ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1668/2025
24 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
S.H.M.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτοπροσώπος
Κυριάκος Ιμανίμης για Νικόλα Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα].
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 27/05/2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 16/11/2021 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα.
Ακολούθως, ο αιτητής κλήθηκε τηλεφωνικώς από αρμόδιο λειτουργό στις 13/09/24, 17/09/24, 18/09/24 προκειμένου να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του. Στις 03/10/2024 κλήθηκε με επιστολή, ώστε να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη για τις 25/10/2024. Παρά τις προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας και την αποσταλείσα επιστολή, δεν ήταν εφικτή η πραγματοποίηση συνέντευξης του για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος του για διεθνή προστασία.
Στις 30/10/2024, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του αιτητή και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του. Συνεπώς, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε μετά από την προαναφερόμενη διαδικασία πως ο αιτητής σιωπηρά έχει αποσύρει την αίτηση του ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν. Στις 30/10/2024 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την Έκθεση/Εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου/διακοπή της διαδικασίας του αιτητή και κρίθηκε πως είναι δυνατή η επιστροφή του αιτητή στη χώρα του. Στις 30/10/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του αιτητή η οποία στάλθηκε ταχυδρομικώς στον αιτητή στις 11/11/2024. Στις 27/11/2024, ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 31/12/2024 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, με το οποίο εφαρμόστηκε αυτόματο επανάνοιγμα του φακέλου.
Στις 16/01/2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου και στη συνέχεια, στις 19/05/2025 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με την συνέντευξη του aιτητή. Στη συνέχεια, στις 27/05/2025 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του αιτητή. Στις 10/06/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή. Ακολούθως, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο αιτητής στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία εμφανίστηκε αυτοπροσώπος και καταχώρησε Γραπτή Αγόρευση στα πλαίσια της οποίας ισχυρίστηκε πως κινδυνεύει λόγω των απειλών και των αβάσιμων κατηγοριών εκ μέρους της οικογένειας του αποβιώσαντος αδελφού του. Όπως ισχυρίστηκε ο αδελφός του απεβίωσε στις 4/8/2021 και κατηγορήθηκε άδικα για το θάνατό του από την μητριά του και μητέρα του αποβιώσαντος αδελφού του. Ο αιτητής ανέφερε πως ζητά τη λήψη μέτρων προκειμένου να σταματήσουν οι απειλές που δέχεται, να αποδοθεί η δικαιοσύνη και οι υπεύθυνοι να τιμωρηθούν και ζητά την προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας, εφόσον δηλώνει πως δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και της παρουσίασης του διοικητικού φακέλου δόθηκε η δυνατότητα στον αιτητή να παραθέσει οτιδήποτε ο ίδιος επιθυμούσε σε σχέση με το αίτημά του αλλά και αναφορικά με την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο αιτητής δήλωσε πως δεν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε επιπρόσθετο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι απειλείτο από την οικογένεια του εξαιτίας κάποιου σοβαρού ζητήματος που προέκυψε (ερυθρό 28 του διοικητικού φακέλου). Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείς στην επαρχία Masima της Kinshasa, ενώ ανέφερε πως διέμενε για τρείς μήνες στην Ngaliema της Kinshasa μαζί με τους παππούδες του και τη μητέρα του. Σε αυτή την περιοχή διέμενε προτού αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του (ερυθρά 27 4χ-5χ και 23 7χ-13χ του διοικητικού φακέλου). Είναι χριστιανός ευαγγελικός στο θρήσκευμα, ομιλεί γαλλικά, lingala και λίγα αγγλικά.
Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε πως ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε για ένα χρόνο σε ιατρική σχολή, ωστόσο διέκοψε τις σπουδές του, τον Ιούλιο του έτους 2020, εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε (ερυθρά 27 8χ, 24 1χ και 25 11χ-14χ του διοικητικού φακέλου). Ως προς το επάγγελμά του, ισχυρίστηκε ότι δεν εργαζόταν στην χώρα καταγωγής του επειδή σπούδαζε. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πως βιοποριζόταν μετά το τέλος των σπουδών του, ο αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του τον υποστήριζε οικονομικά. Στην Κύπρο εργάστηκε σε ξενοδοχείο ως καθαριστής.
Σε σχέση με την οικογένειά του, ο αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε στις 03/03/2018 και στο επάγγελμα ήταν επιχειρηματίας πωλητής. Η μητέρα του αιτητή ζει στην κοινότητα Ngaliema και ανέφερε πως ο αδελφός του δέχθηκε πυροβολισμό από άγνωστο πρόσωπο και απεβίωσε στις 04/08/2021. Ο αιτητής ανέφερε ότι έχει μητριά και ακόμα δύο θετά αδέλφια. Δήλωσε ότι από τότε που απεβίωσε ο πατέρας του η σχέση του με την μητριά του και τα θετά του αδέλφια δεν είναι καθόλου καλή. Ο αιτητής ανέφερε ότι έχει επικοινωνία με την μητέρα του σχεδόν καθημερινά και πιο σπάνια με τους παππούδες του.
Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 23/09/2021 από το αεροδρόμιο N’Djili της Κινσάσα χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, διαθέτοντας διαβατήριο και φοιτητική άδεια. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είχε συλληφθεί ή τεθεί υπό κράτηση στη χώρα καταγωγής του. Δήλωσε ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του δεν θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε ότι από τότε απεβίωσε ο πατέρας του άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα με την οικογένειά του. Μετά το θάνατο του πατέρα του, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Τα θετά του αδέλφια του ζήτησαν να πωλήσουν τη οικογενειακή οικία που τους άφησε ο πατέρας τους και άρχισαν να διαπληκτίζονται. Όπως δήλωσε, η μητριά του ήταν αυτή που δημιουργούσε τα προβλήματα. Λόγω των απειλών που δεχόμασταν απευθύνθηκαν στην αστυνομία η οποία τους συμβούλευσε να λύσουν τα οικογενειακά προβλήματα μεταξύ τους. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο ένας θετός τους αδελφός απεβίωσε και τους κατηγόρησαν ότι αυτοί ευθύνονται για το θάνατό του και δεν τους επέτρεψαν να παρευρεθούν ούτε στην κηδεία του.
Μετά από αυτό το γεγονός πυροβόλησαν τον αδελφό του και απεβίωσε. Τότε ξεκίνησαν να απειλούν τον αιτητή με θάνατο γιατί εάν απεβίωνε και αυτός η οικία θα έμενε σε αυτούς και θα μπορούσαν να την πωλήσουν. Εξαιτίας αυτών των περιστατικών αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δήλωσε πως δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα στη χώρα καταγωγής του και πρόσθεσε πως ουδέποτε έχει κρατηθεί ή συλληφθεί στη χώρα του. Σε περίπτωση επιστροφής του, ο αιτητής ανέφερε ότι θα τον σκοτώσουν επειδή επιθυμούσαν να πωλήσουν το σπίτι, ενώ δήλωσε πως ο ίδιος δεν αποδεχόταν να προχωρήσουν σε πώληση και γι’ αυτό το λόγο θα βρίσκεται σε ανασφάλεια.
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή, ως κατωτέρω: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή και (2) Ισχυριζόμενη απειλή λόγω κτηματικής διαμάχης ανάμεσα στον αιτητή και την θετή του οικογένεια.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον λειτουργό και συγκεκριμένα ως προς τον τόπο καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του, για τους οποίους κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή ήταν ακριβείς και συνάδοντες με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, σε σχέση με την κτηματική διαμάχη ανάμεσα στον αιτητή και την θετή του οικογένεια, ο αιτητής κατά την αφήγησή του, ανέφερε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2018 άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα με τα θετά του αδέλφια και την μητριά του για το σπίτι που άφησε κληρονομιά ο πατέρας του. Η κληρονομιά που άφησε ο πατέρας του ανήκει σε αυτόν, στον αδελφό του και στα θετά του αδέλφια. Η μητριά του και τα θετά του αδέλφια ζήτησαν από τον αιτητή και τον αδελφό του να συμφωνήσουν και να πουλήσουν την οικία που τους άφησε κληρονομιά ο πατέρας τους. Ο αιτητής και ο αδελφός του αρνήθηκαν με αποτέλεσμα να αρχίσουν να τους απειλούν.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι πρώτες απειλές κατά της ζωής του έλαβαν χώρα τον Ιούνιο του 2021, ενώ οι τελευταίες τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο θετός του αδελφός απεβίωσε τον Ιούνιο του 2021, ενώ ο αδελφός του έχασε τη ζωή του τον Αύγουστο του 2021, συνεπεία πυροβολισμού από άγνωστο πρόσωπο. Κατά τους ισχυρισμούς του, μετά τον θάνατο του αδελφού του οι απειλές που δεχόταν προκειμένου να συναινέσει στην πώληση της οικογενειακής οικίας εντάθηκαν, καθότι, όπως υποστήριξε, επιδίωξη των προσώπων που τον απειλούσαν ήταν η θανάτωσή του, ώστε η οικία να παραμείνει αποκλειστικά στα ονόματα των θετών του αδελφών και να καταστεί εφικτή η πώλησή της. Δήλωσε ακόμη ότι κατά τον Αύγουστο του 2021 καταδιώχθηκε δύο φορές από τη συμμορία Kuluna με μαχαίρι και με σκοπό την εξόντωσή του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πιθανολογεί πως η εν λόγω συμμορία ενεργούσε κατόπιν αμοιβής από τρίτο πρόσωπο, εξαιτίας της κληρονομίας που του είχε αφήσει ο πατέρας του. Τέλος, υποστήριξε ότι η μητέρα του, όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που διέτρεχε, τον βοήθησε αρχικά να κρυφτεί στην Ngaliema και ακολούθως να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του.
Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει το ενδεχόμενο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής δήλωσε ότι η μητριά του και τα θετά του αδέλφια θα τον θανατώσουν, προκειμένου να προβούν στην πώληση της οικίας. Πέραν των ανωτέρω, δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε άλλο λόγο που να δικαιολογεί την αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, κατά την αξιολόγηση του εν λόγω σκέλους του αιτήματός του, διαπιστώνεται ότι ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, ενώ οι δηλώσεις του παρουσίασαν ουσιώδεις χρονικές ανακολουθίες.
Ειδικότερα, αναφορικά με την επικαλούμενη κτηματική διαφορά με τη θετή του οικογένεια, ο αιτητής κρίθηκε πως δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες. Όταν ρωτήθηκε, πότε του ζητήθηκε για πρώτη φορά να συναινέσει στην πώληση της οικίας, αρκέστηκε να αναφέρει αόριστα ότι αυτό συνέβη το 2021, χωρίς να προσδιορίσει οποιοδήποτε χρονικό σημείο. Ακολούθως, όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το πρώτο σχετικό περιστατικό, απάντησε γενικά ότι υπήρχαν καυγάδες και ότι η θετή του οικογένεια απαιτούσε την πώληση της οικίας, χωρίς ο ίδιος και ο αδελφός του να συναινούν. Παρά το ότι του διευκρινίστηκε η ανάγκη να περιγράψει το συγκεκριμένο περιστατικό και του δόθηκε εκ νέου η δυνατότητα να συμπληρώσει την αφήγησή του, περιορίστηκε να επαναλάβει ότι υπήρχε έντονη διαμάχη και ότι δεχόταν πιέσεις να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Ακόμη και σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης, όταν του ζητήθηκε να περιγράψει αναλυτικότερα τους μεταξύ τους διαπληκτισμούς, δεν προσέθεσε οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο, πέραν της επανάληψης ότι δεχόταν πιέσεις για την πώληση της οικίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ευλόγως αναμενόταν να είναι σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια το πρώτο περιστατικό, τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκαν οι διαφωνίες, το περιεχόμενο όσων του λέχθηκαν, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκαν οι επικαλούμενες πιέσεις. Εντούτοις, δεν παρέθεσε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ικανά να τεκμηριώσουν τον σχετικό ισχυρισμό.
Ομοίως, οι ισχυρισμοί του περί απειλών δεν συνοδεύτηκαν από επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Μολονότι δήλωσε ότι οι απειλές εκδηλώθηκαν μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου του 2021, όταν κλήθηκε να παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεχόταν απειλές και ότι δύο φορές καταδιώχθηκε από τη συμμορία Kuluna με μαχαίρι. Κληθείς να αναφερθεί στις απειλές που φέρεται να δεχόταν από τη θετή του οικογένεια, επανέλαβε απλώς ότι τον πίεζαν να υπογράψει για την πώληση της οικίας. Παρά το ότι του επισημάνθηκε ότι αναμενόταν να παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες και του δόθηκε η δυνατότητα να συμπληρώσει τους ισχυρισμούς του, περιορίστηκε να αναφέρει ότι στην περιοχή Masina δραστηριοποιούνται πολλές συμμορίες, τις οποίες συναντά κανείς στον δρόμο. Όταν δε του διευκρινίστηκε ότι η ερώτηση αφορούσε τις απειλές από τη θετή του οικογένεια και όχι τη συμμορία Kuluna, απάντησε ότι φοβόταν να κυκλοφορεί επειδή δεν αισθανόταν ασφαλής. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός περί απειλών από τη θετή του οικογένεια δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί, καθόσον δεν συνοδεύτηκε από επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Ενόψει των ανωτέρω πληροφοριών η εσωτερική αξιοπιστία του αφηγήματος του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.
Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε στην αίτησή του πως ο όρος Kuluna αναφέρεται σε μέλη οργανωμένων εγκληματικών συμμοριών. Οι πηγές αναφέρονται στους Kuluna ως «ληστές». Οι συμμορίες τους αποτελούνται από νεαρούς άντρες κάτω των 20 ετών που προέρχονται από φτωχές οικογένειες. Οι Kulunas διαπράττουν ληστείες, τραυματισμούς, βιασμούς και δολοφονίες και χρησιμοποιούν μαχαίρια και μπουκάλια. Χαρακτηρίζονται ως αντικοινωνικά άτομα υπό την επήρεια ναρκωτικών, είναι οπλισμένοι με μαχαίρια και ραβδιά, σταματούν τους περαστικούς και τους κλέβουν χρήματα, κοσμήματα, κινητά τηλέφωνα, πορτοφόλια κ.λπ.), σαν να βρίσκονται σε ζούγκλα.
Παραπέμποντας σε πηγές πληροφόρησης, ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε πως η κυβέρνηση της ΛΔΚ είναι ενάντια των Kuluna και πηγές αναφέρουν ότι οι αρχές της χώρας προχώρησαν σε συλλήψεις των Kuluna και ότι άρχισε να παρουσιάζεται μείωση του προβλήματος των Kuluna στην Kinshasa. Τέλος, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου έκρινε πως τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή δεν έγινε αποδεκτός, καθώς εντοπίστηκε έλλειψη επαρκών πληροφοριών κατά το αφήγημά του.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον αποδεκτό ισχυρισμό και, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, την δυνατότητα οικονομικής του επιβίωσης σε περίπτωση επιστροφής του και την γενικότερα επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή της Kinshasa, που συνιστά την περιοχή καταγωγής του αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή και συγκεκριμένα στην Kinshasa, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τον αιτητή, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Διαπιστώνω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθόσον έγινε αποδεκτός ο τόπος καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή, οι σχετικές δε δηλώσεις του κρίθηκαν ακριβείς και συμβατές με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Επομένως, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα συμφωνήσω απόλυτα με τα όσα με λεπτομέρεια καταγράφει ο αρμόδιος λειτουργός στην εισήγησή του. Ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και πειστικές πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του και δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τους σχετικούς ισχυρισμούς του, καθόσον οι δηλώσεις του στερούνταν επαρκών και συγκεκριμένων πληροφοριών, ενώ παρουσίαζαν και ουσιώδεις χρονικές ανακολουθίες.
Ειδικότερα, ως προς την επικαλούμενη κτηματική διαφορά με τη θετή του οικογένεια, διαπιστώνω ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Παρά το γεγονός ότι του δόθηκε η ευκαιρία να εξειδικεύσει τους ισχυρισμούς του, επανέλαβε, χωρίς ουσιώδεις λεπτομέρειες, ότι δεχόταν πιέσεις να υπογράψει για την πώληση της οικίας. Ακόμη και σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης, όταν κλήθηκε να περιγράψει τους μεταξύ τους διαπληκτισμούς, δεν προσέθεσε οποιοδήποτε νέο στοιχείο πέραν της γενικής αναφοράς ότι δεχόταν πιέσεις για την πώληση της οικίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ευλόγως ανέμενα να είναι σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια το πρώτο περιστατικό, το περιεχόμενο των μεταξύ τους συνομιλιών και τον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκαν οι φερόμενες πιέσεις. Αντ' αυτού, παρέμεινε σε γενικόλογες αναφορές, οι οποίες δεν επαρκούν για να τεκμηριώσουν τον σχετικό ισχυρισμό.
Ομοίως, κρίνω ότι ούτε οι ισχυρισμοί του περί απειλών υποστηρίχθηκαν με επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Μολονότι δήλωσε ότι οι απειλές εκδηλώθηκαν από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο του 2021, όταν κλήθηκε να τις εξειδικεύσει περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεχόταν απειλές και ότι η συμμορία Kuluna τον καταδίωξε δύο φορές με μαχαίρι. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο θετός του αδελφός ήταν μέλος της εν λόγω συμμορίας και συμμετείχε στην καταδίωξή του. Όταν όμως ερωτήθηκε ειδικά για τις απειλές που, κατά τους ισχυρισμούς του, δεχόταν από τη θετή του οικογένεια, επανέλαβε απλώς ότι τον πίεζαν να υπογράψει για την πώληση της οικίας. Παρά το ότι του επισημάνθηκε η ανάγκη να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες, περιορίστηκε να αναφερθεί γενικά στην ύπαρξη συμμοριών στην περιοχή Masina. Μάλιστα, όταν του διευκρινίστηκε ότι οι ερωτήσεις αφορούσαν τη θετή του οικογένεια και όχι τη συμμορία Kuluna, απάντησε μόνο ότι φοβόταν να κυκλοφορεί επειδή δεν αισθανόταν ασφαλής. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι ο ισχυρισμός του περί απειλών από τη θετή του οικογένεια δεν τεκμηριώνεται, εφόσον δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιστατικά ή λεπτομέρειες κατά το αφήγημά του.
Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του αιτητή, θα πρέπει να αναφερθεί πως τα λεγόμενα του αιτητή είναι και το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Αναφορικά με τους Kulunas και την δράση εγκληματικών συμμοριών στη χώρα, το Συμβούλιο Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά (Immigration and Refugee Board of Canada -IRB) σε έκθεση του δημοσιευθείσας το 2017, επικαλούμενο πλήθος διάφορων πηγών, παραθέτει ότι ο όρος Kuluna αναφέρεται «σε εγκληματία ή σε ομάδα εγκληματιών υπεύθυνη για σοβαρά εγκλήματα» αλλά και «μέλη οργανωμένων εγκληματικών ομάδων-συμμοριών», συνεχίζει πως οι kulunas είναι ένα «αστικό φαινόμενο», με παρουσία στην Kinshasa και απαριθμεί τα ακόλουθα εγκλήματα ως τα πιο συχνά διαπραχθέντα από τις συμμορίες kuluna: ληστείες, τραυματισμοί, βιασμοί και δολοφονίες[1]. Επιπλέον, απόκριση (COI query) του EUAA του Ιανουαρίου του 2022 αναφέρει πως το φαινόμενο των συμμοριών νεαρών γνωστών ως Kulunas πιστεύεται ότι εμφανίστηκε στην Kinshsa γύρω στο έτος 2000, ένεκα της επικρατούσας κατάστασης ανομίας.[2]
Έρευνα του Global Initiative Against Transnational Organized Crime του Μαΐου 2021 καταγράφει πως ένα τμήμα της ανασφάλειας στην Kinshasa αποδίδεται στις αστικές συμμορίες νέων ονόματι Kulunas και αναφέρει πως «οι συμμορίες Kulunas δρουν σε συγκεκριμένες και ορισμένες τοποθεσίες, αυτό σημαίνει ότι «κατέχουν» και «προστατεύουν» μια γειτονιά, επιτίθενται στους ξένους που περνούν από το έδαφος αυτής χωρίς να στοχοποιούν αυτούς που διαμένουν εκεί. Αναπόσπαστο τμήμα της ζωής και της βιωσιμότητας των Kulunas αποτελεί η διαμάχη με άλλες συμμορίες»[3].
Τα όσα αναφέρει ο αιτητής αφορούν προσωπικό του βίωμα και δεν μπρορούν να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ο εντοπιστός των Kuluna σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν συνεπάγεται πως τις ισχυριζόμενες επιθέσεις τις έκαναν αυτοί με το κίνητρο που ο αιτητής επικαλείται. Οι δηλώσεις του αιτητή κατά τη συνέντευξη αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο του αιτήματός του και δεν συνέτρεχαν λόγοι για περαιτέρω διερεύνηση μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Κατά συνέπεια, ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού τεκμηριώθηκε. Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη σε γενικές και αόριστες αναφορές κατά το αφήγημά του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αιτητής με τη Γραπτή Αγόρευσή του είναι γενικοί, αόριστοι και στερούνται συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να μπορούν να αξιολογηθούν ως προς τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα, οι αναφορές του σε απειλές, αβάσιμες κατηγορίες και κίνδυνο για τη ζωή του δεν συνοδεύονται από επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τον χρόνο, τον τρόπο εκδήλωσης, τους δράστες ή οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις σε σχέση με όσα ο ίδιος είχε αναφέρει κατά τη διοικητική διαδικασία, όπου δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω κτηματικής διαφοράς μεταξύ του ιδίου και της θετής του οικογένειας. Του δόθηκε μάλιστα η δυνατότητα να αναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ο ίδιος επιθυμούσε πράγμα που δεν έπραξε.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελαν θεωρηθεί αληθείς οι ισχυρισμοί περί οικογενειακής διαφοράς, απειλών και αβάσιμων κατηγοριών, αυτοί δεν καταδεικνύουν, άνευ ετέρου, δίωξη για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης (φυλή, θρησκεία, εθνικότητα, πολιτικές πεποιθήσεις ή συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα), ούτε τεκμηριώνουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια της συμπληρωματικής προστασίας. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ανάγονται σε ιδιωτικής φύσεως οικογενειακή και περιουσιακή διαφορά, χωρίς να προκύπτει αδυναμία ή απροθυμία των αρμόδιων αρχών της χώρας καταγωγής του να του παρέχουν αποτελεσματική προστασία. Ως εκ τούτου, δεν δύνανται να θεμελιώσουν δικαίωμα παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ο κατ' ουσίαν έλεγχος που διενεργεί το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναζήτηση στοιχείων. Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου εξετάζω όλα τα ζητήματα με τον τρόπο που αυτά τίθενται από το συνήγορο του αιτητή χωρίς να υπερβαίνω βεβαίως τα όρια της διοικητικής διαδικασίας.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για την πληρότητα της έρευνας, στην διοικητική περιφέρεια της Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, περιοχή πρότερης συνήθους διαμονής του αιτητή πριν αναχωρήσει από την χώρα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 26/06/2026), καταγράφηκαν 167 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων τα 60 αφορούσαν περιστατικά πολιτικής βίας (Ο όρος «Political violence» περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες). Από τα συνολικά περιστατικά ασφαλείας προκλήθηκαν 51 ανθρώπινες απώλειες, εκ των οποίων οι 48 είναι καταγεγραμμένες ως συνδεόμενες με τα περιστατικά πολιτικής βίας.[4] Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της διοικητικής επαρχίας της Kinshasa για το έτος 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[5]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[6] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση”. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[7]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €600 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: “Kuluna” gangs, including areas where they have influence; government efforts against them, including effectiveness and resources available; state protection available to victims and its effectiveness (2013-August 2017) [COD105962.FE], 21 August 2017, https://www.ecoi.net/en/document/1455470.html
[2] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Congo, Democratic Republic of Congo: Operation Likofi during 2018 in Kinshasa [Q1-2022], 6 January 2022https://www.ecoi.net/en/file/local/2066333/2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdf, σελ2.
[3] Global Initiative Against Transnational Organized Crime, Criminals or Vigilantes? The Kuluna Gangs of the Democratic Republic of Congo, May 2021, σελ.4-5, https://globalinitiative.net/wp-content/uploads/2021/06/Criminals-or-vigilantes-The-Kuluna-gangs-of-the-Democratic-Republic-of-Congo-GITOC.pdf
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events / Fatalities, All Events/Political Violence, Past Year, KInshasa, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[5] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
[6] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4,
[7] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο