Β. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1627/23, 27/7/2026
print
Τίτλος:
Β. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1627/23, 27/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1627/23

 

                                                                27 Ιουλίου 2026            

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Β. S.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κα Ρ. Προδρόμου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση                          

Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα            

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου που κοινοποιήθηκε στις 22/05/23 δι’ επιστολής ημ.12/05/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση και προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από τη Σενεγάλη, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων τον Απρίλιο 2021 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 19/05/21 (ερ.1-3, 9-10, 44).

Στις 28/03/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.25-44). Με το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 28/04/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.60-73). Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός στα αγγλικά και μεταφράστηκε στα γαλλικά, τα οποία κατανοεί, στις 22/05/23 (ερ.74, 2).

Η αίτηση αποτελείται από χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ.1 επί του οποίου δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και χωρίς έκθεση γεγονότων. Αυτό που αναφέρει ο αιτητής είναι ότι ενίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση γιατί «η ζωή [του] βρίσκεται σε κίνδυνο αν [επιστρέψει] πίσω, από την κοινότητα κι από τους γονείς [του]».

Ενόψει της μη συμπερίληψης οποιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στην παρούσα αίτηση, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της. Με βάση λοιπόν τα διαλαμβανόμενα στο αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος και αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018) προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα του «επειδή [είναι] θύμα 3 αποπειρών δολοφονίας, αρκετών απειλών και επιθέσεων», ως δε περαιτέρω εξηγεί «όλα άρχισαν στις 02/01/21 όταν [τον] έπιασαν με έναν ομοφυλόφιλο που αποδεικνύει την αμφιφυλοφιλική [του] φύση (my bisexual statusκαι «έκτοτε [δίνει] κακή εντύπωση στην κοινωνία».         

Στην επίδικη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι είναι υγιής γεννήθηκε στο χωριό Medina Gounasse, όταν ήταν 5 ετών μετοίκησε στο Tambacounda και από το 2017 μέχρι και που έφυγε από τη Σενεγάλη ζούσε «μεταξύ Dakar και Tambacounda» (ερ.39), όπου - όταν διέμενε στο Dakar – ζούσε μόνος του και - όταν αυτός διέμενε στη Tambacounda – ζούσε με την μητέρα του. Είναι άγαμος, άτεκνος, έχει 3 αδελφές, οι οποίες διαμένουν στο χωριό Medina Gounasse, όπου διέμενε και πατέρας του μέχρι που αυτός απεβίωσε το 2015, ο δε αιτητής επικοινωνεί μόνο με την μητέρα του.

Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ερωτώμενος σχετικά, ο αιτητής δήλωσε ότι το έπραξε εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ο οποίος, ως ανέφερε, δεν είναι αποδεκτός στην κοινωνία, η οποία «θεωρούσε ότι δεν [είναι] καλός άνθρωπος και κατάρα για την κοινωνία» και εξαιτίας αυτού ο αιτητής έχασε «τους πάντες εκτός από την μητέρα [του]», η οποία  - ως ανέφερε - έκανε πολλές προσπάθειες για να «το βγάλει» (σ.σ. τον προσανατολισμό του) απ’ αυτόν, αλλά απέτυχε. Ο αιτητής ανέφερε ότι κάθε μέρα ένιωθε ότι απειλείτο, ότι εξευτελιζόταν, ότι βρισκόταν σε κίνδυνο, δεν είχε τον σεβασμό της οικογένειας του και πέρασε «μεγάλο μέρος της ζωής [του] κρύβοντας τον αληθινό [του] εαυτό» και, επειδή δεν μπορούσε να κρύβεται πλέον, έφυγε απ’ τη χώρα του. 

Ερωτώμενος  αιτητής αν υπήρξε συγκεκριμένο συμβάν που τον οδήγησε να φύγει απ’ τη χώρα του ανέφερε ότι μια μέρα τον Δεκέμβριο, που δεν θέλει να θυμάται, «ορισμένοι [τον] παγίδευσαν και [ο αιτητής έπεσε] στην παγίδα τους όπου [τον] έπιασαν, [τον] κτύπησαν, [τον] εξευτέλισαν και [του] έκαναν κάθε είδους κακά πράγματα», ήταν δε «έτοιμοι να [τον] σκοτώσουν και λόγω του Θεού [κατάφερε] να [διαφύγει]».

Ερωτώμενος αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ο αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος προσδιορίζεται ως αμφιφυλόφιλος (bisexual). Ως ανέφερε ο αιτητής, γεννήθηκε έτσι, η παιδική του ηλικία ήταν «φυσιολογική όπως κάθε άλλο παιδί», στην αρχή «[έπαιζε] με άλλα αγόρια και μετά [αντιλήφθηκε] ότι δεν [ενδιαφέρεται] για γυναίκες αλλά περισσότερο για άνδρες». Αυτό έγινε στην ηλικία των 15-17, όταν δοκίμασε «πράγματα» με ένα άνδρα που τον ενδιέφερε και «εξελίχτηκε φυσιολογικά, αν και [είχε] σχέσεις με κοπέλες» κατά τον ίδιο χρόνο και τότε άλλαξε η ζωή του. Ερωτώμενος για τον αυτοπροσδιορισμό του ως αμφιφυλόφιλος ο αιτητής ανέφερε ότι «δεν [γνωρίζει] ποιος [είναι]» και ότι «κάποια στιγμή, [έκανε] και τα δύο, [δηλαδή ήταν] αυτός που διείσδυε και επίσης λάμβανε», ερωτώμενος δε περαιτέρω ανέφερε ότι «[ελκύεται] από γυναίκες όμως όταν [κάνει] σεξ (σ.σ. μαζί τους) δεν [νιώθει ]τίποτε». Όταν η μητέρα του αντιλήφθηκε την κλίση του αιτητή, θεώρησε πως είχε κατάρα και με voodoo προσπάθησε να τον «γιατρέψει» από την εν λόγω κατάσταση, όμως μετά συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν αναγκαίο.

Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι γνώριζε άτομα με τον ίδιο σεξουαλικό προσανατολισμό στη Σενεγάλη και τους συναντούσε «με κρυφό τρόπο», «σε δωμάτια στο πανεπιστήμιο ή άλλα μέρη», δεν γνωρίζει οργανισμούς ή ομάδες που βοηθούν την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, γνωρίζει όμως τον οργανισμό HST, το οποίο, ως ανέφερε ερωτώμενο σχετικά, πρόκειται για ακρωνύμιο του «Homosexual Trans», με έδρα στο Λονδίνο, και ο ίδιος επικοινώνησε μαζί τους με email. Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι δεν μίλησε με κανένα για τα όσα ένιωθε για τους άνδρες όμως τώρα πολλοί γνωρίζουν, μεταξύ των οποίων η οικογένεια του, η οποία αρχικά είχε «υποψίες», οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από το «περιστατικό τον Δεκέμβριο, το οποίο έκανε γνωστό στους πάντες» τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ως ανέφερε. Η μητέρα του ήταν ήρεμη και γι’ αυτήν ο αιτητής ήταν άρρωστος και έπρεπε να τον γιατρέψει. Ερωτώμενος για τα αισθήματα του όταν μαθεύτηκε στην οικογένεια του ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν ανακουφισμένος, φοβόταν και επίσης ένιωθε ντροπή, αφού η θρησκεία του (μουσουλμανισμός) «είναι πολύ αυστηρή για την ομοφυλοφιλία» και γι’ αυτό ο ίδιος δεν έχει θρησκεία πλέον και – περαιτέρω – ανέφερε ότι η ομοφυλοφιλία διώκεται και τιμωρείται με 3 ή περισσότερα έτη φυλάκισης στη Σενεγάλη, σύμφωνα με την νόμο.

Ερωτώμενος για τις σχέσεις του με ομόφυλα άτομα ο αιτητής ανέφερε ότι «[είχε] πολλές, δεν [μπορεί] να τις [μετρήσει», ήταν (κατά τη συνέντευξη) σε σοβαρό δεσμό και είχε και άλλους σοβαρούς δεσμούς στη Σενεγάλη, ο δε σημαντικότερος του δεσμός ήταν ο 1ος, όταν ήταν 13 ετών έπαιζε (σ.σ. μαζί με τον δεσμό του) και η δε σχέση ξεκίνησε όταν ήταν 15-17 ετών και ήταν μέσω αυτής που «[συνειδητοποίησε] ποιος [ήταν]» και, ως ανέφερε, είχε αισθήματα για τον δεσμό του αυτό. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι «[περνούσαν] χρόνο μαζί, όπως κάθε άλλος φυσιολογικός άνθρωπος», ήταν «μια φυσιολογική σχέση, όπως με κάποιους που βγαίνουν (someone who date και έκαναν μαζί «όλα όσα κάνει ένα ζευγάρι, [κοιμόντουσαν] μαζί», αυτός ήταν ήρεμος και ψηλός και είχαν δεσμό από το 2015 μέχρι που ο αιτητής έφυγε από τη Σενεγάλη, δεν διατηρεί δε επαφή μαζί του.

Ερωτώμενος περαιτέρω ο αιτητής ανέφερε ότι είχε ακόμα ένα δεσμό στη Σενεγάλη, όχι σοβαρό, από τον Αύγουστο 2020, όταν τον γνώρισε σε ένα γάμο, αντάλλαξαν στοιχεία επικοινωνίας, «[συναντιόντουσαν] και [μιλούσαν] αλλά όχι σε βαθύ προσωπικό επίπεδο (intimate, ήταν ψηλότερος και δυνατός, «καλός άνθρωπος», ήταν μαζί για 3-4 μήνες και – ως ανέφερε – «δεν είχε (αυτός ο άνδρας) σχέση μαζί [με τον αιτητή], ήθελε όμως να [τον] παγιδεύσει». Καλούμενος να αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό όπου είχε υποστεί πρόβλημα εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού ο αιτητής ανέφερε ότι τον Δεκέμβριο 2020, όταν πήγαν κάπου με τον 2ο δεσμό του, κάποιοι τους περίμεναν στο δωμάτιο και, μετά που αυτοί φιλιόντουσαν για πέντε λεπτά, η πόρτα άνοιξε και μπήκαν 3 άτομα, άρχισαν να τον τραβούν απ’ τα ρούχα, φώναζαν και τον προσέβαλλαν, τον πήραν έξω και τότε ο αιτητής κατάφερε να τρέξει και να φύγει, τραυματίστηκε με γυαλί στο γκαράζ και νοσηλεύτηκε για 2-3 μέρες σε νοσοκομείο. Τότε η μητέρα του τον επισκέφτηκε και του είπε ότι γείτονες την επισκέπτονταν και ρωτούσαν για να μάθουν για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και ότι αν τον δουν θα τον σκοτώσουν. Ο ίδιος έφυγε την ίδια νύχτα, πήγε στο Dakar, η μητέρα του είπε στον αιτητή ότι «το όνομα [του] αμαυρώθηκε» και ότι θα πρέπει να φύγει από τη χώρα και αυτός έφυγε περί τον 1 μήνα μετά απ’ αυτό.

Ερωτώμενος αν η μητέρα του αντιμετώπισε κάτι εξαιτίας τούτου ανέφερε ότι «πάντα είχε προβλήματα (η μητέρα του) εξαιτίας του σεξουαλικού [του] προσανατολισμού» και, όταν ρωτήθηκε για τον δεσμό που είχε στη Δημοκρατία – ως είχε αναφέρει – ο αιτητής ανέφερε ότι είναι χαλαρός και δεν φοβάται, δεν γνωρίζει αν συνέβη κάτι άλλο στη Σενεγάλη από τον καιρό που έφυγε, καθότι δεν ρωτά να μάθει σχετικά. Ερωτώμενος αν μπορεί να ζήσει με ασφάλεια σε άλλο μέρος στη Σενεγάλη ανέφερε ότι «το πρόβλημα είναι ποιος [είναι], το οποίο είναι απαγορευμένο σε όλη τη Σενεγάλη».

Κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι είναι αμφιφυλόφιλος

Ο 1ος εκ των ως άνω ισχυρισμών έγινε αποδεκτός. Ο 2ος απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Σε σχέση με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για το πως αντιλήφθηκε ότι έλκεται ερωτικά από άνδρες, ήταν γενικόλογος αναφορικά με το πότε αντιλήφθηκε την εν λόγω έλξη, σε δε πιο διευκρινιστική ερώτηση ο αιτητής ήταν πάλι ασαφής, καθώς ανέφερε ότι περίπου στην ηλικία 15-17 το αντιλήφθηκε μέσω των σχέσεων του και τελικά, στις τέσσερις φορές που ερωτήθηκε σχετικά, παρέμενε γενικόλογος, ασαφής, χωρίς να είναι θέση να δώσει εύλογα αναμενόμενες πληροφορίες για την εσωτερική συνειδητοποίηση αναφορικά με την ερωτική του έλξη προς του άνδρες.

Εν συνεχεία ο αιτητής παρουσιάστηκε ανακριβής και μη ευλογοφανής, εφόσον δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί συγκεκριμένα στις αλλαγές που βίωσε όταν αυτός αντιλήφθηκε και αποδέχτηκε το ότι είναι αμφιφυλόφιλος, η μόνη δε αλλαγή που βίωσε, ως ανέφερε, είναι ότι δεν έλκεται πλέον από γυναίκες, με τις οποίες υποστήριξε ότι μπορεί να βρίσκεται σε φιλική αλλά όχι ερωτική σχέση. Περαιτέρω, ως κρίθηκε, ο  αιτητής δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σχετικά με τις σχέσεις που είχε στο παρελθόν, ανέφερε ότι είχε πάρα πολλές αλλά ακολούθως αναφέρθηκε μόνο σε 2, οι οποίες ήταν πιο σοβαρές, χωρίς να προσδίδει οιανδήποτε περαιτέρω λεπτομέρεια επί των λεγόμενών του. Ακόμα και αναφορικά με τις σοβαρές σχέσεις στις οποίες και αναφέρθηκε – ως κρίθηκε - δεν ήταν σε θέση να δώσει ολοκληρωμένες απαντήσεις και να εξηγήσει πως από φιλία η πρώτη του σοβαρή σχέση κατέληξε σε σχέση, δεν ήταν σε θέση να μιλήσει για τα συναισθήματα που είχε με τον άνδρα αυτόν στη σχέση του, δεδομένου ότι η σχέση διήρκησε αρκετά χρόνια, ενώ θα αναμενόταν από τον αιτητή να είναι σε θέση να δώσει παραπάνω πληροφορίες για την πρώτη σχέση του, να περιγράψει το πως περνούσαν τον χρόνο τους, τον άνδρα με τον οποίο είχε δεσμό και να αναφέρει βιωματικά στοιχεία της καθημερινότητας τους μαζί.

Περαιτέρω σε ερώτηση που τέθηκε αναφορικά με τη αντίδραση της οικογένειάς του σε σχέση με το ότι είναι αμφιφυλόφιλος, ο τελευταίος ανέφερε ότι η μητέρα του ήταν ήρεμη, καθώς θεωρούσε ότι ο αιτητής είναι άρρωστος και θα τον γιάτρευε από τα μάγια που είχε. Παρά τούτο , ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν συγκεκριμένος αναφορικά με το πως θα τον γιάτρευε, καθώς ανέφερε μόνο ότι θα έκανε voodoo, χωρίς να επεξηγεί τίποτα περαιτέρω και ουδέν ανέφερε σχετικά με την αντίδραση των λοιπών μελών της οικογένειάς του με λεπτομέρειες καθώς ανέφερε μόνο ότι η οικογένειά του ενημερώθηκε για την κατάστασή του από (ασήμαντα) γεγονότα, που τους έκαναν να τον υποπτεύονται, χωρίς να εξηγεί περαιτέρω, παρότι ερωτήθηκε σχετικά. Επίσης, ως κρίθηκε, δεν ήταν περιγραφικός και συγκεκριμένος για τις αντιδράσεις της οικογένειάς του, παρά μόνο ότι τον συμβούλευσαν να εγκαταλείψει τη χώρα. Αναφορικά με τα προσωπικά του συναισθήματα σε σχέση με την αντίδραση της οικογένειάς του, απάντησε γενικόλογα και – όταν ρωτήθηκε σχετικά με το πως νιώθει δεδομένου ότι η ομοφυλοφιλία διώκεται από την προηγούμενη θρησκεία του, την κοινωνία και τη νομοθεσία της Σενεγάλης, αποκρίθηκε ότι είναι απογοητευμένος και λυπάται, χωρίς να δίνει παραπάνω πληροφορίες ή να επεξηγεί περαιτέρω, όπως θα αναμενόταν.

Αναφορικά με το φόβο του αιτητή να υποστεί βλάβη ή να διωχθεί από τη χώρα καταγωγής του ο  αιτητής, ως κρίθηκε, δεν είχε πλήρη αντίληψη της νομοθεσίας στη Σενεγάλη και δεν ήταν σε θέση να δώσει παραπάνω λεπτομέρειες, ενώ θα αναμενόταν από εκείνον, δεδομένου ότι – ως ανέφερε - έχει πτυχίο νομικής. Σε ερώτηση που του τέθηκε αναφορικά με το πως προστάτευε τον εαυτό του ώστε να μην τον συλλάβουν οι αρχές, ισχυρίστηκε γενικόλογα ότι απλώς ήταν προσεκτικός, χωρίς να αναφέρει κάτι περεταίρω. Σε σχέση με το περιστατικό που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο 2020 και τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής, επί το πλείστο παρέμεινε γενικόλογος και μη συγκεκριμένος, καθώς δεν ήταν συγκεκριμένος σχετικά με το πως κατάφερε να ξεφύγει από τους άνδρες που τον χτύπαγαν, δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για το τι έκαναν οι εν λόγω άνδρες, όπου - δεδομένου του μορφωτικού του επιπέδου – κρίθηκε πως θα αναμενόταν να προσδώσει παραπάνω πληροφορίες και να ήταν πιο σαφής ως προς τα λεγόμενά του και τις περιγραφές του.

Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού εντοπίστηκαν διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) που επιβεβαιώνουν ότι η ομοφυλοφιλίας ποινικοποιείται, όπως και φαινόμενα βίας και διακρίσεων εναντίον ατόμων ΛΟΑΤΚΙ και παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Εντούτοις, εξαιτίας της ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Tambacounda), σε συνάρτηση και με το προφίλ του, ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης.

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.

Στα πλαίσια των γραπτών του αγορεύσεων όσο και προφορικά στις διευκρινήσεις, ουδέν πρόσθεσε επί των ισχυρισμών του ο αιτητής, επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσία τα όσα είχε αναφέρει κατά την επίδικη αίτηση, προσκόμισε όμως δύο έγγραφα, τα οποία ζήτησε άδεια όπως καταθέσει στα πλαίσια της παρούσης. Συγκεκριμένα προσκόμισε εκτύπωση από εφημερίδα ημ.04/01/21 (και μετάφραση στα ελληνικά) και επιστολή από την οργάνωση ACCEPT, ημ.21/10/25, συνταχθείσα στα Ελληνικά. Κατόπιν εξέτασης του αιτήματος προσαγωγής μαρτυρίας, αφού ζητήθηκε από τα μέρη να τοποθετηθούν, δόθηκε άδεια και τελικά κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 η επιστολή ημ.21/10/25, δεν δόθηκε όμως αντίστοιχη άδεια για την προσκόμιση του φερόμενου αποκόμματος από εφημερίδα ημ.04/01/21, καθώς, ως κρίθηκε, παρότι εξηγήθηκε γιατί αυτό δεν είχε προσκομιστεί κατά την επίδικη αίτηση (δεν του δόθηκε η ευκαιρία) δεν εξηγήθηκε δεόντως η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προσκόμιση του εγγράφου αυτού στα πλαίσια της παρούσης, ήτοι γιατί δεν το έπραξε με την πρώτη ευκαιρία, είτε με την γραπτή του αγόρευση στις 20/10/23 ή σε κάποια άλλη εμφάνιση του στο Δικαστήριο. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, ως στο ερ.25 καταγράφεται, ο αιτητής είχε δεόντως ενημερωθεί κατά τη συνέντευξη ότι, αν επιθυμεί να προσκομίσει έγγραφα θα πρέπει να το πράξει εντός 5 ημερών, ουδεμία δε αιτιολογία δόθηκε σχετικά με τον λόγο που δεν είχε το έγγραφο αυτό μαζί του κατά τη συνέντευξη.

Καλούμενος να τοποθετηθεί προφορικά κατά τις διευκρινήσεις ο αιτητής ανέφερε ότι είχε πει στη συνέντευξη ότι μαστιγώθηκε, ότι η νομοθεσία είναι πολύ σκληρή στη Σενεγάλη για άτομα ΛΟΑΤΚΙ και ότι ίσως υποστεί ακρωτηριασμό βάσει παραδοσιακών πρακτικών από την οικογένεια του.

Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι η προσβαλλόμενη εδώ απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή επί της ουσίας αυτής, ελήφθη στα πλαίσια ορθής και επιμελούς διαδικασίας, και, με αναφορές στα ευρήματα αξιοπιστίας του αιτητή και στην τελική τους κατάληξη, αναφέρουν ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και τα επιμέρους ευρήματα τους είναι εύλογα και ορθά. Αναφορικά με τα τεκμήρια και ισχυρισμούς του καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της παρούσης εισηγήθηκαν ότι αυτά δεν τεκμηριώνουν τα όσα ο αιτητής αναφέρει κατά την επίδικη αίτηση και συνεπώς δεν δύνανται να διαφοροποιήσουν την κατάληξη ότι δεν υφίσταται ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας εν προκειμένω.

Σχετικά κατ’ αρχή με τον ισχυρισμό περί της αδυναμίας του να εκφραστεί επαρκώς κατά τη συνέντευξη (αγόρευση αιτητή ημ.20/10/23) σημειώνω ότι, από ανάγνωση του επίδικου πρακτικού της συνέντευξης δεν μπορώ να εντοπίσω πλημμέλεια στη διαδικασία και, σε κάθε περίπτωση, ενόψει της εξουσίας του Δικαστηρίου για πλήρη και εξ υπαρχής έλεγχο των γεγονότων και των νομικών ζητημάτων που την περιβάλλουν, θεωρώ ότι τούτο δεν αρκεί από μόνο του για να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να συνδέεται με κάποιο ισχυρισμό ο οποίος, συνεπεία των ισχυριζόμενων παραλείψεων, δεν αναφέρθηκε και εκ του οποίου να δεικνύεται ότι η απόφαση θα μπορούσε να είναι διαφορετική επί της ουσίας, δεδομένου και του ότι το Δικαστήριο ασκεί πρωτογενή κρίση και στα πλαίσια της παρούσης μπορεί να προσφερθεί περαιτέρω μαρτυρία ή και άλλοι ισχυρισμοί, προς υποστήριξη του αιτήματος. Εν προκειμένω μάλιστα δόθηκε άδεια στον αιτητή να προσκομίσει έγγραφο και να αναφέρει ό,τι άλλο επιθυμούσε επί της ουσίας του αιτήματος του στα πλαίσια της παρούσης.

Σχετική είναι και η απόφαση του ΔΕΕ στην C-756/21, ECLI:EU:C:2023:523, ημ.29/06/23, όπου το Δικαστήριο, πραγματευόμενο ερωτήματος επί των συνεπειών παραβάσεως του καθήκοντος συνεργασίας, κατέληξε στα εξής, στις σκέψεις 71-72:

«71. Αφετέρου, σε περίπτωση που προκύπτει εξαρχής ή σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή κατορθώσει να αποδείξει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε απάντηση, ενδεχομένως, στους ισχυρισμούς του αιτούντος διεθνή προστασία, ότι η απόφαση δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι διαφορετική, ακόμη και αν δεν υφίστατο η εν λόγω παράβαση, δεν προκύπτει ότι υφίστανται παρεχόμενα από το δίκαιο της Ένωσης δικαιώματα των οποίων η άσκηση θα καθίστατο πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο ασκεί το ίδιο, όπως αναφέρει, έλεγχο του βασίμου της εν λόγω αποφάσεως, οπότε, σε μια τέτοια περίπτωση, η εξαφάνιση της αποφάσεως και η αναπομπή της υποθέσεως ενώπιον του IPAT θα ενείχαν τον κίνδυνο απλής επανάληψης του ελέγχου και άσκοπης παράτασης της διαδικασίας.

72. Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η διαπίστωση, στο πλαίσιο της ασκήσεως προβλεπόμενου από το εθνικό δίκαιο δευτεροβάθμιου δικαστικού ελέγχου, παραβάσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας που προβλέπει η εν λόγω διάταξη δεν απαιτείται να επισύρει οπωσδήποτε, αφ’ εαυτής, την εξαφάνιση της αποφάσεως περί απορρίψεως της προσφυγής που ασκήθηκε κατά αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε αίτηση διεθνούς προστασίας, δεδομένου ότι είναι δυνατόν να απαιτηθεί από τον αιτούντα διεθνή προστασία να αποδείξει ότι η απόφαση περί απορρίψεως της προσφυγής θα μπορούσε να είναι διαφορετική, αν δεν υφίστατο η εν λόγω παράβαση.»

Ενόψει του ότι οι λοιποί ισχυρισμοί, οι οποίοι συνιστούν κατ’ ουσία διάφορες πτυχές της δέουσας έρευνας, συνδέονται και συμπλέκονται με την ουσία της παρούσης, προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και δεδομένων αναφορικά με τον ισχυρισμό του αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού και τις κατ’ ισχυρισμό πράξεις διώξεως που λόγω τούτου υπέστη, ως αποτυπώνονται στις δηλώσεις του ιδίου, οι οποίες καταγράφονται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Εν προκειμένω, διερχόμενος με προσοχή το πρακτικό της συνέντευξης αλλά και την επίδικη έκθεση των καθ’ ων η αίτηση,  αποδέχομαι – ως ήταν και η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση - ότι οι ελλείψεις εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών σχετικά με τα όσα ανέφερε για την κατ’ ισχυρισμό δίωξη του ιδίου και της μητέρας του λόγω της εμπλοκής της στην πολιτική και τον σεξουαλικό προσανατολισμό του ιδίου, τα κενά, η παντελής εδώ απουσία βιωματικών στοιχείων και η γενικότητα των αναφορών του καθιστούσε τα λεγόμενα του αιτητή στερούμενα εσωτερικής συνοχής και συνεπώς ορθά απορρίφθηκε ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή ως αναξιόπιστος.

Εξηγώ.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται σελ.204, τα εξής:

«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες.

Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ’ αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)], βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα και εξηγείται, με πρακτικά παραδείγματα, στον δεύτερο τόμο του εγχειριδίου με τίτλο Credibility assessment training manual της Ουγγρικής Επιτροπής του Ελσίνκι.

[…]

Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα.»

Σημειώνω βεβαίως κατ’ αρχή ότι στα πλαίσια της εξέτασης ισχυρισμών που αφορούν σεξουαλικό προσανατολισμό δεν χωρούν τυποποιημένες προσεγγίσεις και η αξιολόγηση αξιοπιστίας δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικά πρότυπα (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-148/13-C-150/13, A. B. C., ημ.02/12/14). Περαιτέρω δεν πρέπει να ζητείται από τον αιτητή να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για σεξουαλικές εμπειρίες ή να προσφέρει σχετικά στοιχεία ή άλλης μορφής μαρτυρία. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί επίσης ότι το μοντέλο DSSH, του οποίου έγινε χρήση στην εξέταση της επίδικης αίτησης, είναι αντικείμενο προβληματισμού[1], ως βασιζόμενο (σε ένα βαθμό) επί στερεοτυπικών αντιλήψεων, και γι’ αυτό θεωρώ ότι η χρήση του θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.

Στην απόφαση Α. Β. C. του ΔΕΕ (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής κατατοπιστικά στις σκέψεις 61-65, επί του ζητήματος αξιολόγησης αξιοπιστίας στα πλαίσια υποθέσεων ως η παρούσα.

 «61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.

62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.

63. Επομένως, η αδυναμία ενός αιτούντος άσυλο να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή λόγο για να συναχθεί η αναξιοπιστία του αιτούντος, στο μέτρο που η προσέγγιση αυτή είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 καθώς και του άρθρου 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85.»

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών και νομολογίας, είναι κατάληξη μου, σε συμφωνία με τους καθ’ ων η αίτηση, ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει στα πλαίσια της επίδικης αίτησης – ούτε κατ’ ελάχιστο – εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες αναφορικά με τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού του προσανατολισμού, τα αισθήματα και βιώματα του στα πλαίσια της πορείας του αυτής και δεν παρέχει καμία συγκεκριμένη λεπτομέρεια για τα βιώματα του στα πλαίσια της πορείας και διεργασιών μέσα από τα οποία συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και των όσων ακολούθησαν. Σημειώνω σχετικά ότι ο αιτητής δεν μπορούσε να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο για τις σχέσεις του, περιορίστηκε δε σε γενικόλογες, αόριστες και εν πολλοίς μονολεκτικές αποκρίσεις στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν και αφορούσαν τα βιώματα του στα πλαίσια των σχέσεων που είχε, την καθημερινότητα του,  τον χρόνο που περνούσε με τους συντρόφους του, τα χαρακτηριστικά τους, το πως αυτοί γνωρίστηκαν, αλλά και το πως εξελίχτηκε σε σχέση η γνωριμία τους. Όλες οι απαντήσεις που έδωσε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν στερούμενες εύλογα αναμενόμενων λεπτομέρειών, χωρίς αναφορά σε κάποιο ιδιαίτερο γεγονός, που εντυπώθηκε στη μνήμη του αιτητή, έστω φωτογραφικά, σε σχέση με τις εμπειρίες του στα πλαίσια – ιδιαιτέρως – της μακρόχρονης και σημαντικής γι’ αυτόν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, πρώτης σχέσης του, επί της οποίας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει (ακριβώς) την ηλικία του όταν αυτή άρχισε. Επιπροσθέτως ουδέν ανέφερε για τις αντιδράσεις της οικογένειας του αλλά και το περιστατικό τον Δεκέμβριο 2020, που ήταν και η αιτία που έφυγε από τη χώρα, επί του οποίου δεν ήταν σε θέση να παρέχει λεπτομέρειες για το τι έγινε, πως διέφυγε, τι του ειπώθηκε και ούτε να τοποθετήσει αυτό με ακρίβεια χρονικά. Επί όλων των πιο πάνω αναφερθέντων σημείων θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να είναι σε θέση ο αιτητής, με δεδομένη και την πανεπιστημιακή του μόρφωση (πτυχίο νομικής), να δώσει περαιτέρω πληροφορίες και εξηγήσεις στις πολλές επ’ αυτού ερωτήσεις που τέθηκαν και να αναφέρει περισσότερα στοιχεία, τα οποία και θα έδιναν την αναμενόμενη βιωματική διάσταση στο αφήγημα του, αλλά και να δώσει περαιτέρω πληροφορίες για τη νομοθεσία της χώρας επί της ομοφυλοφιλίας, δεδομένης (και πάλι) της πανεπιστημιακής του μόρφωσης.

Δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ περαιτέρω παρά μόνο θα παραπέμψω, αναφορικά με τα επιμέρους σημεία της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή, στα ερ.64-69, όπου καταγράφονται τα σχετικά ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση, στα οποία γίνεται αναφορά και πιο πάνω, στα πλαίσια παράθεσης της επίδικης αίτησης, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, επί των οποίων δεν έχω τίποτε να προσθέσω και τα οποία υιοθετώ ως έχουν.

Ενόψει των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι εν προκειμένω, εκ του αφηγήματος του αιτητή, απουσιάζει κάθε ψήγμα πλήρους, συνεκτικής, ευλογοφανούς παράθεσης σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που ο αιτητής παραθέτει, εκ του οποίου θεωρώ ότι διαβρώνεται η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του και τα οποία περιέχουν τόσα πολλά κενά, ασάφειες και αοριστίες που μοιάζουν περισσότερο με εκ των υστέρων επινόημα του ιδίου.

Αναφορικά τώρα με την εξωτερική συνοχή των ισχυρισμών του αιτητή σημειώνω ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν στην επίδικη έκθεση, με παράθεση διαθέσιμων επί τούτου πληροφοριών (ΠΧΚ), δεν αμφισβητείται ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ αντιμετωπίζουν στη Σενεγάλη κίνδυνο δίωξης από τις Αρχές αλλά και το κοινωνικό σύνολο, κακομεταχείρισης, κοινωνικού αποκλεισμού και φυλάκισης (δεδομένου ότι η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται), τα οποία επιβεβαιώνονται και από σχετικά ΠΧΚ που εντοπίζω. [2]

Όμως η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, καθώς η συμφωνία των ισχυρισμών του με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, τη στιγμή που στερείται εσωτερικής συνοχής, για τους λόγους που λεπτομερώς ανωτέρω εξηγούνται, ενόψει και της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας. Aν η αξιολόγηση γινόταν στη βάση και μόνο της εξωτερικής συνοχής (ήτοι της ύπαρξης μιας πρακτικής ή φαινομένου ή κατάστασης, ως γενική πληροφορία, ως εν προκειμένω της πιθανότητας δίωξης ατόμων ΛΟΑΤΚΙ στη Σενεγάλη), θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών για τούτον και μόνο τον λόγο, οι οποίοι στερούνται εσωτερικής συνοχής και θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή, εδώ ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση τους. Άλλωστε, ως στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου» (EASO), στη σελ.97, αναφέρεται, «είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»

Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή μπορεί να γίνει αποδεκτός, περιλαμβανομένων και των καινοφανών ισχυρισμών του περί του ότι μαστιγώθηκε, επί του οποίου, ως ορθώς οι καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν στις διευκρινίσεις, ουδέν καταγράφεται στο πρακτικό της επίδικης συνέντευξης, αφού στο σημείο στο οποίο και παρέπεμψε ο αιτητής αναφέρεται το περιστατικό όπου κατ’ ισχυρισμό κτυπήθηκε από αγνώστους, όχι όμως ότι μαστιγώθηκε.

Σχετικά με το έγγραφο προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης σημειώνω τα εξής.

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Εν προκειμένω η επιστολή της οργάνωσης ACCEPT ημ.21/10/25 δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για γνήσιο έγγραφο, όμως αυτό από μόνο του, δεδομένου ότι η εγγραφή σε ομάδα στήριξης ατόμων ΛΟΑΤΚΙ, στην απουσία εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή επί τούτου (ως κρίθηκε και πιο πάνω), δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει τέτοιο ισχυρισμό. Σημειώνω ότι δεν αμφισβητείται ότι ο αιτητής είναι όντως, ως πιστοποιείται στο εν λόγω έγγραφο, μέλος της οργάνωσης ACCEPT, όμως αυτό δεν συνιστά καθ’ οιονδήποτε τρόπο τεκμηρίωση του σεξουαλικού του προσανατολισμού και δεν ενισχύει τα όσα ανέφερε κατά την επίδικη συνέντευξη, δεδομένων των πολλών και σημαντικών κενών που εντοπίστηκαν. Άλλωστε η οργάνωση ACCEPT, ως και στον ιστότοπο[3] της αναφέρεται, προάγει την «προάσπιση, διεκδίκηση και προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ΛΟΑΤKΙ προσώπων και την εξάλειψη των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων, του στιγματισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού» και η εγγραφή σ’ αυτή δεν προϋποθέτει αλλά ούτε και τεκμηριώνει τον σεξουαλικό προσανατολισμό του εγγραφόμενου σ’ αυτήν μέλους. Η δε καταγραφή της φράσης «εξ όσων γνωρίζουμε και ειλικρινά πιστεύουμε ο [αιτητής] είναι ομοφυλόφιλο άτομο» δεν θα μπορούσε εδώ, ενόψει και του ότι ουδόλως εξηγείται το που στηρίζεται η δήλωση αυτή του εκδότη της επιστολής, να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του αιτητή περί τούτου και δεν αρκεί εν προκειμένω για να υπερκερασθούν οι ελλείψεις που εντοπίστηκαν στους ισχυρισμούς του αιτητή.

Απομένει λοιπόν μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Dakar και Tambacounda), δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου, αυτός πηγαινοερχόταν μεταξύ των δύο αυτών πόλεων.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες (τελευταία ενημέρωση στις 13/06/26), σημειώθηκαν 11 περιστατικά ασφαλείας στο Dakar, τα οποία οδήγησαν σε ένα θάνατο. Για την ίδια με την ως άνω περίοδο, στην Tambacounda δεν σημειώθηκαν περιστατικά ασφαλείας.[4]

Η Dakar αποτελεί την πρωτεύουσα της Σενεγάλης, με πληθυσμό περί το ένα εκατομμύριο κατοίκων.[5] Η Tambacounda είναι πόλη και πρωτεύουσα της ομώνυμης περιφέρειας στην νοτιοανατολική Σενεγάλη, περί τα 500 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Dakar, με πληθυσμό περί τις 160.000 κατοίκων. [6], [7] 

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική ή άλλη προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις, λαμβανομένης υπόψη του ότι το αφήγημα του δεν γίνεται αποδεκτό, που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[8] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Συνυπολογίζω εν προκειμένω ότι ο αιτητής είναι υγιής, περί των 28 ετών σήμερα, διαθέτει πανεπιστημιακή μόρφωση, με εργασιακή εμπειρία (έστω σύντομη) και διατηρεί σε ένα εκ των τόπων διαμονής του (Tambacounda), όπου αυτός έζησε αρκετά χρόνια, οικογενειακό δίκτυο (μητέρα), με την οποία και επικοινωνεί.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή του αιτητή συνιστά επαναπροώθηση του, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ.

Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Βλ. Zisakou S (2021) Credibility Assessment in Asylum Claims Based on Sexual Orientation by the Greek Asylum Service: A Deep-Rooted Culture of Disbelief. https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fhumd.2021.693308/full

[2] IRB - Senegal: The situation of sexual minorities, including legislation, treatment by society and authorities, state protection and support services (2014-October 2018) - https://www.ecoi.net/en/document/1452922.html  

[4] Προσαρμοσμένη έρευνα  στη βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer

[5] World Population Review, Dakar, Senegal, https://worldpopulationreview.com/cities/senegal/dakar (ημερομηνία πρόσβασης 22/07/2026).

[7] World Population Review, Tambacounda, Senegal, https://worldpopulationreview.com/cities/senegal/tambacounda (πρόσβαση 22/07/2026).

[8] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο