλείψεων, ασαφειών και ουσιωδών αντιφάσεων που έχουν ήδη εντοπιστεί κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, η απουσία εξωτερικής επιβεβαίωσης δεν μπορεί να θεραπεύσει τα κενά της αφήγησης και ως εκ τούτου ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός απορρίπτεται.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια 1 υπέστη σεξουαλική και σωματική κακοποίηση από άγνωστο άνδρα στην οικία της και ότι την επόμενη ημέρα δέχθηκε νέα επίθεση από άλλο άγνωστο πρόσωπο, επίσης συντάσσομαι με τα σημεία αναξιοπιστίας που παρέθεσαν οι Καθ’ ων η αίτηση. Η περιγραφή της Αιτήτριας 1 παρέμεινε γενική και ελλιπής ως προς ουσιώδη στοιχεία των περιστατικών, όπως την ταυτότητα των δραστών, τον λόγο παρουσίας τους στην οικία της, τις ακριβείς περιστάσεις των επιθέσεων και τη σύνδεσή τους με τον θάνατο του συντρόφου της ή με οποιαδήποτε στοχοποίηση της ίδιας. Ιδίως ως προς το δεύτερο περιστατικό, η ίδια ανέφερε ότι ο δράστης αναζητούσε χρήματα ή κοσμήματα και αποχώρησε όταν εκείνη άρχισε να φωνάζει, γεγονός που δεν καταδεικνύει στοχευμένη επίθεση, αλλά παραπέμπει περισσότερο σε τυχαία εγκληματική ενέργεια. Περαιτέρω, δεν δόθηκε πειστική εξήγηση για τη μη προσφυγή της στις αστυνομικές αρχές, παρά τη σοβαρότητα των περιστατικών. Η αναφορά ότι απευθύνθηκε στον διευθυντή του Superior Institute of Management δεν συνοδεύθηκε από επαρκείς διευκρινίσεις ως προς την ιδιότητα, τις ενέργειες ή την έκβαση της φερόμενης παρέμβασής του. Επιπρόσθετα, οι δηλώσεις της Αιτήτριας 2 δεν ενισχύουν ουσιωδώς τον ισχυρισμό, καθότι βασίζονται κυρίως σε όσα της μετέφερε η μητέρα της, χωρίς η ίδια να είναι σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς τον χρόνο, τις περιστάσεις ή τους δράστες των περιστατικών.
Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, επισημαίνεται ότι η έρευνα των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με καταγεγραμμένα περιστατικά βίας κατά αμάχων στην επαρχία Littoral κατά τον Αύγουστο του 2019 δεν φαίνεται να δύναται, από μόνη της, να αποτελέσει αποφασιστικό στοιχείο για την απόρριψη του ισχυρισμού. Αυτό λόγω του ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας 1 αφορά περιστατικά σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης εντός της οικίας της από άγνωστα πρόσωπα, τα οποία, λόγω της φύσης τους, δεν είναι αναμενόμενο κατ’ ανάγκην να καταγράφονται σε βάσεις δεδομένων που αφορούν γενικότερα περιστατικά πολιτικής ή ένοπλης βίας κατά αμάχων. Περαιτέρω, από διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι η έμφυλη και η σεξουαλική βία αποτελεί διαδεδομένο φαινόμενο στο Καμερούν, ιδίως σε περιβάλλοντα εκτοπισμού και αυξημένης ανασφάλειας.[2] Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας 1, σε γενικό επίπεδο, δεν εμφανίζεται ασύμβατος με το ευρύτερο πλαίσιο της χώρας καταγωγής.
Παρά ταύτα, η ανωτέρω διαπίστωση δεν αρκεί για την αποδοχή του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, και ιδίως λόγω της αοριστίας των δηλώσεων, της έλλειψης επαρκούς βιωματικής λεπτομέρειας, της απουσίας σαφών ενδείξεων στοχοποίησης και της μη πειστικής εξήγησης ως προς τη μη προσφυγή στις αρμόδιες αρχές, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ως αξιόπιστος.
Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια 1 υπέστη πνευματική επίθεση από την οικογένεια του θανόντος συντρόφου της λόγω της άρνησής της να επιτρέψει τη διαδοχή του υιού της ως «σημαντικού προσώπου» του χωριού, κρίνω ότι ούτε αυτός τεκμηριώνεται. Οι δηλώσεις των Αιτητριών παρέμειναν γενικές και αόριστες ως προς τον ρόλο που θα αναλάμβανε ο υιός της Αιτήτριας 1, τα πρόσωπα που άσκησαν πίεση και τις περιστάσεις της φερόμενης πνευματικής επίθεσης. Περαιτέρω, δεν εξηγήθηκε ικανοποιητικά για ποιο λόγο ο υιός της θα διαδεχόταν τον πατέρα του, αφού η ίδια η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι ο σύντροφός της δεν κατείχε τέτοιο ρόλο στο χωριό. Καθοριστικό είναι επίσης ότι, μετά τη συνάντηση, κανένα μέλος της οικογένειας δεν προσέγγισε εκ νέου την ίδια ή τον υιό της. Η δε Αιτήτρια 2, δεν αναφέρθηκε στο θέμα αυτό κατά τη συνέντευξή της και όταν ρωτήθηκε σχετικά, δεν προσέθεσε ουσιώδεις λεπτομέρειες. Συνεπώς, λόγω αοριστίας, έλλειψης συνοχής και απουσίας μεταγενέστερης στοχοποίησης, ο ισχυρισμός ορθά απορρίφθηκε.
Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει τα ευρήματα έρευνας των Καθ’ ων η αίτηση, ήτοι ότι η πίστη στη μαγεία και σε αποκρυφιστικές πρακτικές αποτελεί υπαρκτό κοινωνικό φαινόμενο στο Καμερούν. Εντούτοις, η γενική αυτή εξωτερική πληροφόρηση δεν επαρκεί για να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός. Οι ασάφειες στην περιγραφή, η έλλειψη βιωματικής λεπτομέρειας, η αδυναμία σαφούς προσδιορισμού του ρόλου που φέρεται να έπρεπε να αναλάβει ο υιός της Αιτήτριας 1, καθώς και η απουσία συνέχειας ή συγκεκριμένης μεταγενέστερης απειλής από την οικογένεια του αποβιώσαντος συντρόφου της, δεν επιτρέπουν την αποδοχή του ισχυρισμού ως αξιόπιστου.
Συνεκτιμώντας τις δηλώσεις τόσο της Αιτήτριας 1, όσο και της Αιτήτριας 2 δεν προκύπτει σαφώς και με συνέπεια προσδιορισμένος φορέας δίωξης. Η Αιτήτρια 1 επικαλείται γενικό και υποθετικό φόβο έναντι του στρατού, χωρίς ωστόσο να έχει προσεγγιστεί, απειληθεί ή αναζητηθεί ποτέ από κρατικές αρχές. Περαιτέρω αποδίδει ενδεχόμενες απειλές στην οικογένεια του θανόντος συντρόφου της, χωρίς να προκύπτει συνεχής ή ενεργή δίωξη, καθότι το σχετικό περιστατικό περιορίζεται σε μία και μόνη συνάντηση, χωρίς μεταγενέστερες ενέργειες. Τέλος, ως προς τα περιστατικά σεξουαλικής βίας από άγνωστους δράστες, με βάση τις δηλώσεις της, φαίνεται να συνιστούν πράξεις εγκληματικότητας γενικού χαρακτήρα και όχι στοχευμένες επιθέσεις.
Επισημαίνεται επιπλέον, ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Αιτήτρια 1, εκπροσωπούμενη δια συνηγόρου παραλείπει να επιχειρήσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχειοθέτηση της υπόθεσής της και να καλύψει τα κενά που οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών της. Ειδικότερα, δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί με σαφήνεια ο φερόμενος φορέας δίωξης των Αιτητριών, αφού έγινε εναλλασσόμενη αναφορά σε πολιτικές αναταραχές, στην αντιπολίτευση, στην οικογένεια του αποθανόντος και στη γενική κατάσταση ασφαλείας. Περαιτέρω, η Αιτήτρια 1 δεν αποσαφήνισε την ουσιώδη αντίφαση ως προς την τελευταία επικοινωνία με τον σύντροφό της, δηλώνοντας ότι δεν θυμάται, ενώ κατά την ακρόαση προστέθηκε νέα εκδοχή ότι ο αποθανών ήταν μέλος πολιτικού κόμματος. Η δήλωση αυτή διαφοροποιείται από τις προηγούμενες εκδοχές περί στρατιωτικής του ιδιότητας αφενός και περί πολιτικού μηχανικού/εμπόρου αφετέρου. Επιπλέον, η επίκληση γενικότερων πολιτικών αναταραχών στη Douala από τον Οκτώβριο του 2025 δεν συνδέθηκε εξατομικευμένα με τα γεγονότα του 2019 ή με προσωπικό κίνδυνο των Αιτητριών. Συνεπώς, προκύπτουν διαφοροποιήσεις σε ουσιώδη στοιχεία της αφήγησης, ασάφειες και έλλειψη συνοχής στους προβληθέντες εκ των Αιτητριών ισχυρισμών. Ως εκ των άνω, το Δικαστήριο δε διαθέτει ενώπιον του στοιχεία με βάση τα οποία θα ήταν σε θέση να οδηγηθεί σε διαφορετική κατάληξη αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών.
Από το ιστορικό των Αιτητών όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτοί δεν στοιχειοθέτησαν κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση των συνηγόρων τους, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφεραν η Αιτήτρια 1 και η Αιτήτρια 2 κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός τους, δεν θα μπορούσαν να εντάξουν τους Αιτητές στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στο Καμερούν και συγκεκριμένα στην Douala, τόπο συνήθους διαμονής τους, θα αντιμετωπίσουν κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakit?, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι Αιτητές λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας τόσο για τη χώρα γενικότερα, όσο και για την Douala, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών.
Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές.[3] Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[4]
H έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect (Μάρτιος του 2026), αναφέρει ότι η κρίση που ξέσπασε το 2016 έχει εξελιχθεί σε παρατεταμένη ένοπλη αντιπαράθεση, με χιλιάδες νεκρούς, εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους και σοβαρές επιπτώσεις για τον άμαχο πληθυσμό. Η έκθεση τονίζει ότι σοβαρές παραβιάσεις διαπράττονται και από τις δύο πλευρές. Οι κυβερνητικές δυνάμεις κατηγορούνται για εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, σεξουαλική και έμφυλη βία, κακομεταχείριση κρατουμένων και καταστροφή χωριών. Από την άλλη πλευρά, οι ένοπλοι αυτονομιστές κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές, εκβιασμούς, παράνομη φορολόγηση, επιθέσεις σε σχολεία, νοσοκομεία και ανθρωπιστικούς εργαζομένους, καθώς και για χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Η κατάσταση έχει επιδεινώσει την ανθρωπιστική κρίση, καθώς μεγάλος αριθμός ανθρώπων χρειάζεται βοήθεια, ενώ πολλοί έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε προς τη Νιγηρία.[5]
Παράλληλα, η ανωτέρω έκθεση αναφέρει ότι η ανασφάλεια δεν περιορίζεται μόνο στις αγγλόφωνες περιοχές. Στην Άπω Βόρεια περιοχή του Καμερούν, οι άμαχοι συνεχίζουν να απειλούνται από ένοπλες εξτρεμιστικές ομάδες, οι οποίες δρουν στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης της λίμνης Τσαντ.[6]
Ωστόσο η Douala (περιφέρεια Littoral), η οποία αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών δεν περιλαμβάνεται στις επηρεαζόμενες ως άνω περιφέρειες. Πληροφορίες αναφέρουν ότι η βία που σχετίζεται με τους αυτονομιστές δεν είναι συχνή στη συγκεκριμένη περιοχή.[7]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 03/06/2026), στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν καταγράφηκαν 12 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 12 απώλειες ανθρώπινων ζωών. Συγκεκριμένα στη Douala, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 7 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 11 απώλειες ανθρώπινων ζωών.[8] Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της Douala εκτιμάται στους 4.346.000 κατοίκους σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2025.[9]
Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών, ήτοι η πόλη Douala, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών τους περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Ωστόσο, ενόψει των όσων προβλήθηκαν από τη συνήγορο των Αιτητών κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν προκύπτει ότι αυτοί παρουσιάζουν ιδιαίτερα ευάλωτο προφίλ ή ότι θα αντιμετώπιζαν δυσχέρειες προσαρμογής σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής. Ειδικότερα, η Αιτήτρια 1 είναι ενήλικη, υγιής, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, με προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία, στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ικανότητα προς εργασία και δυνατότητα αυτοσυντήρησης. Περαιτέρω, τα τέκνα της, οι Αιτητές 2 και 3 είναι επίσης ενήλικες, ενώ η Αιτήτρια 2 διαθέτει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, έχοντας ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πρόσθετα, λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι οι Αιτητές έζησαν στο Καμερούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους και, ως εκ τούτου, είναι εξοικειωμένοι με το κοινωνικό, πολιτισμικό και γλωσσικό περιβάλλον της χώρας. Υπό τα δεδομένα αυτά, και ελλείψει στοιχείων ιδιαίτερης ευαλωτότητας, δεν διαπιστώνεται ότι η επιστροφή τους στο Καμερούν θα τους έθετε, λόγω των προσωπικών τους περιστάσεων, σε κατάσταση που να δικαιολογεί τη χορήγηση διεθνούς προστασίας.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι Αιτητές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, αντίθετα στον ισχυρισμό των συνηγόρων τους, κρίνεται ορθή ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός τους για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.
Τέλος κρίνω ως αβάσιμη και απορρίπτω την αιτούμενη θεραπεία Γ της αίτησης ακυρώσεως, περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, εφόσον από την πιο πάνω ανάλυση της υπόθεσης δεν προκύπτουν στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής του και δη στη πόλη Douala αυτοί θα αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε μορφή δίωξη, θανατική ποινή, βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Όλοι οι προβαλλόμενοι από τους Αιτητές ισχυρισμοί εξετάστηκαν στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης τους για διεθνή προστασία και απορρίφθηκαν με αποτέλεσμα να καθίσταται αντιληπτό ότι δεν υφίσταται κίνδυνος αλλά ούτε και παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν πιο πάνω.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Δεν προσδιορίζεται σε ποιον αναφέρεται ως «γνωστό άτομο»
[2] AfroBarometer, AD893: Cameroonians see gender-based violence as a key women’s-rights issue but tolerate use of physical force against wives, 1 November 2024
[3] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon
[4] Ό. π.
[5] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 March 2026
[6] Ό. π.
[7] VOA, Cameroon Separatists Stage Attack Near French-Speaking City of Douala, 2 May 2023
[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Littoral (Douala), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).
[9] Macrotrends, Cameroon - Douala
https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20362/douala/population
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο