ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. T3061/2023
16 Ιουνίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S. A.
Αιτητής
και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Νατάσα Χαραλαμπίδου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή
Ε. Ιωάννου (κα) για Λ. Γιάγκου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την προσφυγή του ο Αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 06/11/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 14/11/2023, και δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[1]. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται στον Κανονισμό 3 (ε), καταχωρίστηκε από τους καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο.
Επομένως, ως εκτίθεται στο υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου, o Αιτητής κατάγεται από το Ιράν και στις 06/02/2019 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Στις 28/05/2021 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 07/10/2021 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή και την 26/10/2021, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 24/11/2021 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον Αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο στις 29/11/2021.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής καταχώρησε την προσφυγή υπ’ αριθμό 8534/2021, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας λόγω μη προώθησης χωρίς να επιδικαστούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του Αιτητή.
Στις 24/10/2022, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του για Διεθνή Προστασία και στη συνέχεια, στις 03/11/2023 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε σημείωμα/εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή.
Στις 06/11/2023, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης. Στις 14/11/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως από τoν ίδιo αυθημερόν, αφού του επεξηγήθηκε το περιεχόμενό της στη μητρική του γλώσσα (farsi). Ακολούθως, στις 27/11/2023 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.
Σε αυτό το στάδιο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το Δικαστήριο, έκρινε απαραίτητη την εμφάνιση των καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της συγκεκριμένης υπόθεσης, καθότι τέθηκε ζήτημα αναρμοδιότητας του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου που προέβη στην σύνταξη της έκθεσης εισήγησης. Η συνήγορος του αιτητή υποστήριξε ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, CAS 112, ο οποίος συνέταξε και υπόγραψε την Έκθεση – Εισήγηση ημερομηνίας 09/11/2023, δεν προκύπτει εάν είναι λειτουργός ορισμένου ή αορίστου χρόνου, καθότι η εξουσιοδότηση του Υπουργού προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ρητώς καταγραφεί ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση αφορά αποφάσεις που εκδίδονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου.
Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 25/10/2024, εμφανίστηκαν οι καθ’ ων η αίτηση και προσκόμισαν σχετικό αντίγραφο επιστολής ημερ. 11/09/2024, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο Δ.Φ 05.06.004, στα πλαίσια της προσφυγής με αρ. 1400/24, ενώπιον του ΔΔΔΠ. Στην εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται σχετικός κατάλογος των λειτουργών ορισμένου χρόνου, μεταξύ των οποίων και η λειτουργός CAS 112. Κατόπιν υπόδειξης αυτού στη συνήγορο του αιτητή, ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας αποσύρθηκε και απορρίφθηκε.
Η συνήγορος του αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθήθηκαν και εγκαταλείφθηκαν κατά την προφορική αγόρευση της συνηγόρου του αιτητή στο στάδιο των διευκρινίσεων, κατά την οποία διατήρησε και περιόρισε τους λόγους ακύρωσης στη μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και την μη επαρκή αιτιολογία. Ενόψει λοιπόν των δηλώσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή, όλοι οι λόγοι ακύρωσης ως καταγράφονται στην προσφυγή, πέραν από τον λόγο ακύρωσης που αφορά την μη δέουσα έρευνα και την μη επαρκή αιτιολογία, αποσύρονται και απορρίπτονται.
Υπό το φως του περιεχομένου του οικείου διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση της θέσης του αιτητή μέσω της συνηγόρου του, προχωρώ να εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, στο βαθμό που αυτοί έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί προφορικώς από την συνήγορο του Αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων.
Θα προχωρήσω με την εξέταση του ισχυρισμού περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση.
Κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της έρευνας, η έκταση και ο τρόπος διεξαγωγής της, ποικίλουν ανάλογα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα. Προκαθορισμένος τρόπος δεν υπάρχει. Με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που η διοίκηση επέλεξε να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447 και Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 και Κώστας Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1002/2009, ημερ. 27.10.2011).
Στη βάση της πιο πάνω υποχρέωσης του αρμόδιου οργάνου για δέουσα έρευνα, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο προέβη στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και ορθώς αποφάσισε να απορρίψει το αίτημά του.
Ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησης του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή εκεί υφίστανται πολλά προβλήματα, με τον ίδιο να επικεντρώνεται στο οικονομικό του πρόβλημα. Συγκεκριμένα, κατέγραψε ότι παρά τις ακαδημαϊκές του σπουδές, ο Αιτητής δεν είχε κατορθώσει να εξεύρει εργασία ώστε να είναι σε θέση να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια, κάτι το οποίο ελπίζει πως θα κατορθώσει στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερ. 4 και μετάφραση αυτού ερ. 19 – 20 του Δ.Φ.).
Κατά τη συνέντευξή του, ερωτηθείς αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής επανέλαβε το λόγο ως αυτός προβλήθηκε κατά την καταγραφή του αιτήματός του (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.). Πρόσθεσε δε πως εργαζόταν για περίπου 1,5 έτος και έπειτα απολύθηκε λόγω οικονομικών δυσκολιών του εργοδότη του, καθώς είχε λιγότερη εμπειρία σε σχέση με άλλους συναδέλφους του (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.). Μετά από αυτό δεν κατόρθωσε να εξεύρει εργασία ξανά στη χώρα καταγωγής του παρά το ότι είχε υψηλό βαθμό αποφοίτησης (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.). Σημείωσε ότι συζητούσε γι΄ αυτό με φίλους του, σχολιάζοντας ότι υπάρχει διάκριση προς το πρόσωπο τους, καθότι πρόσωπα χωρίς εκπαίδευση εύρισκαν δουλεία λόγω του ότι είναι ευνοούμενοι. Πρόσθεσε ότι προέβη σε τέτοιου είδους σχόλια σε αρκετά μέρη και ενόψει τούτου ένοιωσε ότι ενδεχομένως κάποιος φίλος του να είπε κάτι και ένοιωσε κίνδυνο γι΄ αυτό τον λόγο και εγκατέλειψε την χώρα. Περαιτέρω, ο Αιτητής κλήθηκε να απαντήσει σε διευκρινιστικά ερωτήματα αναφορικά με τον πυρήνα του ισχυρισμού του (ερ. 38 – 40 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν ο λόγος αναχώρησής του ήταν οικονομικός, ο Αιτητής πρόσθεσε πως η ζωή του κινδυνεύει στο Ιράν ενώ σε σχετική ερώτηση τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι η ζωή του είναι σε κίνδυνο καθότι υπάρχει η πιθανότητα να μάθουν για την εκπεφρασμένη άποψη του περί του ότι στην χώρα του εργοδοτούνται μόνο ευνοούμενοι (βλ. ερ. 40 του Δ.Φ.). Ερωτώμενος εάν έχει ουδέποτε κατηγορηθεί για κάποιο έγκλημα στην χώρα του, απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας απλά ότι αισθάνθηκε κάτι. Σε σχετική ερώτηση εάν εκτός από τον φόβο του να κατηγορηθεί για κάτι, υφίσταται κάτι άλλο προσωπικό που πιστεύει ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του, απάντησε αρνητικά. Επίσης, στα πλαίσια των διευκρινιστικών ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν, ο Αιτητής ανέφερε πως του γεννήθηκε ενδιαφέρον να μάθει για τον Χριστιανισμό μέσω κάποιων γνωριμιών που έκανε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τέλος, ερωτηθείς εάν έχει μεταστραφεί, απάντησε αρνητικά δηλώνοντας ότι ακόμη συλλέγει πληροφορίες. (βλ. ερ. 38 και 37 του Δ.Φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου αξιολογώντας τα όσα ο Αιτητής δήλωσε στη συνέντευξη του, διέκρινε τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Πρώτον τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, δεύτερον την ισχυριζόμενη αδυναμία του Αιτητή να ζήσει στο Ιράν λόγω της γενικότερης κατάστασης εκεί, τρίτον την ισχυριζόμενη διάκριση που βίωσε από εργοδότες οι οποίοι προτιμούσαν να προσλαμβάνουν τέκνα κληρικών και επειδή μοιράστηκε την άποψη του, πιστεύει ότι συνωμοτούν για κάτι εναντίον του και τέταρτον τον ισχυρισμό περί του ότι ο Αιτητής ανέπτυξε ενδιαφέρον αναφορικά με τον Χριστιανισμό όσο διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Έπειτα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του σχετικά με τον πρώτο και τον δεύτερο ισχυρισμό του είναι ικανοποιητική και ενόψει τούτου έγιναν αποδεκτοί αντίστοιχα και οι 2 ισχυρισμοί ως αξιόπιστοι.
Εν αντιθέσει ο τρίτος και ο τέταρτος ισχυρισμός, απορρίφθηκαν λόγω μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας τους.
Έτσι, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου αξιολογώντας τα όσα ο αιτητής δήλωσε στη συνέντευξη του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του δεν δικαιολογούν ότι ο αιτητής μπορεί να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για να του παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. βλ. ερ. 66 – 74 του Δ.Φ.).
Στις 24/10/2022, στο πλαίσιο του έντυπου της μεταγενέστερης του αίτησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι, δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθώς εκεί έχει πολλά προβλήματα και ζητήματα ήτοι οικονομικά και άλλα όπως χαρακτηριστικά κατέγραψε. Ισχυρίστηκε ότι παρά την εκπαίδευσή του δεν εξεύρε εργασία (βλ. ερ. 99 και μετάφραση αυτού ερ.103 του Δ.Φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, μετά από εξέταση των ισχυρισμών του αιτητή στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτησή του κριθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 16(Δ) του Περί Προσφύγων Νόμου, όπου ακολούθως αποφασίστηκε η απόρριψη της εν λόγω ως απαράδεκτης.
Για σκοπούς εξέτασης του νομοθετικού πλαισίου που εφαρμόζεται στα μεταγενέστερα αιτήματα, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 το οποίο καθορίζει τη διαδικασία υποβολής μεταγενέστερης αίτησης, ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»
Το άρθρο 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«12Βτετράκις.-...
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-
[.]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ...».
Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση, για να εξετάσει το παραδεκτό της αίτησης, προκειμένου να διαπιστώσει:
α) κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης. Αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη.
β) αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε θα προχωρήσει σε ουσιαστική εκτίμηση των τυχόν νέων ισχυρισμών μόνο εφόσον ικανοποιηθεί πως τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και ο αιτητής χωρίς δική του υπαιτιότητα δεν υπέβαλε τα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία. Επομένως, αν ο προϊστάμενος κρίνει ότι από τα νέα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν αυξάνονται οι πιθανότητες χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή και από δική του υπαιτιότητα δεν τα υπέβαλε κατά την προηγούμενη διαδικασία τότε θα απορρίψει την μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα, αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης.
Επομένως το μόνο που παραμένει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι αν ορθώς κρίθηκε από την αρμόδια αρχή ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του.
Στην απόφαση του ΔΕΕ, αρ. C -18/20 XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημερ. 09/09/21, ξεκαθαρίστηκε ότι η έννοια «νέα στοιχεία ή πορίσματα», τα οποία «έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα», κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τα στοιχεία ή τα πορίσματα που προέκυψαν μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας που είχε ως αντικείμενο προγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία ή τα πορίσματα τα οποία υφίσταντο μεν ήδη πριν από την περάτωση της διαδικασίας, αλλά δεν προβλήθηκαν από τον αιτούντα. (βλ. σκέψεις 31 έως 44).
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. Αρ. C-651/19. JP v Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, ημερ. 09/09/20, λέχθηκαν τα εξής:
«....60 Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ' ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του...»
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί που επικαλέστηκε ο Αιτητής κατά την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος του πως δεν μπορεί να επιστρέψει στην χώρα του λόγω πολλών προβλημάτων που υφίστανται εκεί όπως γενικότερα τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ίδιος καθώς και της αδυναμίας του να εξεύρει εργασία παρά τα ακαδημαϊκά του προσόντα, είναι ισχυρισμοί που ήδη είχε προβάλει στην πρώτη αίτηση ασύλου - οι οποίοι εξετάστηκαν και κρίθηκαν ότι δεν εμπίπτουν στις έννοιες του κινδύνου δίωξης ή κινδύνου βλάβης ως αναλύονται και αναφέρονται στα άρθρα 3, 3Γ και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου – και δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με αυτά που ήδη εξετάστηκαν κατά την πρώτη αίτηση ασύλου από την Υπηρεσία Ασύλου.
Περαιτέρω, οι εν λόγω ισχυρισμοί που επικαλέστηκε κατά την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος του, ακόμη και εάν ήθελαν κριθούν παραδεκτοί, είναι γενικοί ισχυρισμοί που ούτως ή άλλως ουδεμία πιθανότητα χορήγησης καθεστώτος του πρόσφυγα μπορούσαν να επιφέρουν ή του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή, για να μπορούσε η αρμόδια αρχή να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας του μεταγενέστερου αιτήματος μιας και δεν εμπίπτουν στις έννοιες του κινδύνου δίωξης ή κινδύνου βλάβης, ως αναλύονται και αναφέρονται στα άρθρα 3, 3Γ, και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Ενόψει τούτου, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι βασικές προϋποθέσεις προς εξέταση της ουσίας του μεταγενέστερου αιτήματος, ως αναφέρονται στην νομοθεσία που έχει παρατεθεί ανωτέρω και ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την μεταγενέστερη αίτηση κατά το προκαταρκτικό στάδιο ως απαράδεκτη.
Συνακόλουθα, και ενόψει των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, δεν διαπιστώνω μη διενέργεια δέουσας έρευνας από μέρους της Διοίκησης. Κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη δεόντως στην απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα και δια τούτο, κατά την λήψη της απόφασης.
Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι παρατηρώ ότι στην σχετική Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού όσο και στην απόφαση των καθ' ων η αίτηση αναφέρονται επαρκώς οι λόγοι, νομικοί και πραγματικοί, για τους οποίους απορρίφθηκε η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση ασύλου. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Ως προς τα έγγραφα που παρουσίασε ο αιτητής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ήτοι 1) πιστοποιητικό βάπτισης ημερ. 09/01/2025 από την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, σύμφωνα με το οποίο ο Αιτητής βαπτίστηκε Χριστιανός Ορθόδοξος στις 23/11/2024 και 2) βεβαίωση από τον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου ημερ. 13/05/2025 περί του ότι ο αιτητής έκανε μαθήματα χριστιανικής κατήχησης, παρατηρώ ότι τα εν λόγω έγγραφα φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη από το χρόνο καταχώρισης της επίδικης μεταγενέστερης αίτησής του αιτητή για διεθνή προστασία και επομένως δεν βρισκόταν ενώπιον της υπηρεσίας ασύλου προς εξέταση.
Ενόψει του ότι μέσω των εν λόγω εγγράφων προβάλλεται ένας νέος αυτοτελής λόγος δίωξης περί μεταστροφής του αιτητή στον Χριστιανισμό, ο οποίος λόγος δεν προβληθεί ποτέ ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, καθότι ανέκυψε μεταγενέστερα, ως προκύπτει από τα πιο πάνω υποβληθέντα έγγραφα, κρίνω ότι δεν μπορώ να προχωρήσω σε περαιτέρω εξέταση τους, μιας και η μόνη αρμοδιότητα που έχει το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης απόφασης επι μεταγενέστερης αιτήσεως, είναι να κρίνει μόνο την νομιμότητα και ορθότητα της διοικητικής κρίσης περί μη παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης και δεν μπορεί να υπεισέλθει σε οποιοδήποτε περαιτέρω έλεγχο.
Η πιο πάνω προσέγγιση κρίνω ότι συνάδει και με την νομολογία του εφετείου μιας και κρίθηκε ότι όσον αφορά την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, επι μεταγενέστερων αιτήσεων, το παρόν Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει μόνο τη νομιμότητα και ορθότητα των προϋποθέσεων παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, ως έχει ήδη πράξει ανωτέρω, χωρίς να μπορεί προχωρήσει με οποιοδήποτε περαιτέρω έλεγχο όσον αφορά στο κατά πόσο εμπίπτει ο αιτητής στις προϋποθέσεις για χορήγηση διεθνούς προστασίας. ( βλ. σχετικά απόφαση Εφετείου στην υπόθεση DEEPAK KUMAR v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 66/2022, 30/10/2024).
Ενόψει του ότι τα εν λόγω γεγονότα προέκυψαν χρονολογικά μετά την έκδοση απόφασης επι της μεταγενέστερης αιτήσεως από την Υπηρεσία Ασύλου και τα οποία δεν ήταν εις γνώση και ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο αιτητής δεν στερείται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του μιας και έχει την δυνατότητα να παρουσιάσει τα εν λόγω γεγονότα ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ασκώντας την δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, με την καταχώρηση νέας μεταγενέστερης αίτησης.
Ως προς τη δυνατότητα επιστροφής του αιτητή, η συνήγορος του πρόβαλε την τεταμένη κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του αιτητή (Ιράν) και την αδυναμία του αιτητή να επιστρέψει εκεί εξαιτίας αυτού. Το παρόν Δικαστήριο, έκρινε σκόπιμη την εμφάνιση των καθ’ ων η αίτηση για να τοποθετηθούν επι του εν λόγω ζητήματος, όπου υποστήριξαν ότι είναι δυνατή η επιστροφή του αιτητή στην χώρα του, ως υφίσταντο τα γεγονότα και η κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του αιτητή, κατά το χρονικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας.
Σ΄ αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν δύναμαι να παραβλέψω τις ουσιώδεις εξελίξεις που επήλθαν μεταγενέστερα της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης ως προς την κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τις σχετικές διεθνείς πηγές ως θα παρατεθούν κατωτέρω προκύπτει ότι υφίσταται ένοπλη σύρραξη και σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή.
Ασφαλώς, τα εν λόγω στοιχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης της απόφασης περί μη παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, καθότι ο δικαστικός έλεγχος ως προς το μέρος αυτό της προσβαλλόμενης πράξης διενεργείται επί τη βάσει του πραγματικού και νομικού πλαισίου που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσής της απόφασης από την Υπηρεσία Ασύλου, ως έχει μεσολαβήσει ήδη ανωτέρω. Το εύρος δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου επι μεταγενέστερων αιτήσεων έχει αναπτυχθεί ανωτέρω και παρέλκει η όποια επανάληψη του.
Διαφορετική, όμως, είναι η θέση αναφορικά με την απόφαση επιστροφής. Η εκτέλεση μέτρου επιστροφής τελεί πάντοτε υπό την επιφύλαξη της τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης, η οποία απορρέει τόσο από το εθνικό όσο και από το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο και έχει απόλυτο χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση μεταγενέστερων γεγονότων που ενδέχεται να επηρεάζουν ουσιωδώς την εκτίμηση του κινδύνου στον οποίο θα εκτεθεί ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί.
Η πιο πάνω κατάληξη συνάδει με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναφορικά με την αρχή της μη επαναπροώθησης, η οποία απορρέει από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, το ΕΔΑΔ έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η απομάκρυνση προσώπου δεν επιτρέπεται όταν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της Σύμβασης σε περίπτωση επιστροφής του (βλ. απόφαση ΕΔΑΔ στην υπόθεση Soering v. United Kingdom, ημερ. 7/7/1989, παρα. 91 και στην υπόθεση Chahal v. United Kingdom, ημερ. 15/11/1996, παρα. 73-74).
Περαιτέρω, το ΕΔΑΔ έχει υπογραμμίσει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν, πριν από την εκτέλεση μέτρου απομάκρυνσης, να προβαίνουν σε αυστηρή και ενδελεχή αξιολόγηση όλων των στοιχείων που σχετίζονται με τον προβαλλόμενο κίνδυνο παραβίασης του άρθρου 3 της Σύμβασης (βλ. απόφαση ΕΔΑΔ στην υπόθεση F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11, ημερ. 23/3/2016, παρα.113-127).
Επομένως, εν προκειμένω, η διατήρηση σε ισχύ της απόφασης επιστροφής, χωρίς να έχει προηγηθεί αξιολόγηση των νεότερων δεδομένων που αφορούν την κατάσταση στο Ιράν, θα συνεπαγόταν τον πιθανό κίνδυνο απομάκρυνσης του αιτητή κατά τρόπο ασύμβατο με την αρχή της μη επαναπροώθησης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσβαλλόμενη πράξη δεν δύναται να διατηρηθεί σε ισχύ κατά το μέρος που αφορά την απόφαση επιστροφής καθότι ως εντοπίζεται σε σχετικές εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του αιτητή, εντοπίζεται ότι υφίσταται εν εξελίξει ένοπλη σύρραξη από τις 28/02/2026 και έπειτα.
Ειδικότερα, όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, στις 28/02/2026 ξεκίνησε πόλεμος από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ με επίκεντρο το Ιράν (με αφετηρία την εξουδετέρωση του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη του ιρανικού καθεστώτος, Αλί Χαμανεΐ) λόγω των άκαρπων διαπραγματεύσεων από το 2025 αναφορικά με την πυρηνική συμφωνία. Η έναρξη του πολέμου ανέτρεψε τη δυναμική στη Μέση Ανατολή. Οι επιθέσεις προκάλεσαν τεράστιες ζημιές και χιλιάδες νεκρούς στο Ιράν και τον Λίβανο, δεκάδες νεκρούς στο Ισραήλ και τα αραβικά κράτη του Κόλπου, καθώς και εκατομμύρια εκτοπισμένους στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένου περισσότερου από το ένα έκτο του πληθυσμού του Λιβάνου. Μετά από περισσότερες από πέντε εβδομάδες συγκρούσεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν συμφώνησαν στις 7–8 Απριλίου σε κατάπαυση του πυρός στην οποία συμμετείχε και το Ισραήλ. Τις επόμενες εβδομάδες, η σύγκρουση μετατράπηκε σε ένα παιχνίδι ακραίων κινδύνων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν σχετικά με τον περιορισμό της πρόσβασης στο Στενό του Ορμούζ. Στις 14 Ιουνίου, οι μεσολαβητές ανακοίνωσαν ένα μνημόνιο κατανόησης, το οποίο επρόκειτο να υπογραφεί στις 19 Ιουνίου και είχε ως στόχο να θέσει επίσημα τέλος στη σύγκρουση εντός 60 ημερών.[2] Σε σχετικό χάρτη που απεικονίζει την παρουσία των στρατιωτικών δυνάμεων τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και του Ιράν στην περιοχή, διαφαίνεται πως σε όλη την επικράτεια του Ιράν υπάρχουν στρατιωτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών τονίζοντας δε και την υφιστάμενη σύρραξη και στα στενά του Ορμούζ.[3]
Σύμφωνα με σχετικό άρθρο από το Κέντρο για Στρατηγικές και Διεθνείς Μελέτες αναλύεται η εξέλιξη του αεροπορικού πολέμου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους με το Ιράν κατά την τέταρτη εβδομάδα της σύγκρουσης (ήτοι στα τέλη του Μαρτίου), εστιάζοντας στα δεδομένα των επιχειρήσεων και στις προθέσεις των εμπλεκομένων. Επισημαίνεται ότι η σύγκρουση παραμένει σε εξέλιξη χωρίς σαφείς ενδείξεις αποκλιμάκωσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους επιδιώκουν τη συνεχή αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν, ενώ το ίδιο εξακολουθεί να διατηρεί μια περιορισμένη αλλά επικίνδυνη ικανότητα επιθέσεων.[4]
Σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη War Watch, στο Ιράν λαμβάνουν (ή έλαβαν) χώρα πολλαπλές διεθνείς ένοπλες συρράξεις ως ακολούθως: Ιράν εναντίον Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη / η κατάπαυση του πυρός που ανακοινώθηκε στις 7 Απριλίου δεν ισοδυναμούσε με οριστικό τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων,), Ιράν εναντίον Αζερμπαϊτζάν (από τις 5 Μαρτίου 2026, η σύγκρουση έληξε), Ιράν εναντίον Μπαχρέιν (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Ιράκ (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Ιορδανίας (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Κουβέιτ (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Ομάν (από την 1η Μαρτίου 2026), Ιράν εναντίον Κατάρ (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Σαουδικής Αραβίας (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), Ιράν εναντίον Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) (από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε εξέλιξη), και Ιράν εναντίον Ηνωμένου Βασιλείου (από τις 2 Μαρτίου 2026, πιθανώς σε εξέλιξη).[5]
Πολιτικά σημεία στοχοποιήθηκαν επανειλημμένα ή χτυπήθηκαν υπό συνθήκες που εγείρουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τη συμμόρφωση με τις αρχές της διάκρισης και των προφυλάξεων κατά την επίθεση. Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Ισραήλ πραγματοποίησαν επιθέσεις κατά των υποδομών φυσικού αερίου και των μονάδων αφαλάτωσης νερού. Οι αμερικανικές επιδρομές έπληξαν σχολεία στο Ιράν, ενώ ιρανικές επιθέσεις έπληξαν ξενοδοχεία, κέντρα δεδομένων, εγκαταστάσεις αφαλάτωσης νερού και εμπορικά πλοία στα στενά του Ορμούζ. Το Ιράν χρησιμοποίησε επίσης πυρομαχικά διασποράς εναντίον πληθυσμιακών κέντρων στο Ισραήλ, με αποτέλεσμα τον θάνατο αμάχων. Μέχρι να τεθεί σε ισχύ η κατάπαυση του πυρός, οι ιρανικές αρχές είχαν αναφέρει περισσότερους από 2.000 θανάτους και περισσότερους από 26.000 τραυματίες ως αποτέλεσμα των αμερικανικών και ισραηλινών επιδρομών.[6]
Η ύπαρξη των πιο πάνω μεταγενέστερων ουσιωδών περιστατικών καθιστά πλημμελή, κατά το παρόν στάδιο την απόφαση επιστροφής του αιτητή, καθότι η εκτέλεση της θα συνεπαγόταν κατ΄ουσίαν την απομάκρυνση του αιτητή χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου που αυτός ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπό το φως των νέων γεγονότων που έχουν προκύψει όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν, δεδομένου της εν εξελίξει ένοπλης σύρραξης στη χώρα καταγωγής του.
Υπό αυτές τις περιστάσεις και λαμβανόμενης υπόψη της απόλυτης φύσεως της αρχής της μη επαναπροώθησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη μόνο ως προς το μέρος που αφορά την απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματος διεθνούς προστασίας του αιτητή, πλην όμως δεν δύναται να διατηρηθεί σε ισχύ το μέρος που αφορά την απόφαση επιστροφής του αιτητή.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, να προβεί πρωτογενώς σε εξέταση ενδεχόμενων αυτοτελών αξιώσεων διεθνούς προστασίας, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, καθότι τέτοια εξέταση θα υπερέβαινε τα όρια του αντικειμένου της προσβαλλόμενης πράξης και θα υποκαθιστούσε την πρωτογενή αρμοδιότητα της διοίκησης.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται κατά το σκέλος που στρέφεται σε βάρος της απορριπτικής απόφασης επί της μεταγενέστερης αίτησης για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας στον αιτητή και γίνεται δεκτή αναφορικά με το σκέλος που στρέφεται σε βάρος της απόφασης επιστροφής, η οποία ακυρώνεται.
Επομένως, για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει μερικώς. Η απόφαση επιστροφής του αιτητή ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18). Κατά τα λοιπά, η προσφυγή απορρίπτεται. Ενόψει της μερικής ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιάζουσες συνθήκες της παρούσας περίπτωσης ως έχουν προκύψει και αναλυθεί ανωτέρω, δεν επιδικάζονται έξοδα.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Με τον περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022, 31/2022.
[2] Encyclopedia Britannica, “2026 Iran war”, updated on 16/06/2026, https://www.britannica.com/event/2026-Iran-war
[3]Encyclopedia Britannica, “2026 Iran war”,https://cdn.britannica.com/25/285425-050-08791D48/2026-iran-conflict-map.jpg
[4] Center for Strategic and International Studies, “Assessing thw Air Campaign After Three Weeks: Iran War By thw Numbers”, 25/03/2026, Authors: Mark F. Cancian and Chris H. Park, https://www.csis.org/analysis/assessing-air-campaign-after-three-weeks-iran-war-numbers
[5] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH
[6] War Watch, International Armed Conflicts in Iran, Since February 2026, International armed conflicts in Iran - WAR WATCH
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο