ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: E.A.H.S.H.S κ.α., Νομική Αρωγή Αρ.: 91/25, 9/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: E.A.H.S.H.S κ.α., Νομική Αρωγή Αρ.: 91/25, 9/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                              

Νομική Αρωγή Αρ.: 91/25

 

09 Ιουνίου 2026

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ

ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2002 ΜΕΧΡΙ 2024

 

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:

 

1. E.A.H.S.H.S

                                                     2. B.A.S.S.

3. D.E.A. (γιός)

 

                                                                                                       Αιτητές

 

......................

 

 

Οι Αιτητές εμφανίζονται αυτοπροσώπως

  

Κ. Χρυσοστόμου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

(Παρούσα η κα Dazdiy Shajwan Othman Omar, μεταφράστρια, για πιστή μετάφραση από Sorani σε Αγγλικά και αντίστροφα)

 

(Παρών ο κος Ε. Θεοδοσίου, μεταφραστής, για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα)      

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Πλαστήρα, ΔΔΔΔΠ.:  Οι Αιτητές με την αίτησή τους ημερομηνίας 21/05/2025 αιτούνται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής προκειμένου να χειριστούν την προσφυγή την οποία ήδη έχουν καταχωρήσει, εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 17/03/2025, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αρ. 1 στις 14/04/2025 και με την οποία απορρίπτεται η αίτησή τους για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από το γραπτό σημείωμα που καταχώρισε ο συνήγορος που εμφανίζεται για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας έχουν ως ακολούθως: Οι Αιτητές κατάγονται από το Ιράκ. Οι Αιτητές συμπλήρωσαν και καταχώρησαν στις 01/12/2023 αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας, συμπεριλαμβανομένου του ανήλικο τους, αιτητή αρ. 3. Στις 10/02/2025 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις των Αιτητών αρ. 1 και 2 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 17/03/2025, ο αρμόδιος λειτουργός, ετοίμασε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με τις συνεντεύξεις των Αιτητών. Αυθημερόν ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου εξέδωσε απόφαση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης ασύλου των Αιτητών. Στις 14/04/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος των Αιτητών, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αρ. 1 την ίδια ημέρα, από διερμηνέα σε γλώσσα κατανοητή προς αυτόν. Στις 24/04/2025 καταχωρήθηκε η Προσφυγή υπ’ αριθμό 1002/2025 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

Στο πλαίσιο του έντυπου της αίτησής του για άσυλο, ο Αιτητής αρ. 1 δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για λόγους ασφαλείας. Συγκεκριμένα κατέγραψε πως ο ξάδελφος της γυναίκας του ( αιτήτριας αρ.2) σκότωσε την αδερφή του λόγω ζητημάτων τιμής, καθώς εκείνη διατηρούσε σχέση που δεν γινόταν κοινωνικά αποδεκτή στην κοινότητά τους. Περαιτέρω, ο ως άνω ξάδελφος απέδωσε στην Αιτήτρια αρ.2 ευθύνη για τον θάνατο της αδελφής του (η οποία ήταν και ξαδέλφη της Αιτήτριας), με συνέπεια τόσο ο Αιτητής όσο και η οικογένειά του να δεχθούν απειλές. Ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να απομακρύνει την οικογένειά του και να αναχωρήσει από τη χώρα, προκειμένου να διασφαλίσει τη δική τους ασφάλεια.

 

Κατά την ανάλυση των λόγων για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στα πλαίσια της συνέντευξής του υποστήριξε τα ακόλουθα:

 

Κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής αρ. 1 δήλωσε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ιράκ εξαιτίας απειλών κατά της ζωής του, οι οποίες προήλθαν από τον ξάδελφο της συζύγου του – αιτήτριας αρ.2. Ο ξάδελφος της σύζυγος του αιτητή αρ. 1 (αιτήτρια αρ.2), την κατηγόρησε ότι γνώριζε και υποστήριζε τη σχέση της ξαδέλφης της με έναν άνδρα, γεγονός που οδήγησε στη δολοφονία της κοπέλας από τον αδελφό της. Αργότερα, ο ξάδελφος επισκέφθηκε την οικία του Αιτητή αρ. 1 για να αναζητήσει τη σύζυγό του – αιτήτρια αρ. 2, όμως διαπληκτίστηκε μαζί του και τον πυροβόλησε, προκαλώντας του τραυματισμό. Μετά την κατάθεσή του στις αστυνομικές αρχές, ο Αιτητής δέχθηκε απειλές ώστε να αποσύρει την καταγγελία. Ως αποτέλεσμα, άγνωστος δράστης πραγματοποίησε πυροβολισμούς προς την οικία του. Το περιστατικό σημειώθηκε το 2021, και ο Αιτητής γνώριζε ότι, αν παρέμεναν στο Ιράκ, η ζωή τους θα βρισκόταν σε κίνδυνο. Πρόσθεσε ότι λόγω του τραυματισμού του, νοσηλεύτηκε για 5 ώρες στο νοσοκομείο. Σημείωσε επίσης ότι δέχθηκε αρκετές φορές λεκτικές απειλές από τον ξάδελφο της συζύγου του.

 

Ερωτηθείς κατά πόσο του είχε συμβεί οτιδήποτε περαιτέρω προσωπικό από το 2021 έως το 2023, όταν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, απάντησε αρνητικά. Ερωτώμενος εάν από το 2021 μέχρι και το 2023, όπου εγκατέλειψαν την χώρα, συνέβη οτιδήποτε στην γυναίκα του και τον υιό του, απάντησε εξίσου αρνητικά. Ερωτηθείς τι θα του συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του, ο Αιτητής απάντησε ότι θα αντιμετωπίσει τον θάνατο.

 

Στο πλαίσιο του έντυπου της αίτησής της για άσυλο, η Αιτήτρια αρ. 2 δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για λόγους ασφαλείας. Περαιτέρω, κατέγραψε ότι ο ξάδελφος της σκότωσε την αδελφή του λόγω ζητημάτων τιμής, καθώς εκείνη διατηρούσε σχέση που δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτή. Στη συνέχεια, ο ξάδελφος της, κατηγόρησε την Αιτήτρια για τον θάνατο της αδελφής του, και εκείνη δέχθηκε απειλές, ενώ ο σύζυγός της, στην προσπάθειά του να την προστατέψει, πυροβολήθηκε. Ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να πάρει την οικογένειά της και να εγκαταλείψει τη χώρα για τη δική τους ασφάλεια.

 

Κατά την ανάλυση των λόγων για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της στα πλαίσια της συνέντευξής της υποστήριξε τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια αρ. 2, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής της, ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να φύγει από το Ιράκ λόγω προβλημάτων που προέκυψαν από τον ξάδελφο της. Ο ξάδελφος κατηγόρησε την Αιτήτρια ότι γνώριζε και υποστήριζε τη σχέση της ξαδέλφης της με έναν άνδρα, γεγονός που οδήγησε στη δολοφονία της ξαδέλφης της από τον αδελφό της (ο οποίος είναι ο ξάδελφος της Αιτήτριας). Στη συνέχεια, ο ξάδελφος επισκέφθηκε την οικία της Αιτήτριας και, κατά τη διάρκεια διαπληκτισμού με τον σύζυγό της – αιτητή αρ. 1, τον πυροβόλησε, τραυματίζοντάς τον. Πρόσθεσε ότι ο άντρας της – αιτητής αρ. 1 νοσηλεύτηκε 2 εβδομάδες στο νοσοκομείο λόγω του τραυματισμού του. Ερωτώμενη εάν από το 2021 μέχρι το 2023, ημερομηνία κατά την οποία εγκατέλειψαν την χώρα, συνέβη κάτι στην ίδια προσωπικά, απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας ότι απλά κάποιες φορές δεχόταν λεκτικές επιθέσεις από τον ξάδελφος της. Ερωτώμενη επίσης εάν συνέβη το οτιδήποτε στον άντρα της από το 2021 μέχρι το 2023 που εγκατέλειψαν την χώρα, απάντησε αρνητικά, ότι μετά τον πυροβολισμό δεν συνέβη κάτι άλλο στον άντρα της – αιτητής αρ. 1, σημειώνοντας ότι απλά δεν έστειλαν τον υιό τους για 1 χρόνο στο σχολείο για λόγους ασφαλείας. 

 

Ερωτηθείσα τι θα της συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα της, η Αιτήτρια απάντησε ότι θα δολοφονηθεί (από τον ξάδελφό της). Σε ερώτηση κατά πόσο θεωρεί εφικτό, σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράκ, να ζήσουν σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας, αποκρίθηκε ότι αυτό είναι δύσκολο.

 

Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς των Αιτητών ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Έναν πρώτο ισχυρισμό σχετικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής και το τόπο  συνήθους διαμονής τους, έναν δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό αναφορικά με τις ισχυριζόμενες απειλές από τον ξάδελφο (της αιτήτριας αρ.2).

 

Ο πρώτος ισχυρισμός όσον αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ των αιτητών έγινε αποδεκτός, αφού στοιχειοθετήθηκαν τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών τους.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός των αιτητών απορρίφθηκε στο σύνολο του.

 

Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός  έκρινε ότι ο Αιτητής αρ.1, κατά την συνέντευξη του, δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματός του ενώ οι ισχυρισμοί του χαρακτηρίστηκαν ως ασαφείς, ανακριβείς, αντιφατικοί, γενικοί και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής, κληθείς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες για τις αιτίες που ανάγκασαν τον ίδιο και την σύζυγο του να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, δεν παρείχε απαντήσεις σε σημαντικές ερωτήσεις όπως για το πως ανακάλυψε πως κατηγόρησαν τη γυναίκα του ότι φέρει ευθύνη για το έγκλημα τιμής στο οποίο σκοτώθηκε η ξαδέλφη της. Επίσης, ως σημείωσε ο αρμόδιος λειτουργός, ερωτηθείς πόσες φορές δέχθηκε απειλές απέφυγε να απαντήσει συγκεκριμένα, απαντώντας γενικά «πολλές φορές». Ως τόνισε ο αρμόδιος λειτουργός, ο Αιτητής αρ. 1 ισχυρίστηκε πως περί το 2021 δέχθηκε επίθεση με όπλο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και έξι μήνες αργότερα δέχθηκε επίθεση με όπλο κατά την οποία άγνωστοι πυροβόλησαν την οικία του, ωστόσο, ο Αιτητής συνέχισε να διαμένει στην οικία του για ένα μήνα, όπου σε αυτό το σημείο θα αναμενόταν ενόψει του σοβαρού κινδύνου να εγκαταλείψει άμεσα τη οικία ολόκληρη η οικογένεια. Μετέπειτα, μετέβησαν σε άλλη περιοχή μέχρι το 2022, όταν τους διαβεβαίωσε ένας μακρινός συγγενής ότι δεν διατρέχει κίνδυνο, ενώ οριστικά από το Ιράκ έφυγε το 2023. Ερωτηθείς εάν από το 2021 μέχρι το 2023, συνέβη οτιδήποτε σε αυτόν ή κάποιο μέλος της οικογένειας του, απάντησε αρνητικά, συνεπώς, ως επισήμανε ο αρμόδιος λειτουργός, όταν εν τέλει αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε κίνδυνο. Ως εκ τούτου, ως καταγράφεται, δεν καθίσταται σαφές ο λόγος που αν και ο αιτητής αρ. 1 δέχθηκε επίθεση παρέμεινε στο Ιράκ για πάνω από ένα έτος ενώ δεν είναι κατανοητή η αφορμή που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα το 2023, εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε πλέον απειλή.

 

Η Αιτήτρια αρ. 2, κληθείσα να περιγράψει τα γεγονότα που την οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, υπέπεσε σε αντιφάσεις σχετικά με τα όσα ανέφερε ο σύζυγός της. Ως επισημάνθηκε, αρχικά ο σύζυγος της ανέφερε ότι η νοσηλεία του στο νοσοκομείο ήταν 5 ώρες ενώ η ίδια ανάφερε ότι διήρκησε 2 εβδομάδες, εντούτοις κληθείσα να εξηγήσει την αντίφαση, διέψευσε τον σύζυγο της αιτητή αρ. 1, βεβαιώνοντας ότι η νοσηλεία διήρκησε 2 εβδομάδες, χωρίς όμως να προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό της. Αναφορικά με τον πυροβολισμό, δήλωσε ότι ειδοποιήθηκε η αστυνομία και ότι υπεβλήθη καταγγελία, η οποία οδήγησε στη σύλληψη του δράστη για μερικές ημέρες. Ωστόσο, δεν υπήρξε οποιοδήποτε έγγραφο από την αστυνομία που να το τεκμηριώνει. Ερωτηθείσα αν η οικογένειά της προσπάθησε να επιλύσει το πρόβλημα, απάντησε ότι ο θείος της (πατέρας του δράστη) προσπάθησε να τους διαβεβαιώσει ότι όλα ήταν εντάξει. Ωστόσο, αυτό έρχεται σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς του συζύγου της, ο οποίος δήλωσε ότι το πρόσωπο που τους διαβεβαίωσε ήταν μακρινός συγγενής. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι, μετά το περιστατικό με τον πυροβολισμό, δεν υπήρξε δεύτερο επεισόδιο με πυροβολισμούς, παρά μόνο φωνές και απειλές από τον ξάδελφο. Το γεγονός αυτό ως τονίστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του συζύγου της, ο οποίος υποστηρίζει ότι υπήρξε δεύτερο περιστατικό κατά το οποίο ο δράστης πυροβόλησε ξανά προς την οικία τους.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός, κατέγραψε πως τα όσα ανέφεραν οι Αιτητές αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός τους και δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί τους χαρακτηρίστηκαν ως ασαφείς, ανακριβείς, αντιφατικοί, γενικοί και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες, ο ανωτέρω ισχυρισμός τους δεν έγινε αποδεκτός.

 

Παρατηρώ ότι η αρμόδια αρχή εξέτασε το ενδεχόμενο της υπαγωγής των αιτητών και του ανήλικου τέκνου τους στο καθεστώς διεθνούς προστασίας κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών δεν στοιχειοθετούν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους όπως προνοείται στο άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου όπως επίσης δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) καθότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2), (α), (β), (γ), του Περί Προσφύγων Νόμου.

Το Γραπτό Σημείωμα με τα επισυνημμένα έγγραφα μεταφράστηκαν στους αιτητές αρ. 1 και 2 και τους δόθηκε χρόνος για να τοποθετηθούν επί του σημειώματος.

Θα πρέπει να αναφερθεί πως η περίπτωση των αιτητών και του ανήλικου τέκνου τους υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου. To άρθρο 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου προβλέπει τα εξής (η υπογράμμιση είναι δική μου):

 «Νομική αρωγή σε αιτητές και δικαιούχους διεθνούς προστασίας

6Β. (1) [...]

(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -

(α) Kατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή 

(β) κατά άρνησης του Προϊσταμένου να αρχίσει εκ νέου η εξέταση αίτησης που σταμάτησε δυνάμει των διατάξεων  του άρθρου 16Β ή 16Γ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή

(γ) κατά δυσμενούς απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής διεθνούς προστασίας άσκησε ενώπιόν της σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 και η οποία διοικητική προσφυγή αφορούσε δυσμενή απόφαση την οποία ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ, 13, 16Α, 16Β ή 16Γ του εν λόγω νόμου,

υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και

(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:

Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.».

Στη βάση των προαναφερόμενων προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή των αιτητών και του ανήλικου τέκνου τους έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010).

Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα των αιτητών και του τέκνου τους να ακουστούν στη βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει το Δικαστήριο την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 10/2010 ALALI ABDULHAMID, ημερομηνίας 06/05/2010 και Νομική Αρωγή υπ' αρ. 25/2010, ANTHONIA IDAHOR, ημερομηνίας 13/12/2010).

Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής.  Σημειώνεται, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής (Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερομηνίας 15.7.2009Baghour και Roud Gadυπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημερομηνίας 28.3.2011).

Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της νομοθεσίας, αλλά και όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι σχετικά με τους ισχυρισμούς των αιτητών αρ.1 και 2, η αρμόδια αρχή προέβη στη δέουσα έρευνα προς εξέταση της αξιοπιστίας τους, παραπέμποντας επίσης και σε σχετικές πηγές πληροφόρησης. Από τα ενώπιον μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι, εκ πρώτης όψεως οι αιτητές πράγματι δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν τον προβαλλόμενο ουσιώδη ισχυρισμό τους περί των απειλών που δέχθηκαν από τον ξάδελφο της αιτήτριας αρ. 2 και εκ πρώτης όψεως κρίνεται ως ορθή η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου περί της  μη στοιχειοθετηθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας αυτού.  

Ως εκ τούτου, διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο ότι δεν μπορούν οι αιτητές και συνακόλουθα το ανήλικο τέκνο τους να υπαχθούν σε καθεστώς διεθνούς προστασίας σε συνάρτηση με τις προσωπικές τους περιστάσεις όπως και με πληροφορίες από την χώρα καταγωγής τους, οι οποίες αντλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό.

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, καταλήγω εκ πρώτης όψεως ότι το αίτημα των αιτητών και του ανήλικου τέκνου τους εξετάστηκε επιμελώς από την Υπηρεσία Ασύλου και δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε πλημμέλεια εκ μέρους της. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κρίνω εκ πρώτης όψεως πως υπήρξε επαρκώς αιτιολογημένη, περιέχουσα ξεκάθαρα το σκεπτικό και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν, είναι δε προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης των δεδομένων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας.

Όπως έχει αποφασιστεί σε διάφορες υποθέσεις (Tamaga Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερ.15.7.2009, Nacira Baghour και Maged Amin Roud Gad, υπόθ. αρ. 7/11 και 8/11, ημερ. 28.3.2011 και Yahya Ali Ahmad Odeh, υπόθ. αρ. 10/12, ημερ. 28.3.2012) το Δικαστήριο εξετάζοντας τέτοια αίτηση έχει αφενός διακριτική ευχέρεια για την έγκριση ή απόρριψη της, και αφετέρου δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα για την τύχη της ίδιας της προσφυγής μιας και αυτό που εξετάζει είναι αν έχει πραγματικές πιθανότητες να εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ των αιτητών.

Επομένως, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί, κρίνω στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων πως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή που έχει καταχωρηθεί από τους αιτητές έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.

Με δεδομένη την μη ικανοποίηση της απαραίτητης εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

Τα έξοδα των μεταφραστών να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

                                                                                        Χ.ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο