J.M.M.M. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Αρ. Υπόθεσης: 1869/24, 7/7/2026
print
Τίτλος:
J.M.M.M. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Αρ. Υπόθεσης: 1869/24, 7/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Αρ. Υπόθεσης: 1869/24

 

7 Ιουλίου, 2026

 

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ ΔΔΔΠ]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

1. J.M.M.M.

2. T.E.K.

Και τα ανήλικα τέκνα αυτών:

3. R.M.M.

4. R.M.M.

Αιτητές

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

 

Α. Παναγή (κα) , Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ν. Κουρσάρης (κος), Δικηγόρος  για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Μ. Παπαντωνίου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την υπό κρίση προσφυγή, οι Αιτητές προσβάλλουν την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 26/04/2024, η οποία τους κοινοποιήθηκε την 17/05/2024 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά τους για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.  Επίσης αιτούνται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες και/ή ως δικαιούχοι συμπληρωματικής προστασίας.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως εκτίθενται στην ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και υποστηρίζονται από τα στοιχεία του σχετικού διοικητικού φακέλου που έχει κατατεθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση, έχουν ως ακολούθως:

 

Οι Αιτητές είναι πολίτες της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»). Αμφότεροι οι πρωτεύοντες Αιτητές εγκατέλειψαν την ΛΔΚ στις 25/09/2021, μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα τους, γεννηθέντα αντίστοιχα το 2010 και το 2015. Δια μέσου Αιθιοπίας, Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών, αφίχθησαν στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 26/09/2021 και υπέβαλαν αίτημα διεθνούς προστασίας την 03/11/2021, η οποία καταχωρίστηκε στις 04/11/2021 από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα.

 

Εν συνεχεία, την 05/11/2021 διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας των Αιτητών ως οικογένειας, από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, μέσα από σχετικές συνεντεύξεις των ενήλικων Αιτητών. Στο σχετικό πεδίο του εντύπου αξιολόγησης ευαλωτότητας και ειδικών συνθηκών υποδοχής, η αρμόδια λειτουργός επεσήμανε ότι η περίπτωση της ευαλωτότητάς τους άπτεται της κατηγορίας των προσώπων που έχουν υποστεί ψυχολογική και συναισθηματική βία (απειλές), σημείωσε δε ως μεσαία την πιθανότητα συνδρομής σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλειά τους. Καταληκτικά, επεσήμανε πως η οικογένεια τελεί σε χρεία ασφαλούς καταλύματος και παρέπεμψε την υπόθεσή τους στο Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας  (ερυθρά 28-54).

 

Στις 18/04/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη των Αιτητών από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός τους για διεθνή προστασία. Στις 26/04/2024 ο εν λόγω λειτουργός ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης ασύλου, την οποία ο Προϊστάμενος, δια του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργού, υιοθέτησε με απόφασή του αυθημερόν, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης και την επιστροφή των Αιτητών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

 

Στις 17/05/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα διεθνούς προστασίας των Αιτητών, η οποία παρελήφθη και υπεγράφη ιδιοχείρως από τους ίδιους αυθημερόν, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα.

 

Κατά της ως άνω απόφασης, οι Αιτητές άσκησαν στις 27/05/2024 την υπ' αριθμ. 1869/24 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

Οι Αιτητές, δια της αίτησης ακυρώσεως, προβάλλουν πλείονες λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Εν συνεχεία, δια της γραπτής αγόρευσης που κατέθεσε η ευπαίδευτη συνήγορός τους, προωθούν νομικούς λόγους ακύρωσης που αφορούν στο ότι: (α) η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει στην εγχώρια νομοθεσία, τις αρχές του διοικητικού δικαίου και το Σύνταγμα, ενώ (β) εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου και/ή διαδικασίας, χωρίς διεξαγωγή επαρκούς και δέουσας έρευνας ως προς την αξιολόγηση των υπό εξέταση στοιχείων, (γ) εκδόθηκε κατόπιν εμφιλοχώρησης πλάνης επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ, επίσης, (δ) η προσβαλλομένη στερείται και της δέουσας αιτιολογίας.

 

Συγκεκριμένα, ως προς την διαδικασία, υποβάλλουν ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έθεσαν περιορισμένο αριθμό ερωτήσεων στους Αιτητές αναφορικά με την καταστροφή της οικίας τους και τις απειλές που δεχόταν ο Αιτητής, αποφεύγοντας να υποβάλουν πρόσθετες διευκρινιστικές ερωτήσεις, και αποστερώντας τοιούτω τρόπω τους Αιτητές από την δυνατότητα να εξηγήσουν διεξοδικά τους ισχυρισμούς που συνιστούν τον πυρήνα του αιτήματός τους. Προβάλλουν, επίσης, ότι δεν διενεργήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση λεπτομερής, ουσιαστική, και δη εξατομικευμένη έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς των Αιτητών, ως προς τον φόβο μελλοντικής δίωξης, καθώς και αναφορικά με την τεκμηρίωση της απόφασής τους ως προς την μη υπαγωγή των Αιτητών σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Οι Αιτητές, δια της συνηγόρου τους, επισημαίνουν, περαιτέρω, πως η έρευνα δεν επεκτάθηκε σε όλα τα πραγματικά περιστατικά που συναπαρτίζουν την υπόθεση, πολλώ δε μάλλον, ελλείπει εξειδικευμένη έρευνα σχετικά με τα ανήλικα τέκνα τους. Εισηγήθηκαν, τέλος, την προσήκουσα εξέταση της αίτησης υπό το πρίσμα της αρχής της μη επαναπροώθησης, των άρθρων 2 και 3 ΕΣΔΑ και της παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς ή, όλως επικουρικά, συμπληρωματικής προστασίας, κατόπιν απόρριψης της προσβαλλομένης ως άδικης και απαράδεκτης.

 

Στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθετούν εν συνόλω τα όσα προβαλλόμενα κατά την ένστασή τους, υποβάλλοντας πως η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Ο συνήγορός τους περαιτέρω προωθεί πως η ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης των Αιτητών δεν συμμορφώνεται με τον Κανονισμό 6 του Διαδικαστικού Κανονισμού περί Λειτουργίας του ΔΔΔΠ, συμπληρώνοντας πως οι λόγοι ακύρωσης δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού περί Λειτουργίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, καθώς παρατίθενται αόριστα, και κατά συνέπεια θα πρέπει να θεωρηθούν ως νομολογιακά εγκαταλειφθέντες.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση, υποστηρίζουν, στη συνέχεια, πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των νομικών λόγων που προωθούν, και πως, ως προς τους ουσιώδεις του αιτήματός τους ισχυρισμούς, οι Αιτητές υπέπεσαν σε αντιφάσεις και παρείχαν ανεπαρκείς και μη ευλογοφανείς απαντήσεις, με αποτέλεσμα να μην καταφέρουν να τεκμηριώσουν ότι συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.  Στη συνέχεια, δια του συνηγόρου τους, αντικρούουν τους νομικούς ισχυρισμούς των Αιτητών, υποστηρίζοντας ότι διεξήχθη δέουσα έρευνα σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς και την εκτίμηση κινδύνου, ότι δεν εμφιλοχώρησε πλάνη στον συλλογισμό τους, και πως υπήρξε πλήρης και επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλομένης, εισηγούμενοι, καταληκτικά, την απόρριψη της επίδικης προσφυγής ως νόμω και ουσία αβάσιμης.

 

Κρίνω σκόπιμο όπως εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αλλά και από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ενόψει και της πλήρους δικαιοδοσίας που έχει το παρόν Δικαστήριο.

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Luputa, της επαρχίας Lomami, στη συνέχεια διέμεινε στο Lubumbashi με την πατρική του οικογένεια και προσδιόρισε την Salongo της  Kinshasa ως τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του όπου διέμενε από το 2008 μέχρι και την αναχώρησή του από την ΛΔΚ το 2021. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση ο Αιτητής δήλωσε έγγαμος με την Αιτήτρια από το 2013 και έχουν αποκτήσει 3 τέκνα, τα οποία βρίσκονται στην Δημοκρατία μαζί τους. Διαθέτει στη χώρα καταγωγής του ευρύ οικογενειακό δίκτυο, αποτελούμενο από τα 4 αδέρφια του και την μητέρα του που διαβιούν στην περιοχή της Kinshasa, τον πατέρα του που ζει στη Luputa, καθώς και πολυάριθμα θετά αδέρφια από τις άλλες τρεις συζύγους του πατέρα του, τα οποία ζουν στην επαρχία. Σε σχέση με το μορφωτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και πως αργότερα απασχολήθηκε επαγγελματικά ως επισκευαστής αυτοκινήτων. 

 

Η δε Αιτήτρια, κατά την συνέντευξή της, δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Kikwit, της επαρχίας Kwilu και προσδιόρισε την πόλη Salongo της  Kinshasa ως τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της όπου διέμενε από το 2009-2010 μέχρι και την αναχώρησή της από την ΛΔΚ το 2021. Σε σχέση με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αμφότεροι οι γονείς της ζουν με τους δύο αδερφούς της και την μία αδερφή της στο Kikwit, οι δε άλλες τρεις αδερφές της βρίσκονται στο Βέλγιο και στον Καναδά. Σε σχέση με το μορφωτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη φοίτησή της σε σχολή νοσηλευτικής αλλά δεν εξάσκησε το επάγγελμα, διότι αφοσιώθηκε στην ανατροφή των τέκνων της, συμπληρώνοντας ότι εργάστηκε περιστασιακά ως πωλήτρια κοσμημάτων.

 

Αμφότεροι οι Αιτητές επιβεβαίωσαν ότι γνωρίστηκαν το 2008 και παντρεύτηκαν το 2013 στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

  

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον Μάρτιο του 2020 συνήψε δεσμό με μια επισκέπτρια της φάρμας όπου εργαζόταν, με την οποία συναντιόταν τακτικά μέχρι και τον Αύγουστο του 2021. Η εν λόγω γυναίκα ήταν έγγαμη και ο σύζυγός της, ο οποίος είχε την ιδιότητα του συνταγματάρχη (“colonel”), μόλις αντιλήφθηκε την σχέση τους, άρχισε να καλεί τον Αιτητή από τα τέλη του 2020 και να απειλεί την ζωή του σε περίπτωση που ο Αιτητής δεν διέκοπτε τον δεσμό με την σύζυγό του. Όταν, στην συνέχεια, η σύζυγος του συνταγματάρχη έμεινε έγκυος από τον Αιτητή και αποφάσισε να διακόψει την εγκυμοσύνη με φαρμακευτικά σκευάσματα, προκλήθηκαν επιπλοκές και, σύμφωνα με το Αιτητή, αναγκάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργείο περί τα τέλη του Ιουλίου 2021, κατά το οποίο της αφαιρέθηκε η μήτρα. Το γεγονός αυτό πυροδότησε νέες απειλές από την πλευρά του συνταγματάρχη, ο οποίος διαμήνυσε ότι θα σκότωνε τον Αιτητή και θα βίαζε την σύζυγο και την θυγατέρα του. Όταν η οικογενειακή του κατοικία καταστράφηκε από αγνώστους στις 18 Αυγούστου 2021 και τα απειλητικά τηλεφωνήματα πύκνωσαν, ο Αιτητής με την σύζυγό του, στην οποία είχε εκμυστηρευθεί τα γεγονότα, στο μεταξύ, οργάνωσαν την αναχώρηση της οικογένειας από τη ΛΔΚ για την ασφάλειά τους.

 

Αναφορικά με τον μελλοντικό φόβο δίωξης, ο Αιτητής δήλωσε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ θα διατρέξει κίνδυνο ζωής από τον συνταγματάρχη, πως δεν θα ήταν εφικτή η εσωτερική του μετεγκατάσταση λόγω της ευκολίας με την οποία θα τον εντόπιζε ο στρατιωτικός και πως, δεδομένου ότι βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία με τα παιδιά του, θα ήταν δύσκολος ένας ενδεχόμενος επαναπατρισμός στη ΛΔΚ. 

 

Η δε Αιτήτρια αποσαφήνισε ότι ο σύζυγός της την ενημέρωσε για την εξωσυζυγική του σχέση τον Αύγουστο του 2021, μετά το περιστατικό της καταστροφής της κατοικίας τους στο Salongo, εξηγώντας της πως δέχεται απειλές από τον σύζυγό της γυναίκας με την οποία διατηρούσε δεσμό και πως η ίδια και τα παιδιά τους διατρέχουν κίνδυνο. Ερωτηθείσα σχετικά με το εάν αντιλήφθηκε η ίδια ότι ο σύζυγός της δεχόταν απειλές, ανέφερε πως μετά την λεηλασία της οικίας τους εξακολουθούσαν να τον καλούν στο τηλέφωνο, ενώ ο σύζυγός της έκτοτε απέφευγε συχνά να μεταβεί στην εργασία του, επικαλούμενος αδιαθεσία. Αναφορικά με το εάν η ίδια ή η κόρη της υπέστησαν ποτέ την οποιαδήποτε βλάβη συνεπεία των απειλών περί βιασμού που είχε εξαπολύσει ο συνταγματάρχης εις βάρος τους, η Αιτήτρια δήλωσε πως δεν τους συνέβη τίποτε, καθώς ήταν Αύγουστος και τα σχολεία ήταν κλειστά.

 

Αναφορικά με τον μελλοντικό φόβο δίωξης, η Αιτήτρια δήλωσε εξίσου πως η διαμάχη με συνταγματάρχη μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ζωής και πρόσθεσε, στο ίδιο πνεύμα με τον Αιτητή, πως τα παιδιά της έχουν εξοικειωθεί με το περιβάλλον στην Κύπρο, έχουν διαμορφώσει φιλικές σχέσεις και ως εκ τούτου δεν θα επιθυμούσαν μια ενδεχόμενη επιστροφή τους στη ΛΔΚ.

 

 

Οι ισχυρισμοί των Αιτητών αξιολογήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό ο οποίος εντόπισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, όπως καταγράφεται στην Έκθεση – Εισήγηση, που είναι κατατεθειμένη ως ερυθρά 104-115. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός περί του προφίλ, των προσωπικών στοιχείων και του τόπου καταγωγής και συνήθους διαμονής των Αιτητών, έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό, καθώς κρίθηκε ως αξιόπιστος στο σύνολό του, κατόπιν στοιχειοθέτησης τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας. Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό που σχηματίστηκε, ήτοι τις αναφερόμενες απειλές που δέχθηκε ο Αιτητής από τον συνταγματάρχη-σύζυγο της γυναίκας με την οποία διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις των Αιτητών χαρακτηρίζονται από έλλειψη επαρκών πληροφοριών και τυγχάνουν στερούμενες χρονικής συνοχής και διεπόμενες από περιγραφική ασάφεια.

 

Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι η ανεπάρκεια πληροφοριών αφορούσε τόσο τις περιγραφές του Αιτητή σχετικά με την σύντροφό του και την εξωσυζυγική τους σχέση, όσο και τους τρόπους με τους οποίους κατόρθωσε να αποκρύπτει αυτήν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο λειτουργός παρατηρεί, επίσης, έλλειψη χρονικής συνοχής αναφορικά με την έναρξη και την διαδοχή των απειλών και περαιτέρω διαπιστώνει αντιφάσεις στις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με το χρονικό σημείο κατά το οποίο σταμάτησε να εργάζεται συνεπεία των απειλών, όπως και στις δηλώσεις του αναφορικά με το εάν αντιμετώπισε προβλήματα κατά την έξοδό του από την ΛΔΚ. Τέλος, ο λειτουργός υπολαμβάνει πως οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τις τηλεφωνικές απειλές, ήτοι αναφορικά με το ότι οι απειλές δεν φέρεται να επηρέασαν ούτε την καθημερινότητά του ούτε την συνέχιση της εξωσυζυγικής του σχέσης, παρά μόνο όταν καταστράφηκε η οικία της οικογένειάς του, στερούνται ευλογοφάνειας. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός δεν προέβη σε έρευνα εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, στη βάση του επιχειρήματος ότι οι δηλώσεις των Αιτητών αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός τους. Συνεκτιμώντας, επομένως, την απουσία εύλογων λόγων που να δικαιολογούν, κατά την θέση του λειτουργού, την οποιαδήποτε ανάλυση των ισχυρισμών μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, όπως και την αδυναμία συγκρότησης του εν λόγω ισχυρισμού ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία, καταλήγει στην απόρριψη αυτού.

 

Μετά από αξιολόγηση του αποδεκτού ισχυρισμού των Αιτητών στο πλαίσιο εκτίμησης του μελλοντοστραφούς κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός συνεκτίμησε τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικο έγγαμο ζευγάρι με δύο ανήλικα τέκνα, την κατάσταση της υγείας τους, το μορφωτικό τους επίπεδο και την εργασιακή τους εμπειρία, καθώς και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Salongo της Kinshasa, σύμφωνα με επισκόπηση διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης, και έκρινε πως δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί πως, σε περίπτωση επιστροφής τους στη ΛΔΚ, θα εκτεθούν σε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης

 

Ακολούθως, κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης, στη βάση του περί Προσφύγων Νόμου αλλά και της Σύμβασης της Γενεύης, ο λειτουργός συμπέρανε πως οι Αιτητές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς πρόσφυγα. Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναγνώριση στα πρόσωπά τους καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του του άρθρου 19 (1) του περί Προσφύγων Νόμου καθώς δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α), (β), (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου. Υπό το φως των ανωτέρω, ο λειτουργός έκρινε ότι πιθανή επιστροφή των Αιτητών στη ΛΔΚ δεν αντίκεται στην αρχή της μη επαναπροώθησης ούτε στο άρθρο 3 ΕΣΔΑ και ως εκ τούτου εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησής τους.

 

Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν.158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371, ημερομηνίας 25/6/99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της εισηγητικής έκθεσης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο Αιτητής, όπως αναλύεται ανωτέρω.

 

Πέραν των ανωτέρω, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, οι Αιτητές δεν προσκόμισαν επιπρόσθετη μαρτυρία ώστε να ανατρέψουν το εύρημα αναξιοπιστίας των Καθ’ ων η Αίτηση και ούτε ανέφεραν ενώπιον μου οποιονδήποτε λόγο που να καταδεικνύει ότι έχουν γνήσιο αίτημα διεθνούς προστασίας ή ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε παράνομα και/ή λανθασμένα. Τονίζω δε, ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματός του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον αιτητή (βλ. άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου).  Το αίτημα των Αιτητών στηριζόταν κυρίως στην αληθοφάνεια του ισχυρισμού του Αιτητή περί εξωσυζυγικής σχέσης με σύζυγο  αντισυνταγματάρχη και τις απειλές που δέχθηκαν λόγω αυτής, το οποίο όμως απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή 1.

 

Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των Αιτητών εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου (βλ. συναφώς παρ. 37-39 του Εγχειρίδιου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Επίσης, με βάση το προσωπικό τους προφίλ και υπό το φως των ισχυρισμών που οι Αιτητές προώθησαν, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής τους υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Αναφορικά με την υπαγωγή των Αιτητών σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι οι Αιτητές θα υποστούν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους, έχω προβεί σε επικαιροποιημένη έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ειδικότερα στην ευρύτερη περιοχή της Kinshasa, στην οποία ανήκει διοικητικά η πόλη Salongo που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών, πριν αναχωρήσουν από την χώρα καταγωγής τους.

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED he Armed Conflict Location  & Event Data Project), όσον αφορά στην διοικητική περιφέρεια της Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 19/06/2026), καταγράφηκαν 162 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων τα 57 αφορούσαν περιστατικά πολιτικής βίας ( Ο όρος «Political violence» περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες). Από τα συνολικά περιστατικά ασφαλείας προκλήθηκαν 50 ανθρώπινες απώλειες, εκ των οποίων οι 47 είναι καταγεγραμμένες ως συνδεόμενες με τα περιστατικά πολιτικής βίας.[1]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της διοικητικής επαρχίας της Kinshasa για το έτος 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[2]

 

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[3] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση” και ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[4]

 

Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν στο σύνολό τους, ότι στην πόλη Κινσάσα, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής των Αιτητών, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ’ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων όπως το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων των Αιτητών για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.

 

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό τους πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

(Υπ.) ……………………………

Μ. Παπαντωνίου, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events / Fatalities, All Events/Political Violence, Past Year, KInshasa, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2026).

[2] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa  (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2026).

[3] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4, (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2026).

[4] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 26/06/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο