B.B.H. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1823/2022, 21/7/2026
print
Τίτλος:
B.B.H. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1823/2022, 21/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  1823/2022

21 Ιουλίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

1.    B.B.H.

2.    M.P.G.

από Ιράν

            Αιτητές

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος Αιτητών: Χρ. Πατσαλίδης για Χρίστος Α. Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε.

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Λ. Βελίκοβα (κα)

 

Οι Αιτητές παρόντες

[Διερμηνείς: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα, Lima Wahedi, για διερμηνεία από Farsi στην αγγλική) και αντίστροφα]

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, οι Αιτητές προσβάλλουν την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 30.01.2022 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα τους για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού  εξεταστούν  οι  εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται  η  σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση των Αιτητών, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ. 1» ή «διοικητικός φάκελος 1»).

 

Οι Αιτητές πολίτες Ιράν αποτελούν οικογένεια, μητέρα και τέκνο. Αφού εισήλθαν παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση περιοχές η Αιτήτρια 1 (στο εξής αναφερόμενη ως «η Αιτήτρια») υπέβαλε για την ίδια και για λογαριασμό του τέκνου της (Αιτητής 1, στο εξής αναφερόμενος ως «Αιτητής») που κατά εκείνο το χρόνο ήταν ανήλικος αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας. Στις 19.11.2021 και 2.12.2021 πραγματοποιήθηκε προσωπική συνέντευξη στην Αιτήτρια από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός») και στις 3.12.2021 στον Αιτητή. Ο Λειτουργός με την από 11.1.2022 Έκθεση- Εισήγησή του προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου με την απόφασή του ημερομηνίας 30.1.2022 ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης των Αιτητών. Η από 10.2.2022 απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης κοινοποιήθηκαν στους Αιτητές στις 8.3.2022. Εναντίον της απόφασης αυτής, οι Αιτητές καταχώρισαν την υπό εξέταση προσφυγή.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Με την προσφυγή και τις γραπτές τους αγορεύσεις, οι Αιτητές προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν πλημμελούς διοικητικής έρευνας και στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι ο διαχωρισμός της υπόθεσής τους από εκείνη της ενήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας υπήρξε αδικαιολόγητος, ότι δεν διερευνήθηκαν επαρκώς οι ισχυρισμοί τους και ιδίως η επικαλούμενη μεταστροφή τους στον Χριστιανισμό και ο θρησκευτικός τους βίος στη Δημοκρατία, ότι η προσωπική τους συνέντευξη δεν διεξήχθη προσηκόντως, ότι δεν επετράπη στον Αιτητή να προσκομίσει σχετικά έγγραφα και ότι η εμπλοκή λειτουργών της EASO κατά τη διενέργεια της συνέντευξης και τη σύνταξη της εισήγησης ήταν μη σύννομη. Περαιτέρω, επικαλούνται (δια της συμπληρωματικής τους αγόρευσης) τις εξελίξεις που ακολούθησαν τον θάνατο της Mahsa Amini, υποστηρίζοντας ότι η επιδείνωση της κατάστασης στο Ιράν, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή τους σε αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις στη Δημοκρατία και τη θρησκευτική τους μεταστροφή, ενισχύει τον κίνδυνο δίωξής τους σε περίπτωση επιστροφής.

 

Επισημαίνεται ότι κατά τον χρόνο που η παρουσα προσφυγή εκκρεμούσε, η ενήλικη θυγατέρα της Αιτήτριας και αδελφή του Αιτητή, αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγα στα πλαίσια της προσφυγής αρ. 1784/2021[1].  

 

Ενόψει τουτου, οι Αιτητές, προβάλλουν ότι πρόκειται για νέο ουσιώδες στοιχείο, το οποίο πρέπει να συνεκτιμηθεί, δεδομένου ότι οι αιτήσεις όλων των μελών της οικογένειας στηρίζονται, κατ' ουσίαν, στο ίδιο πραγματικό υπόβαθρο και στον ίδιο επικαλούμενο φόβο δίωξης.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε νόμιμα, κατόπιν δέουσας και επαρκούς έρευνας, με πλήρη αιτιολογία και σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό και ενωσιακό νομοθετικό πλαίσιο. Υποστηρίζουν ότι η συμμετοχή των λειτουργών της EASO ήταν σύννομη, ότι οι Αιτητές δεν απέδειξαν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν, ότι οι μεταγενέστερες εξελίξεις στη χώρα δεν μεταβάλλουν την αξιολόγηση της υπόθεσής τους και ότι η αναγνώριση της ενήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας ως πρόσφυγα δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, δεδομένου ότι κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας εξετάζεται αυτοτελώς και εξατομικευμένα. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι ορισμένοι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν είχαν δεόντως προβληθεί κατά το διοικητικό στάδιο και ότι οι τελευταίοι κρίθηκαν αναξιόπιστοι λόγω αντιφάσεων, ασάφειας και έλλειψης επαρκών βιωματικών στοιχείων ως προς την επικαλούμενη θρησκευτική τους μεταστροφή.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία στις 15.5.2026, οι διάδικοι υιοθέτησαν το περιεχόμενο των καταχωρισθεισών γραπτών τους αγορεύσεων και ανέπτυξαν περαιτέρω τις θέσεις τους επί των επίδικων ζητημάτων. Η πλευρά των Αιτητών επέμεινε, μεταξύ άλλων, ότι η διοικητική έρευνα υπήρξε ελλιπής, ότι δεν συνεκτιμήθηκε δεόντως η αναγνώριση της θυγατέρας της Αιτήτριας ως πρόσφυγα, μολονότι οι υποθέσεις των μελών της οικογένειας ερείδονταν, σε κοινό πραγματικό υπόβαθρο. Υποστήριξαν τη γνησιότητα της μεταστροφής τους στον Χριστιανισμό και τον κίνδυνο που θα αντιμετωπίσουν σε περίπτωση επιστροφής στο Ιράν. Τέλος, απέσυραν τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Οι δε Καθ’ ων η αίτηση επέμειναν στις θέσεις τους, ως αυτές αναπτύχθηκαν δια των γραπτών τους αγορεύσεων.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ

 

Εκκινώντας από τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι η αναγνώριση της ενήλικης θυγατέρας της Αιτήτριας ως πρόσφυγα επιφέρει, αφ' εαυτής, διαφορετική αξιολόγηση της παρούσας υπόθεσης, επισημαίνω ότι δεν συμφωνώ με αυτόν. Είναι πάγια αρχή του δικαίου διεθνούς προστασίας ότι κάθε αίτηση εξετάζεται αυτοτελώς και εξατομικευμένα, βάσει των ιδιαίτερων πραγματικών περιστάσεων, του προσωπικού προφίλ και της αξιοπιστίας του εκάστοτε αιτητή. Ως εκ τούτου, η αναγνώριση άλλου μέλους της οικογένειας ως πρόσφυγα δεν δεσμεύει το Δικαστήριο ούτε συνεπάγεται αυτομάτως ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας και για τους λοιπούς συγγενείς του.

 

Τούτου λεχθέντος, η εν λόγω απόφαση δεν στερείται αποδεικτικής σημασίας. Αντιθέτως, λαμβανομένης υπόψη της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, η μεταγενέστερη αναγνώριση της θυγατέρας της Αιτήτριας ως πρόσφυγα συνιστά στοιχείο το οποίο δύναται να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της υπόθεσης, ιδίως καθόσον αφορά την ύπαρξη κοινού πραγματικού υποβάθρου μεταξύ των αιτημάτων των μελών της ίδιας οικογένειας. Η συνεκτίμηση αυτή, όμως, δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να προβεί σε αυτοτελή κρίση επί των ισχυρισμών και της αξιοπιστίας των παρόντων Αιτητών, ούτε δύναται να υποκαταστήσει την εξατομικευμένη εξέταση που επιβάλλει το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο.

 

Επομένως, η αναγνώριση της θυγατέρας της Αιτήτριας ως πρόσφυγα δεν συνιστά, αφ' εαυτής, λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αποτελεί μεταγενέστερο στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει, χωρίς να δεσμεύεται από το περιεχόμενο ή το αποτέλεσμα της σχετικής απόφασης.

 

Πέραν του ανωτέρω ζητήματος, οι λοιποί ισχυρισμοί των Αιτητών θα αξιολογηθούν στο πλαίσιο της εξέτασης της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, σε συνάρτηση με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και των πραγματικών περιστατικών που τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης και του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν στη διάθεση τους.

 

Στην υποβληθείσα αίτησή της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω της μεταστροφής της στον χριστιανισμό. Όπως δήλωσε κατά τη παραμονή της στο Ιράν συνήθιζε να επισκέπτεται κατ’ οίκον εκκλησίες, να μελετά τον χριστιανισμό και ανήκε σε ομάδα ανθρώπων που πήγαιναν στην εκκλησία. Όταν αντιλήφθηκε ότι η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο, εγκατέλειψε τη χώρα της.

 

Η συνέντευξη της Αιτήτριας

 

Κατά την προσωπική της συνέντευξη δήλωσε ότι κατάγεται από την Τεχεράνη του Ιράν, που αποτελεί και το συνήθη τόπο διαμονής της στη χώρα καταγωγής της. Έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εργαζόταν σε κέντρο αισθητικής. Μητέρα δύο ενήλικων τέκνων επίσης αιτητών (και πλέον το ένα εξ αυτών αναγνωρισμένη πρόσφυγας). Ο σύζυγός της απεβίωσε το 2007 από παθολογικά αίτια.  Η πατρική της οικογένεια αποτελείται από τη μητέρα της και δύο αδέρφια. Ο αδερφός της διαβιεί στη Γερμανία και τα άλλα δύο μέλη στο Ιράν. Όπως δήλωσε, πλέον διατηρεί επαφή μόνο με τον αδερφό της. Ο δε πατέρας της έχει αποβιώσει. Σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της δήλωσε υγιής.

 

Μαζί με τα τέκνα της εγκατέλειψαν τη χώρα τους αεροπορικώς στις 2.5.2018, χωρίς να αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα.

 

Η Αιτήτρια δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του κινδύνου που αντιμετώπιζε λόγω της μεταστροφής της στον χριστιανισμό. Ειδικότερα, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης της δήλωσε ότι μετά το θάνατο του συζύγου της το 2007 οι συνθήκες της ζωής της μεταβλήθηκαν δυσμενώς, με την ίδια και τα ανήλικα τέκνα της να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες καθώς και ψυχολογικό φόρτο. Κατά το διάστημα εκείνο, λάμβανε βοήθεια από τη μητέρα της και τον 2o σύζυγό της από τον οποίο η Αιτήτρια εξαρτιόταν οικονομικά. Το πρόσωπο αυτό, φανατικός μουσουλμάνος, παρενοχλούσε συστηματικά την Αιτήτρια και τα τέκνα της σε θέματα που άπτονταν των θρησκευτικών πεποιθήσεων, ενώ εκμεταλλευόμενος την οικονομική δυσχέρεια της Αιτήτριας την παρενόχλησε σεξουαλικά και αφού αρνήθηκε να ενδώσει, την ξυλοκόπησε. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι, μετά τα επίδικα γεγονότα, ζήτησε βοήθεια από φιλικό της πρόσωπο ονόματι Nikoo, η οποία τη φιλοξένησε στην οικία της μαζί με τα τέκνα της. Όπως ισχυρίστηκε, αμέσως μετά την άφιξή της, η Nikoo της έπιασε το χέρι και προσευχήθηκε στον Ιησού. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί, η Αιτήτρια αντιλήφθηκε ότι η Nikoo ήταν χριστιανή, η οποία της παρέδωσε αντίγραφο της Καινής Διαθήκης και της απήγγειλε απόσπασμα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Η Αιτήτρια περιέγραψε ότι η εμπειρία αυτή την συγκίνησε βαθιά και της προκάλεσε αίσθημα ψυχικής γαλήνης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Nikoo τους προέτρεψε να παρακολουθήσουν το χριστιανικό τηλεοπτικό κανάλι Shabakeye Mohabbat, ενώ διατηρούσε επίσης επαφή, μέσω Skype, με μεταστραφέντες χριστιανούς, στις σχετικές συζητήσεις των οποίων η ίδια παρευρισκόταν, δηλώνοντας ότι κάθε φορά που τους άκουγε ένιωθε ηρεμία και γαλήνη. Προσέθεσε ακόμη ότι, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, εντόπισε μεταξύ των προσωπικών αντικειμένων του αποβιώσαντος συζύγου της μία κάρτα με το ίδιο απόσπασμα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο που της είχε προηγουμένως απαγγείλει η Nikoo. Κατά τους ισχυρισμούς της, το γεγονός αυτό τη συγκλόνισε, ενίσχυσε την πεποίθησή της ότι ανήκει πλέον στον χριστιανισμό και της δημιούργησε αίσθημα απελευθέρωσης, καθώς, όπως ανέφερε, ο φόβος που μέχρι τότε βίωνε είχε πλέον εκλείψει.

 

Όταν η Nikoo εγκατέλειψε την πόλη, τη σύστησε στην Zohreh, επίσης χριστιανή και αυτή με τη σειρά της την έφερε σε επαφή με κατ’ οίκον εκκλησία πάστορας της οποίας ήταν η αδελφή Leyla. Όπως περιέγραψε η Αιτήτρια στις συνάξεις τους προσεύχονταν, τραγουδούσαν χριστιανικούς ύμνους, συγκεντρώνονταν σε εορτές, πραγματοποιούσαν εράνους για τους πτωχούς, ενώ όποτε ήταν εφικτό η Αιτήτρια έφερνε και τα τέκνα της.

 

Τα προβλήματα για την Αιτήτρια φέρονται να ξεκίνησαν όταν μετά από εισαγωγή βιβλίων από τον αδελφό Said, πάστορα σε άλλη κατ’ οίκον εκκλησία, στην οποία παρευρισκόταν η Zohreh με την οικογένειά της, χάθηκαν τα ίχνη του πάστορα και του συζύγου της Zohreh, με την τελευταία να ζητάει από την Αιτήτρια να φυλάξει ένα κιβώτιο στην οικία της, κάτι που η Αιτήτρια αποδέχτηκε. Την επομένη η Zohreh τηλεφώνησε στην Αιτήτρια και της είπε ότι η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο και πρέπει να εγκαταλείψει την οικία της. Η Αιτήτρια πήρε τα προσωπικά της έγγραφα και εγκατέλειψε το κιβώτιο σε ένα πάρκο, ζητώντας βοήθεια από τον ξάδελφό της, ο οποίος μετέφερε την ίδια και τα τέκνα της σε κάποιους κήπους, όπου και παρέμειναν για τρεις ημέρες. Ο ξάδελφος της Αιτήτριας μετέβη στην οικία της Leyla για να διαπιστώσει τι συνέβη, όπου και αντιλήφθηκε ότι η αστυνομία προσέγγιζε την οικία της. Όπως δήλωσε η Αιτήτρια κατά την παραμονή τους στους κήπους αντιλήφθηκε στον υπολογιστή της υπήρχε αποδεικτικό υλικό σχετικά με τη συμμετοχή της σε κατ’ οίκον εκκλησία. Έτσι, με την βοήθεια του ξαδέρφου της μετέβησαν στο αεροδρόμιο, όπου με τη βοήθεια τρίτου προσώπου εγκατέλειψαν τη χώρα τους.

 

Σχετικά με το φόβο της σε περίπτωση που επιστρέψει, δήλωσε ότι θα κινδυνεύσει η ζωή της ίδια και των τέκνων της.

Περαιτέρω, ερωτηθείσα για τους λόγους που την οδήγησαν να εγκαταλείψει το ισλάμ και να ασπαστεί τον χριστιανισμό, ανέφερε ότι ουδέποτε υπήρξε ιδιαίτερα θρησκευόμενη μουσουλμάνα και ότι στον χριστιανισμό βρήκε παρηγοριά, γαλήνη και ελπίδα μετά τον θάνατο του συζύγου της. Περιέγραψε το ισλάμ ως θρησκεία που βασίζεται στον φόβο και την τιμωρία, σε αντίθεση με τον χριστιανισμό, τον οποίο συνέδεσε με τη συγχώρεση, τη σωτηρία και την ισότιμη θέση της γυναίκας. Αναφέρθηκε επίσης στις βασικές διαφοροποιήσεις του προτεσταντισμού από άλλα χριστιανικά δόγματα, επισημαίνοντας ιδίως τον τρόπο της βάπτισης, της προσευχής, της Θείας Κοινωνίας και της νηστείας.

 

Περαιτέρω, δήλωσε ότι στη Δημοκρατία εκκλησιαζόταν στην Κοινοτική Εκκλησία Λάρνακας και, μετά τη μεταφορά της, παρακολουθεί τις λειτουργίες διαδικτυακά. Ανέφερε ότι προωθούσε τον χριστιανισμό σε φίλους και συγγενικά της πρόσωπα στο Ιράν και ότι βαπτίστηκε στη Λάρνακα στις 19.5.2019, λαμβάνοντας το χριστιανικό όνομα «Μαρία». Περιέγραψε τόσο την προετοιμασία όσο και την τελετή της βάπτισης, αποδίδοντάς της ιδιαίτερη πνευματική σημασία. Παράλληλα, απάντησε σε σειρά ερωτήσεων θρησκευτικού περιεχομένου, αναφερόμενη, μεταξύ άλλων, στην Αγία Τριάδα, στην Πεντηκοστή, στη δομή της Βίβλου, στη Γένεση και στα τέσσερα Ευαγγέλια.

 

Τέλος, απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, επανέλαβε ότι το περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης αποτέλεσε την αφορμή για την επαφή της με τη Nikoo και την έναρξη της πορείας της προς τον χριστιανισμό, ότι αποδέχθηκε να φυλάξει το κιβώτιο λόγω της χριστιανικής της συνείδησης, ότι πληροφορήθηκε μέσω τρίτων για τη σύλληψη της Leyla και ότι φοβάται πως, σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράν, οι αρχές θα τη συλλάβουν λόγω της μεταστροφής της στον χριστιανισμό. Δήλωσε ακόμη ότι δεν γνωρίζει τον ακριβή τρόπο με τον οποίο εξήλθε από τη χώρα, ότι η ίδια και τα τέκνα της έλαβαν μέτρα ασφαλείας κατά τη συμμετοχή τους στην κατ' οίκον εκκλησία και ότι δεν θεωρεί εφικτή την ασφαλή εγκατάστασή της σε άλλη περιοχή του Ιράν, λόγω του φόβου εντοπισμού της από τις υπηρεσίες πληροφοριών.

 

 

Η συνέντευξή του Αιτητή

 

Από τη μεριά του ο Αιτητής σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία δήλωσε ότι κατάγεται από την Τεχεράνη. Άγαμος, άτεκνος, έχει λάβει 11 χρόνια σχολικής εκπαίδευσης και είναι υγιής.

 

Επιβεβαίωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα με τη μητέρα του (Αιτήτρια) και την αδερφή του (πλέον αναγνωρισμένη πρόσφυγας) τον Μάιο του 2018.

 

Σε σχέση με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα του αναφέρθηκε στις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ιδίου και της οικογένειάς του και στον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν λόγω του εντοπισμού τους από τις αρχές. Ειδικότερα δήλωσε ότι πιστεύουν στον χριστιανισμό και συνήθιζαν να παρευρίσκονται σε κατ’ οίκον εκκλησίες. Μια ημέρα, και ενώ βρισκόταν στο σπίτι της θείας του ονόματι Alireza, τους τηλεφώνησε ο ξάδερφος της μητέρας του και τους είπε να ετοιμαστούν (ο ίδιος και η αδερφή του) για να φύγουν. Τους μετέφερε σε έναν κήπο, όπου συνάντησαν τη μητέρα τους, η οποία τους εξήγησε ότι η Zohreh, ο σύζυγός της και ο Said έκρυψαν κάποια βιβλία στο πατρικό τους και πως η αδελφή Leyla, πάστορας σε κατ’ οίκον εκκλησία, τους προειδοποίησε ότι κινδυνεύουν και πρέπει να εγκαταλείψουν τη χώρα. Αφού πληροφορήθηκαν ότι η Leyla συνελήφθη από την αστυνομία, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Περαιτέρω, ανέφερε πως στην πατρική τους οικία είχε παραμείνει αποδεικτικό υλικό σε σχέση με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, μεταξύ του οποίου ημερολόγιο και ηλεκτρονικός υπολογιστής που περιείχε φωτογραφικό υλικό από την κατ’ οίκον εκκλησία.

 

Σε σχέση με τον μελλοντικό του φόβο, δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του θα τον συλλάβουν και θα τον δολοφονήσουν.

 

Περαιτέρω, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που τέθηκαν στον Αιτητή, περιέγραψε την πυρηνική του οικογένεια απομακρυσμένη από το ισλάμ, εν αντιθέσει με τους γονείς του πατέρα του οι οποίοι του ασκούσαν πίεση σε σχέση με τη θρησκεία.

 

Όσον αφορά στην απόφασή του να μεταστραφεί στον χριστιανισμό, αναφέρθηκε στην επιρροή που είχε από τους γονείς του, περιγράφοντας ότι ήδη από την ηλικία των 12- 13 ετών βίωνε την αλλαγή της μητέρας του μέσα από τη θρησκεία και την προσευχή αποβάλλοντας τη θλίψη της απώλειας του συζύγου της. Παράλληλα, ανέφερε ότι και ο πατέρας του προέκυψε εκ των υστέρων να είχε επιλέξει τον χριστιανισμό, μέσω μιας κάρτας που βρέθηκε μετά το θάνατό του στα πράγματα του, κάτι που για τον ίδιο τον έφερνε πιο κοντά στον χριστιανισμό. Επιπλέον, αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό κατά το οποίο η γιαγιά του νοσηλευόταν στο νοσοκομείο και ο ίδιος και η αδερφή του προσευχήθηκαν για εκείνη και την επόμενη μέρα έγινε καλά.

 

Σε σχέση με τη γιαγιά του από τη μεριά της μητέρας του και τον σύντροφό της, δήλωσε ότι ούτε ο ίδιος ούτε η μητέρα του είχαν καλές σχέσεις, ανακαλώντας ένα περιστατικό κατά το οποίο ο σύντροφός της χτύπησε τη γιαγιά του για θρησκευτικούς λόγους. Σε ερωτήσεις σχετικά με τυχόν παροχή οικονομικής και μη βοήθειας προς την οικογένεια του, δήλωσε άγνοια λόγω της τότε ηλικίας του.

 

Αναφορικά με την μεταστροφή της μητέρας του, ανέφερε ότι ξεκίνησε όταν ο ίδιος ήταν στην ηλικία των 12-13 ετών, εξαιτίας κάποιου συμβάντος με τους γονείς της, χωρίς να γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες. Αναφέρθηκε επίσης στην φίλη της μητέρας του ονόματι Nikoo, περιγράφοντας ότι όσο ο ίδιος έπαιζε με το παιδί της τελευταίας, εκείνες εξασκούσαν τον χριστιανισμό.

 

Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο ίδιος μεταστράφηκε όσο ήταν στο Ιράν, ωστόσο για λόγους ασφαλείας βαπτίστηκε οικία βουλήσει στην Δημοκρατία στις 19.5.2019. Κατά την τελετή είπε τον όρκο του, έπειτα προσευχήθηκε, εισήλθε στην θάλασσα και προσευχήθηκαν για εκείνον και τέλος τον βούτηξαν στο νερό. Δήλωσε δε ότι το χριστιανικό του όνομα είναι Μιχάλης.

 

Όταν ρωτήθηκε σχετικά με τη δυσαρέσκεια του για το ισλάμ αναφέρθηκε στον εκφοβισμό που βίωνε από τα σχολικά του χρόνια και στις απειλές ότι τυχόν μη τήρηση των επιταγών του συνεπάγεται τιμωρία στην κόλαση, εξηγώντας πως στον χριστιανισμό κυριαρχεί η έννοια της αμαρτίας και όχι της κολάσεως. Ανέφερε δε ότι στο ισλάμ, σε αντίθεση με τον χριστιανισμό, κυριαρχεί ο φόβος και πως δεν υφίσταται άμεση επαφή με το Θεό, όπως στον χριστιανισμό.

 

Σχετικά με την εσωτερική διεργασία της μεταστροφής του και την σημασία του Ιησού για τον ίδιο, περιέγραψε τον ενθουσιασμό που βίωσε μετά την ίαση της γιαγιάς του, αναφέροντας πως εκείνο το διάστημα απήγγειλε και άκουγε προσευχές που τον άλλαξαν εσωτερικά και τον έκαναν να αισθανθεί ζωντανός. Όπως δήλωσε ο Ιησούς για τον ίδιο αποτελεί πατέρα, περιγράφοντας τα οφέλη που είδε από την παρουσία Του στη ζωή του, κάνοντάς τον πιο δυνατό και προσφέροντάς του άλλη οπτική στη ζωή.

 

Ερωτηθείς σχετικά με τη Βίβλο, δήλωσε ότι την είχε στην κατοχή του όσο ήταν στο Ιράν, αναφέροντας ένα απόσπασμα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο που ο ίδιος ξεχώρισε, ενώ σχετικά με την επιλογή του προτεσταντικού δόγματος, εξήγησε πως για τον ίδιο το σημαντικό είναι ο Ιησούς και όχι τα δόγματα, όταν ρωτήθηκε δε για τη διαφορά του προτεσταντισμού με τα άλλα χριστιανικά δόγματα απάντησε ότι στο πρώτο δεν απαιτείται συγκεκριμένος χώρος λατρείας, σε αντίθεση με την ορθοδοξία που απαιτεί την εκκλησία.

 

Ερωτηθείς για την άσκηση των καθηκόντων του στην Δημοκρατία, δήλωσε ότι συνήθιζε να πηγαίνει στην κοινοτική εκκλησία Λάρνακας, που πλέον λόγω του Covid παρακολουθεί διαδικτυακά. Ανέφερε περαιτέρω ότι από την παρουσία του εκεί γνώρισε καλούς χριστιανούς, με τους πραγματοποιούν διάφορες δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων η κατασκήνωση νέων στο Τρόοδος.

 

Στον Αιτητή τέθηκαν ερωτήσεις θρησκευτικού περιεχομένου, με τον ίδιο να απαντά ότι η Αγία Τριάδα αποτελείται από τον Πατέρα τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, ότι χριστιανικές εορτές πέραν των Χριστουγέννων και του Πάσχα αποτελούν ο εορτασμός του Πέσαχ, η Πεντηκοστή και η Ανάσταση, ότι βασική προσευχή του χριστιανισμού αποτελεί η Θεία Ευχαριστία, ότι η Βίβλος αποτελείται από 66 βιβλία 39 εκ των οποίων ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη και 27 στη Καινή και πως το πρώτο βιβλίο αποτελεί η Γένεση.

Περαιτέρω, δήλωσε, οι άνθρωποι που γνωρίζουν ότι μεταστράφηκε είναι η θεία του και ο ξάδερφος της μητέρας του. Ανέφερε δε και ένα περαστικό όπου κατά τη παραμονή του στο Ιράν ένας φίλος του από το σχολείο είδε τη Βίβλο στην οικία του και του έκανε διάφορες ερωτήσεις. Όταν ρωτήθηκε αν η κυβέρνηση του Ιράν γνωρίζει για τη μεταστροφή του, δήλωσε ότι μετά τον εντοπισμό της κατ’ οίκον εκκλησίας που σύχναζαν, θεωρεί πιθανό να βρήκαν τα στοιχεία του ίδιου και της αδερφής του. Ανέφερε δε πως σύμφωνα με τον ξάδερφο της μητέρας του, οι αρχές τους αναζήτησαν στην οικία τους, στο σχολείο και στην οικία της θείας του.

 

Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει το γεγονός ότι δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα από τις αρχές κατά την αναχώρησή από τη χώρα, δήλωσε ότι δε γνωρίζει πληροφορίες, ότι οι ίδιοι ακολουθούσαν κάποιο πρόσωπο και υπέθεσε ότι ενδεχομένως να το πρόσωπο αυτό να είχε δικούς του ανθρώπους εντός του αεροδρομίου.

 

Ερωτηθείς αν πέραν του προειδοποιητικού τηλεφωνήματος από την Leyla αντιμετώπισαν κάποιο άλλο πρόβλημα από την αστυνομία, εξήγησε ότι δεν είχαν πρόθεση να εγκαταλείψουν την χώρα καθώς ο ίδιος τελείωνε το σχολείο. Ωστόσο μετά το τηλεφώνημα ο Alireza πήγε από το σπίτι της για να δει τι συμβαίνει και εκεί πληροφορήθηκε από κάποιον μάρτυρα ότι η Leyla είχε συλληφθεί. Σε ερώτηση σχετικά με τους λόγους που τους προειδοποίησε η Leyla δήλωσε άγνοια. Εξίσου άγνοια δήλωσε σε ερώτηση σχετικά με τυχόν παρενόχληση των συγγενικών του προσώπων από την αστυνομία κατά τη διάρκεια της έρευνας τους.

 

Σε σχέση με τη δυνατότητά του να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε κάποια άλλη περιοχή του Ιράν, απάντησε αρνητικά.

 

Προς επίρρωση των ισχυρισμών τους οι Αιτητές προσκόμισαν τα κάτωθι:

 

1)    Αντίγραφο επιστολής της Κοινοτικής Εκκλησίας Λάρνακας ημερομηνίας 12.2.2020, σχετικά με τη βάπτιση της Αιτήτριας.

2)    Φωτογραφικό υλικό από τη βάπτιση της Αιτήτριας

3)    Αντίγραφο επιστολής της Κοινοτικής Εκκλησίας Λάρνακας ημερομηνίας 12.2.2020, σχετικά με τη βάπτιση του Αιτητή.

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών των Αιτητών από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των όσων παρέθεσαν οι Αιτητές κατά τη διάρκεια της προσωπικής τους συνέντευξης, οι Καθ’ ων η αίτηση διαχώρισαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: Ο πρώτος σχετικά με την ταυτότητά, προφίλ και τη χώρα καταγωγής των Αιτητών και ο δεύτερος σχετικά με το θρήσκευμά τους ως χριστιανοί προτεστάντες.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις τους κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές και σε συνέπεια με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι η εσωτερική του αξιοπιστία δεν στοιχειοθετήθηκε. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι αμφότεροι οι Αιτητές δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξουν, με επαρκώς συγκεκριμένες, συνεκτικές και λεπτομερείς δηλώσεις, τον πυρήνα του ισχυρισμού τους περί μεταστροφής στον χριστιανισμό. Πιο συγκεκριμένα, επισήμαναν ότι οι Αιτητές δεν εξήγησαν με πειστικό τρόπο τους λόγους που τους οδήγησαν να εγκαταλείψουν το ισλάμ ούτε την προσωπική διεργασία που οδήγησε στη μεταστροφή τους, ενώ οι απαντήσεις τους ως προς τις διαφορές μεταξύ ισλάμ και χριστιανισμού, καθώς και ως προς την επιλογή του προτεσταντικού δόγματος, κρίθηκαν ανεπαρκείς και στερούμενες της αναμενόμενης εξειδίκευσης. Περαιτέρω, σημειώθηκε ότι, μολονότι επέδειξαν ορισμένες βασικές γνώσεις σχετικά με τον χριστιανισμό, παρουσίασαν κενά σε επιμέρους ζητήματα θρησκευτικού περιεχομένου, ενώ δεν κατόρθωσαν να περιγράψουν με επαρκή σαφήνεια και προσωπικό τρόπο τη σημασία του Ιησού και της μεταστροφής τους στη ζωή τους.

 

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής αναφορικά με τη θέση των χριστιανών, και ιδίως των μεταστραφέντων, στο Ιράν, διαπιστώνοντας ότι αυτές συνάδουν, κατ’ αρχήν, με τους ισχυρισμούς των Αιτητών ως προς τη μεταχείριση των μεταστραφέντων από τις ιρανικές αρχές. Εντούτοις, έκριναν ότι, ελλείψει στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, η εξωτερική αξιοπιστία δεν αρκούσε για την αποδοχή του.

 

Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η αίτηση επισήμαναν ότι παρά τις ως άνω πληροφορίες, ο ισχυρισμός των Αιτητών σχετικά με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ως χριστιανοί προτεστάντες δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός δεδομένης της μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας τους.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου, οι Καθ’ ων η αίτηση λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός και εξετάζοντας την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην Τεχεράνη, κατέληξαν ότι δε συντρέχει εύλογη πιθανότητα σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών να αντιμετωπίσουν μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Συνεπώς, κατέληξαν ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώρισή τους ως πρόσφυγες, ούτε για την χορήγηση σε αυτούς καθεστώτος επικουρικής προστασίας.

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των νομοθετημένων προνοιών, της σχετικής νομολογίας και του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού όσο και τις δηλώσεις και ισχυρισμούς των Αιτητών, όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα.

 

Αρχικά, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, της ιθαγένειας, του τόπου καταγωγής και του προσωπικού προφίλ των Αιτητών, καθόσον η σχετική αξιολόγηση ερείδεται σε σαφείς, συνεκτικές και αδιαμφισβήτητες δηλώσεις, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τη μεταστροφή των Αιτητών από το ισλάμ στον χριστιανισμό και την ταύτισή τους με το προτεσταντικό δόγμα, η προσεκτική μελέτη των αυτούσιων πρακτικών των συνεντεύξεων δεν με οδηγεί στην ίδια κατάληξη με τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Καταρχάς, σε σχέση με την Αιτήτρια, διαπιστώνεται ότι αυτή δεν περιορίστηκε σε γενικές ή στερεοτυπικές αναφορές περί αγάπης, ειρήνης και σωτηρίας. Αντιθέτως, παρέθεσε ένα συγκεκριμένο και χρονικά διαρθρωμένο αφήγημα αναφορικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες άρχισε να ενδιαφέρεται για τον χριστιανισμό. Συνέδεσε τη σταδιακή απομάκρυνσή της από το ισλάμ με τις προσωπικές της εμπειρίες από τη συμπεριφορά του συζύγου της μητέρας της και της οικογένειας του αποβιώσαντος συζύγου της, τις οποίες αντιλαμβανόταν ως εκδηλώσεις θρησκευτικού καταναγκασμού, φόβου και υποτίμησης της γυναίκας. Παράλληλα, συνέδεσε την προσέγγισή της προς τον χριστιανισμό με τη δυσμενή ψυχολογική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει μετά την απώλεια του συζύγου της, την οικονομική και οικογενειακή της ανασφάλεια και την επαφή της με τη Nikoo.

 

Η Αιτήτρια περιέγραψε με επαρκή ειδικότητα τη σταδιακή εξέλιξη της επαφής της με τον χριστιανισμό: την προσευχή της Nikoo για εκείνη, την παρακολούθηση του χριστιανικού τηλεοπτικού σταθμού, τη συμμετοχή της σε διαδικτυακές συζητήσεις μέσω Skype, τη μελέτη της Καινής Διαθήκης, την εύρεση της κάρτας στα προσωπικά αντικείμενα του αποβιώσαντος συζύγου της και, ακολούθως, τη συμμετοχή της σε κατ’ οίκον εκκλησία. Οι δηλώσεις της ως προς τα πιο πάνω γεγονότα παρέμειναν ουσιωδώς σταθερές τόσο κατά την ελεύθερη αφήγησή της όσο και κατά τις επανειλημμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις που της τέθηκαν. Επομένως, η προσέγγιση των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν περιέγραψε την εσωτερική διεργασία της μεταστροφής της δεν ανταποκρίνεται πλήρως στο περιεχόμενο της συνέντευξης.

 

Είναι ορθό ότι ορισμένες απαντήσεις της Αιτήτριας ήταν διατυπωμένες με συναισθηματικούς ή γενικούς όρους, όπως ότι ο χριστιανισμός της προσέφερε γαλήνη, ότι ο Ιησούς είναι η αγάπη, ο σωτήρας και ο ελευθερωτής της ή ότι αισθάνθηκε πως «γέμισε το κενό στην καρδιά της». Τέτοιου είδους διατυπώσεις, όμως, δεν μπορούν να απομονώνονται από το ευρύτερο πλαίσιο της αφήγησής της. Η θρησκευτική πίστη και, ιδίως, η εσωτερική εμπειρία της μεταστροφής δεν είναι πάντοτε δυνατό να αποδοθούν με θεολογικά ή αφηρημένα εννοιολογικά σχήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι σχετικές δηλώσεις συνοδεύονταν από αναφορές σε συγκεκριμένα βιώματα, πρόσωπα, γεγονότα και μεταβολές στη συναισθηματική της κατάσταση.

 

Ούτε θεωρώ πειστική την κρίση ότι η Αιτήτρια δεν εξήγησε γιατί επέλεξε να μεταστραφεί στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Η ίδια ανέφερε ότι, μολονότι δεν υπήρξε ποτέ ενεργά θρησκευόμενη μουσουλμάνα, η επαφή της με τον χριστιανισμό έλαβε χώρα σε περίοδο ιδιαίτερης ευαλωτότητας, μετά τον θάνατο του συζύγου της, ενώ η συγκεκριμένη αφορμή που οδήγησε στην επαφή με τη Nikoo ήταν το περιστατικό παρενόχλησης και βίας από τον σύζυγο της μητέρας της. Εξήγησε ακόμη ότι η μεταστροφή της δεν επήλθε αποκλειστικά μετά από μία τηλεοπτική εκπομπή ή μία προσευχή, αλλά εξελίχθηκε σταδιακά μέσω της ανάγνωσης, της συμμετοχής σε συζητήσεις και ακολούθως της ένταξής της σε κατ’ οίκον εκκλησία. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία ότι αποφάσισε να αλλάξει θρησκεία αιφνίδια και χωρίς διακριτή εσωτερική πορεία δεν επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά.

 

Περαιτέρω, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η Αιτήτρια απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο περιστατικό της σεξουαλικής παρενόχλησης που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη από τον δεύτερο σύζυγο της μητέρας της. Το περιστατικό αυτό δεν προβλήθηκε από την ίδια ως αυτοτελής λόγος διεθνούς προστασίας, αλλά ως το γεγονός που την ώθησε να εγκαταλείψει την οικία της μητέρας της και να αναζητήσει καταφύγιο στη Nikoo, μέσω της οποίας ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον χριστιανισμό. Υπό την έννοια αυτή, η αναφορά της δεν αποτελεί αποσπασματική ή μεταγενέστερη προσθήκη, αλλά εντάσσεται οργανικά στη χρονική και λογική αλληλουχία των γεγονότων που η ίδια περιέγραψε ως αυτά που την οδήγησαν στη σταδιακή μεταστροφή της.

 

Ως προς τις διαφορές μεταξύ ισλάμ και χριστιανισμού, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στον φόβο και την τιμωρία, στη συγχώρεση των αμαρτιών μέσω της θυσίας του Ιησού, στη δυνατότητα άμεσης σχέσης με τον Θεό και στη θέση της γυναίκας. Οι απαντήσεις της δεν αποτελούν πλήρη θεολογική ανάλυση των δύο θρησκειών. Και ούτε άλλωστε αυτό απαιτείται. Εντούτοις, ήταν συναφείς με τη δική της προσωπική εμπειρία και με τους λόγους για τους οποίους δήλωσε ότι απομακρύνθηκε από το ισλάμ. Δεν ήταν συνεπώς άνευ περιεχομένου, όπως φαίνεται να θεώρησαν οι Καθ’ ων η αίτηση.

 

Αντίστοιχα, η περιορισμένη γνώση της για τις διαφορές μεταξύ του προτεσταντισμού και των λοιπών χριστιανικών δογμάτων δεν μπορεί να προσλάβει την καθοριστική βαρύτητα που της αποδόθηκε. Η Αιτήτρια εξήγησε ότι η πρώτη της επαφή με τον χριστιανισμό έγινε μέσω προτεσταντών και ότι εντάχθηκε στην κοινότητα με την οποία μπορούσε να συμμετέχει και στην περσική ή αγγλική γλώσσα. Ανέφερε, περαιτέρω, συγκεκριμένες διαφορές ως προς τη βάπτιση, τη Θεία Κοινωνία, τον τρόπο προσευχής και τη νηστεία. Οι απαντήσεις αυτές μπορεί να μην ήταν πλήρεις ή πάντοτε θεολογικά ακριβείς, δεν ήταν όμως ανύπαρκτες ούτε άσχετες προς το ερώτημα. Κυρίως, δεν θα ήταν εύλογο να απαιτείται από ένα πρόσωπο που προσέγγισε τον χριστιανισμό βιωματικά, υπό συνθήκες μυστικότητας στο Ιράν, να διαθέτει αναλυτική συγκριτική γνώση της ορθόδοξης, καθολικής και προτεσταντικής θεολογίας.

 

Η ίδια παρατήρηση ισχύει και ως προς τις ερωτήσεις θρησκευτικών γνώσεων. Η Αιτήτρια γνώριζε τη σύνθεση της Αγίας Τριάδας, αναφέρθηκε στην Πεντηκοστή, στην προσευχή του Κυρίου, στη Γένεση, στον αριθμό των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και κατονόμασε τα τέσσερα Ευαγγέλια. Περιέγραψε, επίσης, τη βάπτισή της, την προετοιμασία που προηγήθηκε και τη σημασία που απέδιδε σε αυτήν. Το ότι σε ορισμένες απαντήσεις υπήρξαν ανακρίβειες ή ασαφείς διατυπώσεις, όπως η αναφορά στην Τορά ως πρώτο βιβλίο της Βίβλου, δεν αρκεί για να καταδείξει ότι η δηλούμενη πίστη της είναι προσχηματική. Η αξιολόγηση της γνησιότητας μιας θρησκευτικής μεταστροφής δεν δύναται να μετατρέπεται σε εξέταση θεολογικών γνώσεων.

 

Σημαντικό είναι, επίσης, ότι η Αιτήτρια παρέθεσε συγκεκριμένες πληροφορίες για την πρακτική άσκηση της πίστης της τόσο στο Ιράν όσο και στη Δημοκρατία. Αναφέρθηκε στις συναθροίσεις της κατ’ οίκον εκκλησίας, στις προσευχές, στους ύμνους, στους εράνους, στα μέτρα ασφαλείας που λάμβαναν και στη συμμετοχή των τέκνων της. Στη Δημοκρατία περιέγραψε τη συχνότητα παρακολούθησης της εκκλησίας, τη συμμετοχή της σε μελέτη της Βίβλου, τις επαφές της με τον πάστορα και τη διαδικτυακή παρακολούθηση μετά τη μεταφορά της εκκλησίας. Οι δηλώσεις αυτές παρουσιάζουν ειδικότητα και συνέχεια και δεν φαίνεται να αξιολογήθηκαν ουσιαστικά από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Ως προς τον Αιτητή, διαπιστώνεται ότι η προσωπική του πορεία ήταν φυσιολογικά συνδεδεμένη με εκείνη της μητέρας του, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο έναρξης της επαφής της οικογένειας με τον χριστιανισμό ήταν ηλικίας περίπου 12 ή 13 ετών. Το γεγονός ότι η αρχική του επαφή επηρεάστηκε από τη μητέρα του δεν μειώνει αφ’ εαυτού την αξιοπιστία του. Ο Αιτητής εξήγησε ότι παρατηρούσε τη μεταβολή στην ψυχολογική κατάσταση και στη συμπεριφορά της μητέρας του, ότι πληροφορήθηκε την εύρεση της κάρτας στα προσωπικά αντικείμενα του πατέρα του και ότι η απώλεια του τελευταίου επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον Ιησού ως πατρική μορφή.

 

Παρέθεσε, επίσης, ένα προσωπικό γεγονός που, κατά τον ίδιο, ενίσχυσε την πίστη του, ήτοι την προσευχή για τη γιαγιά του και τη βελτίωση της υγείας της. Εξήγησε ότι μετά το γεγονός αυτό άρχισε να προσεύχεται, να ακούει προσευχές και να αισθάνεται ότι μεταβάλλεται εσωτερικά. Η αναφορά του ότι ο Ιησούς είναι «σαν πατέρας» για εκείνον δεν ήταν μεμονωμένη, αλλά συνδεόταν με την απώλεια του βιολογικού του πατέρα, το αίσθημα εγκατάλειψης που περιέγραψε και την πεποίθησή του ότι η πίστη τον έκανε ισχυρότερο. Επομένως, ούτε για τον Αιτητή μπορεί να γίνει δεκτό ότι απουσίαζε πλήρως η προσωπική και βιωματική διάσταση της μεταστροφής του.

 

Οι γνώσεις του Αιτητή παρουσίαζαν, ομοίως, ορισμένα κενά και ανακρίβειες, ιδίως ως προς τις χριστιανικές προσευχές και ορισμένες εορτές. Ταυτόχρονα, όμως, γνώριζε την Αγία Τριάδα, τη δομή της Βίβλου, το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, ορισμένα βιβλία της και περιέγραψε με σαφήνεια τη βάπτισή του. Αναφέρθηκε ακόμη στη συμμετοχή του στην Κοινοτική Εκκλησία Λάρνακας, σε δραστηριότητες νέων και στην κατασκήνωση στο Τρόοδος. Το ότι δήλωσε ότι για τον ίδιο μεγαλύτερη σημασία έχει ο Ιησούς παρά οι επιμέρους δογματικές διαφορές δεν συνιστά υπεκφυγή κατ’ ανάγκην, αλλά δύναται να αποτυπώνει τον προσωπικό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη θρησκευτική του ταυτότητα.

 

Περαιτέρω, οι αφηγήσεις των δύο Αιτητών εμφανίζουν ουσιώδη μεταξύ τους συνέπεια. Αμφότεροι αναφέρθηκαν στην αλλαγή της Αιτήτριας μετά την επαφή της με τη Nikoo, στην κατ’ οίκον εκκλησία και στην αδελφή Leyla, στη Zohreh και τον Said, στο κιβώτιο με τα θρησκευτικά βιβλία, στην προειδοποίηση για τον κίνδυνο, στη μεταφορά τους σε οικία ή κήπο για τρεις ημέρες και στην αναχώρησή τους με τη βοήθεια τρίτων προσώπων. Οι διαφοροποιήσεις που υφίστανται αφορούν, κατά κύριο λόγο, λεπτομέρειες τις οποίες ο Αιτητής πληροφορήθηκε από τη μητέρα του ή τις οποίες, λόγω της ηλικίας του, δεν γνώριζε προσωπικά. Δεν διαπιστώνεται ουσιώδης αντίφαση που να πλήττει τον βασικό κορμό του κοινού τους αφηγήματος.

 

Δεν παραγνωρίζεται ότι ορισμένες πτυχές της αφήγησής τους παρουσιάζουν αδυναμίες. Ειδικότερα, οι δηλώσεις ως προς τον ακριβή τρόπο της αναχώρησής τους από το Ιράν, το κατά πόσον αυτή ήταν νόμιμη ή παράνομη και τον τρόπο διέλευσης των ελέγχων του αεροδρομίου ήταν ασαφείς. Ομοίως, μέρος των πληροφοριών τους σχετικά με τη σύλληψη της Leyla και την αναζήτησή τους από τις αρχές ήταν έμμεσο και μεταφέρθηκε μέσω τρίτων προσώπων. Οι αδυναμίες αυτές πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την αξιολόγηση των επιμέρους περιστατικών της φερόμενης αποκάλυψης της κατ’ οίκον εκκλησίας και της διαφυγής τους. Δεν αναιρούν, όμως, κατ’ ανάγκην τη γνησιότητα της δηλούμενης θρησκευτικής τους μεταστροφής, η οποία αποτελεί διακριτό, έστω συνδεδεμένο, ζήτημα.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω δεδομένων, κρίνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση επικεντρώθηκαν επιλεκτικά στις πιο γενικές ή ατελείς απαντήσεις των Αιτητών, χωρίς να τις σταθμίσουν σε συνάρτηση με το σύνολο των λεπτομερών, σταθερών και προσωπικών δηλώσεών τους. Ιδίως, δεν αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα στη χρονική εξέλιξη της μεταστροφής, στις ιδιαίτερες περιστάσεις που την πυροδότησαν, στην πρακτική άσκηση της πίστης, στη συμμετοχή τους σε εκκλησιαστικές δραστηριότητες, στη βάπτισή τους και στη μεταξύ τους ουσιώδη συνέπεια.

 

Καταλήγω, συνεπώς, ότι οι επιμέρους αδυναμίες και ανακρίβειες που εντοπίστηκαν δεν είναι τέτοιας φύσης και βαρύτητας ώστε να δικαιολογούν την ολοκληρωτική απόρριψη της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού. Αντιθέτως, αξιολογούμενες συνολικά και όχι αποσπασματικά, οι δηλώσεις των Αιτητών εμφανίζουν επαρκή ειδικότητα, συνοχή και βιωματικό χαρακτήρα ως προς τη μεταστροφή τους και την άσκηση της χριστιανικής πίστης. Ως εκ τούτου, δεν συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση περί μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, από τις οποίες εντόπισε τα ακόλουθα:

 

·           Ως προς τις κατ’ οίκον εκκλησίες στο Ιράν. Από πηγές που αναφέρονται σε σχετική έκθεση του UK Home Office για το Ιράν, προκύπτει ότι υπάρχουν «Χριστιανικές ιεραποστολικές δραστηριότητες με στόχο τον πληθυσμό του Ιράν από το εξωτερικό» και «…αυτό το ιεραποστολικό έργο γίνεται μέσω δορυφορικής τηλεόρασης, χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης…», ως επίσης ότι οι προσήλυτοι στο Ιράν συναθροίζονται σε ‘κατ’ οίκον εκκλησίες’ όπου μεταξύ άλλων «παρακολουθούν κηρύγματα σε τηλεοπτικά προγράμματα στα περσικά μέσω Χριστιανικών δορυφορικών καναλιών από το εξωτερικό», ενώ ορισμένες διαδικτυακές εφαρμογές «χρησιμοποιούνται επίσης για κήρυγμα και διδασκαλία» και «τα μέλη των ‘κατ’ οίκον εκκλησιών’ λαμβάνουν επίσης θρησκευτικό υλικό» από μέσα κοινωνικής δικτύωσης.[2] Σε άλλη έγκυρη πηγή, καταγράφεται ότι οι περισσότερες ‘κατ’ οίκον εκκλησίες’ στο Ιράν είναι μικρές και άτυπες, και «…αποτελούνται από στενά μέλη της οικογένειας καθώς και φίλους που συγκεντρώνονται τακτικά ή ανά τακτά διαστήματα για να προσευχηθούν, να προσκυνήσουν, να διαβάσουν τη Βίβλο ή/και να παρακολουθήσουν Χριστιανικά τηλεοπτικά προγράμματα στη γλώσσα Farsi που μεταδίδονται μέσω δορυφόρου…»[3].

 

·                Ως προς τη μεταστροφή στον Χριστιανισμό και αποστασία στο Ιράν.

 

Θεσμικό πλαίσιο:

Το άρθρο 12 του Συντάγματος του Ιράν ορίζει το Ισλάμ ως την επίσημη θρησκεία του κράτους.[4] Οι Χριστιανοί είναι μία από τις τρείς αναγνωρισμένες θρησκευτικές μειονότητες μαζί με τους Ζωροαστριστές και τους Εβραίους, στους οποίους σύμφωνα με Άρθρο 13 του Συντάγματος αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην θρησκευτική λατρεία.[5] Ο Ποινικός Κώδικας του Ιράν περιλαμβάνει από τους αυστηρότερους νόμους περί βλασφημίας και αποστασίας στον κόσμο.[6] Η αποστασία επιφέρει την θανατική ποινή βάσει των άρθρων 513 – 514 του Ποινικού Κώδικα.[7]

 

Αντιμετώπιση των θρησκευτικών μειονοτήτων από κράτος και κοινωνία:

Σύμφωνα με την έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Ιράν που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2026 με περίοδο αναφοράς το έτος 2025, καταγράφηκε πως θρησκευτικές μειονοτικές ομάδες συμπεριλαμβανομένων των Μπαχάι, των Χριστιανών, των Γοναμπάντι Δερβίσηδων, των Εβραίων, των Σουνιτών Μουσουλμάνων και των Γιαρεσάν, συνέχισαν να υφίστανται, κατά την περίοδο αναφοράς, εκτεταμένες και συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων διακρίσεων ως προς την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την εργασία, την υιοθεσία, τα πολιτικά αξιώματα και τους χώρους λατρείας.[8]

 

Το Article18, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός με έδρα το Λονδίνο, ο οποίος αφιερώνεται στην προστασία και προώθηση της θρησκευτικής ελευθερίας στο Ιράν και υποστηρίζει τους διωκόμενους Χριστιανούς, αναφέρει ότι τον Μάιο του 2023, μόνο 16 προτεσταντικές εκκλησίες παρέμεναν στο Ιράν και μόνο 4 εξ αυτών ήταν δυνατόν να κηρύσσουν στα Περσικά.[9]

 

Σύμφωνα με την από το 2025 έκθεση του Open Doors που κάλυπτε την περίοδο από 1 Οκτωβρίου 2023 έως 30 Σεπτεμβρίου 2024, είναι επικίνδυνο για τους Χριστιανούς να αποκαλύπτουν την πίστη τους σε γραπτή μορφή προσωπικής έκφρασης, συμπεριλαμβανομένου στο διαδίκτυο, να έχουν στην κατοχή τους ή να κρατούν χριστιανικά αντικείμενα, να έχουν πρόσβαση σε χριστιανικό ραδιόφωνο, τηλεόραση ή σε χριστιανικό υλικό στο διαδίκτυο και να συναντούν άλλους Χριστιανούς, ιδιαίτερα μεταστραφέντες.[10]

 

Περαιτέρω, οι Χριστιανοί έχουν τελέσει υπό παρακολούθηση από τις τοπικές τους κοινότητες ή από ιδιωτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων αναφορών στην αστυνομία, παρακολούθησης των κινήσεών τους, υποκλοπής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, καθώς και ανάγνωσης ή λογοκρισίας ηλεκτρονικών μηνυμάτων, έχουν ανακριθεί ή εξαναγκαστεί να παρουσιαστούν στις τοπικές ομάδες «αυτοδικίας» ή στην αστυνομία για λόγους που σχετίζονται με την πίστη τους και έχουν αντιμετωπίσει εμπόδια στην λειτουργία των επιχειρήσεών τους λόγω της πίστης τους.[11] Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι προκατειλημμένα προς τους Χριστιανούς ενώ αυτοί που προκαλούν βλάβη σε Χριστιανούς – κρατικοί αξιωματούχοι και οικογένειες – χαίρουν ατιμωρησίας.[12] Πολλοί κρατούμενοι Χριστιανοί υπόκεινται σε σκληρές ανακρίσεις, ενώ οι μεταστραφέντες, ειδικά από μειονότητες, συχνά κακοποιούνται από την οικογένεια χωρίς συνέπειες.[13] Στο Ιράν, μέρος αυτής της ατιμωρησίας είναι θεσμοθετημένο καθώς το άρθρο 310 του Ποινικού Κώδικα δεν προβλέπει ποινή αν Μουσουλμάνος σκοτώσει μη Μουσουλμάνο, ενώ οι δολοφονίες από μη Μουσουλμάνους τιμωρούνται.[14]

 

Ως αναφέρει η από το 2024 κοινή έκθεση των «Article18», «OpenDoors», «Middle East Concern (MEC)» και «CSW Everyone Free to Believe», πολλοί Χριστιανοί έχουν αναφέρει ότι απολύθηκαν από τις δουλειές τους μετά τη σύλληψή τους, συνήθως αφού οι εργοδότες τους δέχθηκαν πίεση από πράκτορες του Υπουργείου Πληροφοριών ενώ άλλοι Χριστιανοί στερούνται εργασίας λόγω του ότι ο εξοπλισμός εργασίας τους, που έχει κατασχεθεί, δεν τους επιστρέφεται ποτέ, ενώ σε άλλους ανακαλούνται οι επαγγελματικές άδειες ή τους αρνούνται την έκδοση νέων.[15]

·                Όσον αφορά τις έγγραφες βεβαιώσεις βάπτισης που προσκόμισαν οι Αιτητές κατά το στάδιο των συνεντεύξεων ημερ. 12.2.2020, παρατηρώ ότι αυτές έχουν εκδοθεί από ανεξάρτητο θρησκευτικό ευαγγελικό ίδρυμα που λειτουργεί ως αγγλόφωνη Χριστιανική εκκλησία στην Κύπρο υπό την ονομασία ‘Larnaka Community Church[16]. Επιπλέον, στην επίσημη ιστοσελίδα παρέχονται πληροφορίες αναφορικά με το πως μπορεί κάποιος να γίνει μέλος[17]. Πέραν τούτων, διαπιστώνεται ότι η ‘Larnaka Community Church’ αποτελεί μέλος της Παγκύπριας Ένωσης Ευαγγελικών Εκκλησιών Κύπρου (ΠΕΝΕΕΚ)[18].

Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω πληροφοριών, διαπιστώνεται ότι οι δηλώσεις των Αιτητών παρουσιάζουν ουσιώδη συνάφεια με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής. Ειδικότερα, ο τρόπος με τον οποίο περιέγραψαν την πρώτη τους επαφή με τον χριστιανισμό, μέσω δορυφορικών τηλεοπτικών προγραμμάτων, διαδικτυακών μαθημάτων και συζητήσεων, τη λήψη και μελέτη θρησκευτικού υλικού, καθώς και τη μεταγενέστερη συμμετοχή τους σε μικρές και άτυπες κατ’ οίκον συναθροίσεις, ανταποκρίνεται στις καταγεγραμμένες μορφές διάδοσης και άσκησης του χριστιανισμού από μεταστραφέντες στο Ιράν.

 

Ομοίως, οι αναφορές τους στη μυστικότητα υπό την οποία πραγματοποιούνταν οι συναθροίσεις, στη λήψη προφυλάξεων, στην απουσία κινητών τηλεφώνων, στη χαμηλή ένταση των ύμνων και στην ακύρωση συναντήσεων όταν υπήρχαν υποψίες, είναι συμβατές με το περιβάλλον περιορισμού και παρακολούθησης στο οποίο λειτουργούν οι κατ’ οίκον εκκλησίες. Αντίστοιχη συμβατότητα παρουσιάζουν οι ισχυρισμοί σχετικά με την κατοχή αντιγράφων της Καινής Διαθήκης, την προώθηση του χριστιανισμού προς τρίτα πρόσωπα και τον φόβο αποκάλυψης των δραστηριοτήτων τους από τις αρχές.

 

Οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν, περαιτέρω, ότι οι μεταστραφέντες από το ισλάμ, ιδίως όσοι ασκούν ή διαδίδουν δημόσια ή συλλογικά τη νέα τους πίστη, δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο παρακολούθησης, ανάκρισης, σύλληψης και ποινικής δίωξης. Ως εκ τούτου, ο φόβος που εξέφρασαν οι Αιτητές σε σχέση με την ενδεχόμενη αποκάλυψη της συμμετοχής τους σε κατ’ οίκον εκκλησία και της κατοχής ή διανομής χριστιανικού υλικού δεν εμφανίζεται ως υποθετικός ή αποκομμένος από τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους.

 

Περαιτέρω, οι προσκομισθείσες βεβαιώσεις βάπτισης προέρχονται από υπαρκτή και οργανωμένη ευαγγελική εκκλησιαστική κοινότητα που λειτουργεί στη Δημοκρατία. Τα έγγραφα αυτά, σε συνδυασμό με το φωτογραφικό υλικό και τις λεπτομερείς περιγραφές των Αιτητών αναφορικά με τον χρόνο, τον τόπο και τη διαδικασία της βάπτισής τους, επιβεβαιώνουν αντικειμενικά ότι αμφότεροι βαπτίστηκαν και εντάχθηκαν, τουλάχιστον σε εξωτερικό επίπεδο, σε χριστιανική ευαγγελική κοινότητα. Δεν αποδεικνύουν, αφ’ εαυτών, τη γνησιότητα της εσωτερικής τους πίστης ούτε τα γεγονότα που ισχυρίστηκαν ότι έλαβαν χώρα στο Ιράν, πλην όμως ενισχύουν τη συνοχή του αφηγήματός τους ως προς τη συνέχιση της θρησκευτικής τους δραστηριότητας μετά την άφιξή τους στη Δημοκρατία.

 

Βεβαίως, οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν δύνανται να επιβεβαιώσουν τα εξατομικευμένα περιστατικά της σύλληψης της Leyla, της εξαφάνισης των λοιπών μελών της εκκλησίας, της προειδοποίησης που φέρεται να έλαβε η Αιτήτρια ή της αναζήτησης της οικογένειας από τις αρχές. Τα συγκεκριμένα γεγονότα στηρίζονται κυρίως σε έμμεσες πληροφορίες που μεταφέρθηκαν στους Αιτητές από τρίτα πρόσωπα και δεν συνοδεύονται από ανεξάρτητα αποδεικτικά στοιχεία. Η αδυναμία εξωτερικής επαλήθευσής τους, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με αντίφαση προς τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, αφού το είδος των γεγονότων που περιγράφεται είναι συμβατό με τις καταγεγραμμένες πρακτικές των ιρανικών αρχών έναντι κατ’ οίκον εκκλησιών και μεταστραφέντων.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω, κρίνω ότι η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί μεταστροφής, συμμετοχής σε κατ’ οίκον εκκλησία και άσκησης της χριστιανικής πίστης στοιχειοθετείται. Οι δηλώσεις των Αιτητών δεν συγκρούονται με τις αντικειμενικές πληροφορίες, αλλά αντιθέτως εντάσσονται με συνέπεια στο καταγεγραμμένο θρησκευτικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο του Ιράν.

 

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, συνεκτιμάται και η απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (υπό άλλη μονομελή σύνθεση) στην προσφυγή αρ. 1784/2021 της θυγατέρας της Αιτήτριας και αδελφής του Αιτητή .

 

Από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης είναι εμφανές ότι η υπόθεση αυτή αφορούσε το ίδιο οικογενειακό και πραγματικό υπόβαθρο, εξετάστηκαν εκτενώς οι ισχυρισμοί περί μεταστροφής της οικογένειας στον χριστιανισμό, συμμετοχής σε κατ’ οίκον εκκλησία, αποκάλυψης των θρησκευτικών τους δραστηριοτήτων και αναχώρησης από το Ιράν. Παρότι η εν λόγω απόφαση δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ως προς την κρίση του επί της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί στοιχείο το οποίο δύναται να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, καθόσον αφορά το ίδιο ιστορικό γεγονότων και πρόσωπα που ανήκουν στον ίδιο οικογενειακό πυρήνα.

 

Παρατηρείται δε ότι οι ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί που προέβαλαν οι παρόντες Αιτητές, ιδίως ως προς την πρώτη επαφή της πρώτης Αιτήτριας με τη Nikoo, τη σταδιακή γνωριμία και μεταστροφή στον χριστιανισμό, τη συμμετοχή τους σε κατ’ οίκον εκκλησία, τη φύλαξη του κιβωτίου με τις Αγίες Γραφές, την προειδοποίηση για τον επικείμενο κίνδυνο, την προσωρινή απόκρυψή τους και, εν τέλει, την αναχώρησή τους από το Ιράν, παρουσιάζουν ουσιώδη αντιστοιχία με τα πραγματικά περιστατικά που εξετάστηκαν στην εν λόγω δικαστική διαδικασία. Οι δε επιμέρους διαφοροποιήσεις που εντοπίζονται αφορούν δευτερεύουσες λεπτομέρειες ή γεγονότα τα οποία κάθε μέλος της οικογένειας βίωσε από διαφορετική οπτική γωνία και δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να κλονίζουν τη συνοχή του βασικού οικογενειακού αφηγήματος. Ως εκ τούτου, η προηγούμενη δικαστική αξιολόγηση δεν προδικάζει την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, πλην όμως ενισχύει περαιτέρω την εξωτερική αξιοπιστία του κοινού οικογενειακού αφηγήματος καθώς ο πυρήνας των ισχυρισμών των παρόντων Αιτητών είναι συμβατός με το κοινό πραγματικό πλαίσιο που ήδη αποτέλεσε αντικείμενο δικαστικής εξέτασης.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι, κατόπιν αξιολόγησης του ίδιου πραγματικού υποβάθρου, η θυγατέρα της Αιτήτριας αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας. Η εξέλιξη αυτή δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ούτε υποκαθιστά την υποχρέωσή του να προβεί σε αυτοτελή αξιολόγηση των αιτημάτων των παρόντων Αιτητών. Συνιστά, ωστόσο, πρόσθετο αντικειμενικό στοιχείο το οποίο δύναται να συνεκτιμηθεί κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του κοινού οικογενειακού αφηγήματος, δεδομένου ότι στηρίχθηκε στην αξιολόγηση του ίδιου, κατ' ουσίαν, πραγματικού ιστορικού.

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, ήτοι τη συμβατότητα των δηλώσεων των Αιτητών με τις αντικειμενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, τα αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν, καθώς και την προηγούμενη δικαστική αξιολόγηση του ίδιου οικογενειακού πραγματικού υποβάθρου, σε συνδυασμό με την ήδη διαπιστωθείσα εσωτερική αξιοπιστία, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός των Αιτητών περί μεταστροφής στον χριστιανισμό, συμμετοχής σε κατ' οίκον εκκλησία και άσκησης της χριστιανικής πίστης έχει αποδειχθεί, κατά το απαιτούμενο αποδεικτικό μέτρο, ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος.

 

Νομική εκτίμηση της εκπλήρωσης των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας

 

Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στην νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.

 

Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου: 

 

«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ’ αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».

 

Δεδομένου ότι έχει ήδη γίνει αποδεκτό πως οι Αιτητές είναι υπήκοοι του Ιράν και βρίσκονται εκτός της χώρας ιθαγένειάς τους, αναζητώντας διεθνή προστασία από την Κυπριακή Δημοκρατία, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον, υπό το φως των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, συντρέχουν οι λοιπές ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης Αιτήτριας - εκτίμηση κινδύνου

 

Το πρώτο ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσον οι Αιτητές διατρέχουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν. Προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου αποτελεί η ύπαρξη φόβου δίωξης τόσο υπό την υποκειμενική όσο και υπό την αντικειμενική του διάσταση. Το υποκειμενικό στοιχείο αφορά την προσωπική πεποίθηση και τον πραγματικό φόβο του αιτητή ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, θα υποστεί δίωξη για έναν από τους λόγους που προστατεύονται από τη Σύμβαση της Γενεύης, ενώ το αντικειμενικό στοιχείο προϋποθέτει ότι ο φόβος αυτός εδράζεται σε πραγματικά δεδομένα και εμφανίζεται εύλογος υπό το φως των εξακριβωμένων περιστατικών και των αντικειμενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής.

 

Εν προκειμένω, το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου πληρούται. Αμφότεροι οι Αιτητές, τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εξέφρασαν σταθερά τον φόβο ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν, θα υποστούν δίωξη λόγω της μεταστροφής τους από το ισλάμ στον χριστιανισμό και της συμμετοχής τους σε κατ’ οίκον εκκλησία, καθώς και λόγω της άσκησης της χριστιανικής τους πίστης, στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ως αξιόπιστα.

 

Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, ο φόβος των Αιτητών δεν δύναται να εκτιμηθεί αφηρημένα ή αποκομμένα από τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους. Αντιθέτως, η αξιολόγηση του βασίμου του φόβου είναι κατεξοχήν μελλοντοστραφής και διενεργείται υπό το φως των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον η επιστροφή τους στο Ιράν θα τους εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο δίωξης για λόγους θρησκείας.

 

Συνιστά ο κίνδυνος που διατρέχουν οι Αιτητές πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου;

 

Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσον ο κίνδυνος που διατρέχουν οι Αιτητές, σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν, συνιστά κίνδυνο υποβολής σε πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Συναφώς, το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι οι πράξεις δίωξης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές, είτε λόγω της φύσεως ή της επανάληψής τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είτε λόγω σώρευσης διαφόρων μέτρων, περιλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να θίγεται το πρόσωπο κατά τρόπο αντίστοιχο. Περαιτέρω, στο άρθρο 3Γ(2) παρατίθεται ενδεικτικός και μη εξαντλητικός κατάλογος πράξεων που δύνανται να συνιστούν δίωξη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται νομικά, διοικητικά, αστυνομικά ή δικαστικά μέτρα τα οποία εισάγουν διακρίσεις ή εφαρμόζονται κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις, καθώς και η ποινική δίωξη ή η επιβολή δυσανάλογης ή μεροληπτικής ποινής. Η έννοια της δίωξης δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις άμεσης προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, αλλά καταλαμβάνει κάθε σοβαρή επέμβαση στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, εφόσον αυτή συνδέεται με έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Συναφώς, η ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας κατοχυρώνεται από το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο προστατεύει όχι μόνο την ελευθερία επιλογής ή αλλαγής θρησκείας, αλλά και την ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, ατομικά ή συλλογικά, δημόσια ή ιδιωτικά, μέσω της λατρείας, της διδασκαλίας και της άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών.

 

Εν προκειμένω, από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής -ως αυτές παρατέθηκαν ανωτερω-, προκύπτει ότι οι μεταστραφέντες από το ισλάμ στον χριστιανισμό, ιδίως όσοι συμμετέχουν σε κατ' οίκον εκκλησίες ή εκδηλώνουν και ασκούν τη χριστιανική τους πίστη, αντιμετωπίζουν πραγματικό κίνδυνο παρακολούθησης, σύλληψης, ανάκρισης, κράτησης, ποινικής δίωξης και επιβολής αυστηρών ποινικών κυρώσεων, ενώ υφίστανται σοβαρούς περιορισμούς στην ελευθερία εκδήλωσης και άσκησης της θρησκείας τους, τόσο σε ιδιωτικό όσο και σε δημόσιο επίπεδο. Οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν, περαιτέρω, ότι η συμμετοχή σε κατ' οίκον εκκλησίες αντιμετωπίζεται από τις ιρανικές αρχές ως δραστηριότητα που συνδέεται με απειλή κατά της εθνικής ασφάλειας, με αποτέλεσμα οι συμμετέχοντες να κινδυνεύουν να υποστούν συλλήψεις, ποινικές διώξεις και λοιπά κατασταλτικά μέτρα αποκλειστικά λόγω της θρησκευτικής τους ταυτότητας και δραστηριότητας.

 

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται και από τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την κοινή έκθεση των Article18, Open Doors, Middle East Concern και Christian Solidarity Worldwide[19], οι χριστιανοί που εκδηλώνουν ενεργά την πίστη τους και ιδίως οι μεταστραφέντες από το ισλάμ αποτελούν συστηματικό στόχο συλλήψεων και ποινικών διώξεων από τις ιρανικές αρχές, ενώ σε πολλές περιπτώσεις συλλαμβάνονται χωρίς να ενημερώνονται για τους λόγους της σύλληψής τους ή να τους απαγγέλλονται κατηγορίες.

 

Περαιτέρω, η Διεθνής Αμνηστία καταγράφει ότι οι ιρανικές αρχές προβαίνουν σε εφόδους σε κατ' οίκον εκκλησίες και σε αυθαίρετες κρατήσεις μεταστραφέντων στον χριστιανισμό, ενώ άτομα μουσουλμανικής καταγωγής που ασπάζονται άλλη θρησκεία εξακολουθούν να διατρέχουν κίνδυνο αυθαίρετης κράτησης, βασανιστηρίων και άλλων μορφών σοβαρής κακομεταχείρισης[20], [21].

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο κίνδυνος που διατρέχουν οι Αιτητές υπερβαίνει προδήλως το επίπεδο της απλής διάκρισης ή δυσμενούς μεταχείρισης και συνιστά σοβαρή επέμβαση στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, καθώς και σε άλλα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος στον οποίο εκτίθενται, σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν, συνιστά κίνδυνο υποβολής σε πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Συντρέχει λόγος δίωξης λόγω θρησκείας κατά το άρθρο 3Δ;

 

Έχοντας ήδη κρίνει ότι οι Αιτητές διατρέχουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο υποβολής σε πράξεις δίωξης, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον ο διαπιστωθείς κίνδυνος οφείλεται σε έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης.

 

Συναφώς, το άρθρο 3Δ(1)(β) του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι η έννοια της θρησκείας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την υιοθέτηση, αλλαγή ή εγκατάλειψη θρησκευτικών πεποιθήσεων, καθώς και τη συμμετοχή σε λατρεία και κάθε μορφή ατομικής ή συλλογικής συμπεριφοράς που υπαγορεύεται από αυτές.

 

Όπως επισημαίνεται και στη Δικαστική Ανάλυση της EUAA (Qualification for International Protection – Judicial Analysis, 2η έκδ., 2023, σελ. 94-95), η έννοια της θρησκείας στην Οδηγία 2011/95/ΕΕ έχει ευρύ περιεχόμενο και καταλαμβάνει τόσο την εσωτερική διάσταση της θρησκευτικής πίστης (forum internum) όσο και την εξωτερική εκδήλωσή της (forum externum), περιλαμβανομένης της δημόσιας και ιδιωτικής άσκησης της λατρείας και της έκφρασης των θρησκευτικών πεποιθήσεων.

 

Η ερμηνεία αυτή συνάδει και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/11 και C-99/11, Y και Z, όπου κρίθηκε ότι οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν ευλόγως να αναμένουν από τον αιτητή να αποκρύψει ή να απέχει από την άσκηση της θρησκείας του προκειμένου να αποφύγει τον κίνδυνο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.

 

Εν προκειμένω, έχει ήδη γίνει αποδεκτό ότι οι Αιτητές έχουν μεταστραφεί από το ισλάμ στον χριστιανισμό, συμμετείχαν σε κατ' οίκον εκκλησία στο Ιράν και προτίθενται να συνεχίσουν να ασκούν και να εκδηλώνουν τη χριστιανική τους πίστη. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο διαπιστωθείς κίνδυνος δίωξης συνδέεται άμεσα με τη θρησκεία τους και, ειδικότερα, με τη μεταστροφή τους και την εξωτερική εκδήλωση της χριστιανικής τους πίστης. Ως εκ τούτου, ο φόβος δίωξης των Αιτητών οφείλεται σε έναν από τους λόγους που περιοριστικά απαριθμούνται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και στο άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Υπάρχει υπεύθυνος φορέας δίωξης;

 

Ακολούθως, εξετάζεται η ύπαρξη φορέα δίωξης. Σύμφωνα με το άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου, φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης δύνανται να είναι το κράτος, ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του, καθώς και μη κρατικοί φορείς, εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και το άρθρο 12Β του περί Προσφύγων Νόμου φορείς προστασίας δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παρέχουν αποτελεσματική προστασία έναντι της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης.

 

Εν προκειμένω, από τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς των Αιτητών, σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, προκύπτει ότι ο κίνδυνος δίωξης προέρχεται από τις ίδιες τις κρατικές αρχές του Ιράν. Ειδικότερα, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι οι ιρανικές αρχές αντιμετωπίζουν τους μουσουλμάνους που μεταστρέφονται στον χριστιανισμό, ιδίως όσους συμμετέχουν σε κατ' οίκον εκκλησίες ή εκδηλώνουν τη νέα τους πίστη, ως πρόσωπα που ενεργούν κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης, προβαίνοντας σε παρακολούθηση, συλλήψεις, ανακρίσεις, κρατήσεις και ποινικές διώξεις. Ως εκ τούτου, ο φορέας από τον οποίο απορρέει ο διαπιστωθείς κίνδυνος δίωξης είναι το ίδιο το κράτος, διά των αρμοδίων αρχών ασφαλείας και επιβολής του νόμου.

 

Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες χώρας καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες οι ιρανικές αρχές δύνανται να διερευνούν κατά την επιστροφή πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις μεταστροφής στον χριστιανισμό ή ότι επικαλέστηκαν τη μεταστροφή τους στο πλαίσιο διαδικασίας διεθνούς προστασίας στο εξωτερικό, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο σχετικός κίνδυνος δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη περιοχή της χώρας αλλά δύναται να εκδηλωθεί ήδη από την επιστροφή τους στο Ιράν[22],[23].

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης του κατά πόσον μη κρατικός φορέας δύναται να αντιμετωπισθεί μέσω της κρατικής προστασίας, καθόσον ο ίδιος ο φορέας δίωξης ταυτίζεται με το κράτος. Η διαπίστωση αυτή ασκεί, περαιτέρω, ουσιώδη επιρροή κατά την αξιολόγηση της διαθεσιμότητας αποτελεσματικής κρατικής προστασίας και της δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης, ζητήματα τα οποία εξετάζονται ακολούθως.

 

Δυνατότητα κρατικής προστασίας και εσωτερικής μετεγκατάστασης

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3Β του περί Προσφύγων Νόμου, προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης μπορεί να παρέχεται από το κράτος ή από ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του, υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν και είναι σε θέση να παρέχουν αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία. Η προστασία αυτή παρέχεται, κατά κανόνα, όταν οι αρμόδιοι φορείς λαμβάνουν εύλογα μέτρα για την πρόληψη και καταστολή των πράξεων δίωξης, μεταξύ άλλων μέσω της λειτουργίας αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, τη δίωξη και τον κολασμό των υπαιτίων, και όταν ο αιτητής έχει πραγματική πρόσβαση στην προστασία αυτή.

 

Εν προκειμένω, όμως, από τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς των Αιτητών, σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, προκύπτει ότι ο φορέας δίωξης είναι το ίδιο το ιρανικό κράτος. Όπως ήδη αναλύθηκε, οι ιρανικές αρχές παρακολουθούν, συλλαμβάνουν, ανακρίνουν και διώκουν ποινικά μουσουλμάνους που έχουν μεταστραφεί στον χριστιανισμό, ιδίως όταν συμμετέχουν σε κατ' οίκον εκκλησίες ή εκδηλώνουν τη νέα τους πίστη. Κατά συνέπεια, οι ίδιες οι κρατικές αρχές, οι οποίες κατά νόμο θα όφειλαν να παρέχουν προστασία, αποτελούν στην προκειμένη περίπτωση τον φορέα της δίωξης.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη αποτελεσματικής και μη προσωρινής κρατικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 3Β του περί Προσφύγων Νόμου, καθόσον οι Αιτητές δεν θα είχαν πρόσβαση σε προστασία έναντι των πράξεων δίωξης που διατρέχουν κίνδυνο να υποστούν, ακριβώς επειδή οι πράξεις αυτές απορρέουν από την ίδια την κρατική εξουσία.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12Γ του περί Προσφύγων Νόμου, η διεθνής προστασία δεν χορηγείται όταν ο αιτητής δύναται να μεταβεί και να εγκατασταθεί νομίμως και με ασφάλεια σε άλλο τμήμα της χώρας καταγωγής, όπου δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης και μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα εγκατασταθεί. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής. Τούτο διότι ο κίνδυνος δίωξης προέρχεται από τις ίδιες τις κρατικές αρχές και δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή του Ιράν, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται ασφαλής περιοχή στην οποία οι Αιτητές θα μπορούσαν να μετεγκατασταθούν προκειμένου να αποφύγουν τον διαπιστωθέντα κίνδυνο δίωξης.

 

Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Αιτητές δεν έχουν στη διάθεσή τους ούτε αποτελεσματική κρατική προστασία ούτε εύλογη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης εντός της χώρας καταγωγής τους.

 

ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών των Αιτητών, τις διαθέσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και την εξατομικευμένη εκτίμηση του προσωπικού τους προφίλ, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Αιτητές έχουν τεκμηριώσει, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής τους στο Ιράν.

 

Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος αυτός συνδέεται αιτιωδώς με λόγο της Σύμβασης της Γενεύης και, ειδικότερα, με τη θρησκεία τους, καθόσον απορρέει από τη μεταστροφή τους από το ισλάμ στον χριστιανισμό, τη συμμετοχή τους σε κατ' οίκον εκκλησία και την πρόθεσή τους να συνεχίσουν να ασκούν και να εκδηλώνουν ελεύθερα τη χριστιανική τους πίστη.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φορέας της διαπιστωθείσας δίωξης είναι το ίδιο το ιρανικό κράτος, μέσω των αρμόδιων κρατικών αρχών, ενώ δεν υφίσταται αποτελεσματική και μη προσωρινού χαρακτήρα κρατική προστασία διαθέσιμη προς τους Αιτητές στη χώρα καταγωγής τους. Ομοίως, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ασφαλούς και εύλογης δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης, δεδομένου ότι ο κίνδυνος δίωξης προέρχεται από κρατικό φορέα και εκτείνεται στο σύνολο της επικράτειας του Ιράν.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώριση των Αιτητών ως προσφύγων.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς την υπό στοιχείο (Α) αιτούμενη θεραπεία, με έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Κατ’ ακολουθίαν, η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) και οι Αιτητές αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

 

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[2] UK Home Office, Country Policy and Information Note – Iran: Christians and Christian converts, (Version 7.0) September 2022, https://assets.publishing.service.gov.uk/government/uploads/system/uploads/attachment_data/file/1107072/IRN_CPIN_Christians_and_Christian_converts.pdf (βλ. σημείο 4.3.4 – σελ. 19 και σημεία 5.1.2-5.1.4 – σελ. 20-21) (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[3] DFAT (Australia), ‘Country Information Report – Iran’ (24 JULY 2023), https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-iran.pdf (βλ. ενότητα ‘Christians’, σημείο 2.84 – σελ. 20) (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[4] Constitution of the Islamic Republic of Iran, διαθέσιμο σε: https://www.legal-tools.org/doc/4205c7/pdf (ημερομηνία  πρόσβασης 6/07/2026)

[5] Constitution of the Islamic Republic of Iran, διαθέσιμο σε: https://www.legal-tools.org/doc/4205c7/pdf (ημερομηνία  πρόσβασης 6/07/2026)

[6] Human Rights Council, Written statement* submitted by Center for Inquiry, a nongovernmental organization in special consultative status, A/HRC/59/NGO/302, 26 Ιουνίου 2025, https://docs.un.org/en/A/HRC/59/NGO/302 σελ. 3,  (ημερομηνία  πρόσβασης 6/07/2026)

[7] Human Rights Council, Written statement* submitted by Center for Inquiry, a nongovernmental organization in special consultative status, A/HRC/59/NGO/302, 26 Ιουνίου 2025, https://docs.un.org/en/A/HRC/59/NGO/302 σελ. 3, (ημερομηνία  πρόσβασης 6/07/2026)

[8] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Iran 2025, 21 April 2026, https://www.amnesty.org/en/location/middle-east-and-north-africa/middle-east/iran/report-iran/, (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[9] Article18, 10 years since forced closure of Iran’s largest Persian-speaking church, 19 Μαΐου 2023, https://articleeighteen.com/news/13225/ (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[10] Open Doors, Iran – Persecution Dynamics, Ιανουάριος 2025, https://www.opendoors.org/persecution/reports/Iran-Full_Country_Dossier-ODI-2025.pdf σελ. 17, (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[11] Open Doors, Iran – Persecution Dynamics, Ιανουάριος 2025, https://www.opendoors.org/persecution/reports/Iran-Full_Country_Dossier-ODI-2025.pdf σελ. 19, (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[12] Open Doors, Iran – Persecution Dynamics, Ιανουάριος 2025, https://www.opendoors.org/persecution/reports/Iran-Full_Country_Dossier-ODI-2025.pdf σελ. 20, (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[13] Open Doors, Iran – Persecution Dynamics, Ιανουάριος 2025, https://www.opendoors.org/persecution/reports/Iran-Full_Country_Dossier-ODI-2025.pdf σελ. 20, (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[14] Open Doors, Iran – Persecution Dynamics, Ιανουάριος 2025, https://www.opendoors.org/persecution/reports/Iran-Full_Country_Dossier-ODI-2025.pdf σελ. 20, (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[15] Article18, Faceless Victims, Rights violations against Christians in Iran, 2024 Annual Report, 19 Φεβρουαρίου 2024, https://articleeighteen.com/download/?wpdmdl=14430 σελ. 31 (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[16] Βλ. πληροφορίες ‘About us.’ από την επίσημη ιστοσελίδα της Larnaka Community Church, https://www.lcc-cyprus.org/about-us/ (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[17] Βλ. πληροφορίες ‘Becoming a member.’ από την επίσημη ιστοσελίδα της Larnaka Community Church, https://www.lcc-cyprus.org/becoming-a-member/  (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[18] Βλ. πληροφορίες από το αρχείο μελών της ΠΕΝΕΕΚ στην Λάρνακα από την επίσημη ιστοσελίδα της ΠΕΝΕΕΚ, https://www.peneek.com/index.php/el/meli/larnaka  (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[19] Article18, Faceless Victims, Rights violations against Christians in Iran, 2024 Annual Report, 19 Φεβρουαρίου 2024, https://articleeighteen.com/download/?wpdmdl=14430 σελ. 31 (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[20] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Iran 2025, 21 April 2026, https://www.amnesty.org/en/location/middle-east-and-north-africa/middle-east/iran/report-iran/, (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[21] Anesty International, The State of the World's Human Rights; Iran 2024, 29 Απριλίου 2025, Human rights in Iran Amnesty International (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[22] EUAA COI Query Response, Iran: Situation of Christian returnees, August 2024, διαθέσιμοσε: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_08_EUAA_COI_Query_Response_Q54_Iran_Situation_of_Christian_Returnees.pdf σελ. 5 (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)

[23] DIS - Danish Immigration Service: Iran: Return following Sur Place Activities 2025, December 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2134410/coi-report_iran_return-following-sur-place-activities-2025.pdf  σελ. 12 (ημερομηνία πρόσβασης 6/07/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο