ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ497/25
8 Ιουνίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ. Μ. Α.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Φρ. Γέρου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.08/10/25, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτόν στις 10/10/25, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και απόφαση δια της οποίας η επίδικη αίτηση να κηρύσσεται ως «παραδεκτή και ο φάκελος του Αιτητή […] να επανανοίξει» (sic) (Αιτητικό Β).
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από το Αφγανιστάν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 06/11/20 και υπέβαλε 1η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 11/12/20 (ερ.1-7, 71).
Στις 23/02/22 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.57-71). Μετά τη συνέντευξη, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 27/06/22 η 1η αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε (ερ.91-99). Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε δια χειρός στις 10/08/22 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.103, 7).
Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.553/23, η οποία αποσύρθηκε στις 11/06/25 (ερ.106-115).
Στις 13/08/25 ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε στις 30/09/25 ως απαράδεκτη στη βάση του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.120-134 και 139-149). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε δια χειρός στις 10/10/25, σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.152).
Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφει ότι είναι άνθρωποι και έχουν πολλά δικαιώματα αλλά δεν έχουν δικαιώματα στο Αφγανιστάν αφού, ως αναφέρει, εδώ και 45 χρόνια πολλοί σκοτώνονται. Ο ξάδελφος του δούλευε για την προηγούμενη κυβέρνηση, ως οδηγός του κυβερνήτη της επαρχίας Kunduz, οι Ταλιμπάν έδωσαν στην οικογένεια του προειδοποίηση και σκότωσαν τον θείο του σε Τζαμί, γιατί θεωρούσαν ότι είναι κατάσκοπος της (προηγούμενης) κυβέρνησης και είπαν στην οικογένεια του ότι αν δεν συνταχθούν μαζί τους θα τους σκοτώσουν όλους.
Στη συνέντευξη στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ο αιτητής ανέφερε ότι είναι υγιής, έχει πέντε αδελφές, μια εκ των οποίων παντρεμένη, και 2 νεότερους αδελφούς, όλοι εκ των οποίων μένουν με τους γονείς του στο Haji Pahlawan, Takhar (που είναι γενέτειρα και τόπος διαμονής του ίδιου), με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία, ως πληροφορείται είναι καλά (they are ok), ο ίδιος δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα, έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έλαβε πιστοποιητικό διετούς κατάρτισης ως ηλεκτρολόγος μηχανικός και εργαζόταν ως τέτοιος.
Ερωτώμενος σχετικά με τους λόγους που έφυγε από το Αφγανιστάν ο αιτητής ανέφερε ότι όλοι η οικογένεια του είχε εργασία, ο ίδιος ως ηλεκτρολόγος, οι υπόλοιποι εργάζονταν για την (προηγούμενη) κυβέρνηση, αλλά τον υποπτεύθηκαν ότι είναι κατάσκοπος γιατί ο θείος του ήταν επικεφαλής της περιοχής και γι’ αυτό η ζωή του ήταν σε κίνδυνο και έπρεπε να φύγει από τη χώρα, ως ανέφερε. Η γονείς του ήταν κι’ αυτοί ανήσυχοι για τη ζωή του και ο ίδιος ήθελε να φύγει από τη χώρα για να «[είναι] εν ειρήνη και να [τελειώσει] τις σπουδές [του]» και έτσι ήρθε στην Κύπρο (νόμιζε ότι θα ερχόταν στις ελεύθερες περιοχές όμως πήγε στα κατεχόμενα) με τη βοήθεια εκπρόσωπου πανεπιστημιακού ιδρύματος και απ’ εκεί, με τη βοήθεια ενός ατόμου αγνώστων στοιχείων, ήρθε στις ελεύθερες περιοχές.
Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι είναι οι Ταλιμπάν που τον θεωρούσαν κατάσκοπο, γιατί ξυρίστηκε και ο θείος του ήταν επικεφαλής της περιοχής Kunduz και σκοτώθηκε πριν από 11-12 χρόνια και ο ξάδελφος του ήταν επικεφαλής της εθνικής ασφάλειας στην Takhar πριν τη πτώση της προηγούμενης κυβέρνησης και γι’ αυτό διώκεται και αν επιστρέψει θα τον σκοτώσουν. Ερωτώμενος αν υπήρξε κάποιο περιστατικό το οποίο τον έκανε να φύγει από τη χώρα ο αιτητής ανέφερε ότι οι Ταλιμπάν είχαν τον έλεγχο όλης της περιοχής (όπου διέμενε) και δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι γιατί θα τον έβλαπταν και τηλεφώνησαν του πατέρα του αρκετές φορές ζητώντας του να παραδώσει τον αιτητή. Μετά που ο ίδιος έφυγε από τη χώρα η κατάσταση χειροτέρεψε, ως ανέφερε, καθώς οι Ταλιμπάν έχουν πλέον τον έλεγχο όλης της επικράτειας.
Ερωτώμενος επί των ως άνω ο αιτητής ανέφερε ότι μια μέρα τον εντόπισαν οι Ταλιμπάν στον δρόμο, τους είπε ότι γνωρίζει ότι η οικογένεια του δούλευε για την κυβέρνηση όμως ο ίδιος είναι ιδιώτης και τον άφησαν, λέγοντας του ότι θα τον «κανόνιζαν» όταν θα επέστρεφε, όμως ο ίδιος δεν επέστρεψε, τότε αναζήτησαν τον αιτητή μέσω του πατέρα του και τότε ο ίδιος πήγε στην πόλη, εκεί συνέχισαν να τον παίρνουν τηλέφωνο, οι γονείς του ανησύχησαν και ο ίδιος αποφάσισε να φύγει από τη χώρα. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι 1 μήνα μετά το περιστατικό αυτό ο ίδιος πήγε στην Καμπούλ, όπου διέμεινε περί τον 1 μήνα προτού φύγει από το Αφγανιστάν και ότι δεν είχε άλλα προβλήματα πριν το περιστατικό αυτό, σημειώνοντας ότι οι Ταλιμπάν ήταν ενεργοί στον τόπο διαμονής του ήδη περί τα 5 χρόνια προτού λάβουν την εξουσία σ’ όλη την επικράτεια της χώρας.
Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι μετά που ο ίδιος έφυγε από τη χώρα οι Ταλιμπάν συνέχισαν να παίρνουν τηλέφωνο την οικογένεια του και να τους λένε ότι ο αιτητής είναι κατάσκοπος και γι’ αυτό έφυγε και αν τον συλλάβουν θα τον σκοτώσουν και ότι όλη η οικογένεια του δούλευε για την προηγούμενη κυβέρνηση και όλη τους έφυγαν από τη χώρα περί το 2020 και λίγοι μετά που οι Ταλιμπάν ανέλαβαν την εξουσία. Ερωτώμενος σχετικά με τον θείο του ανέφερε ότι ήταν ηγέτης στην περιοχή Kunduz και σκοτώθηκε σε επίθεση αυτοκτονίας σε Τζαμί πριν από 10 χρόνια. Ερωτώμενος για τα ξαδέλφια του ο αιτητής ανέφερε ότι ο ένας ήταν υπεύθυνος εθνικής ασφάλειας και ο άλλος ήταν βοηθός του ηγέτη (Wali) του Takhar και έδωσε τα ονόματα τους, χωρίς εντούτοις να είναι σε θέση να δώσει άλλες πληροφορίες για τα καθήκοντα τους, αναφέροντας ότι ήταν υπεύθυνοι για την ασφάλεια της επαρχίας. Ερωτώμενος για την κατάσταση της περιοχής κατά τον χρόνο που ο ίδιος έφυγε από το Αφγανιστάν ανέφερε ότι υπήρχαν συγκρούσεις της κυβέρνησης με τους Ταλιμπάν και ήταν επικίνδυνα, ο δε πατέρας του – ως ανέφερε – ήταν υπεύθυνος καθαριότητας μιας τοπικής περιοχής, όμως δεν εργάζεται απ’ όταν οι Ταλιμπάν ανέλαβαν την εξουσία στη χώρα και πλέον η οικογένεια του διατηρεί φάρμα και καλλιεργούν, στη δε περιοχή δεν λειτουργούν κυβερνητικές υπηρεσίες και είναι κακή η οικονομική κατάσταση, δεν μπορεί κάποιος να ξυριστεί, οι γυναίκες δεν κυκλοφορούν και δεν υπάρχει πρόσβαση στην εκπαίδευση. Ερωτώμενος ανέφερε ότι εργαζόταν μέχρι που έφυγε από τη χώρα ως ηλεκτρολόγος και είχε 12 εργαζόμενους υπό την επίβλεψη του.
Ερωτώμενος για το ταξίδι του ανέφερε ότι έφυγε με λεωφορείο το πρωί και γι’ αυτό - ως ανέφερε – δεν εντοπίστηκε από τους Ταλιμπάν, στον δρόμο τον σταμάτησαν σε σημείο ελέγχου αλλά τον άφησαν να φύγει αφότου τους είπε ότι κανείς δεν εργάζεται για την κυβέρνηση, πήγε στην Καμπούλ όπου έμεινε για ένα μήνα, διευθέτησε τα έγγραφα που απαιτούνταν και έφυγε από τη χώρα αεροπορικώς. Ερωτώμενος τέλος αν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής και να μείνει με ασφάλεια αλλού ο αιτητής ανέφερε ότι δεν υπάρχει ασφαλές μέρος στη χώρα , αφού υπάρχει αναταραχή παντού και γίνονται συχνά επιθέσεις από το Daesh και άλλες ένοπλες ομάδες και δεν είναι περιβάλλον όπου ο ίδιος μπορεί να «[ευημερήσει] και να [προοδεύσει]».
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του αιτητή αποδέχθηκαν το προφίλ και τόπο διαμονής του (1ος ουσιώδης ισχυρισμός), απέρριψαν όμως τα όσα ισχυρίστηκε περί του ότι κατηγορήθηκε από τους Ταλιμπάν ότι ήταν κατάσκοπος και εργαζόταν για την κυβέρνηση (2ος ουσιώδης ισχυρισμός), καθώς, ως στα ερ.95-96 αναφέρεται, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τους λόγους που ο ίδιος θεωρήθηκε κατάσκοπος από τους Ταλιμπάν και ούτε να αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία για της κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του. Ομοίως, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν παρέθεσε λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία για την κατ’ ισχυρισμό έρευνα που έγινε στο σπίτι του, όπου τον αναζητούσαν, απέτυχε στο να εξηγήσει ικανοποιητικά γιατί, αφού ο ίδιος δεν εργαζόταν για την κυβέρνηση, η εμπλοκή του θείου και των ξαδέλφων του στην κυβέρνηση οδήγησε στην κατ’ ισχυρισμό στοχοποίηση του ιδίου και γιατί δεν εντοπίστηκε από τους Ταλιμπάν, παρότι πέρασε από διάφορα σημεία ελέγχου κατά το ταξίδι του στην Καμπούλ. Σε σχέση με την εξωτερική συνοχή του εν λόγω ισχυρισμού έγινε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εκ των οποίων επιβεβαιώθηκε η στοχοποίηση από τους Ταλιμπάν μελών και εργαζομένων για την (προηγούμενη) κυβέρνηση της χώρας, όμως, δεδομένης της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος. Σημειώνεται ότι στην έκθεση (ερ.98) καταγράφεται κατάλογος των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής, εκ των οποίων αυτά που αφορούν το προφίλ του έγιναν δεκτά, αυτά δε στα οποία καταγραφόταν – σύμφωνα με τον ίδιο τον αιτητή (ερ.65 – Χ2) – η ιστορία του θείου του, γραμμένη από τον ίδιο, και πληροφορίες για τον τόπο διαμονής του (από το διαδίκτυο), στα περσικά, δεν εξετάστηκαν περαιτέρω.
Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου επί του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή, υπήρξε κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υφίσταντο στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως προϋποθέσεις παροχής διεθνούς προστασίας και γι’ αυτό απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.
Σημειώνω εδώ – καθώς έχει τη σημασία του, ως θα εξηγήσω πιο κάτω – ότι ο αιτητής, ως αναφέρω και πιο πάνω, απέσυρε την προσφυγή που καταχώρησε στο Δικαστήριο κατά της ως άνω απόφασης επί της 1ης αιτήσεως ασύλου.
Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής καταγράφει ότι ζητά «άμεση ανθρωπιστική στήριξη και συνεργασία», καθώς – ως αναφέρει - στις 16/11/20 έφυγε από τη χώρα καταγωγής του «λόγω σοβαρών απειλών που [δεχόταν] από τους Ταλιμπάν», εξαιτίας του «προηγούμενου ρόλου [του αιτητή] ως Διευθυντής Μεταφορών της επαρχίας Takhar κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών του 2019» και επιπλέον, ως περαιτέρω αναφέρει, ο πατέρας του είχε ηγηθεί μιας τοπικής εξέγερσης εναντίον των Ταλιμπάν το 2018, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ίδιος «[υπηρέτησε] ως οδηγός» (ερ.125). Στο ερ.124 αναφέρει επί του τελευταίου ότι λίγες μέρες μετά την εξέγερση, της οποίας κατ’ ισχυρισμό του ηγήθηκε ο πατέρας του, οι Ταλιμπάν κατέλαβαν όλη την περιοχή και στοχοποίησαν όσους εμπλέκονταν σ’ αυτή και έτσι ο ίδιος – λόγω του αυξανόμενου κινδύνου – έφυγε από το Αφγανιστάν. Ως επίσης αναφέρει, στις 12/06/23 οι Ταλιμπάν εισέβαλαν στο σπίτι της οικογένειας του, σκότωσαν τον πατέρα του και τραυμάτισαν σοβαρά τον αδελφό του, τα δε υπόλοιπα μέλη της οικογενείας του διέφυγαν στο Ιράν, όπου και ζουν «υπό ακραία δυσχερείς συνθήκες». Τέλος, στα ερ.120-121, αναφέρει ότι η 1η αίτηση ασύλου που είχε υποβάλει απορρίφθηκε «χωρίς [να γίνει] δίκαια και ενδελεχής αξιολόγηση των άμεσων και πραγματικών απειλών που θα [αντιμετωπίσει] αν [επιστρέψει] στο Αφγανιστάν», είναι εξαιτίας τούτου σε «νομική αβεβαιότητα» (legal limbo) εδώ και 5 χρόνια, ζητά «ασφάλεια και αξιοπρέπεια», σημειώνει ότι «η στοιχειωμένη μνήμη της σφαγής του πατέρα [του] στα χέρια των Ταλιμπάν παραμένει βαθιά ριζωμένη στη ψυχή [του]» και πως αν επιστρέψει θα «είναι θανατική καταδίκη γι’ [αυτόν]».
Επισυνάπτει στην επίδικη αίτηση τα εξής:
1. Φερόμενη εκτύπωση φωτογραφίας που απεικονίζει την τοπική εξέγερση κατά των Ταλιμπάν το 2018 (ερ.124 – βλ. πιο πάνω για σχετικές αναφορές αιτητή)
2. Φερόμενες εκτυπώσεις φωτογραφίας ενός ατόμου που απεικονίζεται να κρατά στα χέρια του κεφάλι (αποκεφαλισμένο) και εκτυπώσεις φωτογραφίας ταυτότητας, που - σύμφωνα με τα σχόλια του αιτητή – το αποκεφαλισμένο πρόσωπο πρόκειται για τον πατέρα του, ως και η ταυτότητα (ερ.123)
3. Φερόμενη εκτύπωση φωτογραφίας που απεικονίζει ένα πρόσωπο με επιδέσμους στο χέρι, σε νοσοκομειακό κρεβάτι, που - σύμφωνα με τα σχόλια του αιτητή – είναι ο αδελφός του, μετά την επίθεση όπου σκοτώθηκε ο πατέρας του (ερ.122)
4. Φερόμενη εκτύπωση φωτογραφίας που απεικονίζει δύο άτομα καθήμενα, που - σύμφωνα με τα σχόλια του αιτητή – είναι ο θείος του (που απεβίωσε το 2009) και ο (τότε) πρόεδρος του Αφγανιστάν (ερ.121 – βλ. πιο πάνω για σχετικές αναφορές αιτητή)
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη αίτηση, κατέληξαν στα εξής:
Κατ’ αρχήν σημείωσαν ότι οι ισχυρισμοί του αιτητής περί του ότι ο πατέρας του ηγήθηκε τοπικής εξέγερσης το 2018 κατά των Ταλιμπάν, εξαιτίας της οποίας και στοχοποιήθηκε ο ίδιος και η οικογένεια του δεν είχαν αναφερθεί στην 1η αίτηση ασύλου, παρότι αφορούν χρόνο πριν την υποβολή της εν λόγω αίτησης. Σχετικά με την φωτογραφία που σχετίζεται με τους εν λόγω ισχυρισμούς (ερ.124) σημείωσαν – ομοίως – ότι, δεδομένου ότι αφορά κατ’ ισχυρισμό συμβάν που έγινε το 2018, είναι από υπαιτιότητα του αιτητή που δεν προσκομίστηκε προηγουμένως. Σε κάθε περίπτωση, ως κρίθηκε, δεν μπορεί απ’ αυτήν να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα των προσώπων που απεικονίζονται και «δεν στοιχειοθετεί από μόνη της προσωπικό φόβο δίωξης» και γι’ αυτό δεν έγινε αποδεκτή. Σημειώνουν δε περαιτέρω ότι οι ισχυρισμοί του περί στοχοποίησης του τοπικού πληθυσμού αλλά και του ιδίου μετά την ως άνω εξέγερση στερούνται επαρκών λεπτομερειών και στοιχείων.
Σχετικά με τους ισχυρισμούς που αφορούν την κατ’ ισχυρισμό επίθεση των Ταλιμπάν στην οικία της οικογένειας του, τον αποκεφαλισμό του πατέρα του και τον τραυματισμό του αδελφού του σημειώνουν ότι, σε σχέση κατ’ αρχή με το ερ.123, εκεί απεικονίζεται άτομο με χειμερινή ενδυμασία (παρότι ήταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτητή, Ιούνιος) να κρατά από το αυτή αποκεφαλισμένο κεφάλι άνδρα, η ταυτότητα του οποίου δεν μπορεί να εξακριβωθεί. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το αποκεφαλισμένο κεφάλι θα ήταν αναμενόμενο να φέρει περαιτέρω σημεία αιμορραγίας, πράγμα που, ως αναφέρεται, «εγείρει προβληματισμό ως προς τη γνησιότητα της εν λόγω φωτογραφίας», όπως και το ότι το κεφάλι κρατείται από το αυτί. Επίσης καταγράφεται ότι, με δεδομένο ότι το ερ.123 αφορά το 2023 είναι από υπαιτιότητα του αιτητή που δεν προσκομίστηκε προηγουμένως, εφόσον ο αιτητής δεν εξηγεί γιατί δεν το έπραξε προηγουμένως και ούτε με ποιο τρόπο περιήλθε η φωτογραφία αυτή στην κατοχή του. Η δε εκτύπωση ταυτότητας επί του ίδιου ερυθρού, η γνησιότητα της οποίας δεν μπορεί να εξακριβωθεί, δεν εξηγεί την σχέση του αιτητή με το πρόσωπο που απεικονίζεται στη φωτογραφία και την ταυτότητα. Σχετικά δε με το ερ.122, όπου κατ’ ισχυρισμό απεικονίζεται ο τραυματισμένος αδελφός του αιτητή, σημειώνεται ότι δεν μπορεί να εξακριβωθεί η ταυτότητα του προσώπου αυτού, ούτε και ο χρόνος που λήφθηκε, ούτε εξηγείται ο λόγος δεν προσκομίστηκε προηγουμένως και «δεν στοιχειοθετεί από μόνη της προσωπικό φόβο δίωξης» και γι’ αυτό δεν έγινε αποδεκτή.
Σε σχέση τέλος με το ερ.121 σημειώθηκε ότι δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν τα πρόσωπα που απεικονίζονται σ’ αυτό, η τοποθεσία και ο χρόνος λήψης της φωτογραφίας και, σε κάθε περίπτωση, δεν εξηγείται ο λόγος που δεν προσκομίστηκε προηγουμένως, ούτε και ο τρόπος που ο αιτητής την έλαβε και – σε κάθε περίπτωση - «δεν στοιχειοθετεί από μόνη της προσωπικό φόβο δίωξης» και γι’ αυτό δεν έγινε αποδεκτή.
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, συνυπολογιζομένου του ότι τα όσα είχε αναφέρει κατά την 1η αίτηση του εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν, η δε προσφυγή που άσκησε κατά της απόφασης απόρριψης της 1ης αιτήσεως αποσύρθηκε, ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ο αιτητής στην επίδικη μεταγενέστερης αίτηση δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Για τους πιο πάνω λόγους η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Σημειώνω εδώ ότι η παρούσα είχε απορριφθεί λόγω απουσίας του αιτητή κατά την μέρα και ώρα που είχε οριστεί για ακρόαση και επαναφέρθηκε μετά από αίτηση του δικηγόρου που αυτός διόρισε μετά την αρχική απόρριψη της, η οποία ακολούθως ζήτησε και έλαβε άδεια και καταχώρισε τροποποιημένη αίτηση και γραπτή αγόρευση.
Στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης η ευπαίδευτη συνήγορος του, κατόπιν εκτενών αναφορών στους ισχυρισμούς του αιτητή στα πλαίσια της εδώ επίδικης μεταγενέστερης αίτησης, σημειώνει ότι αυτοί θα έπρεπε να εξεταστούν «υπό το πρίσμα της εξωτερικής αξιοπιστίας […] και της συμβατότητας τους με τις αντικειμενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής (COI), χωρίς να απαιτείται πλήρης και ατομική απόδειξη κάθε επιμέρους περιστατικού», δεδομένου του ότι υπάρχει πλήθος διαθέσιμων πληροφοριών για διώξεις ατόμων που εμπλέκονται σε «αντιταλιμπανική δράση ή συνδεδεμένα με προηγούμενες κρατικές ή φιλοκυβερνητικές δομές», ως αναφέρει (σελ.3 αγόρευσης).
Επί των επιμέρους ισχυρισμών του αιτητή και των προσκομισθέντων εγγράφων, κατόπιν καταγραφής των ευρημάτων των καθ’ ων η αίτηση, αναφέρει ότι «εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 16Δ [του Νόμου]» απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση ως απαράδεκτη, αφού, ως εισηγείται, το «κρίσιμο νομικό ζήτημα» που θα έπρεπε εδώ να εξεταστεί είναι το «εάν και πότε τα [προσκομισθέντα στοιχεία] περιήλθαν στην κατοχή του Αιτητή και εάν αυτός, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα προσκομίσει κατά την προηγούμενη διαδικασία», καθώς – ως περαιτέρω σχετικώς εξηγεί – «παρέλειψαν να διερευνήσουν ουσιωδώς τις συνθήκες υπό τις οποίες […] απέκτησε τα νέα αποδεικτικά στοιχεία […] και εστίασαν εσφαλμένα στο χρόνο λήψης των φωτογραφιών ή στο χρόνο τέλεσης των γεγονότων που αυτές φέρονται να απεικονίζουν» και λανθασμένα κατέληξαν στο «συμπέρασμα ότι ορισμένο φωτογραφικό υλικό είναι χαλκευμένο ή τροποποιημένο, χωρίς να διενεργήσουν οποιαδήποτε τεχνική, πραγματογνωμοσύνη ή άλλη αντικειμενική έρευνα, στηριζόμενοι αποκλειστικά σε αυθαίρετη εκτίμηση και εικασία», το οποίο δεικνύει μη δέουσα και μη επαρκή έρευνα, «χωρίς συνολική συνεκτίμηση τους με τα λοιπά στοιχεία του φακέλου και τις πληροφορίες χώρας καταγωγής», που συνιστά παράβαση της οικείας νομολογίας (σελ.7 αγόρευσης).
Κατόπιν δε εκτενούς παράθεσης της οικείας νομοθεσίας η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι η κρίση επί της αξιοπιστίας των προσκομισθέντων στοιχείων ανήκει στην επί της ουσίας εξέταση μιας μεταγενέστερης αίτηση και όχι στα πλαίσια της κρίσης επί του παραδεκτού αυτής και παραθέτοντας αποσπάσματα από σχετική, ως εισηγείται, νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), καταλήγει ότι θα έπρεπε να εξεταστεί το κατά πόσο τα προσκομισθέντα στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης στοιχεία ή και έγγραφα «είναι ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αλλά και κατά πόσο ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα προσκομίσει στην προηγούμενη διαδικασία, ήτοι πότε και υπό ποιες συνθήκες περιήλθαν στην κατοχή του» και όχι να απορρίπτονται για τον λόγο ότι είναι αντίγραφα, δεδομένου του ότι, ως αναφέρει, «η προσκόμιση πρωτότυπων συχνά είναι αντικειμενικά δυσχερής» (σελ.15-16 αγόρευσης).
Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.
Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. αρ.C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημ.09/09/20, λέχθηκε, σκέψη 60, ότι: «[…] το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ’ ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.»
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία το αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει της οποίας, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να προχωρήσει σε επί της ουσίας εξέταση της, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Είναι δε σαφές εκ της χρήσης στο αρ.40 (4) της Οδηγίας του λεκτικού «η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν», ότι η εξέταση του κατά πόσο ο αιτών φέρει υπαιτιότητα για την μη προηγούμενη επίκληση ή προσαγωγή των νέων στοιχείων (αλλά και η εξέταση του κατά πόσο αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας) εντάσσεται στα πλαίσια του δεύτερου σταδίου (βλ. C-921/19, ανωτέρω) προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε και στην σκέψη 38 της C-921/19 γίνεται αναφορά στις «δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού».
Ως εκ των ως άνω συνάγεται ο σκοπός της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία και αποτελείται δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή και έγγραφα, και το 2ο, όπου εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το κατά πόσον αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, είναι να εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες και θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.
Ενόψει των ως άνω παρατηρώ εν προκειμένω τα εξής.
Το σύνολο των ισχυρισμών που παραθέτει ο αιτητής στην επίδικη μεταγενέστερης αίτηση αφορούν περαιτέρω ισχυρισμούς επί των όσων είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αίτησης που υπέβαλε (σε σχέση με τον θάνατο του θείου του το 2009 και τον ρόλο του ως τοπικού ηγέτη), οι δε λοιποί ισχυρισμοί του περί στοχοποίησης της οικογένειας του λόγω ηγετικού ρόλου του πατέρα του σε τοπική εξέγερση κατά των Ταλιμπάν το 2018 και η εισβολή τους στην οικία τους, όπου σκότωσαν τον πατέρα του και τραυμάτισαν τον αδελφό του το 2023 συνιστούν παντελώς καινοφανείς ισχυρισμούς. Συνεπώς, σε σχέση με τους ισχυρισμούς που αφορούν τον θείο του αιτητή και τη δολοφονία του το 2009 (και ερ.121), δεδομένου ότι είχαν εξεταστεί και απορριφθεί στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου (η δε προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης αποσύρθηκε από τον ίδιο) θεωρώ ότι αυτοί ορθώς κρίθηκε ότι δεν αποτελούν νέα στοιχεία και ορθώς κρίθηκαν απαράδεκτοι σ’ αυτή τη βάση.
Σε σχέση τώρα με τους καινοφανείς ισχυρισμούς του αιτητή περί εμπλοκής του πατέρα του σε τοπική εξέγερση το 2018 και του ότι ο ίδιος ήταν οδηγός στις προεδρικές εκλογές του 2019, δεδομένου ότι ουδέν ανέφερε περί τούτου κατά την 1η αίτηση (δεδομένου και πάλι ότι η προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης αποσύρθηκε) και συνυπολογιζομένου του ότι ουδέν λόγο δίδει ο αιτητής, τόσο κατά την επίδικη αίτηση όσο και στα πλαίσια της παρούσης, για την παράλειψη του αυτή, θεωρώ ότι ορθώς απορρίφθηκαν γιατί είναι εξ υπαιτιότητας του ίδιου που δεν αναφέρθηκαν προηγουμένως (ερ.144). Για τον ίδιο λόγο θεωρώ ότι το ερ.124, συνυπολογιζομένου εδώ του ότι – ως και πάλι ορθώς οι καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν – δεν μπορεί να διακριβωθεί, υπό το φως και του μικρού σχολίου του αιτητή στο κάτω μέρος του εν λόγω ερυθρού, η ταυτότητα των απεικονιζομένων εκεί, αλλά ούτε και ο χρόνος, η τοποθεσία και το γεγονός που εκεί απεικονίζεται.
Ομοίως, τα όσα ο αιτητής αναφέρει περί των όσων κατ’ ισχυρισμό ακολούθησαν της εν λόγω εξέγερσης, αλλά και τα όσα αναφέρει περί επακόλουθης δίωξης της οικογένειας του (λόγω εμπλοκής του πατέρα του στην εξέγερση), της εισβολής των Ταλιμπάν στο σπίτι της οικογένειας του αιτητή, του αποκεφαλισμού του πατέρα του και του τραυματισμού του αδελφού του τον Ιούνιο 2023, δεδομένου ότι η προσφυγή αρ.553/23 αποσύρθηκε στις 11/06/25, 2 περίπου έτη αφότου συνέβησαν τα όσα εξιστορεί ο αιτητής στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, αλλά και του ότι ουδέν λόγος δίδεται σχετικά με το γιατί δεν προώθησε την ως άνω προσφυγή του και γιατί, αφότου απέσυρε την εν λόγω προσφυγή, περίμενε περί τους 3 μήνες μέχρις να υποβάλει την εδώ επίδικη μεταγενέστερη αίτηση, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση επί του παραδεκτού αυτής. Αυτό γιατί – ως αδοκίμως εν μέρει και οι καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν – εφόσον τα όσα παραθέτει ο αιτητής έχουν ως γενεσιουργό αιτία κατ’ ισχυρισμό συμβάντα που έλαβαν χώρα το 2018 και 2019, στην απουσία σχετικής αιτιολόγησης αναφορικά με την καθυστέρηση υποβολής τους, θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη τους για τον ίδιο λόγο. Σε σχέση τώρα με τα ερ.122-123, πέραν των όσων πιο πάνω αναφέρω σε σχέση με τη γενεσιουργό αιτία των όσων εκεί απεικονίζονται (θυμίζω ότι ο αιτητής αναφέρει στο ερ.124 ότι είναι εξαιτίας της προ πενταετίας – τότε – εμπλοκής του πατέρα του σε τοπική εξέγερση που εισέβαλαν το 2023 στο σπίτι της οικογένειας, σκότωσαν τον πατέρα του και τραυμάτισαν τον αδελφό του) αλλά και συνυπολογιζομένου του ότι δεν προκύπτει σύνδεση των απεικονιζομένων εκεί προσώπων με το αφήγημα του αιτητή ή ταυτοποίησης τους, η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση είναι θεωρώ εύλογη και δεόντως αιτιολογημένη εν προκειμένω. Σημειώνω δε σχετικώς ότι, σε κάθε περίπτωση, αφενός για το ερ.123 ουδεμία ταύτιση ονόματος του ατόμου του οποίου κατ’ ισχυρισμό παρατίθεται η ταυτότητα υπάρχει με το όνομα του αιτητή (και ίσως ούτε του προσώπου που απεικονίζεται στην φωτογραφία με αυτό που φαίνεται στην ταυτότητα) και αφετέρου ουδεμία σύνδεση ή άλλο στοιχείο ή λεπτομέρεια δίδεται τόσο επί του ερ.122 αλλά ούτε και επί του όλου σχετικού αφηγήματος. Σημειώνω περαιτέρω δε ότι ουδόλως αιτιολογείται γιατί, δεδομένου ότι, στη βάση των ισχυρισμών του ίδιου του αιτητή (ερ.124), τα όσα στα ερ.122-123 εμφαίνονται έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη δράση του πατέρα του 5 έτη προηγουμένως από τον χρόνο που αυτός τοποθετεί τα όσα απεικονίζονται στα ερυθρά αυτά (θυμίζω ότι ο αιτητής, ερωτώμενος επί τούτου στη συνέντευξη στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ουδέν ανέφερε, ερ.65 -1Χ και 61-62), ουδέν υπέστη η οικογένεια του κατά τον χρόνο εκείνο και μέχρι την κατ’ ισχυρισμό εισβολή στην οικία τους.
Λεχθέντων των ως άνω επανέρχομαι επί ενός σημείου το οποίο, ως και η ίδια άλλωστε η συνήγορος του αιτητή αναφέρει, είναι εκ των παραμέτρων που εξετάζονται στα πλαίσια της κρίσης επί του παραδεκτού μια μεταγενέστερης αίτησης, ως εν προκειμένω, ήτοι, ως η ίδια το θέτει, του «κατά πόσο ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα προσκομίσει στην προηγούμενη διαδικασία, ήτοι πότε και υπό ποιες συνθήκες περιήλθαν στην κατοχή του». Εν προκειμένω λοιπόν, δεδομένου ότι τα έγγραφα που προσκομίζονται στα πλαίσια της επίδικης έχουν φερόμενο, κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου του αιτητή, χρόνο απεικονιζόμενων σ’ αυτά γεγονότων κατά πολύ προγενέστερο της ολοκλήρωσης της προσφυγής αρ.553/23 (τα πιο πρόσφατα, ερ.122-123, φέρεται να έλαβαν χώρα τον Ιούνιο 2023), την οποία ο ίδιος απέσυρε στις 11/06/25, ο αιτητής όφειλε να καταγράψει, ως καλείται άλλωστε δεόντως να πράξει (ερ.132, σημείο 10), στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης το πότε και με ποιο τρόπο περιήλθαν τα έγγραφα αυτά στην κατοχή του αιτητή και γιατί δεν τα προσκόμισε πριν. Εντούτοις ουδέν κατέγραψε ο αιτητής (βλ. ερ.129, 132) και ουδέν αναφέρει επί τούτου στα πλαίσια της παρούσης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θεωρώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση διατηρούν υποχρέωση να καλέσουν τον αιτητή και να του δώσουν την ευκαιρία να δώσει εξηγήσεις επί τούτου, από τη στιγμή που το ζήτημα της υπαιτιότητας εξετάζεται στα πλαίσια κρίσης επί του παραδεκτού μια μεταγενέστερης και δεδομένου ότι, σε κάθε περίπτωση, βάσει τόσο του αρ.43(4) του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 όσο και της νομολογίας (βλ. και Νικόλας Μελέτης ν. Δημοκρατίας (1989) 3 ΑΑΔ 347), το δικαίωμα ακρόασης δεν είναι απαραίτητο να είναι προφορικό, αλλά η σχετική επιταγή ικανοποιείται και με γραπτή παράσταση.
Τονίζω εκ νέου ότι ουδέν αναφέρει στα πλαίσια της παρούσης ο αιτητής αναφορικά με την καθυστέρηση προσκόμισης, στοιχεία κρίσιμα τόσο για την εκφορά κρίσης επί του παραδεκτού της αιτήσεως, στη βάση της επιφύλαξης του επίδικου άρθρου 16Δ ότι θα πρέπει να μην είναι εξ υπαιτιότητας του αιτητή που δεν προσκομίστηκε προηγουμένως, όσο και επί της ίδιας της αξιοπιστίας των εξεταζόμενων εν προκειμένω εγγράφων.
Εκ των ως άνω καταλήγω λοιπόν ότι ουδέν ετέθη (τόσο στους καθ’ ων η αίτηση όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου) που να αιτιολογεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο την καθυστέρηση στην υποβολή των εγγράφων που προσκομίστηκαν κατά την επίδικη εδώ μεταγενέστερη αίτηση (αλλά ούτε και των επ’ αυτού ισχυρισμών του αιτητή που αφορούν τη συμμετοχή του πατέρα του σε τοπική εξέγερση του 2018, τον ρόλο του ιδίου του αιτητή ως οδηγού στις προεδρικές εκλογές το 2019, συνεπεία των οποίων προέκυψαν και τα συμβάντα που κατ’ ισχυρισμό απεικονίζονται στις φωτογραφίες που προσκόμισε, ήτοι η θανάτωση του πατέρα και ο τραυματισμός του αδελφού του το 2023). Οι δε ισχυρισμοί που ταυτίζονται με τα όσα ανέφερε στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως (ερ.121 – περί του θείου του, ο οποίος κατ’ ισχυρισμό σκοτώθηκε σε επίθεση σε τζαμί το 2009), δεδομένου και του ότι η κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως ασκηθείσα προσφυγή αρ.553/23 αποσύρθηκε, δεν μπορούν, στην απουσία εδώ κάποιου αποδεκτού στοιχείου (μια φωτογραφία – ερ.121- που απεικονίζει δύο άτομα καθήμενα δεν αρκεί άνευ ετέρου) που να τους τεκμηριώνει ή και να προσθέτει κάτι στα όσα ανέφερε στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως του ο αιτητής, να εξεταστούν εκ νέου στα πλαίσια είτε της επίδικης αίτησης είτε της παρούσης. Άλλωστε, ομοίως με τους καινοφανείς ισχυρισμούς στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, επί των όσων έχει καταγράψει περί του θείου του (ερ.121) ουδέν εξηγεί ο αιτητής σε σχέση με το γιατί, πως και πότε ακριβώς έλαβε κατοχή του το ερ.121, γιατί δεν το είχε προσκομίσει πριν και, κυρίως, γιατί θεωρεί ότι προκύπτει εκ της ιδιότητας και του ιστορικού του θείου του κίνδυνος για τον ίδιο σήμερα, 17 χρόνια μετά τον θάνατο του θείου του και χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποιο συγκεκριμένο συμβάν (που αφορά τον αιτητή) που να συνδέεται μ’ αυτόν.
Συνοψίζω και πάλι ότι ο αιτητής ουδέν ανέφερε που να αποδεικνύει ότι η μη προηγούμενη προσκόμιση των εγγράφων που προσκόμισε και η μη προηγούμενη διατύπωση των νέων ισχυρισμών του (στα πλαίσια της επίδικης αίτησης) δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου, δεδομένου ότι ο αιτητής είχε κάθε δυνατότητα «να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο» αλλά ουδέν έπραξε. Ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να επιτρέπει διαφορετική αντιμετώπιση της υπό κρίση αιτήσεως, η οποία και θεωρώ ότι ουδεμία άλλη κατάληξη θα μπορούσε να έχει και ουδεμία ανάγκη υπήρχε για κλήση του αιτητή σε συνέντευξη. Άλλη προσέγγιση των εδώ επίδικων ζητημάτων, υπό το φως και της ως άνω νομολογίας, θα καθιστούσε κατ’ ουσία κάθε μεταγενέστερη αίτηση όπου είτε προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί είτε προσκομίζονται νέα έγγραφα/στοιχεία παραδεκτή και θα οδηγούσε, ενάντια στο γράμμα και πνεύμα του Νόμου αλλά και της Οδηγίας, σε εξέταση επί της ουσίας των στοιχείων που απαρτίζουν την μεταγενέστερη αίτηση, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις προϋποθέσεις παραδεκτού και χωρίς να συνυπολογίζεται το γεγονός ότι ο αιτητής είχε κάθε ευκαιρία (στη διοικητική και δικαστική διαδικασία που προηγήθηκε) να προβάλει τους ισχυρισμούς αυτούς αλλά και να προσκομίσει τα νέα στοιχεία/έγγραφα.
Λεχθέντων των ως άνω καταλήγω ότι εν προκειμένω – παρότι, ίσως, για του λόγους που εξηγώ πιο πάνω, να είναι εδώ εκ του περισσού που οι καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε εξέταση και αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτητή και των προσκομισθέντων εγγράφων επί του περιεχομένου τους (στην οποία ενδεχομένως, ως και η συνήγορος του αιτητή εδώ εισηγείται, να παρείσφρησε και εξέταση επί της ουσίας αυτών), δεδομένου ότι προηγείτο η εξέταση του κατά πόσο τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί (αλλά και τα έγγραφα) του αιτητή δεν αναφέρθηκαν προηγουμένως και δεν προσκομίστηκαν για λόγους που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα του ιδίου, τα ευρήματα τους ότι ουδέν εκ των προσκομισθέντων στοιχείων αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα χορήγησης διεθνούς προστασίας είναι, ομοίως, ορθά.
Σημειώνω εδώ ότι, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».
Καταλήγω λοιπόν ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επίδικη αίτηση, παρότι, ως και ως άνω εξηγώ, ουδεμία άλλη ενασχόληση με το περιεχόμενο των προσκομισθέντων εγγράφων χρειαζόταν να γίνει εν προκειμένω. Συμφωνώ δε ότι – ως και πάλι πιο πάνω εξηγώ – οι όσοι ισχυρισμοί του αιτητή άπτονται του ρόλου του πατέρα του και του ιδίου στα πλαίσια της κατ’ ισχυρισμό τοπικής εξέγερσης του 2018 και εκλογών του 2019 δεν μπορούν, δεδομένου του ότι ουδέν αναφέρθηκε που να αιτιολογεί γιατί δεν αναφέρθηκαν στα πλαίσια των προηγούμενων διαδικασιών, να εξεταστούν επί της ουσίας στα πλαίσια είτε της επίδικης αίτησης είτε της παρούσης.
Για σκοπούς πληρότητας κρίνεται σκόπιμη η αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (επαρχία Takhar), σε επικαιροποιημένη βάση.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (τελευταία ενημέρωση 29/05/26), στην επαρχία Takhar, σημειώθηκαν 26 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence" περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 20 ανθρώπινες απώλειες.[1] Ο πληθυσμός της επαρχίας Takhar ανέρχεται περί το 1 εκατομμύριο κατοίκων.[2]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[3] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21).
Δεν παραγνωρίζω ότι, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, το καθεστώς των Ταλιμπάν έχει επιβάλει σκληρούς κανόνες στη χώρα, με συχνές παραβιάσεις βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βίας και στοχοποίησης ατόμων συγκεκριμένου προφίλ. Ιδιαίτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι (της προηγούμενης κυβέρνησης), μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, δημοσιογράφοι, υπερασπιστές δικαιωμάτων, θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες, οι οποίοι αποτελούν στόχο διώξεων. [4] Όμως ο αιτητής εδώ είναι ενήλικας (περί των 29 ετών), υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, διαθέτει στον τόπο διαμονής οικογενειακό δίκτυο (γονείς/αδέλφια) και, δεδομένων όσων πιο πάνω αναφέρω, ενόψει του ότι οι ισχυρισμοί του στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως έχουν εξεταστεί και απορριφθεί, η δε επίδικη εδώ μεταγενέστερη αίτηση ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, είναι κατάληξη μου ότι ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να καταδεικνύει εύλογη πιθανότητα δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Τα ως άνω σφραγίζουν την τύχη της παρούσης.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Afghanistan, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (πρόσβαση στις 05/06/2026)
[2] City Population, Takhar, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/afghanistan/admin/18__takh%C4%81r/ (πρόσβαση 05/06/2026)
[3] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[4] EUAA (European Union Agency for Asylum), Afghanistan Country Focus, January 2026, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf, (πρόσβαση 26/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο