ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 6731/2022
22 Ιουνίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
E.I.N.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας ημερομηνίας 05/05/2025
Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Νατάσα Χαραλαμπίδου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Ν. Κουρσάρης (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή της, δια μέσω της συνηγόρου της, η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 05/10/2022, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 13/10/2022 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας, είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Στις 05/05/2025, η συνήγορος της Αιτήτριας καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επιζητείται η χορήγηση άδειας από το Δικαστήριο για προσαγωγή μαρτυρίας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αιτείται τα ακόλουθα:
«Α. Διάταγμα και/ή Οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας με την μορφή Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας, ως η προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση, η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, προς απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών της στην Υπηρεσία Ασύλου, της αποκατάστασης της αξιοπιστίας της, καθώς και της δίωξης που υφίσταται στην χώρα καταγωγής της.
Β. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή Οδηγίες το Δικαστήριο κρίνει ορθό και/ή εύλογο και/ή δίκαιο υπό τις περιστάσεις.
Γ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ.»
Η παρούσα αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 05/05/2025 της ιδίας της Αιτήτριας. Ως ισχυρίζεται μεταξύ άλλων όσα επιθυμεί να παρουσιάσει, της έχουν ζητηθεί προς κατάθεση από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την συνέντευξη της και δεν τα είχε στην κατοχή της να τα προσκομίσει τότε και ζήτησε από τον αδελφό της, ο όποιος ευρίσκεται στην πόλη Kumba στο Καμερούν, να βρει όλα τα πρωτότυπα και αποδεικτικά έγγραφα που αποδεικνύουν την αλήθεια των ισχυρισμών της και που βρίσκονταν στο πατρικό της σπίτι στο χωριό Bekora Barombi, όπου διαμένει η μητέρα της και να της τα στείλει. Επισημαίνει επίσης ότι ο λόγος που δεν είχε προσκομίσει τα έγγραφα, προηγουμένως στην Υπηρεσία Ασύλου, τα οποία επιθυμεί να παρουσιάσει με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση της αλλά και με την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής, ήταν γιατί δεν τα είχε στην κατοχή της και κατάφερε να τα εξασφαλίσει μόλις στις 17/03/2025, όταν την τα έστειλε ο αδελφός της με εταιρεία ταχυμεταφορών – DHL, όπου έπρεπε επίσης να τα μεταφράσει γι΄αυτό και δημιουργήθηκε περαιτέρω καθυστέρηση.
Ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, με την προτεινόμενη μαρτυρία - προτεινόμενη ένορκη δήλωση (στο εξής 'προτεινόμενη ένορκη δήλωση') επιχειρείται η υποστήριξη της αίτησής της για προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία σχετίζεται με το ότι αμφισβητήθηκε η ιδιότητά της ως ιδιοκτήτρια φαρμακείου στη χώρα καταγωγής της από τους Καθ’ ων η αίτηση αμφισβητώντας τα σημεία αναξιοπιστίας στα οποία στηρίχθηκαν (παρ. 3 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας). Με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση της η αιτήτρια αναφέρει ότι έχει πρόθεση να διορθώσει λάθη από τη συνέντευξή της που επηρέασαν την αξιοπιστία της, επισημαίνοντας πως η ορθή ημερομηνία επιστροφής της στο Καμερούν είναι 17/01/2018 αντί για Ιανουάριο 2017, εξηγώντας επίσης ότι έλαβε άδεια και άνοιξε φαρμακείο τον Φεβρουάριο 2018 στο χωριό της, και διευκρινίζει ότι το πτυχίο της είναι στη νοσηλευτική μετά από την επιτυχή ολοκλήρωση σπουδών ενός (1) έτους, ενώ η αναφορά της σε τριετή φοίτηση οφειλόταν σε προηγούμενες μη ολοκληρωμένες σπουδές λόγω οικονομικών δυσκολιών (παρ. 6 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας). Περαιτέρω, με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση της, η Αιτήτρια, προβάλει ότι, παρότι υπήρχαν αυστηρότερες προϋποθέσεις, έλαβε νόμιμα άδεια για λειτουργία φαρμακείου λόγω της έλλειψης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στο χωριό της και της εμπειρίας της ως νοσηλεύτριας και ισχυρίζεται πως η άδεια δόθηκε και λόγω της απορρύθμισης του κράτους εξαιτίας του εμφυλίου. Ως αναφέρει λειτουργούσε το φαρμακείο χωρίς τις παρεμβάσεις των αρχών έως ότου το έκλεισε τον Σεπτέμβριο του 2018 λόγω διώξεων και απειλών από τον στρατό, επειδή παρείχε βοήθεια και σε αυτονομιστές στρατιώτες – Ambazonians (παρ. 7 της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας).
Επί της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, επισυνάπτονται δέκα (10) έγγραφα, ως ακολούθως:
- Τεκμήριο 1: Πιστοποιητικό γέννησης της Αιτήτριας.
- Τεκμήριο 2: Ταυτότητα της Δημοκρατίας του Καμερούν της Αιτήτριας.
- Τεκμήριο 3: Το πτυχίο της για τη νοσηλευτική ημερομηνίας 05/09/2012.
- Τεκμήριο 4: Την άδεια που έλαβε από τον οργανισμό Christian Community Health Care Foundation για δημιουργία ιατρικής μονάδας (με δικαίωμα συμπερίληψης Φαρμακείου) στο χωριό της Bekora Barombi με ημερομηνία 20/02/2018.
- Τεκμήριο 5: Τιμολόγια αγοράς διάφορων φαρμάκων από την εταιρεία Galen Pharmaceuticals Ents από το Καμερούν ημερομηνίας 22/02/2018 και 27/02/2018.
- Τεκμήριο 6: Ιατρική βεβαίωση ιδιώτη παθολόγου ιατρού ημερομηνίας 02/04/2025.
- Τεκμήριο 7: Ιατρική έκθεση ιατρού του ΟΚΥΠΥ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ημερομηνίας 23/04/2025.
- Τεκμήριο 8: Απόδειξη – φάκελος της εταιρείας ταχυμεταφορών DHL που αποδεικνύει την ημερομηνία παραλαβής των πιο πάνω τεκμηρίων από την χώρα της Αιτήτριας.
- Τεκμήριο 9: Πιστοποιητικό COHECF.
- Τεκμήριο 10: Μεταφράσεις των πιο πάνω.
Οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση, στις 24/09/2025 προχώρησαν στην καταχώριση της ένστασής τους ως προς την προσαγωγή της προτεινόμενης μαρτυρίας, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της κας Κ. Σάββα, δικηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ιδίας ημερομηνίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση προέβαλαν αρκετούς λόγους απόρριψης της αίτησης, όπου μεταξύ άλλων αντιτάσσουν ότι αυτή είναι παράτυπη και νομικά αβάσιμη, αφού πάσχει δικονομικά και ουσιαστικά δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προσαγωγής μαρτυρίας, ενώ αποσκοπεί στην καθυστέρηση και/ή στην κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Περεταίρω, αναφέρουν ότι η προτεινόμενη μαρτυρία δεν αποδεικνύει κανένα καλό λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση της επίδικης αίτησης. Όσον αφορά συγκεκριμένα τα Τεκμήρια που επιχειρείται να προσαχθούν οι Καθ’ ων η αίτηση δεν φέρουν ένσταση για τα Τεκμήρια 1, 2 και 7. Σχετικά με το Τεκμήριο 3 οι Καθ’ ων η αίτηση προωθούν πως δεν πρόκειται για πτυχίο, ως ισχυρίστηκε η Αιτήτρια, αλλά για πιστοποίηση και θεωρούν περιττή την προσαγωγή του αφού υφίσταται ήδη στον Διοικητικό Φάκελο της υπόθεσης. Προβάλλεται ότι το Τεκμήριο 4 αποτελεί πιστοποίηση ότι η αιτήτρια δύναται να παρέχει βοήθεια υπό την εποπτεία της COHECF και όχι πτυχίο, η γνησιότητα του οποίου αμφισβητείται καθώς δεν φέρει σχετικές σφραγίδες. Οι Καθ’ ων η αίτηση προωθούν επίσης ότι το Τεκμήριο 5 δεν είναι εύλογα σχετικό προς οποιοδήποτε επίδικο θέμα, καθώς δεν συγκεκριμενοποιείται ποιος το υπογράφει και αναφέρει απλώς ονόματα φαρμάκων και πελατών. Επισημαίνουν ότι το Τεκμήριο 6 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό καθότι ως αναφέρουν δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αλλά προέρχεται από προσωπικό ιατρό ενώ επίσης παρουσιάστηκε 3 χρόνια μετά την καταχώρηση της αίτησης. Ως προς το Τεκμήριο 8, ως αναφέρουν οι καθ΄ων το εν λόγω δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο καθότι δε δύναται να τεκμηριωθεί το περιεχόμενό του. Αναφορικά με το Τεκμήριο 9 οι Καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν πως αυτό είναι ακριβώς ίδιο με το Τεκμήριο 4.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, καταχώρισαν Γραπτές Αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.
Με τη Γραπτή της Αγόρευση, η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, παραθέτει σχετική νομολογία καταλήγοντας να υποστηρίζει ότι η μαρτυρία και τα έγγραφα που αιτείται να προσκομίσει στο Δικαστήριο είναι άμεσα σχετικά με την υπόθεση και κρίσιμα για την απόδειξη των ισχυρισμών της περί δίωξης στο Καμερούν. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν την επαγγελματική της ιδιότητα (νοσηλεύτρια και ιδιοκτήτρια φαρμακείου), τη νόμιμη λειτουργία του φαρμακείου της, καθώς και τις βλάβες που υπέστη από τις στρατιωτικές αρχές, οι οποίες την κατηγορούσαν ότι παρείχε περίθαλψη σε αυτονομιστές. Τονίζεται ότι τα έγγραφα δεν αποτελούν νέους ισχυρισμούς, αλλά ενισχύουν όσα είχε ήδη αναφέρει στην Υπηρεσία Ασύλου, αποκαθιστώντας την αξιοπιστία της. Η μη προσκόμισή τους σε προγενέστερο στάδιο δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, αλλά στο ότι δεν τα είχε στην κατοχή της και τα εξασφάλισε αργότερα. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι η αποδοχή των εγγράφων είναι αναγκαία για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς αυξάνει τις πιθανότητες αναγνώρισής της αιτήτριας ως πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας, λόγω πραγματικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Συμπερασματικά, ζητείται να επιτραπεί η προσκόμιση της μαρτυρίας, ώστε να διασφαλιστεί πλήρης, δίκαιη και ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης.
Με την γραπτή της αγόρευση, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, προβάλει ότι η ενδιάμεση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας πρέπει να απορριφθεί ως παράτυπη, άσχετη και νομικά αβάσιμη. Παρατίθεται δε το ισχύον νομικό πλαίσιο και η νομολογία αναφορικά με την προσαγωγή νέας μαρτυρίας και το πότε αυτή επιτρέπεται, παρουσιάζοντας τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις υπό τις οποίες δίδεται σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Προβάλλεται ότι καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν πληρούται στην προκειμένη περίπτωση. Αναφορικά με τα έγγραφα που επιχειρεί να προσκομίσει η Αιτήτρια αναφέρουν ότι μερικά είναι άσχετα, κάποια είναι αμφιβόλου γνησιότητας, κάποια είναι ήδη γνωστά, ενώ άλλα δεν συνδέονται επαρκώς με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Επιπλέον, είναι η θέση τους πως η Αιτήτρια δεν εξηγεί ικανοποιητικά γιατί δεν τα προσκόμισε νωρίτερα, παρά το ότι είχε την ευκαιρία κατά τη διαδικασία ασύλου. Τονίζεται, επίσης, ότι η αρχική αίτηση ασύλου απορρίφθηκε λόγω αναξιοπιστίας στους βασικούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας και ότι η νέα μαρτυρία δεν ενισχύει ουσιαστικά την υπόθεσή της ούτε αποδεικνύει βάσιμο φόβο δίωξης. Συμπερασματικά, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζει ότι η προτεινόμενη μαρτυρία δεν εξυπηρετεί κανέναν ουσιαστικό σκοπό, δεν επηρεάζει την έκβαση της υπόθεσης και δεν πληροί τα κριτήρια της νομολογίας και της νομοθεσίας.
Στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας, όπως και η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις.
Ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση.
Στον Κανονισμό 10 των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών, λέγεται (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
« 10. (α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-
(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και
(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.
[...] ».
Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, στα πλαίσια της διοικητικής δίκης, όσον αφορά την προσαχθείσα μαρτυρία. Οι εν λόγω αρχές έχουν συνοψιστεί στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507, όπου αναφέρεται (παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα):
«...Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα. (Βλ. Phedias Kyriakides v. The Republic (1961) 1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72 και Αntoniou ν. Republic (1971) 3 C.L.R. 417). Το θέμα εξετάστηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 106, όπου το Δικαστήριο υιοθετώντας την απόφαση Phedias Kyriakides παρατήρησε ότι,
"... ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που θα ακολουθούνται στην εξέταση της αποδοχής οποιασδήποτε μαρτυρίας είναι κατά πόσο τέτοια μαρτυρία είναι εύλογα σχετική προς οιονδήποτε επίδικο θέμα και αποδειχτική οιουδήποτε επίδικου θέματος ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του."
(Βλ. επίσης Constantinides v. The Electricity Authority of Cyprus (1982) 3 C.L.R. 387, Λέλλα Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, 668/90 της 30/9/93, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 145, 162 και Μάρω Ράφτη και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι "δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία η οποία να διαφοροποιεί, να αλλοιώνει ή να μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης", αφού "το κύρος της απόφασης συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που λήφθηκε υπόψη". (Βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδης και Άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549).
Πρέπει να τονιστεί ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να προσαγάγουν μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η παροχή της άδειας του Δικαστηρίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παρουσίαση μαρτυρίας. Η σχετική άδεια μπορεί να δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 των Κανονισμών του 1962 κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, είτε προφορικά είτε εγγράφως. (Βλ. Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281)...»
Πρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόθεση Ιωσηφίδης v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677 κρίθηκε ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει την σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«.Προβάλλεται ως λόγος έφεσης ότι η ενδιάμεση απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του εφεσείοντος για προσαγωγή μαρτυρίας, είναι εσφαλμένη. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Ορθά ο συνάδελφος απέρριψε το αίτημα πάνω στη βάση ότι ο εφεσείων δεν είχε, με την αίτηση και την ένορκο δήλωση, συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί η σχετικότητα της με οποιαδήποτε από τα επίδικα θέματα. Πρόσθετα, και πάλιν ορθά, ο συνάδελφος, δοθέντος ότι ο εφεσείων είχε συγκεκριμενοποιήσει την προτεινόμενη μαρτυρία στην αγόρευσή του, αφού τόνισε ότι κάτι τέτοιο δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της νομολογίας, διαπίστωσε ότι, εν πάση περιπτώσει, η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας δε θα μπορούσε να επιτύχει για το λόγο ότι η αποδοχή της θα ισοδυναμούσε με διαφοροποίηση, αλλοίωση ή μεταβολή του περιεχομένου των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από τους εφεσίβλητους, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καλείται να προβεί σε πρωτογενή κρίση στη βάση στοιχείων που δεν είχαν τεθεί ούτε βρίσκονταν ενώπιον των εφεσιβλήτων..»
Στην απόφαση Κωνσταντίνου ν. Συμβ. Υδατ. Λ/σού (Αρ.1) (1992) 4 ΑΑΔ 3330, λέχθηκε:
«…Στη Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας- (1989) 3(B) Α.Α.Δ. 1023, επισημάναμε ότι το κριτήριο για την προσαγωγή μαρτυρίας στο πλαίσιο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας, όπως και στον τομέα της πολιτικής δικαιοδοσίας, είναι εκείνο της σχετικότητας προς τα επίδικα θέματα. Η σχετικότητα είναι θέμα λογικής και πρέπει να καταδεικνύεται από τη συνάφεια της μαρτυρίας προς τα επίδικα θέματα. Το πρωταρχικό θέμα κάθε προσφυγής είναι η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης ή πράξης που προσβάλλεται. Κάθε θέμα που άπτεται της νομιμότητας της κρινόμενης απόφασης, είναι σχετικό προς τα επίδικα θέματα. Αυτά είναι η πράξη ή απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας, και τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν, σε συνδυασμό με το νομικό πλαίσιο λειτουργίας του οργάνου που εκδίδει την απόφαση ή προβαίνει στην πράξη και τους κανόνες της χρηστής διοίκησης.
Εφόσον η μαρτυρία η οποία επιδιώκεται να προσαχθεί τείνει να διαφωτίσει, ως προς τα επίδικα θέματα, είναι παραδεκτή. Για το λόγο αυτό, ο διοικητικός φάκελος ή φάκελοι που αποκαλύπτουν και στοιχειοθετούν την απόφαση, γίνονται απαρέγκλητα δεκτοί ως μαρτυρία. Είναι επίσης αποδεκτή μαρτυρία η οποία άπτεται της εγκυρότητας γεγονότων και εγγράφων τα οποία θεμελιώνουν την απόφαση για τη διερεύνηση ισχυρισμού για ουσιώδη πλάνη περί τα πράγματα, η ορθή καθοδήγηση ως προς τα οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της εγκυρότητας της απόφασης. Με το ίδιο πνεύμα και για ανάλογους λόγους, μπορεί να προσαχθεί μαρτυρία η οποία τείνει να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν ήλθαν σε φως ή αγνοήθηκαν για να διερευνηθεί ισχυρισμός για την ανεπάρκεια της διεξαχθείσας έρευνας..»
Επομένως, ως διαπιστώνεται ανωτέρω, παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς, ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία.
Επισημαίνεται σε αυτό το σημείο, ότι το παρόν Δικαστήριο, παρά την εφαρμογή των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, έχει μια πιο διευρυμένη εξουσία εξέτασης και αποδοχής αιτήσεων προσαγωγής μαρτυρίας, ενόψει της δικαιοδοσίας του καθότι σύμφωνα με το άρθρο 11 του Περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει τη νομιμότητα και ορθότητα της απόφασης, προβαίνοντας σε έλεγχο επί της ουσίας και εξέτασης ex nunc των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που άπτονται της αιτήσεως ασύλου του εκάστοτε αιτητή. Παρόμοια προσέγγιση ακολούθησε και η αδελφή μου Δικαστής Κ. Κλεάνθους, στην υπόθεση SD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: ΔΔΠ 273/19, 16/4/2021, το σκεπτικό της οποίας υιοθετώ, παραθέτοντας το σχετικό απόσπασμα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «..22. Όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 46 της Οδηγίας 2013/32, το παρόν δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάζει ex nunc τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που άπτονται της αιτήσεως ασύλου του εκάστοτε αιτούντος άσυλο. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη χρονική επέκταση, το Δικαστήριο μπορεί να κάνει αποδεκτή την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δεν είχε τεθεί ενώπιον του διοικητικού οργάνου (παρακάμπτοντας την αρχή που ισχύει στο πλαίσιο της ακυρωτικής φύσεως διαδικασίας ότι δεν επιτρέπεται αλλοίωση και διαφοροποίηση των δεδομένων που ήταν ενώπιον του διοικητικού οργάνου κατά τη λήψη της απόφασής του) όταν καταδειχθεί ότι η παράλειψη αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αιτούντος άσυλο και αδυνατούσε να τα προσκομίσει. Περαιτέρω, όταν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας.»
Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν θα επεκταθώ στο να αναλύσω το σκεπτικό της απόφασης του ΔΕΕ C - 652/16[1], καθότι η μαρτυρία που επιθυμεί να προσάγει η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει σκοπό να στηρίξει καινοφανή λόγο παροχής διεθνούς προστασίας, ο οποίος να προϋπήρχε και να μην εγέρθηκε ενώπιον της αρμόδιας αρχής και να έχει εγερθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, μιας και ως εντοπίζω και θα αναλύσω και κατωτέρω από τα γεγονότα που θα παρατεθούν, η μαρτυρία που επιθυμεί η Αιτήτρια να παρουσιάσει σχετίζεται με λόγους που είχε προβάλει στην συνέντευξη της.
Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση.
Επαναλαμβάνω ότι η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης της ιδίας.
Κατά την υποβολή της αίτησής της προς παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του πολέμου μεταξύ αγγλόφωνων και της γενικής κυβέρνησης. Η ίδια ήταν νοσηλεύτρια και διέθετε φαρμακείο όπου περιέθαλπε τραυματίες αποσχιστές και την ίδια ξεκίνησαν να την κυνηγούν για αυτό το λόγο έως ότου της έκαψαν το φαρμακείο (ο στρατός) επειδή δεν έπαυσε την δράση της. Επίσης, κλήθηκε στις εγκαταστάσεις του στρατού, ωστόσο δεν μετέβη καθώς κάποιος την προειδοποίησε πως δεν θα επιβιώσει της επισκέψεως αυτής, έτσι με τις λίγες αποταμιεύσεις της διέφυγε από τη χώρα καταγωγής της. (ερ. 1 του Δ.Φ.).
Κατά το στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια εξήγησε ότι έφυγε από το Καμερούν επειδή κινδύνευε η ζωή της. Ως ανάφερε, ως φαρμακοποιός παρείχε βοήθεια σε όλους τους τραυματίες χωρίς διάκριση, κάτι που οδήγησε τον στρατό να την κατηγορήσει ότι βοηθούσε αυτονομιστές μαχητές. Την κάλεσαν σε στρατόπεδο, όπου την κακοποίησαν και της ζήτησαν να κλείσει το φαρμακείο της. Εκείνη αρνήθηκε και συνέχισε να εργάζεται. Όταν αρνήθηκε να παρουσιαστεί ξανά, ο στρατός έκαψε το φαρμακείο της. Μετά από αυτό, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ασφαλής και αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα.
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που της έγιναν, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο φορέας δίωξής της ήταν οι ένοπλες δυνάμεις της κυβέρνησης που ήταν εναντίον των αποσχιστών. Αναφορικά με το φαρμακείο της η Αιτήτρια μετά από διερευνητικά του αιτήματός της ερωτήματα, διευκρίνισε ότι ήταν ιδιοκτήτρια του φαρμακείου της από τον Φεβρουάριο του 2017 έως τον Σεπτέμβριο του 2018, όταν ο στρατός το έκαψε. Το φαρμακείο βρισκόταν στο Bekora-Barombi και λειτουργούσε σε ενοικιαζόμενο χώρο με χαμηλό ενοίκιο. Πουλούσε βασικά φάρμακα όπως παυσίπονα και αντιβιοτικά, τα οποία προμηθευόταν από τη Douala. Επίσης, ανέφερε πως δεν διέθετε πλέον έγγραφα που να αποδεικνύουν την ιδιοκτησία ή άδεια λειτουργίας του φαρμακείου της, καθώς καταστράφηκαν στην προαναφερθείσα πυρκαγιά. Ανάφερε ότι άνοιξε το φαρμακείο της χρησιμοποιώντας την εκπαίδευση της στη νοσηλευτική και άδειες που εξασφάλισε από την τοπική κοινότητα και το νοσοκομείο όπου εργαζόταν, χωρίς να ακολουθήσει επίσημες κρατικές διαδικασίες. Η Αιτήτρια απάντησε σε περαιτέρω διευκρινιστικά ερωτήματα αναφέροντας ότι στις αρχές του Σεπτεμβρίου 2018 στρατιωτικοί πήγαν στο φαρμακείο της και την οδήγησαν σε στρατόπεδο, όπου της ζήτησαν να το κλείσει επειδή πίστευαν ότι βοηθούσε αυτονομιστές, εκείνη αρνήθηκε και λίγες μέρες μετά, της έστειλαν μήνυμα να παρουσιαστεί ξανά, αλλά ένας άνθρωπος την προειδοποίησε να μην πάει γιατί κινδύνευε. Στη συνέχεια, ο στρατός έκαψε το φαρμακείο της γύρω στα μέσα Σεπτεμβρίου. Η ίδια ανέφερε ότι μετά από λίγες ημέρες έφυγε για την Kumba και δεν επέστρεψε ποτέ στο φαρμακείο. Ως δήλωσε ο στρατός δεν της είπε άμεσα ότι θα τη σκοτώσει, αλλά τη χτύπησε και την απείλησε για να τη φοβίσει, ενώ η πληροφορία ότι κινδυνεύει να την σκοτώσουν προήλθε από τρίτο πρόσωπο. Η Αιτήτρια ρητώς δήλωσε πως δεν της συνέβη κάτι προσωπικά, πέραν από την πυρκαγιά στο φαρμακείο της, αλλά ούτε και στην οικογένειά της. Όσον αφορά το ενδεχόμενο της επιστροφής της δήλωσε πως οι αρχές θα της επιστρέψουν την είσοδο στη χώρα καταγωγής της.
Εν συνεχεία, κατά την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, σχηματίσθηκαν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμοί, εκ των οποίων, ο πρώτος που αφορά την ιθαγένεια, το προσωπικό προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας έγινε αποδεκτός, καθότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική της αξιοπιστία. Όσον αφορά το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί του ότι η ίδια ήταν φαρμακοποιός στη χώρα καταγωγής της, αυτός δεν έγινε αποδεκτός καθότι δεν στοιχειοθετήθηκε ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του. Ομοίως, και ο τρίτος ισχυρισμός, ο οποίος αφορούσε ισχυριζόμενο φόβο δίωξής της από τις στρατιωτικές αρχές της χώρας της, με την κατηγορία της παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε αυτονομιστές μαχητές, δεν έγινε αποδεκτός καθότι δεν στοιχειοθετήθηκε η αξιοπιστία του.
Προχωρώ επομένως στην εξέταση των προϋποθέσεων του Κανονισμού 10 του παρόντος Δικαστηρίου, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, στο κατά πόσον θα γίνει αποδεκτή η μαρτυρία από το παρόν Δικαστήριο προς εξέταση.
Όσον αφορά την μαρτυρία η οποία επιχειρείται να προσαχθεί, καταρχάς παρατηρείται ότι στην προτεινόμενη ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια επικαλείται ότι στόχος της είναι η υποστήριξη της ιδιότητας της ως φαρμακοποιός στη χώρα καταγωγής της, η οποία αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του φόβου δίωξης της, μαζί με δέκα έγγραφα ως τεκμήρια (βλ. Τεκμήρια 1 – 10 που συνοδεύουν την προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας), τα οποία, εκ πρώτης όψεως κρίνονται ως σχετικά με τα επίδικα θέματα σύμφωνα με τον Καν. 10 (α) (ii) των περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
Ειδικότερα, αναφορικά με τα Τεκμήρια που συνοδεύουν την προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας, ήτοι το Τεκμήριο 1 που αποτελεί το πιστοποιητικό γέννησης της Αιτήτριας και το Τεκμήριο 2 που αποτελεί την ταυτότητα της Αιτήτριας από το Καμερούν, οι καθ΄ων η αίτηση δεν φέρουν ένσταση στο να γίνουν αποδεκτά προς προσκόμιση για σκοπούς εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο και ενόψει του ότι επίσης αφορούν το προφίλ της αιτήτριας και είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και δεν έχουν να κάνουν με αμφισβητούμενα γεγονότα, γίνονται αποδεκτά προς προσαγωγή.
Αντίστοιχα, το Τεκμήριο 7 αποτελεί ιατρική έκθεση από ιατρό από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ημερομηνίας 23/04/2025 όπου αναφέρεται ότι η αιτήτρια προσήλθε προς εξέταση στις 04/10/2023 και διαπιστώθηκε ότι έχει σοβαρό βαθμό βαρηκοΐας - κώφωση στο δεξί αυτί. Ενόψει του ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν φέρουν ένσταση στο να γίνει το εν λόγω τεκμήριο αποδεκτό προς προσκόμιση για σκοπούς εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο και ενόψει της σχετικότητας του με τα επίδικα γεγονότα μιας και η αιτήτρια δηλώνει ότι τα εν λόγω τραύματα προκλήθηκαν από τον στρατό στην χώρα της, το εν λόγω γίνεται αποδεκτό προς προσαγωγή.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα τεκμήρια, παρά την σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα, προχωρώ όμως στην εξέταση της προϋπόθεσης που θέτει ο Κανονισμός 10 (α) (i), η οποία θα πρέπει να πληρείται σωρευτικώς με την προϋπόθεση που τάσσει ο Καν. 10 (α) στην παράγραφο (ii), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, όπου κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:
Ως προβλέπεται στον Κανονισμό 10 (α) (i), το παρόν Δικαστήριο δύναται να κάνει αποδεκτή μαρτυρία μετά την καταχώρηση της προσφυγής μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ικανοποιείται «ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β)».
Σχετικά με το Τεκμήριο 3 ήτοι το ισχυριζόμενο πτυχίο νοσηλευτικής ημερ. 05/09/2012 και το οποίο εν ολίγοις τιτλοφορείται ως βεβαίωση/πιστοποιητικό ότι η αιτήτρια έχει ολοκληρώσει επιτυχώς μονοετή εντατική εκπαίδευση στην νοσηλευτική από την Διηπειρωτική σχολή επαγγελματικής κατάρτισης στην Kumba και βεβαιούται ότι έχει τα προσόντα να εργαστεί σε οποιοδήποτε ίδρυμα Υγείας, διαπιστώνω ότι το εν λόγω έγγραφο είχε ήδη προσκομιστεί στην Υπηρεσία Ασύλου κατά την εξέταση του αιτήματος ασύλου της αιτήτριας και εντοπίζεται στο Διοικητικό Φάκελο στο ερυθρό 38, έγγραφο που ως εμφαίνεται έχει ήδη αξιολογηθεί από τους καθ΄ων η αίτηση (βλ. σχετικά ερ. 82-83 του Δ.Φ.), άρα κρίνεται περιττή και του περισσού η προσκόμισή του εκ νέου, μιας και θα αξιολογηθεί ούτως ή άλλως από το παρόν Δικαστήριο εφόσον ευρίσκεται ήδη στον Διοικητικό Φάκελο. Δεδομένου αυτού, δεν γίνεται αποδεκτή η προσαγωγή του.
Αναφορικά με το Τεκμήριο 4, το εν λόγω έγγραφο είναι ίδιο με το Τεκμήριο 9 και ως εκ τούτου θα προχωρήσω στη συνολική εξέτασή τους. Συγκεκριμένα, το εν λόγω έγγραφο προέρχεται από τον οργανισμό COHECF (Christian Community Health Care Foundation), φέρει ημερομηνία 20/02/2018 και αναφέρεται πως βεβαιούται ότι η Αιτήτρια έχει εξουσιοδότηση να λειτουργεί Μονάδα Υγείας/ Μαγαζί Ιατρικής.
Εν ολίγοις, η μαρτυρία περιλαμβάνει ισχυρισμούς για γεγονότα που μεσολάβησαν στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, ως έχουν αναφερθεί στην συνέντευξη της αιτήτριας και μεσολάβησαν το 2018. Επομένως, η προτεινόμενη μαρτυρία σκοπό έχει την απόδειξη γεγονότων που μεσολάβησαν πριν την καταχώρηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της αιτήτριας, της συνέντευξης της και την καταχώρηση της προσφυγής της.
Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε επαρκώς κάποιο συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η ίδια δεν προσπάθησε να εξασφαλίσει σε προγενέστερο χρόνο το εν λόγω έγγραφο, και ανέμενε μέχρι το 2025 να προβεί στην εν λόγω ενέργεια, πόσο μάλλον όταν τα γεγονότα που επιθυμεί η αιτήτρια να στηρίξει μεσολάβησαν το 2018, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω και η ίδια θα μπορούσε ακόμη κατά την υποβολή της αίτησης της ( ημερ. 27/07/2021) όπως και κατά το στάδιο της συνέντευξης της (ημερ.12/08/2022) να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να εξασφαλίσει νωρίτερα το εν λόγω έγγραφο, το οποίο φέρει ημερομηνίας 20/02/2018. Πρόσθετα, η καθυστέρηση να ζητήσει και/ή να λάβει το εν λόγω έγγραφο σε προγενέστερο χρόνο, δεν εξηγείται με οποιοδήποτε τρόπο στην ένορκη δήλωση της, ενώ δεν προβάλλεται κανένας λόγος γιατί παρότι η εν λόγω βεβαίωση/εξουσιοδότηση λήφθηκε το 2018, άφησε να παρέλθουν σχεδόν 8 χρόνια για να προχωρήσει με την υποβολή του εν λόγω εγγράφου.
Τονίζω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ ως επαρκή αιτιολόγηση την αναφορά της Αιτήτριας περί του ότι απλά δεν τα είχε στην κατοχή της και τα παρέλαβε από τον αδελφό της σε χρόνο μετά την συνέντευξη ήτοι στις 17/03/2025, όταν της τα έστειλε με DHL από το Καμερούν, χωρίς να αναφέρει γιατί δεν προχώρησε και ενήργησε νωρίτερα για να τα παραλάβει.
Περαιτέρω, η προσπάθεια προσαγωγής του εν λόγω εγγράφου λαμβάνει χώρα περί τα 4 έτη μετά την συνέντευξη της όπως και από την καταχώριση της παρούσας προσφυγής για γεγονότα που μεσολάβησαν το 2018 ενώ η αιτήτρια είχε την δυνατότητα να παρουσιάσει και να ζητήσει το εν έγγραφο σε προγενέστερο χρόνο, ενώ επαναλαμβάνω δεν εξηγεί στην ένορκη δήλωση της τους λόγους που αδυνατούσε να το εξασφαλίσει σε εύθετο χρόνο.
Επομένως, ενόψει των ως ανωτέρω έχουν αναφερθεί, κρίνω ότι δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο προς εξέταση που να τεκμηριώνει ότι η καθυστέρηση υποβολής του τεκμηρίου 4 και συνακόλουθα του τεκμηρίου 9 ήταν ‘άνευ δικής της υπαιτιότητας’, καταλήγω ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Κανονισμού 10 (α) (i) και τα εν λόγω Τεκμήρια 4 και 9 δεν γίνονται αποδεκτά για προσαγωγή.
Ακολούθως, αναφορικά με το Τεκμήριο 5 το εν λόγω αφορά τιμολόγια αγοράς φαρμάκων από το Καμερούν ημερ. 22/02/2018 και 27/02/2018 αντίστοιχα, εκδιδόμενα επ’ ονόματι της Αιτήτριας.
Περαιτέρω, αναφορικά με το προτεινόμενο για προσαγωγή Τεκμήριο 5, τα στοιχεία επί αυτού παρότι είναι συναφή και σχετικά με τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της, περί της ισχυριζόμενης ιδιότητας της ως φαρμακοποιός, εντούτοις σε κάθε περίπτωση, ξεκάθαρα προκύπτει ότι στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση δεν αιτιολογείται ούτε τεκμηριώνεται ο λόγος της καθυστέρησης υποβολής των συγκεκριμένων εγγράφων είτε κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας είτε κατά την καταχώρηση της προσφυγής της. Η αιτήτρια δεν εξηγεί γιατί δεν προέβη στην υποβολή των εν λόγω εγγράφων σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, πόσο μάλλον μιας και τα εν λόγω έγγραφα φέρεται να έχουν εκδοθεί το 2018. Αντιθέτως, εξίσου η προσπάθεια προσαγωγής των εν λόγω εγγράφων μεσολάβησε μετά από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, χωρίς να αποκαλύπτεται ο λόγος περί τούτου. Τα όσα λοιπόν αναφέρονται δεν αιτιολογούν το γιατί αδυνατούσε η αιτήτρια να υποβάλει την επιδιωκόμενη να προσαχθεί μαρτυρία είτε κατά την συνέντευξη της στην Υπηρεσία Ασύλου, η οποία μεσολάβησε στις 12/08/2022 ενώ τα έγγραφα φέρουν ημερομηνίας 22/02/2018 και 27/02/2018 αντίστοιχα είτε εν πάση περιπτώσει κατά την καταχώρηση της προσφυγής της στις 18/10/2022. Παρότι το εν λόγω τεκμήριο λήφθηκε στις 17/03/2025 όταν τα εν λόγω έγγραφα τις αποστάλθηκαν μέσω DHL από τον αδελφό της, εντούτοις δεν εξηγείται γιατί από το 2018 που τα εν λόγω έγγραφα εκδόθηκαν, η αιτήτρια δεν τα παρέλαβε νωρίτερα, και/ή γιατί δεν προέβη στις απαραίτητες ενέργειες για να τα λάβει σε προγενέστερο χρόνο όπως επίσης γιατί παρότι ως ισχυρίστηκε γνώριζε ότι της είχαν ζητηθεί υποστηρικτικά έγγραφα κατά την συνέντευξη της, εντούτοις προχώρησε στην υποβολή τους με τόση μεγάλη καθυστέρηση. Επομένως, ενόψει του ότι δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο προς εξέταση που να τεκμηριώνει ότι η καθυστέρηση υποβολής του Τεκμηρίου 5 ήταν ‘άνευ δικής της υπαιτιότητας’, καταλήγω ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Κανονισμού 10 (α) (i) και το εν λόγω Τεκμήριο δεν δύναται να προσκομιστεί προς εξέταση.
Αναφορικά με το Τεκμήριο 6, το εν λόγω αποτελεί ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 02/04/2025 που έχει συνταχθεί από ιδιώτη προσωπικό ιατρό του ΓΕΣΥ, ο οποίος διαπίστωσε ουλές στο αριστερό πόδι της αιτήτριας ενώ καταγράφεται είναι άγνωστη η προέλευσή τους. Ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, το εν λόγω πιστοποιητικό αποδεικνύει ότι υπέστη δίωξη από τον στρατό στην χώρα της και ότι τα εν λόγω τραύματα προέρχονται λόγω αυτού.
Στην παρούσα περίπτωση παρατηρείται ότι το έγγραφο φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της καταχώρισης της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή, ήτοι ημερ. 18/10/2022, ενώ ως προκύπτει η αιτήτρια εξετάσθηκε ιατρικά στις 02/04/2025 παρά το ότι η παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε στις 18/10/2022. Κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε επαρκώς μέσω της ένορκης δήλωσης της κάποιο συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο η ίδια δεν προέβη στα ανωτέρω διαβήματα ώστε να εξασφαλίσει το πιο πάνω έγγραφο ήτοι την προτεινόμενη μαρτυρία κατά την καταχώρηση της προσφυγής της ή έστω σε άμεσο χρονικό διάστημα μετά την καταχώριση αυτής, ενώ μάλιστα εκπροσωπείτο από δικηγόρο από τις 17/10/2024 και έπειτα. Αντιθέτως, η προσπάθεια προσαγωγής του εν λόγω εγγράφου μεσολάβησε μετά από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, καθότι επιχείρησε να προσκομίσει το εν λόγω έγγραφο περί τα 4 έτη μετά την καταχώρηση της προσφυγής, χωρίς να αποκαλύπτεται μέσω της σχετικής ένορκης δήλωσης και να εξηγείται ο λόγος που η αιτήτρια δεν προχώρησε σε σχετική ιατρική εξέταση νωρίτερα για να εξασφαλιστεί η εν λόγω έκθεση σε προγενέστερο χρόνο για να κατατεθεί στο Δικαστήριο αντιστοίχως σε συντομότερο χρόνο, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (β), ως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Τονίζω ότι καμία εξήγηση δε δόθηκε ούτε κατά την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση αλλά ούτε και στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση ως προς την υποβολή του εγγράφου με τόση μεγάλη καθυστέρηση. Επομένως, ενόψει του ότι δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο προς εξέταση που να τεκμηριώνει ότι η καθυστέρηση υποβολής του Τεκμηρίου 6 ήταν ‘άνευ δικής της υπαιτιότητας’, καταλήγω ότι δεν πληρείται η πρόνοια του Κανονισμού 10 (α) (i) και το εν λόγω Τεκμήριο δεν γίνεται αποδεκτό για προσαγωγή.
Όσον αφορά το Τεκμήριο 8, το εν λόγω αποτελεί απόδειξη/δελτίο αποστολής από την εταιρεία μεταφορών DHL που ως ισχυρίζεται η αιτήτρια αποδεικνύει την ημερομηνία παραλαβής των τεκμηρίων 1-5 στις 17/03/2025 από την αιτήτρια. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ενόψει του ότι δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η ημερομηνία παραλαβής των εν λόγω εγγράφων και ενόψει του ότι το εν λόγω τεκμήριο προσάγεται μόνο για να αποδείξει το χρονικό παραλαβής των τεκμηρίων 1-5 από την αιτήτρια, γίνεται αποδεκτό προς προσαγωγή.
Τέλος, όσον αφορά το Τεκμήριο 10 το οποίο αποτελεί την μετάφραση των ανωτέρω εγγράφων, γίνεται αποδεκτό να προσαχθεί μόνο ως προς το μέρος που αφορά τις μεταφράσεις των τεκμηρίων και την μαρτυρία που έγιναν αποδεκτά από το παρόν Δικαστήριο προς προσαγωγή.
Ως εκ τούτου, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η ενδιάμεση αίτηση εγκρίνεται μερικώς. Δίδεται άδεια όπως προσκομιστεί μαρτυρία υπό τη μορφή καταχώρησης ένορκης δήλωσης, ως επισυνάπτεται επί της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ενδιάμεση αίτηση, επί των όσων έχουν προσδιοριστεί ανωτέρω.
Η ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός 1 εβδομάδας από τα σήμερα.
Τα έξοδα της διαδικασίας, θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της προσφυγής.
Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 30 Ιουνίου 2026, ώρα 10:30.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση ΔΕΕ, Υπόθεση C‑652/16, Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova, Rauf Emin Ogla Ahmedbekov Κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, ημερ. 28/06/2018
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο