ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 4658/23
25 Ιουνίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.M.M.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπηρεσία Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
..................................................
Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Κασσάνδρα Κουπαρή, Δικηγόρος για τον αιτητή
Κυριάκος Ιμανίμης για Αλέξανδρο Γεωργιάδη Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 13/10/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 30/09/2021, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 04/10/2021 παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 08/09/2023 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής «EUUA»). Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 29/09/2023 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή. Στις 13/10/2023, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Στις 22/11/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο αυθημερόν. Στις 13/12/2023, ο αιτητής καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, με τη γραπτή της αγόρευση, προβάλλει τους πιο κάτω νομικούς ισχυρισμούς: 1) έλλειψη δέουσας έρευνας και παραβίαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, υποστηρίζοντας ότι εσφαλμένα χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο D.S.S.H. για την αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτητή, και 2) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατά παράβαση των άρθρων 3-3Δ ή/και 19(1) και (2) του ίδιου Νόμου, καθότι ο αιτητής ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και επικαλείται φόβο δίωξης από μη κρατικούς δρώντες, υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της γραπτής του αγόρευσης, υποστηρίζει αφενός ότι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης δεν αναπτύσσονται επαρκώς, και αφετέρου ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρότητας που προωθεί μέσω της γραπτής του αγόρευσης. Όπως υποστηρίζει, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Mε την απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος του αιτητή επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στη γραπτή της αγόρευση. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και της παρουσίασης του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου η ευπαίδευτη δικηγόρος του αιτητή περιόρισε τους ισχυρισμούς της στην παραβίαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι είναι αμφιφυλόφιλος και ότι εξαιτίας αυτού, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα με την οικογένεια του και τον κοινωνικό του περίγυρο. Πρόσθεσε ότι η οικογένεια του αντιμετώπισε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ως κάτι εξευτελιστικό, τον θεώρησαν κακό και τον κατηγόρησαν ότι εξαιτίας του έχουν συμβεί όλες οι κακοτυχίες στην οικογένεια, με αποτέλεσμα να υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε να αποβιώσει.
Κατά τη διαδικασία εκτίμησης ευαλωτότητας, ο αιτητής κρίθηκε ως χαμηλού κινδύνου, χωρίς να παρουσιάζει σωματικές ή ψυχολογικές δυσκολίες, και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι δεν απαιτείται παραπομπή σε κάποιον φορέα ή ειδικό. Ωστόσο, ως διαδικαστική εγγύηση, κρίθηκε σκόπιμη η διεξαγωγή της συνέντευξης από λειτουργό εκπαιδευμένο σε ζητήματα ΛΟΑΤΚΙ (ερυθρό 18-10 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής του την Kinshasa και συγκεκριμένα την περιοχή Kinsenso, όπου διέμενε μέχρι και την αναχώρηση του από τη χώρα (ερυθρό 57 2x του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Καθολικός ως προς το θρήσκευμα και Muyombe ως προς την εθνοτική του καταγωγή (ερυθρό 59 57 1x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος και έχει ένα ανήλικο τέκνο που διαβιεί με την πρώην σύντροφο του και μητέρα του στην Kinshasa (ερυθρό 56 3x του διοικητικού φακέλου).
Πρόσθεσε ότι οι γονείς του και οι τρεις αδελφές του βρίσκονται επίσης στην Kinshasa, ωστόσο δεν βρίσκεται σε επικοινωνία μαζί τους λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπισε (ερυθρό 56 2x 3x του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ερυθρό 55 2x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι εργαζόταν στη γειτονιά μεταφέροντας κουτιά και εμπορεύματα (ερυθρό 55 3x του διοικητικού φακέλου). Όσον αφορά το ταξίδι του προς τη Δημοκρατία, αξίζει να σημειωθεί ότι εγκατέλειψε τη χώρα του στις 02/03/2021 από την πόλη Kinshasa, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδο του από το αεροδρόμιο (ερυθρό 55 4x του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε ότι ο πατέρας του χρηματοδότησε και οργάνωσε το ταξίδι του (ερυθρό 54 1x του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ανέφερε, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ότι είναι αμφιφυλόφιλος και ότι αυτό του δημιούργησε πολλά προβλήματα με την οικογένεια του, η οποία τον θεωρούσε ότι είναι η ντροπή της οικογένειας. Δήλωσε ότι τόσο ένα φιλικό του πρόσωπο όσο και η σύντροφος του τον εγκατέλειψαν λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ενώ η οικογένεια του τον προειδοποίησε ότι, εάν συνεχίσει έτσι, θα πεθάνει. Πρόσθεσε ότι στη χώρα του, όταν κάποιος είναι αμφιφυλόφιλος, συχνά θεωρείται μάγος και ότι όταν η οικογένεια του του είπε πως φέρνει ντροπή, άρχισε να έχει κακά όνειρα, όπως ότι κάποιος του έδενε τον λαιμό, με αποτέλεσμα να μην αισθάνεται άνετα.
Στη συνέχεια δήλωσε ότι ο πατέρας του αποφάσισε ότι πρέπει να ταξιδέψει και δύο ημέρες πριν από την αναχώρηση του, του είπε ότι αφού φύγει θα τον μπλοκάρει, επειδή έφερε ντροπή στην οικογένεια. Ακολούθως ανέφερε ότι η μητέρα του, η σύντροφος του και η αδελφή του τον εγκατέλειψαν, με αποτέλεσμα να μείνει μόνος, ενώ και φίλοι του άρχισαν να τον αποφεύγουν. Δήλωσε επίσης ότι πραγματοποιήθηκε οικογενειακή συνάντηση κατά την οποία ανέφεραν στον πατέρα του πως εάν ο αιτητής συνεχίσει έτσι, θα πεθάνει, και ότι αναζήτησαν κάποιον προκειμένου να τον σκοτώσει μέσω μαγείας, ωστόσο, όπως ανέφερε, ο Θεός τον προστάτευσε και τον έφερε εδώ (ερυθρό 53 1x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς ως προς το τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του, δήλωσε ότι όλα τα μέλη της οικογένειάς του θα τον σκοτώσουν (ερυθρό 53 2x του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, δόθηκε στον αιτητή η ευκαιρία, μέσω πρόσθετων ερωτήσεων, να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του, και του τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και τις δηλώσεις του ότι είναι αμφιφυλόφιλο άτομο, του ζητήθηκε να εξηγήσει τι σημαίνει αυτό για τον ίδιο, απαντώντας ότι πρόκειται για άτομο που συνευρίσκεται τόσο με άνδρες όσο και με γυναίκες (ερυθρό 52 2x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς πως συνειδητοποίησε την έλξη του προς τα δύο φύλα, απάντησε ότι πρόκειται για τον προσανατολισμό του και ότι του αρέσει (ερυθρό 52 2x του διοικητικού φακέλου).
Σε επαναληπτική ερώτηση επί του ζητήματος αυτού, του ζητήθηκε να περιγράψει τη διαδικασία που ακολούθησε και τον οδήγησε να συνειδητοποιήσει έλξη προς αμφότερα τα φύλα, και απάντησε ότι το 2019 βρισκόταν έξω με έναν φίλο του όταν επέστρεψαν στο σπίτι, συνευρέθηκαν ερωτικά, κάτι που του φάνηκε πολύ ενδιαφέρον (ερυθρό 52 3x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς εάν η εν λόγω πράξη αποτέλεσε το χρονικό σημείο κατά το οποίο αντιλήφθηκε την έλξη του προς άτομα του ίδιου φύλου, απάντησε θετικά, προσθέτοντας ότι τον ενδιέφερε να έχει σεξουαλικές σχέσεις με άνδρες (ερυθρό 52 3x του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, του ζητήθηκε να περιγράψει τις σκέψεις και τα συναισθήματα του κατά εκείνη την περίοδο, και ανέφερε ότι άρχισε να του αρέσει ιδιαίτερα να συνευρίσκεται με άνδρες, προσθέτοντας ότι όταν ζήτησε από έναν φίλο του να συνευρεθούν, εκείνος τον μαχαίρωσε στο πόδι (ερυθρό 52 4x του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ερωτήθηκε εκ νέου σχετικά με τις σκέψεις και τα συναισθήματα του, και δήλωσε ότι δεν ντρεπόταν (ερυθρό 51 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς αν η ζωή του άλλαξε με οποιονδήποτε τρόπο όταν συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, απάντησε ότι άλλαξε, καθώς λάμβανε χρήματα για αυτό (ερυθρό 51 2x του διοικητικού φακέλου), εφόσον κάποια άτομα του έδιναν χρήματα προκειμένου να συνευρεθεί μαζί τους (ερυθρό 51 2x του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, του τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με την έκφραση του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Ερωτηθείς αν είχε εκμυστηρευτεί τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, απάντησε ότι είχε μιλήσει σε έναν φίλο του, ωστόσο εκείνος τον μαχαίρωσε και ήθελε να το διαδώσει παντού (ερυθρό 50 4x του διοικητικού φακέλου). Όταν ερωτήθηκε ποιος γνωρίζει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι το γνωρίζουν οι γονείς του, η οικογένεια του και οι φίλοι του (ερυθρό 49 2x του διοικητικού φακέλου). Όπως δήλωσε, όταν το έμαθε ο πατέρας του τον χτύπησε μαζί με τις αδελφές του (ερυθρό 49 2x του διοικητικού φακέλου). Διευκρίνισε πως διέμενε με ένα ομοφυλόφιλο φίλο του και ότι στη ΛΔΚ, εάν σε δουν με ένα ομοφυλόφιλο άτομο σε αντιμετωπίζουν ως τέτοιο, προσθέτοντας ότι όταν του είπε πως δεν είναι ομοφυλόφιλος αλλά αμφιφυλόφιλος, εκείνος τον χτύπησε (ερυθρό 49 3x του διοικητικού φακέλου). Επί της έκφρασης του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ανέφερε ακόμα ότι ένιωθε άνετα γιατί έβγαζε αρκετά χρήματα (ερυθρό 48 1x του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, του τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με προγενέστερες σχέσεις που είχε. Σχετικά με αυτό ανέφερε ότι διατηρούσε σχέση και συμβίωνε με έναν άνδρα, ο οποίος έκανε τα πάντα για εκείνον και τον φρόντιζε, ενώ όταν χρειαζόταν κάτι του το παρείχε (ερυθρό 48 3x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς ως προς το τι τον έλκυε στο εν λόγω άτομο, απάντησε ότι ένιωθε ελεύθερος μαζί του και του άρεσε να βρίσκονται μαζί (ερυθρό 47 2x του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε ότι έμεναν μαζί, ήταν ήρεμοι και τα πήγαιναν καλά (ερυθρό 47 2x του διοικητικού φακέλου).
Επιπρόσθετα, του τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με την οικογένεια του και τα περιστατικά που βίωσε λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Σχετικά με αυτό ανέφερε ότι στη χώρα του υπάρχει η μαγεία και ότι μπορεί κάποιος να απευθυνθεί σε μία μάγισσα με τη φωτογραφία σου για να σου κάνει κακό, ακόμη και να σε οδηγήσει στον θάνατο. Πρόσθεσε ότι έβλεπε όνειρα στα οποία του επιτίθεντο και προσπαθούσαν να του κόψουν την αναπνοή (ερυθρό 47 4x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς ως προς το πότε και τι ακριβώς συνέβη, απάντησε ότι ήταν περίπου στα έτη 2019-2020 που έστειλαν μέλη των Kuluna για να τον σκοτώσουν (ερυθρό 46 1x του διοικητικού φακέλου). Σε συμπληρωματικές ερωτήσεις επί του ζητήματος αυτού, απάντησε ότι, καθώς επέστρεφε στο σπίτι του, είδε άτομα με μαχαίρια και ένας εξ αυτών του είπε ότι βρίσκονταν εκεί για να τον σκοτώσουν κατόπιν εντολής του θείου του, ωστόσο ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει (ερυθρό 46 1x του διοικητικού φακέλου).
Όταν ρωτήθηκε αν του συνέβη οτιδήποτε άλλο δεδομένου του ότι αναχώρησε από τη χώρα δύο χρόνια αργότερα, απάντησε ότι έβλεπε άσχημα όνειρα και ότι μέλη των Kuluna τον αναζητούσαν (ερυθρό 46 3x του διοικητικού φακέλου). Όταν ερωτήθηκε γιατί ο πατέρας του αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του μετά την παρέλευση αρκετών ετών από τότε που ανακάλυψαν τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, απάντησε ότι δεν ήταν καλό για εκείνον να ακούει κακά πράγματα για τον αιτητή (ερυθρό 44 3x του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ανέφερε ότι έβλεπε άσχημα όνειρα, έβλεπε μάγισσες στο δωμάτιο και άκουγε θορύβους, τα οποία, όπως υποστήριξε, συνέβαιναν επειδή ο θείος του του είχε κάνει μάγια (ερυθρό 45 2x 44 1x του διοικητικού φακέλου). Τέλος, ερωτηθείς ως προς τη δυνατότητά του να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας του, όπως στη Lubumbashi, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι οι μάγισσες θα τον εντοπίσουν μέσω των καθρεφτών που χρησιμοποιούν και θα τον σκοτώσουν (ερυθρό 43 του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του αιτητή κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση-εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς που αφορούν 1) τα προσωπικά του στοιχεία και 2) το ότι ο αιτητής αυτοπροσδιορίζεται ως αμφιφυλόφιλος. Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του, καθώς έκρινε ότι οι δηλώσεις του ήταν ακριβείς, συνεπείς και συνεκτικές ενώ επιβεβαιώνονταν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή στερούνταν επαρκών πληροφοριών και συνάφειας, ενώ ήταν γενικόλογες, χωρίς συγκεκριμένες αναφορές. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός ακολούθησε το μοντέλο αξιολόγησης DSSH (Difference, Stigma, Shame and Harm), το οποίο έχει υιοθετηθεί τόσο από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για το Άσυλο, όσο και από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του εν λόγω αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τη διαδικασία συνειδητοποίησης της σεξουαλικότητας του, παρόλο που του τέθηκαν αλλεπάλληλες ερωτήσεις σχετικά με τα πρώιμα στάδια συνειδητοποίησης. Επί αυτού, ο λειτουργός έκρινε επίσης ότι οι δηλώσεις του ήταν ασυνεπείς και μη σχετικές, καθώς και εμφατικές στα επιμέρους ζητήματα των σεξουαλικών του εμπειριών, χωρίς να παρέχει στοιχεία επί της προσωπικής και εσωτερικής διαδικασίας συνειδητοποίησης, όπως του ζητήθηκε βάσει των ερωτήσεων.
Ακολούθως, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή ως προς τις αλλαγές που βίωσε αφού συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ήταν γενικόλογες και ασυνεπείς, ενώ δεν παρείχε πιο συγκεκριμένες απαντήσεις όταν κλήθηκε να το πράξει μέσω συμπληρωματικών ερωτήσεων. Περαιτέρω, ο λειτουργός σημείωσε ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με τις σχέσεις του στερούνταν συγκεκριμένων και λεπτομερών πληροφοριών, δεδομένου ότι δεν παρείχε λεπτομέρειες αναφορικά αφενός με την προσωπικότητα του συντρόφου του και αφετέρου τη μεταξύ τους γνωριμία και συναναστροφή. Έκρινε επίσης ο λειτουργός ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει πληροφορίες αναφορικά με τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα στη ΛΔΚ.
Ακολούθως, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με εμπειρίες ντροπής και στίγματος παρουσίαζαν γενικόλογες απαντήσεις, ειδικά αναφορικά με το πως οι αμφιφυλόφιλοι αντιμετωπίζονται από την κοινωνία και πως ο ίδιος πήρε την απόφαση να μην αποκρύψει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Επιπλέον, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με την αντίδραση της οικογένειας του κατόπιν της αποκάλυψης της σεξουαλικότητας του στερούνταν επαρκών πληροφοριών και βασίζονταν σε γενικόλογες απαντήσεις.
Επιπρόσθετα, ο λειτουργός σημείωσε ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με τα περιστατικά βλάβης που βίωσε λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού στερούνταν επαρκών λεπτομερειών. Αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο τον μαχαίρωσε ένας φίλος του, όταν ο αιτητής φέρεται να προσπάθησε να τον παροτρύνει να συνευρεθούν, ο λειτουργός παρατήρησε ότι ο αιτητής δεν ήταν συγκεκριμένος στα λεγόμενα του, τόσο ως προς τον εν λόγω φίλο όσο και ως προς το πως συνέβη το περιστατικό, ενώ δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με συνεπή τρόπο πως δημιουργήθηκε η έλξη και πως κατέληξε να του προτείνει σεξουαλική επαφή. Ακολούθως, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με τα περιστατικά με την οικογένειά του και τις πνευματικές επιθέσεις ήταν γενικόλογες, καθώς δεν ήταν σε θέση να παράσχει συνεπείς πληροφορίες ως προς τις εν λόγω επιθέσεις, καθώς και ως προς το περιστατικό κατά το οποίο ο θείος του φέρεται να έστειλε μέλη των Kuluna προκειμένου να τον σκοτώσουν.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα στη ΛΔΚ, συμπέρανε ότι, παρόλο που οι εξωτερικές πηγές καταδεικνύουν ότι η αμφιφυλοφιλία εξακολουθεί να αποτελεί ταμπού στη ΛΔΚ και ότι τα άτομα υφίστανται στίγμα, δεδομένου ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή δεν θεμελιώθηκε, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη του την κατάσταση ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό γενικώς και στην Kinshasa ειδικότερα καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του εν λόγω αιτητή και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, ο αιτητής θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο λειτουργός κατέληξε ότι στην περιοχή καταγωγής του αιτητή δεν παρατηρείται ένοπλη σύρραξη. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι ο αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς, το αίτημά του απορρίφθηκε στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών, λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημα του αιτητή, πως δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαφαίνεται πως ο αιτητής κλήθηκε να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του αλλά παρείχε αρκετά γενικευμένες πληροφορίες. Ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος του, προέβηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές και δεν αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στον κίνδυνο που διατρέχει στη χώρα καταγωγής του. Στο αφήγημα του αιτητή παρουσιάζονται ελλείψεις όσον αφορά την συνοχή των γεγονότων καθώς επίσης και ελλείψεις πληροφοριών που στοιχειοθετούν και τεκμηριώνουν τα λεγόμενα και τους ισχυρισμούς του.
Ανεξαρτήτως της προαναφερόμενης κρίσης μου, θεωρώ αναγκαίο να επισημανθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελίδες 204, 205 αναφέρεται ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες
Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ’ αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)] ( 651), βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα……………………
[…….]
Η έννοια της βλάβης στο μοντέλο αυτό αναδεικνύει επίσης διαδικαστικούς παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με άτομα τα οποία ενδέχεται να μην μπόρεσαν να μιλήσουν ποτέ ανοικτά σε κανέναν για την ταυτότητά τους, για τα οποία η ταυτότητά τους υπήρξε πηγή στίγματος και δυνητικής βλάβης, και τα οποία ενδέχεται να μη γνωρίζουν τα δικαιώματά τους όσον αφορά τον γενετήσιο προσανατολισμό και/ή την ταυτότητα φύλου στο πλαίσιο της αίτησης ασύλου ( 652). Όπως αναφέρεται στην έκθεση Beyond proof: Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα[1]».
Η εφαρμογή του ανωτέρω μεθοδολογικού εργαλείου (DSSH) έχει δεχθεί κριτική ειδικά όταν δεν χρησιμοποιείται ορθά με αποτέλεσμα να ενισχύονται τα στερεότυπα. Το εν λόγω μεθοδολογικό εργαλείο χρησιμοποιείται από διάφορες χώρες, κράτη-μέλη, την EUAA καθώς και από την UNHCR και τον ΔΟΜ στο υλικό κατάρτισης τους για τις αιτήσεις που βασίζονται στον γενετήσιο προσανατολισμό και στην ταυτότητα φύλου[2]. Επισημαίνεται, ωστόσο, πως ο τρόπος που βιώνει κάθε πρόσωπο τον σεξουαλικό του προσανατολισμό είναι υποκειμενικός και εξαρτάται από την προσωπική ιστορία του ατόμου, τον πολιτισμό και την κοινωνικοοικονομική του κατάσταση[3].
Παραθέτω επίσης σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση της υπόθεσης υπ’αριθμόν C-148/13 - C-150/13, A. B. C. ημερομηνίας 2/12/14, όπου αποφασίστηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.
62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.»
Το μοντέλο DSSH, αν και παρέχει μία οργανωμένη μέθοδο ανάλυσης, δεν μπορεί να αντανακλά πάντα με ακρίβεια τα βιώματα του κάθε αιτητή, ιδιαίτερα αν δεν λαμβάνει υπόψη τη διαφορετικότητα του πολιτισμικού και κοινωνικού υποβάθρου και τις προσωπικές τους εμπειρίες. Γι’ αυτό το λόγο μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αξιολόγησης αλλά δεν πρέπει να αποτελεί τη μοναδική βάση για την εξέταση ενός αιτήματος. Η αξιοπιστία ενός ατόμου που προβάλλει ισχυρισμούς για το σεξουαλικό προσανατολισμό πρέπει να κρίνεται με ευρύτερα αποδεκτά κριτήρια, καθώς δεν υπάρχει ένας καθολικός τρόπος για να προσδιοριστεί η σεξουαλική ταυτότητα οποιουδήποτε προσώπου. Έτσι η ύπαρξη ή η έλλειψη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ή εμπειριών που συχνά συνδέονται με τη σεξουαλική ταυτότητα, δεν μπορεί να θεωρείται καθοριστικός παράγοντας στην εκτίμηση του σεξουαλικού προσανατολισμού κάποιου. Επομένως κάθε περίπτωση αξιολογείται με βάση τα ατομικά δεδομένα και τις ιδιαίτερες συνθήκες του αιτητή χρησιμοποιώντας βεβαίως τους κοινώς αποδεκτούς δείκτες αξιοπιστίας.
Παρατηρώ πως ο αρμόδιος λειτουργός ακολούθησε τα στάδια διερεύνησης του μοντέλου «DSSH», αλλά αξιολόγησε ορθά τα κριτήρια του ανωτέρω μοντέλου στη βάσει των δηλώσεων του αιτητή, έχοντας θέσει στον αιτητή επαρκή αριθμό ερωτήσεων (τόσο ανοικτού, όσο και κλειστού τύπου) και δίνοντάς του τη δυνατότητα να αναπτύξει τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τα βιώματα του καθώς και να αποσαφηνίσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς του. Παρόλο που δεν αναμένεται από τον αιτητή να υπεισέλθει σε πολύ προσωπικές και ευαίσθητες πληροφορίες, τα όσα παρέθεσε σχετικά με τον υπό κρίση ισχυρισμό του ορθώς κρίθηκαν ότι προβλήθηκαν με αόριστο και μη συνεπή τρόπο ενώ εξέλειπαν από την αφήγηση του συγκεκριμένες πληροφορίες από τις οποίες θα προέκυπτε ο βιωματικός και προσωπικός χαρακτήρας όσων εξιστόρησε, λαμβάνοντας δε υπόψη στα ανωτέρω και τις προσωπικές περιστάσεις του, το πολιτιστικό, και εκπαιδευτικό του υπόβαθρο.
Ακολούθως, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου περί αναξιοπιστίας του αιτητή ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό και κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώνεται.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού περί σεξουαλικού προσανατολισμού του αιτητή, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη μεταχείριση των μελών της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας από την κοινωνία, πηγές ανέφεραν ότι ο αυτοπροσδιορισμός ως ΛΟΑΤΚΙ θεωρείται «πολιτισμικό ταμπού»[4] και ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα «περιθωριοποιούνται και αναγκάζονται να αποκρύπτουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό».[5] Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αντιμετώπισαν βία, απειλές και διακρίσεις, καθώς ορισμένοι θρησκευτικοί ηγέτες υποστήριξαν την άποψη ότι η πανδημία αποτελούσε «τιμωρία του Θεού» για την κοινωνία εξαιτίας της συμπεριφοράς των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων.[6] Η έκθεση του USDOS ανέφερε ότι, σύμφωνα με τοπικές οργανώσεις που δρουν στο τομέα των ΛΟΑΤΚΙ έχουν αναφερθεί «πολυάριθμες περιπτώσεις» ατόμων μελών της κοινότητας που υποβλήθηκαν εξαναγκαστικά σε «ψυχιατρική θεραπεία ή θρησκευτικές τελετουργίες για να “αλλάξει” ο σεξουαλικός προσανατολισμός ή η ταυτότητα ή έκφραση φύλου του ατόμου», συχνά μέσω σωματικής βίας.[7] Άλλες πηγές αναφέρουν ότι στα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας προσάπτονται κατηγορίες μαγείας, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας κατηγορούνται ότι είναι «μάγοι»[8] ή «διαφθορείς της κοινωνίας»,[9] ενώ γίνεται λόγος για εκτεταμένη παρενόχληση, επιθέσεις και εκδήλωση μίσους εναντίον τους.[10]
Από τις πιο πάνω πληροφορίες συμπεραίνεται πως τα ομοφυλόφιλα άτομα στη χώρα καταγωγής του αντιμετωπίζουν διακρίσεις, περιορισμούς και δυσκολίες. Επιπρόσθετα, από την έρευνα διαπιστώθηκε πως μέρος των ισχυρισμών του αιτητή επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Από την αξιολόγηση της εσωτερικής και της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή διαφαίνεται πως δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού και του φόβου δίωξής του επί τούτου, αφ’ ης στιγμής η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του, σε ένα τόσο προσωπικό ισχυρισμό δεν έχει θεμελιωθεί. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός της, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[11]
Επιπρόσθετα, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[12]
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 12/06/2026) στην Kinshasa, καταγράφηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[13] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις [2026] ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[14]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι ενήλικας υγιής, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Θα πρέπει να αναφέρω πως ο αιτητής δεν έχει αποδείξει ούτε μέσω της αγόρευσής του ούτε έχει προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι παραβιάστηκαν τα άρθρα 9 και 15, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000. Από την ανάλυση που έχω προβεί ανωτέρω διαφαίνεται ότι το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα αλλά δεν έχει υποδειχθεί οτιδήποτε από το οποίο να μπορεί να καταλήξει κανείς ότι παραβιάστηκαν τα προαναφερόμενα άρθρα. Κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί απορρίπτονται στο σύνολό τους.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Δικαστική ανάλυση, Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, Έκδοση 2018, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf
[2] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System, Judicial analysis, Second edition, σελ.265, σημείωση 870, February 2023, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf
[3] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System, Judicial analysis, Second edition, σελ.266, February 2023, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf
[4] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, Μάρτιος 2023, σελ. 43, διαθέσιμο σε: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
[5] Freedom House, Freedom in the World 2023 – Democratic Republic of the Congo, Μάρτιος 2023, διαθέσιμο σε: https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2023
[6] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, Μάρτιος 2023, σελ. 43, διαθέσιμο σε: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
[7] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, Μάρτιος 2023, σελ. 44, διαθέσιμο σε: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/03/415610_CONGO-DEM-REP-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf
[8] UNDP, Inclusive Governance Initiative: Democratic Republic of the Congo Baseline Report, 2022, σελ. 15, διαθέσιμο σε: https://www.undp.org/sites/g/files/zskgke326/files/2022-07/UNDP-CD-%20igi-drc-baseline-report.pdf
[9] Reuters, As Pope Francis visits Congo, LGBT+ activists cheer for perceived ally, Φεβρουάριος 2023, διαθέσιμο σε: https://www.reuters.com/world/africa/pope-francis-visits-congo-lgbt-activists-cheer-perceived-ally-2023-02-01/
[10] Le Monde, In eastern DRC, homosexuals are forced into hiding, Ιανουάριος 2023, διαθέσιμο σε: https://www.lemonde.fr/en/le-monde-africa/article/2023/01/17/in-eastern-drc-homosexuals-forced-into-hiding_6011875_124.html
[11] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf
[12] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[13] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[14] World Population Review, Kinshasa DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο