R.L.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 3945/23, 19/6/2026
print
Τίτλος:
R.L.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 3945/23, 19/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπoθ. Αρ.: 3945/23

19 Ιουνίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

R.L.M.

Αιτήτρια

-και-

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

-------------------

A. Δημητρίου (κος), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Αλ. Γεωργιάδης (κος) Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Η Αιτήτρια είναι παρούσα.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιηθείσα προς αυτήν μέσω επιστολής ημερομηνίας 12/09/2023, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

Η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»), κάτοχος διαβατηρίου, η οποία, σύμφωνα με δική της δήλωση στις 28/09/2021, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στην κατεχόμενη Κύπρο από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 16/11/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 06/09/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 11/09/2023 αρμόδιος λειτουργός συνέταξε και προώθησε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της. Αυθημερόν συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψης της αίτησης.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 12/09/2023, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από την Αιτήτρια στις 29/09/2023, θέτοντας την υπογραφή της αφού προηγουμένως της επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που κατανοεί πλήρως.

 

Εμπρόθεσμα η Αιτήτρια, μέσω της τότε συνηγόρου της[1], καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση.

 

Προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνήγορος για την Αιτήτρια προωθεί μέσω της γραπτής της αγόρευσης τη θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί η δέουσα έρευνα, ότι αυτή τελεί υπό πλάνη και/ή λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια και ότι είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας, επιχειρηματολογούν υπέρ των ευρημάτων αναξιοπιστίας της Αιτήτριας καθότι η τελευταία δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της. Αποτελεί θέση τους ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν στην δέουσα και απαραίτητη έρευνα προς έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν υφίσταται η οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα, ενώ η απόφαση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου ο νυν συνήγορος για την Αιτήτρια δήλωσε ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης μόνο κατά το μέρος που αφορά στον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας και τα ζητήματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, αποσύροντας όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς.

 

Αποτελεί θέση του κ. Δημητρίου ότι ο λόγος εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της Αιτήτριας συνδέεται με τη δολοφονία του πατέρα της από συμμορίες που δρουν στη χώρα καταγωγής της και συνεπεία αυτού η ίδια έχει μείνει χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, ισχυρισμοί οι οποίοι, κατά τον ίδιο, δεν έτυχαν της δέουσας διερεύνησης από τη Διοίκηση.

 

Επιπλέον, δήλωσε ότι η Αιτήτρια δεν γνωρίζει τα πρόσωπα που φέρονται ως υπαίτια για τη δολοφονία του πατέρα της και ότι, βάσει πηγών πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της, στη ΛΔΚ υπάρχουν ενεργές συμμορίες που προβαίνουν σε απαγωγές και δολοφονίες και ενδέχεται να είχαν στοχοποιήσει τον πατέρα της. Τέλος, ανέφερε ότι δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ίδια η Αιτήτρια έχει στοχοποιηθεί προσωπικά.

 

Με τη σειρά του ο συνήγορος για τους Καθ’ ων η αίτηση εμμένει στην ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων, και δεδομένης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όπως ορίζεται από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το οποίο προνοεί για έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που η Αιτήτρια προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματος της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τον μοναδικό προωθούμενο, γενικό και αόριστο ισχυρισμό της Αιτήτριας.

 

Η Αιτήτρια με την αίτησή της ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της διότι ότι τα άτομα που σκότωσαν τον πατέρα της άρχισαν να απειλούν και την ίδια. Ανέφερε ότι τα άτομα αυτά ήθελαν να τη σκοτώσουν. Για λόγους ασφάλειας αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της και να έρθει εδώ. Δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η ζωή της θα βρίσκεται σε κίνδυνο.

 

Κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, ως προς τις προσωπικές της πληροφορίες επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ), γεννηθείσα στην πόλη Bandundu, διαμένουσα στην κοινότητα Lemba της Kinshasa, η οποία αποτελεί και τον τόπο προηούμενης συνήθους διαμονής της. Κατά δήλωσή της άγαμη και άτεκνη. Αποτελεί το μοναδικό παιδί των γονέων της. Η μητέρα της η οποία βρίσκεται εν ζωή, διαβιεί στη ΛΔΚ και στηρίζεται οικονομικά από την Αιτήτρια, ενώ ο πατέρας της απεβίωσε μετά από πυροβολισμούς που δέχτηκε από αγνώστους. Ως προς το μορφωτικό της υποβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και σταμάτησε το σχολείο στην 3η τάξη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και σύμφωνα με τις δηλώσεις της δεν εργάστηκε ποτέ στην ΛΔΚ, και για πρώτη φορά εργάστηκε στην Κύπρο

.

Ως προς τους κατ’ ίδιαν λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή θεωρεί ότι κινδυνεύει η ζωή της μετά τη δολοφονία του πατέρα της. Σύμφωνα με την αφήγησή της, στις αρχές του 2020, ενώ επέστρεφε από το σχολείο, βρήκε τρία άτομα να αναζητούν τον πατέρα της στο σπίτι τους. Το ίδιο βράδυ ο πατέρας της επέστρεψε, ξύπνησε την ίδια και τη μητέρα της και τους είπε ότι έπρεπε να φύγουν επειδή κάποιοι ήθελαν να τον σκοτώσουν.

 

Η οικογένεια εγκατέλειψε το σπίτι και κατευθύνθηκε στην οικία ενός ιερέα, φίλου του πατέρα της. Εκεί ο πατέρας της συνομίλησε με τον ιερέα, του παρέδωσε έναν φάκελο και ζήτησε να παραμείνει η κόρη του μαζί του. Οι γονείς της αναχώρησαν και η ίδια έμεινε υπό την προστασία του ιερέα. Λίγο αργότερα, ο ιερέας ενημερώθηκε τηλεφωνικά ότι ο πατέρας της είχε πυροβοληθεί και της ανακοίνωσε τον θάνατό του.

 

Ο ιερέας θεώρησε ότι δεν ήταν πλέον ασφαλής στο σπίτι του και τη μετέφερε προσωρινά στο σπίτι μιας γυναίκας. Μετά από λίγες ημέρες, της έβγαλε φωτογραφία, της εξασφάλισε διαβατήριο και της είπε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα για λόγους ασφαλείας. Στις 27 του μήνα (χωρίς να διευκρινίζεται ποιος μήνας), την συνόδευσε στο αεροδρόμιο και ταξίδεψε προς το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Εκεί την παρέλαβε άγνωστος άνδρας, παρέμεινε για τρεις ημέρες στο σπίτι του και στη συνέχεια, με τη βοήθεια άλλων προσώπων, πέρασε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.

 

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει γιατί κάποιοι ήθελαν να σκοτώσουν τον πατέρα της ούτε ποια ακριβώς ήταν τα πρόσωπα αυτά. Ανέφερε όμως ότι, σύμφωνα με όσα της είπε ο ιερέας, επρόκειτο για μέλη της οικογένειας του πατέρα της, τα οποία επιδίωκαν να εξοντώσουν ολόκληρη την οικογένεια. Η πεποίθησή της ότι κινδυνεύει βασίζεται κυρίως στις πληροφορίες που έλαβε από τον ιερέα και όχι σε προσωπικές εμπειρίες.

 

Παραδέχθηκε ότι δεν δέχθηκε ποτέ προσωπικά λεκτικές ή σωματικές απειλές και ότι, κατά την παραμονή της τόσο στο σπίτι του ιερέα όσο και στο σπίτι της γυναίκας, δεν υπέστη οποιαδήποτε βλάβη. Επίσης, δεν προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία και δεν γνωρίζει αν η μητέρα της έκανε κάποια αναφορά στις αρχές. Δήλωσε ακόμη ότι δεν αντιμετωπίζει προβλήματα με τις αρχές της χώρας της.

 

Σε σχέση με τη μητέρα της, ανέφερε ότι διαμένει σήμερα στην πόλη Bandundu, σε διαφορετική επαρχία από την Kinshasa, όπου θεωρεί ότι βρίσκονται τα πρόσωπα που ευθύνονται για τη δολοφονία του πατέρα της. Διατηρεί επικοινωνία μαζί της και τη στηρίζει οικονομικά, ωστόσο πιστεύει ότι και εκείνη εξακολουθεί να κινδυνεύει.

 

Τέλος, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, φοβάται ότι θα δολοφονηθεί, καθώς δεν θεωρεί ότι είναι ασφαλής από τα άτομα που, κατά την εκτίμησή της, δολοφόνησαν τον πατέρα της και επιδιώκουν να βλάψουν την οικογένειά τους.

 

Με βάση τα λεγόμενα της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση απομόνωσαν δύο (2) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς∙ πρώτον ως προς την ταυτότητα, προφίλ, περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής της, και δεύτερον τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης της υπό την μορφή λεκτικών απειλών από τα άτομα που σκότωσαν τον πατέρα της. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως σαφείς και συγκεκριμένες, ενώ επιβεβαιώθηκαν από το επίσημο διαβατήριο της και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής.

Ειδικότερα ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι παρουσιάζουν αντιφάσεις, ανακρίβειες και έλλειψη ευλογοφάνειας σε ουσιώδη σημεία του αιτήματός της. Κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τον χρόνο της δολοφονίας του πατέρα της, αναφέροντας αρχικά ότι το συμβάν έλαβε χώρα κάποια Πέμπτη απόγευμα, ενώ σε μεταγενέστερη διευκρίνιση το τοποθέτησε χρονικά στις αρχές του 2020. Κατά την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, η εν λόγω αοριστία και μεταβολή στις αναφορές της πλήττει την αξιοπιστία της, ιδίως δεδομένου ότι το περιστατικό αυτό συνιστά τον πυρήνα του ισχυριζόμενου φόβου δίωξης.

 

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση επισήμαναν αντίφαση ως προς τις συνθήκες του θανάτου του πατέρα της, καθότι η Αιτήτρια αρχικά ανέφερε ότι το περιστατικό συνέβη απόγευμα, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι ο πατέρας της πυροβολήθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας και ότι η ίδια ενημερώθηκε μέσω τηλεφωνήματος που δέχθηκε ο ιερέας.

 

Επιπλέον, κατά την εκτίμηση των Καθ’ ων, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα που ισχυρίζεται ότι δολοφόνησαν τον πατέρα της και να αποτελούν τον φορέα δίωξης της. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τα εν λόγω άτομα, παρά το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, αυτά αναζητούσαν τον πατέρα της στο σπίτι τους και αποτελούν τον λόγο για τον οποίο η ίδια φοβάται για τη ζωή της. Κρίθηκε ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να προσδιορίσει με μεγαλύτερη σαφήνεια την ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά των προσώπων αυτών.

 

Περαιτέρω, είναι θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο ισχυρισμός της περί κινδύνου για τη ζωή της δεν στηρίζεται σε προσωπική εμπειρία, αλλά σε πληροφορίες που φέρεται να έλαβε από τρίτο πρόσωπο, συγκεκριμένα από τον ιερέα. Η ίδια δήλωσε ότι δεν έχει δεχθεί προσωπικά οποιαδήποτε απειλή, ούτε λεκτική ούτε σωματική. Κατά την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, η απουσία προσωπικών περιστατικών απειλής αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί άμεσου και εξατομικευμένου κινδύνου στο πρόσωπό της.

 

Επιπλέον, οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη ότι, ενώ η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως τα εν λόγω πρόσωπα επιδιώκουν να εξοντώσουν ολόκληρη την οικογένειά της, η μητέρα της εξακολουθεί να διαμένει στη χώρα καταγωγής της χωρίς να προκύπτουν συγκεκριμένα περιστατικά βλάβης εις βάρος της.

 

Τέλος, κατά την εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση, η Αιτήτρια δεν αποσαφήνισε επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο η ζωή της απειλείτο, ενώ, παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που της τέθηκαν, δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν τον επικαλούμενο φόβο δίωξης.

 

Όσον αφορά στην εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και, σύμφωνα με τους Καθ’ ων, δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.

 

Ακολούθως, κατά την αξιολόγηση κινδύνου και τη νομική ανάλυση, κρίθηκε, μετά από σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, (ερυθρά 38-45 στο διοικητικό φάκελο) ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής στα πλαίσια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, κρίνοντας περαιτέρω ότι δεν προκύπτει ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa στο πλαίσιο των άρθρων 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Τούτων λεχθέντων οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν την αίτηση της Αιτήτριας ως αβάσιμη.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του, ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομικής διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημα για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός. Επί τούτου ο συνήγορος της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση στα πλαίσια εξέτασης της αίτησής της, δεν προέβησαν σε δέουσα έρευνα, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύει ειδικά σε τι συνίσταται η έλλειψη έρευνας.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ.Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της εισηγητικής έκθεσης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που η ίδια η Αιτήτρια προέβαλε κατά την συνέντευξή της, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τη χώρα καταγωγής, την ταυτότητα, τα προσωπικά της στοιχεία και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού της Αιτήτριας περί λεκτικών απειλών από άτομα που σκότωσαν τον πατέρα της, ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης, κρίνω τις δηλώσεις της μη επαρκείς ως προς τις λεπτομέρειες, ασαφείς, σε σημεία αντιφατικές και μη εύλογες. Ακόμα και στα διευκρινιστικά ερωτήματα που τέθηκαν σε αυτήν, οι απαντήσεις της ήταν αόριστες, γενικές, σύντομες και χωρίς λεπτομέρεια και περιγραφικότητα. Γενικώς παρατηρώ ότι η αφήγηση της Αιτήτριας δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε βιωματικής φύσεως λεπτομέρεια, αλλά είναι στο σύνολό της πολύ γενική. Επιπλέον παρατηρώ ότι η αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες, καθώς η αφήγησή της στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε υποθέσεις, εικασίες και πληροφορίες που έλαβε από τρίτα πρόσωπα και όχι σε προσωπική γνώση ή άμεσες εμπειρίες. Η ίδια δήλωσε ότι αγνοεί τους λόγους για τους οποίους φερόταν να καταδιώκεται ο πατέρας της, δεν γνωρίζει την ταυτότητα των προσώπων που τον αναζητούσαν ούτε διαθέτει οποιαδήποτε άμεση πληροφορία που να συνδέει τα συγκεκριμένα άτομα με τη δολοφονία του. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι ουδέποτε δέχθηκε προσωπικά απειλές ή επιθέσεις, ενώ ο ισχυρισμός της περί κινδύνου εις βάρος της βασίζεται αποκλειστικά σε όσα της μετέφερε ο ιερέας μετά τον θάνατο του πατέρα της. Λαμβάνω υπόψη δήλωσή της ότι δεν προέβη σε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές ούτε γνωρίζει εάν η μητέρα της προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια αναζήτησης προστασίας. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, παρά τον ισχυρισμό περί πρόθεσης εξόντωσης ολόκληρης της οικογένειας, η μητέρα της εξακολουθεί να διαμένει στη χώρα καταγωγής της, με την Αιτήτρια να διατηρεί τακτική επικοινωνία μαζί της, χωρίς να προκύπτουν συγκεκριμένα περιστατικά δίωξης ή βλάβης εις βάρος της. Ως εκ τούτου, οι κεντρικοί ισχυρισμοί περί προσωπικού κινδύνου δεν υποστηρίζονται από επαρκή, συγκεκριμένα και άμεσα στοιχεία, γεγονός που μειώνει σημαντικά την αξιοπιστία και αποδεικτική αξία της αφήγησής της.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια, κατά την ενώπιον μου διαδικασία, εκπροσωπούμενη δια συνηγόρου δεν προσπάθησε να στοιχειοθετήσει την υπόθεσής της και να καλύψει τα κενά που οι Καθ'ων η αίτηση επεσήμαναν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών της. Η θέση του κ. Δημητρίου ότι στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, γενικά δρουν διάφορες συμμορίες οι οποίες ενδέχεται να συνδέονται με τη δολοφονία του πατέρα της δεν μπορεί να ληφθεί ως ως επαρκής τεκμηρίωση των κατ’ ιδίαν ισχυρισμών της Αιτήτριας, καθότι συνιστά γενική και υποθετική αναφορά στην κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της και όχι συγκεκριμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η ίδια υπήρξε ή εξακολουθεί να αποτελεί στόχο των εν λόγω προσώπων. Εξάλλου, υπενθυμίζω ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ταυτότητα των φερόμενων δραστών, τα κίνητρά τους ή τη σύνδεσή τους με τη δολοφονία του πατέρα της, ενώ παραδέχθηκε ότι ουδέποτε δέχθηκε προσωπικά απειλές ή υπέστη οποιαδήποτε βλαπτική ενέργεια. Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί παραμένουν αόριστοι, και δεν υποστηρίζονται από επαρκή, συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Τούτων λεχθέντων το Δικαστήριο κρίνει τους υπό εξέταση ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως εσωτερικά μη αξιόπιστους.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εκ της Αιτήτριας εξιστορισθέντα αποτελούν υποκειμενικής φύσης περιστατικά, εκ των οποίων δεν απορρέει κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας.

 

Τονίζω στο σημείο αυτό ότι είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).

 

Μελετώντας τον διοικητικό φάκελο, διαπιστώνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και, στη βάση αυτών, εξέδωσαν αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών της, ορθά κρίθηκε ότι αυτή δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε αιτητή/τρια σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του/της θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ.Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α.v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.  

 

Ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19(2)(γ) του Νόμου, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.

 

Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Global Conflict Tracker, o στρατός της ΛΔΚ και οι κάτοικοι της ανατολικής περιφέρειας της χώρας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιθέσεις από τις Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος. Οι ανταλλαγές πυρών, οι επιθέσεις με πυραύλους και οι αψιμαχίες μεταξύ της M23, στρατευμάτων της Ρουάντα, δυνάμεων της ΛΔΚ και άλλων ομάδων πολιτοφυλακής παραμένουν συνήθεις ενέργειες.[2]

 

Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 03/04/2026), καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας[3] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 50 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[4] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[5]

 

Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της Kinshasa για το έτος 2026 (18,552,800 κατοίκους), καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην πόλη Kinshasa, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας με την άδεια του Δικαστηρίου έγινε αλλαγή δικηγόρου.

[2] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, 16/12/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo

[3] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[4] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31/03/2026]

[5] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31/03/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο