ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ.59/26
15 Ιουνίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)
Αίτηση από:
Ν. Μ.
Αιτητής
Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Κα Μ. Βασιλείου, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Κα. S. Dawoodi- μεταφράστρια για πιστή μετάφραση από Urdu σε Αγγλικά και αντίστροφα
Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση νομικής αρωγής, προκειμένου να διορίσει δικηγόρο για να χειριστεί την προσφυγή αρ.Τ237/26, κατά της απόφασης ημ.22/05/26, της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, την οποία έχει ήδη καταχωρίσει.
Ως προκύπτει από το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα ο αιτητής κατάγεται από το Πακιστάν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων (όπου διέμεινε και εργαζόταν περί το ένα έτος) τον Δεκέμβριο 2024 και στις 31/03/26 υπέβαλε τη σχετιζόμενη με την παρούσα αίτηση διεθνούς προστασίας.
Η παρούσα στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, στις διατάξεις του άρθρου 6Β (2) (α) και 6Β (2) (ββ), που ορίζει τα ακόλουθα:
«(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
[…]
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή
υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»
Κατά την εξέταση αιτήσεως νομικής αρωγής το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς να αποφασίζεται οριστικά η τύχη της προσφυγής που σε κάθε περίπτωση έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ή να προωθήσει (αν έχει ήδη καταχωρηθεί) με ίδια μέσα ο αιτητής, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της δεν επηρεάζει και δεν προδικάζει την έκβαση της (βλ. Durgo Man v. Δημοκρατίας, Νομ. Αρ. 278/09, ημ.15/07/09).
Στην απόφαση στην αίτηση Νομικής Αρωγής αρ.31/2013, SINGH KHUSHWANT του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Όπως νομολογιακά έχει αποφασιστεί, ο Νόμος δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει, κατά πόσον «είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση». Είναι, επίσης, πάγια γραμμή της Νομολογίας, ότι ο Αιτητής δεν πρέπει να στερείται, χωρίς επαρκή λόγο, του δικαιώματός του να ακουστεί η προσφυγή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας τη βοήθεια συνηγόρου. Από την άλλη, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η παροχή νομικής αρωγής ανεξέλεγκτα, με συνακόλουθο την σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας.
[…]
Παρεμβάλλω ότι είναι βασική αρχή πως το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της μορφής και ασκώντας την ευρεία διακριτική του εξουσία, δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το αποτέλεσμα της ίδιας της προσφυγής, αλλά παραμένει στην πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης.
[…]. Τελικό, λοιπόν, κριτήριο είναι η πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης και, κατά την εξέταση μιας τέτοιας πιθανότητας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει για την οριστική τύχη της προσφυγής, αλλά, όπως είναι καθήκον του, σταθμίζει τα ενώπιόν του στοιχεία, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνται, για να συνεκτιμήσει την πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στην αναμενόμενη να καταχωρηθεί προσφυγή.».
Από τα συνημμένα στο Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα προκύπτουν τα ακόλουθα.
Στην αίτηση ασύλου ο αιτητής κατέγραψε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο εξαιτίας «θρησκευτικών διαμαχών». Ως ο ίδιος αναφέρει, υπήρξε μια διαμάχη στον δρόμο που άρχισε λόγω θρησκευτικών διαφορών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ίδιος μαχαιρώθηκε δύο φορές και έπρεπε να νοσηλευτεί και αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισε να φύγει από το Πακιστάν και τότε ήρθε στα κατεχόμενα με άδεια εργασίας, η οποία έληξε, ο εργοδότης του τον έδειρε, άρπαξε όλα τα υπάρχοντα του, δεν του ανανέωσε την άδεια και τον απέλυσε και έτσι ο αιτητής αποφάσισε να έρθει στις ελεύθερες περιοχές.
Στη συνέντευξη που ακολούθησε ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην πόλη Salkot, όπου διαμένει ο πατέρας του, η μητέρα του μένει σε πόλη κοντά στο Salkot, έχει δύο αδέλφια και επικοινωνεί με την μητέρα του καθημερινά. Ο αιτητής ομιλεί Urdu και λίγα αγγλικά, δεν έχει ολοκληρώσει τη βασική του εκπαίδευση και εργαζόταν ως καθαριστής.
Ερωτώμενος αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής ο αιτητής ανέφερε ότι 2-3 μήνες προτού φύγει άκουσε θόρυβο στον δρόμο κοντά στο σπίτι του και πήγε με ένα φίλο του να δουν τι συμβαίνει, είδαν πολλούς να έρχονται κατά πάνω τους, τον χτύπησαν στο κεφάλι, τον μαχαίρωσαν και τον χτυπούσαν μέχρι που έχασε τις αισθήσεις του και πήγε στο νοσοκομείο, χωρίς να γνωρίζει ποιος τον πήγε εκεί. Σε ακόλουθες ερωτήσεις ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ήταν στόχος της επίθεσης, δεν είχε κάποια ανάμιξη στη διαμάχη πριν δεχθεί επίθεση, δεν είχε κανένα πρόβλημα κατά το παρελθόν σχετικά με τη θρησκεία του, δεν γνωρίζει τους δράστες, δεν θυμάται πόσο χρόνο νοσηλεύτηκε και τι περιλάμβανε η νοσηλεία του και δεν έχει κάποιο αποδεικτικό για τη νοσηλεία του, δεν κατάγγειλε το γεγονός στην αστυνομία. Σε επόμενη ερώτηση ο αιτητής ανέφερε ότι δεν υπέστη κάτι άλλο μετά το περιστατικό αυτό, δεν μπορεί να μετοικήσει και να ζήσει σε άλλη πόλη στο Πακιστάν γιατί – ως ανέφερε – «μπορεί να [του] συμβεί άλλο περιστατικό», επιβεβαίωσε εκ νέου ότι ουδέν συνέβη στον ίδιο που να σχετίζεται με τη θρησκεία του και ότι η ζωή του στο Πακιστάν ήταν καλή.
Η Υπηρεσία Ασύλου, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή, σχημάτισε 3 ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπέστη επίθεση λόγω του ότι είναι χριστιανός
3. Ο ισχυρισμός του αιτητή για αναζήτηση εργασίας
Εκ των ως άνω έγιναν αποδεκτοί ο 1ος και 3ος ουσιώδεις ισχυρισμοί και απορρίφθηκε ο 2ος ισχυρισμός.
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία και παρέμεινε ασαφής και γενικόλογος τόσο κατά την ελεύθερη αφήγηση όσο και στις πολλές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικώς. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά το συμβάν, δεν παρέθεσε επαρκείς λεπτομέρειες για τον λόγο που γινόταν η διαμάχη στον δρόμο στα πλαίσια της οποίας χτυπήθηκε, δεν μπόρεσε να εξηγήσει ικανοποιητικά γιατί στοχοποιήθηκε ο ίδιος, ποιοι ήταν οι δράστες, τι έγινε ακριβώς κατά την επίθεση, πως διέφυγε ο φίλος του που ήταν μαζί του, ποια ήταν τα αίτια της κατ’ ισχυρισμό επίθεσης που δέχθηκε, γιατί πιστεύει ότι συνδέεται η επίθεση αυτή με τη θρησκεία του, ποια τραύματα που υπέστη, πόσο καιρό νοσηλεύτηκε, τι περιλάμβανε η νοσηλεία του και τι έγινε μετά απ’ αυτό. Δεδομένης δε της φύσεως των ισχυρισμών του δεν κρίθηκε σκόπιμο να γίνει έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες και ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως εσωτερικής συνοχής.
Στα πλαίσια αξιολόγησης μελλοντικού κινδύνου, στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών, κατόπιν παράθεσης πλήθους διαθέσιμων πληροφοριών (ΠΧΚ) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας και κοινωνικοοικονομική κατάσταση στον τόπο διαμονής του (Salkot), σε συνάρτηση με το προφίλ του, κρίθηκε ότι δεν εντοπίζεται βάσιμος φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης και ότι τυχόν επιστροφή του αιτητή δεν συνιστά επαναπροώθηση, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ. Προς τα ως άνω αξιολογήθηκε ότι ο αιτητής είναι ενήλικας άνδρας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, εργασιακή εμπειρία, δεν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας και διαθέτει επαρκές οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής, διατηρεί δε καθημερινή επικοινωνία με την μητέρα του.
Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Στον αιτητή μεταφράστηκε το σημείωμα του Γεν. Εισαγγελέα και του δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμεί, αφού του εξηγήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία για την έγκριση αιτήσεων ως η παρούσα, ως ανωτέρω καταγράφεται, με τον αιτητή να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να αναφέρει κάτι περαιτέρω.
Έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του σημειώματος του Γεν. Εισαγγελέα και των συνημμένων εγγράφων θα συμφωνήσω με όλα τα επιμέρους ευρήματα αλλά και την τελική κατάληξη της Υπηρεσίας στα πλαίσια της σχετιζόμενης με την παρούσα αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη έκθεση και παρατίθενται και πιο πάνω, την επανάληψη των οποίων δεν κρίνω σκόπιμη, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω.
Σε σχέση κατ’ αρχή με την εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή στα πλαίσια του απορριφθέντος 2ου ουσιώδους ισχυρισμού σημειώνω τα εξής.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Επανερχόμενος στο πρακτικό της συνέντευξης θα συμφωνήσω με τα όσα επί τούτου καταγράφει στην επίδικη έκθεση η Υπηρεσία (ερ.106-108), τα οποία καταγράφονται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία υιοθετώ ως έχουν, χωρίς να είναι σκόπιμο να τα επαναλάβω εκ νέου εδώ και χωρίς να έχω τίποτε να προσθέσω σ’ αυτά, πέραν του να σημειώσω ότι τα κενά, αντιφάσεις και οι καίριες ελλείψεις στο αφήγημα του αιτητή δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής των επ’ αυτού ισχυρισμών του, καθώς επ’ ουδενός σημείου του αφηγήματος του δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το παραμικρό ψήγμα εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών ή βιωματικών στοιχείων αναφορικά με το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό μαχαιρώματος του στα πλαίσια διαμάχης στην οποία, ως ο ίδιος ο αιτητής αναφέρει, ενεπλάκη τυχαία, καθώς βγήκε στον δρόμο αυτοβούλως, για να δει τι γινόταν. Δεδομένου δε ότι ουδέν προηγήθηκε ή ακολούθησε της επίθεσης αυτής που κατ’ ισχυρισμό υπέστη, ουδέν άλλο θα μπορούσε να ειπωθεί σχετικά με την εσωτερική συνοχή του εν λόγω ισχυρισμού.
Επί της εξωτερικής συνοχής επί του εδώ απορριφθέντος 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) καταγράφουν τα εξής.
Ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για την ελευθερία της θρησκείας δήλωσε ότι οι νόμοι περί βλασφημίας της χώρας αποτελούν παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας.[1]
Μη κυβερνητικές οργανώσεις εξέφρασαν την ανησυχία τους για το γεγονός ότι οι αρχές συχνά απέτυχαν να παρέμβουν σε περιπτώσεις άσκησης κοινωνικής βίας κατά των θρησκευτικών μειονοτήτων λόγω φόβου αντιποίνων, ανεπάρκειας προσωπικού ή της απάθειας, αλλά και του ότι οι δράστες τέτοιων καταχρήσεων συχνά δεν αντιμετώπιζαν συνέπειες, λόγω έλλειψης παρακολούθησης από τις διωκτικές αρχές, των δωροδοκιών που προσέφεραν οι κατηγορούμενοι και της πίεσης προς τα θύματα να αποσύρουν τις υποθέσεις.[2]
Μεμονωμένα άτομα και όχλοι στοχοποίησαν και σκότωσαν Χριστιανούς, Ινδουιστές, Σιχ, Μουσουλμάνους Αχμάντι, Σουνίτες Μουσουλμάνους και Σιίτες Μουσουλμάνους σε επιθέσεις που πιστεύεται ότι είχαν ως κίνητρο τη θρησκεία ή που περιγράφονται ως θρησκευτικού χαρακτήρα, σύμφωνα με ορισμένους θρησκευτικούς ηγέτες. Σύμφωνα με τον ιστότοπο της South Asia Terrorism Portal (SATP), ο αριθμός τέτοιων επιθέσεων και των δολοφονιών από ένοπλες ομάδες αυξήθηκε ελαφρώς σε σύγκριση με το 2021, αντιστρέφοντας τη συνολική μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων που αναφέρθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.[3]
Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για την θρησκευτική ελευθερία για το 2022 σημειώνει ότι τα μέλη θρησκευτικών μειονοτήτων συνέχισαν να δηλώνουν ότι οι Αρχές στο Πακιστάν εφαρμόζουν ασυνεπώς νόμους που προστατεύουν τα δικαιώματα των μειονοτήτων και επιβάλλουν την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων. Τα μέλη της κοινότητας των θρησκευτικών μειονοτήτων δήλωσαν επίσης ότι η κυβέρνηση ήταν ασυνεπής στην προστασία από τις κοινωνικές διακρίσεις και την παραμέληση, και τις επίσημες διακρίσεις κατά των Χριστιανών.[4]
Εκ των ως άνω δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι διώξεις χριστιανών, διακρίσεις και άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων λαμβάνουν χώρα στο Πακιστάν.
Παρά τα ως άνω όμως, εδώ η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η οποία είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που συνθέτουν την παρούσα, καθίσταται μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Αυτό γιατί η συμφωνία των ισχυρισμών της με διαθέσιμες ΠΧΚ, ως γενικές πληροφορίες που αναφέρουν ότι τέτοια φαινόμενα, ως αυτά που περιγράφει ο αιτητής, λαμβάνουν χώρα δεν αρκεί, τη στιγμή που οι ισχυρισμοί του στερούνται συνοχής, ιδίως από τη στιγμή που ουδέν άλλο, ως ο ίδιος αναφέρει, έχει συμβεί στον ίδιο που να σχετίζεται με τη θρησκεία του πέραν του συμβάντος που παραθέτει (που δεν έγινε αποδεκτό, ως στερούμενο παντελώς εσωτερική συνοχής), ενόψει και της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας, αφού οι ισχυρισμοί ενός αιτητή και η εσωτερική συνοχή τους παραμένουν πρωταρχικό σημείο αναφοράς. Τονίζεται ότι δεν εξετάζεται ο κίνδυνος σε αφηρημένο πλαίσιο αλλά μόνο σε συνάρτηση με τον συγκεκριμένο αιτητή και ενόψει των όσων αυτός αναφέρει, τα οποία εν προκειμένω κρίθηκαν, ορθώς, ανεπαρκή και στερούμενα κάθε λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων. Ως άλλωστε στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», στη σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»
Στη βάση και των ως άνω δεν θεωρώ ότι μπορεί να θεωρηθεί εδώ ότι υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να υποστεί δίωξη εκ μόνης της ιδιότητας του ως Χριστιανός. Ως σχετικώς αναφέρεται στο εγχειρίδιο της EUAA «Πρακτικός οδηγός σχετικά με την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και την εκτίμηση κινδύνου» (Ιαν 2024), σελ. 127, «[εάν] […] ο αιτών δεν έχει βιώσει παρόμοια γεγονότα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί αυτό να υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερος κίνδυνος να επαναληφθεί το συγκεκριμένο γεγονός στο μέλλον.». Ως άλλωστε στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.124, αναφέρεται «ούτε η «απλή πιθανότητα» ούτε η «απλή δυνατότητα» αρκούν για να εξακριβωθεί ο μελλοντικός κίνδυνος» και, ως στη σελ.125 περαιτέρω εξηγείται, «[το] ευλόγως προβλέψιμο μέλλον είναι ό,τι αναμένεται λογικά να επέλθει με βάση τα στοιχεία από γεγονότα και περιστάσεις που συνέβησαν στο παρελθόν και συμβαίνουν και σήμερα». Εν προκειμένω, στα πλαίσια μιας εξ πρώτης όψεως θεώρησης των ενώπιον μου στοιχείων (δεδομένου ότι στην εξέταση αιτήσεως ως η παρούσα δεν εκφέρεται βεβαίως καταληκτική κρίση επί των επίδικων ζητημάτων), λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν έχει αποδειχθεί προηγούμενη δίωξη (αφού οι ισχυρισμοί του αιτητή για επίθεση που δέχθηκε λόγω του ότι είναι Χριστιανός δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω) δεν θεωρώ ότι η ύπαρξη και μόνο πληροφοριών για το ότι φαινόμενα δίωξης κατά Χριστιανών απαντώνται στο Πακιστάν είναι αρκετή, άνευ ετέρου, για να καταδείξει κάτι περισσότερο από μια απλή πιθανότητα ή ενδεχόμενο, η οποία δεν αρκεί βεβαίως για να αποδοθεί διεθνής προστασία.
Ενόψει και των ως άνω, λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, ως παρατίθεται πιο πάνω, κατά την καταγραφή της κατάληξης της Υπηρεσίας στην αίτηση διεθνούς προστασίας που σχετίζεται με την παρούσα, δεν αναμένεται στερηθεί της πρόσβασης σε βιοπορισμό και στέγαση και συνεπώς στο πρόσωπο του αιτητή δεν συντρέχουν οι συνθήκες που αναφέρονται στην αυθεντία του ΕΔΑΔ, M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, ημ.21/01/11, παρ.263, αναφορικά με το αρ.3 της ΕΣΔΑ.
Σημειώνεται περαιτέρω ότι το Πακιστάν έχει καθοριστεί στην Κ.Δ.Π. 242/2026, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του αρ.12Βτρις του Νόμου, ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας και ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε στη βάση του οποίου θα μπορούσε να «θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής […] στη συγκεκριμένη περίπτωσή», στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).
Καταλήγω λοιπόν ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας του αιτητή φαίνεται – μέσα από μια εκ πρώτης όψεως εκτίμηση των ενώπιον μου στοιχείων - να εξετάστηκε ενδελεχώς από την Υπηρεσία και ουδέν ετέθη ενώπιον μου που ανατρέπει την κατάληξη ότι ο αιτητής δεν υφίσταται κίνδυνο δίωξης ή και σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στο Πακιστάν. Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί ότι η προσφυγή που ο αιτητής έχει ήδη καταχωρήσει (Τ237/26) διατηρεί εδώ πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας, καθώς δεν μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως η έκδοση θετικής απόφασης στην προσφυγή.
Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα της παρούσας δεν προδικάζει το αποτέλεσμα της προσφυγής αρ.Τ237/26 που καταχώρησε, την οποία ο αιτητής έχει κάθε δικαίωμα να προωθήσει με ίδια μέσα.
Η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα του μεταφραστή να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] OHCHR, Mandates of the Special Rapporteur on freedom of religion or belief; the Special Rapporteur on extrajudicial, summary or arbitrary executions; the Special Rapporteur on the promotion and protection of the right to freedom of opinion and expression and the Special Rapporteur on minority issues., 2023 https://spcommreports.ohchr.org/TMResultsBase/DownLoadPublicCommunicationFile?gId=27980 (ημερομηνία πρόσβασης 07/12/2023)
[2] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Report on International Religious Freedom: Pakistan, 15 May 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2091889.html p.2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/12/2023)
[3] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Report on International Religious Freedom: Pakistan, 15 May 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2091889.html p.2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/12/2023)
[4] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Report on International Religious Freedom: Pakistan, 15 May 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2091889.html σελ. 29 (ημερομηνία πρόσβασης 07/12/2023)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο