ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.357/24
29 Ιουνίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
L. I. A.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Κ. Κουπαρή, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κα Α . Αναστασιάδη, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.15/01/24, που του κοινοποιήθηκε στις 22/01/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και «[έ]κδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] για διεθνή προστασία προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων και υπέβαλε την επίδικη αίτηση στις 18/04/22 (ερ.1-3, 40).
Στις 12/12/23 διεξήχθη συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.23-40). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 24/12/23 η επίδικη διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.60-74). Ακολούθως, ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 22/01/24 στην μητρική της γλώσσα (ερ.80, 3).
Στην επίδικη αίτηση ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας «οικογενειακού προβλήματος», καθώς, ως εξηγεί, έχει «περιουσιακή διαμάχη με τον θείο [της] και επειδή εξαιτίας αυτού η ζωή [της] είναι σε κίνδυνο».
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και έζησε όλη της τη ζωή στο χωριό Essekou (West Region), ο πατέρας της απεβίωσε το 2012 από ασθένεια, η μητέρα της τον Απρίλιο 2021, «λόγω της κατάστασης που επηρεάζει και [την αιτήτρια]», χωρίς να γνωρίζει περισσότερα για το πως πέθανε, αναφέροντας, ερωτώμενη σχετικά, ότι «πέθανε μυστηριωδώς», ότι «δεν [γνωρίζει] αν είναι θείοι [της]» (σ.σ. εννοεί αυτοί με τους οποίους έχει περιουσιακή διαμάχη και ότι την βρήκε πεθαμένη σπίτι της. Η αιτήτρια δεν έχει αδέλφια, η κόρη της (γεννηθείσα στις 09/03/20) μένει με μια φίλη της στην πόλη Melong, η αιτήτρια έχει σταματήσει το σχολείο στη 2η τάξη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λόγω του ότι ήταν έγκυος, ως αναφέρει, το 2018, και βοηθούσε στις γεωργικές εργασίες στη φάρμα του πατέρα της στο χωριό, ο πατέρας της έχει 4 αδέλφια, τα οποία δεν είχαν γη δικής του ιδιοκτησίας, και όταν ο πατέρας της αιτήτριας πέθανε την έδιωξαν από την φάρμα απειλώντας την. Ερωτώμενη εκ νέου για τον θάνατο της μητέρας της η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν τον Απρίλιο 2022, μετά είπε το 2021, αναφέροντας ότι έκανε λάθος, και, ερωτώμενη και πάλι ανέφερε τον Απρίλιο 2022. Όταν της υποβλήθηκε ότι με βάση τις δηλώσεις της ίδιας η μητέρα της πέθανε μετά που η ίδια ήρθε στη Δημοκρατία, η αιτήτρια δεν αποκρίθηκε (ερ.32).
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από το Καμερούν λόγω του ότι «η ζωή [της] βρισκόταν σε κίνδυνο εξαιτίας απειλών που [λάμβανε] από τους θείους [της] στο χωριό Essekou, όπου ξεκίνησε το πρόβλημα», καθώς, ως εξήγησε «μετά που οι γονείς [της] απεβίωσαν, οι θείοι [της την] απειλούσαν λόγω της περιουσίας του πατέρα [της] και τότε [η αιτήτρια έτρεξε] στην Bamenda στη θεία [της], όπου [γεννήθηκε]». Ερωτώμενη η αιτήτρια ανέφερε ότι πήγε στην Bamenda τον Νοέμβριο 2021, για μια βδομάδα και μετά επέστρεψε στο Melong (είχε αφήσει τα παιδία της στο Melong), έμεινε εκεί για 3 μέρες και ακολούθως πήγε στο χωριό Essekou, έμεινε εκεί μια εβδομάδα, πήγε στην Douala, όπου έμενε σε ένα φίλο του πατέρα της για αρκετό καιρό. Ερωτώμενη για τις απειλές που κατ’ ισχυρισμό λάμβανε η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν «πολύ μυστηριώδεις» και περιλάμβαναν το ότι «αν δεν [φύγει] θα [πεθάνει] με τον ίδιο τρόπο που πέθανε η μητέρα [της]», την οποία έλαβε τον Ιούλιο 2022. Όταν της υποβλήθηκε ότι ήταν στη Δημοκρατία τον Ιούλιο 2022 η αιτήτρια δεν αποκρίθηκε, ούτε ερωτώμενη πότε την κτύπησε ο θείος της, ως είχε αναφέρει, προσθέτοντας ότι είχε εφιάλτες και ότι την χτύπησε στο χέρι (ο θείος της) τον Ιούλιο 2022, το οποίο κατέγγειλε στις Αρχές όμως «δεν έγινε τίποτε». Ερωτώμενη πάλι πότε έφυγε από το Essekou η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν τον Δεκέμβριο 2022, έβλεπε τους θείους της όλη μέρα, δεν έγινε κάτι άλλο πέραν των απειλών όμως είχε εφιάλτες. Όταν η αιτήτρια ρωτήθηκε για της συνέπειες (πιθανής επιστροφής της) ανέφερε «δεν [ξέρει], δεν [έχει] επαφή μ’ αυτούς, μπορεί να [χάσει] τη ζωή [της]». Ερωτώμενη σε ποιον ανήκει η ιδιοκτησία της διαφιλονικούμενης γης η αιτήτρια ανέφερε ότι ανήκει στον πατέρα της, δεν έχει όμως σχετικό τίτλο και δεν γνωρίζει ποιος το έχει. Ερωτώμενη αν έχει να προσθέσει κάτι προτού ολοκληρωθεί η συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι «αν [ήταν] στην Κύπρο το 2022 σημαίνει ότι όλα αυτά συνέβησαν στο 2021, όταν [ήταν] στο Καμερούν».
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής της αιτήτριας
2. Λόγω των απειλών που δεχόταν από τους θείους της
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς κρίθηκε ότι στερείται συνοχής και αξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας υπήρξαν αόριστες, γενικές και παρουσίαζαν αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει μια συνεκτική περιγραφή των γεγονότων που σχετίζονται με την κατ’ ισχυρισμό περιουσιακή διαμάχη που είχε με τους θείους της, το περιεχόμενο των απειλών που κατ’ ισχυρισμό λάμβανε απ’ αυτούς, πότε έλαβαν χώρα τα όσα εξιστόρησε, πως και που διατυπώθηκαν οι απειλές και που και πότε την χτύπησε ο θείος της, ως είχε ισχυριστεί η αιτήτρια. Το μόνο που εν τέλει, ως κρίθηκε, ανέφερε επί των ως άνω είναι ότι ο θείος της την χτύπησε στο χέρι και έβλεπε εφιάλτες και, ερωτώμενη της θα πράξει σε περίπτωση που επιστρέψει, η αιτήτρια ανέφερε πως, αν της το δώσουν, θα το ενοικιάσει, χωρίς τελικά να είναι σε θέση να εξηγήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης και το ποιος και πότε την εκμεταλλευόταν, δεδομένου ότι, ως δήλωσε, την καλλιεργούσε η ίδια μέχρι που έφυγε από το Καμερούν (ερ.34).
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της (Essekou) και το προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα δίωξης ή σοβαρής βλάβης, η επίδικη εδώ αίτηση απορρίφθηκε και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Στις πλαίσια των αγορεύσεων της η ευπαίδευτη συνήγορος της, κατόπιν παράθεσης της οικείας νομοθεσίας και νομολογίας, αποσπασμάτων από αποφάσεις του Δικαστηρίου (που περιέχουν πληροφορίες για την κατάσταση στο Καμερούν) και παραπομπές στους ισχυρισμούς της αιτήτριας κατά τη συνέντευξη, εισηγείται ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα, χωρίς να αξιολογηθούν επαρκώς οι περιστάσεις της αιτήτριας και στερείται αιτιολογίας.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών της αιτήτριας έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και δια τούτο θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω, κάνοντας αναφορές στην οικεία νομοθεσία και νομολογία, αναφέρουν ότι τα ευρήματα τους εδώ είναι εύλογα, ορθά και απολύτως αιτιολογημένα υπό το φως των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον τους. Συνεπώς - ως αναφέρουν – εκ των ως άνω προκύπτει ότι ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή επί της ουσίας, προϊόν δέουσας έρευνας αλλά και πλήρως αιτιολογημένη.
Κατόπιν της ολοκλήρωσης των δικογράφων η συνήγορος της αιτήτριας ζήτησε και της επιτράπηκε, με τη σύμφωνη γνώμη των καθ’ ων η αίτηση, να προσκομίσει πιστοποιητικό γέννησης ανήλικου τέκνου της αιτήτριας (γεννηθέν στη Δημοκρατία στις 13/11/24), που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, επί του οποίου επιτράπηκε στα μέρη να καταχωρήσουν και συμπληρωματικές αγορεύσεις, ως και έπραξαν.
Στη συμπληρωματική της αγόρευση η συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει ότι, ενόψει της γέννησης του ανήλικου τέκνου της, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και να αξιολογηθεί εδώ δεόντως το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου αλλά και το ότι η ύπαρξη αυτού διαφοροποιεί το προφίλ της αιτήτριας και αυξάνει την ευαλωτότητα της σε περίπτωση επιστροφής της, αμφότερα τα οποία – ως εισηγείται - συνηγορούν υπέρ του ότι υφίσταται ανάγκη παροχής προστασίας, τόσο στην αιτήτρια όσο και στο τέκνο αυτής. Επί τούτων παραθέτει σχετική νομολογία και παραπομπές σε αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου.
Από την πλευρά της η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση σημειώνει, κάνοντας παραπομπές και παραθέτοντας αποσπάσματα από την οικεία νομολογία αλλά και από αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, ότι δεν έχουν προσκομιστεί πληροφορίες (ΠΧΚ) που να αποδεικνύουν τον κίνδυνο που ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι διατρέχει ως – σύμφωνα με τα λεγόμενα της – μόνη γυναίκα, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, με παιδί, και ούτε υπάρχει ανάγκη παροχής προστασίας, δεδομένου ότι, λαμβανομένου υπόψη του προφίλ της, δεν καταδεικνύεται εν προκειμένω ότι θα εκτεθεί αυτή ή το παιδί της σε κίνδυνο σε ενδεχόμενη επιστροφή τους στο Καμερούν.
Δεδομένου ότι οι άπαντες οι λοιποί ισχυρισμοί της αιτήτριας συμπλέκονται και με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [βλ. αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].
Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών επί της αξιολόγησης αξιοπιστίας θα συμφωνήσω εδώ με όλα τα επιμέρους ευρήματα επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού και τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, καθώς το αφήγημα της αιτήτριας παρουσιάζει καταφανή κενά, ελλείψεις σε αναμενόμενες λεπτομέρειες και αοριστίες, ως και οι καθ’ ων η αίτηση έχουν εντοπίσει, που πλήττουν εδώ την εσωτερική συνοχή όλων ανεξαιρέτως των δηλώσεων της.
Εν προκειμένω, από μια ανάγνωση των επιμέρους λεγομένων της αιτήτριας - καθίσταται σαφές ότι άπαντες οι ισχυρισμοί της βρίθουν κενών και ασαφειών ελλείπει εντελώς κάθε εύλογα αναμενόμενη λεπτομέρεια και χρονική και λογική συνέπεια απ’ αυτούς. Ενδεικτικά σημειώνω ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο αναφορικά τόσο με τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που λάμβανε από τους θείους της σχετικά με γη που ανήκε στον πατέρα της, πότε αυτές έγινε, πως και που. Επί όλων των ως άνω πτυχών του αφηγήματος της το αφήγημα της στερείται συνοχής και δεν διατηρεί χρονική συνέπεια, απέχει δε κατά πολύ από μια πλήρη, συνεκτική παράθεση σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που παραθέτει.
Δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω δεν θεωρώ σκόπιμο, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, να αναφερθώ και πάλι σε όσα πιο πάνω καταγράφονται αναφορικά με τα επιμέρους σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται η αξιοπιστία του αφηγήματος της αιτήτριας, στην παράθεση του περιεχομένου της επίδικης έκθεσης, τα οποία υιοθετώ ως ορθά και απολύτως εύλογα υπό τις περιστάσεις. Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η κατάληξη μου ότι τα κενά ως έχουν εντοπιστεί από τους καθ’ ων η αίτηση (ερ.68-70) παραμένουν και συνεπώς η αποδοχή των ισχυρισμών αυτών θα ήταν ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση τους.
Σημειώνω ότι δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω ήταν απαραίτητο, δεδομένης της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, η αναζήτηση πληροφοριών (ΠΧΚ) στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας. Ως επί τούτου και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής […].». Είναι λοιπόν εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι τα όσα η αιτήτρια παραθέτει υπολείπονται καταφανώς του ευλόγως αναμενόμενου και είναι εκ τούτου που θεωρώ ότι διαβρώνεται η εσωτερική συνοχή των λεγομένων της, τα οποία και θεωρώ ότι συνιστούν επινοήματα της ιδίας, προκειμένου να στηρίξει την επίδικη αίτηση.
Προχωρώ σε αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας σε επικαιροποιημένη βάση (Essekou).
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες (τελευταία ενημέρωση 19/06/26), στην επαρχία Littoral Region (όπου βρίσκεται το χωριό Essekou, στην περιοχή Melong) καταγράφηκαν συνολικά 12 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”: περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, εξεγέρσεις, μάχες και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθαν 12 θάνατοι. [1] Κατά την ίδια περίοδο, στη Melong δεν καταγράφηκαν περιστατικά ασφαλείας. [2] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Melong υπολογίζεται στις 50.000. [3]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ)] της αιτήτριας εκ μόνης της παρουσίας της εκεί, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτήν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[4] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Απομένει εν προκειμένω η εξέταση της παρούσης σε συνάρτηση και με το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας (Τεκμήριο 1), το οποίο και έχει δύο πτυχές. Αφενός το πως η ύπαρξη αυτού διαφοροποιεί το προφίλ της αιτήτριας και δημιουργεί κίνδυνο κατά την επιστροφή τους, και αφετέρου το κατά πόσον η επιστροφή του ανήλικου τέκνου της δημιουργεί ζητήματα βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου αυτού.
Αναφορικά με το ζήτημα του προφίλ της αιτήτριας και του ενδεχόμενου τυχόν επιστροφή της με το ανήλικο τέκνο της να αυξάνει τον κίνδυνο και των δύο παρατηρώ τα εξής.
Η αιτήτρια εν προκειμένω είναι ενήλικη, περί των 27 ετών σήμερα, διαθέτει ικανοποιητική μόρφωση και απασχολούνταν σε καλλιέργεια γης στο Καμερούν, έχει ακόμη ένα ανήλικο τέκνο (γεννηθέν το 2020), που διαμένει στο Melong, μαζί με μια φίλη της αιτήτριας, ως η ίδια ανέφερε. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, δεδομένης της εξουσίας του Δικαστηρίου (Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25- δικαιοπλαστική εξουσία), εφόσον αυτό δεν ξεκαθαρίζεται ρητώς από τους καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, λαμβανομένων υπόψη των πολλών και καίριων αντιφάσεων που εντοπίζω στο αφήγημα της αιτήτριας επί της πτυχής που αφορά των θάνατο των γονέων της, είναι κατάληξη μου ότι δεν αποδέχομαι ότι αυτοί έχουν αποβιώσει, εκ του οποίου συνάγεται ότι η αιτήτρια διατηρεί, επιπροσθέτως των πιο πάνω στοιχείων του προφίλ της, οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής της (Essekou), ήτοι τους γονείς της, στο οποίο και - ευλόγως - αναμένεται να στηριχθεί μέχρις ότου η ίδια βιοποριστεί και εξασφαλίσει με ίδιους πόρους τα αναγκαία χρειώδη, για αυτήν και τα παιδιά της. Ενόψει των ως άνω δεδομένων δεν θεωρώ ότι η ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας (που γεννήθηκε στη Δημοκρατία) διαφοροποιεί το προφίλ της ιδίας σε βαθμό που να καθίσταται εδώ εύλογη η πιθανότητα δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση που επιστρέψουν μαζί, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη και του ότι, ως η ίδια ανέφερε, έχει και άλλο ανήλικο τέκνο, το οποίο διαμένει έκτοτε στο Καμερούν, χωρίς να έχει αναφερθεί από την αιτήτρια κάποιο ζήτημα ή πρόβλημα σε σχέση μ’ αυτό.
Προσθέτω, αναφορικά με την έτερη πτυχή που προωθείται εδώ, ότι δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή του ανήλικου τέκνου της, μαζί με την μητέρα του (αιτήτρια), είναι ασύμβατη με τα βέλτιστα συμφέροντα αυτού. Τούτο γιατί, αφενός, δεδομένου του ότι η αιτήτρια ουδέν ανέφερε για τον πατέρα του (δεν αναγράφεται ούτε στο Τεκμήριο 1), ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για οικογενειακούς δεσμούς μ’ αυτόν, οι οποίοι τυχόν να επηρεαστούν από τυχόν απομάκρυνση του τέκνου από τη Δημοκρατία (μαζί με την μητέρα του, αιτήτρια)[5] και, αφετέρου, η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος ανηλίκου δεν μπορεί θεωρώ να αφορά (ιn abstracto) την επισκόπηση, σε συγκριτική βάση, συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου αυτό θα απομακρυνθεί (μαζί με την μητέρα του) και της Δημοκρατίας, σύγκριση εκ της οποίας, είναι πιθανόν – στις πλείστες περιπτώσεις - να προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και πολύ, ουσιωδώς καλύτερες. Άλλωστε δεν προωθείται κάποιος συγκεκριμένος ισχυρισμός για το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας (ο οποίος και θα υποδείκνυε ότι πλήττονται εδώ κατά συγκεκριμένο τρόπο τα βέλτιστα συμφέροντα του σε περίπτωση επιστροφής), πέραν των αναφορών στο ότι, με δεδομένο ότι, ως η συνήγορος της αιτήτριας εισηγείται, αυτή πρόκειται για μόνη γυναίκα, της οποίας η ευαλωτότητα θα επαυξηθεί λόγω της ύπαρξης ανήλικου τέκνου, ο οποίος – ως ανωτέρω εξηγώ – έχει απορριφθεί. Συνεπώς ουδέν περαιτέρω θα μπορούσε εδώ να εξεταστεί σχετικώς, ενόψει και των ως άνω διαπιστώσεων μου σχετικά με το προφίλ της αιτήτριας και της ύπαρξης οικογενειακού δικτύου στον τόπο διαμονής.
Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια (συνυπολογιζόμενου του ανήλικου τέκνου της) δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να δεικνύεται, δεδομένων και των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή της αιτήτριας (μαζί με το ανήλικο τέκνο της) στη χώρα καταγωγής είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης (βλ. M.S.S. v Belgium and Greece, αιτ. αρ.30696/09, ΕΔΑΔ, ημ.21/01/11, παρ.263).
Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Littoral Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/06/2026)
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Melong, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/06/2026)
[3] City Population, Cameroon: Melong, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=19975 (πρόσβαση 29/06/2026)
[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[5] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C‑484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο