ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.2007/23
30 Ιουλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S. H. J. Z.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ε. Ραατ, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Ι. Χαραλάμπους, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.11/05/23, η οποία κοινοποιήθηκε στις 30/05/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Αφγανιστάν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 13/05/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 16/05/21 (ερ.1-3, 73).
Στις 26/10/22, κατόπιν απόρριψης της αίτησης ασύλου ως σιωπηρώς αποσυρθείσας και ακόλουθου επανανοίγματος του φακέλου, μετά από αίτηση του αιτητή προς τούτο (ερ.31-39), διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.64-73). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 11/05/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.136-150).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 30/05/23 και του μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.151, 3).
Σημειώνω ότι στα πλαίσια της παρούσης κατατέθηκε τόσο ο διοικητικός φάκελος (ΔΦ) που αφορά τον αιτητή, όσο και ο διοικητικός φάκελος που αφορά την πρώην σύζυγο και το τέκνο του. Προς τούτο σημειώνω ότι οι πιο κάτω αναφορές σε ερυθρά αφορούν τον ΔΦ του αιτητή, πλην όπου ρητά αναφέρεται ότι αφορούν τον ΔΦ της συζύγου του.
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής κατέγραψε ότι η κατάσταση ασφαλείας στο Αφγανιστάν δεν είναι καλή, εργαζόταν σε τηλεοπτικό κανάλι ως παρουσιαστής και ρεπόρτερ, καθώς επίσης στον οργανισμό DACCAR (ο οποίος δραστηριοποιείται σε πολλές επαρχίες της χώρας), είναι ακτιβιστής, του δόθηκαν αρκετές προειδοποιήσεις από τους Ταλιμπάν και η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο (ερ.1). Στην αίτηση επανανοίγματος προσθέτει ότι το Αφγανιστάν τελεί πλέον υπό κατοχή από τους Ταλιμπάν (ερ.36).
Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στο Chamiary (επαρχία Khas Kunar), όπου διέμενε για «κάποια έτη», και - ακολούθως - διέμενε για «όλη [του] τη ζωή» στην Καμπούλ, έχει ολοκληρώσει 12ετή εκπαίδευση, σπούδασε λογιστική για 2 έτη και μετά έλαβε πτυχίο στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (όλα εκ των οποίων στην Καμπούλ), ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν 5 ετών (από καρδιακή ανακοπή), η δε μητέρα και αδελφός του αιτητή διαμένουν στην Καμπούλ (με την οικογένεια του αδελφού) και συντηρούνται από 2 αδέλφια του αιτητή που μένουν και εργάζονται στο Πακιστάν, έχει δε και άλλες 6 αδελφές, μερικές των οποίων διαμένουν στο Αφγανιστάν και άλλες στο Πακιστάν και ο αιτητής διατηρεί επικοινωνία με όλους. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι εργαζόταν ως ρεπόρτερ/παρουσιαστής ειδήσεων όταν ήταν φοιτητής (2016 – Φεβρουάριος 2021), επί του οποίου υπέδειξε βίντεο όπου εμφαίνεται να παρουσιάζει ειδήσεις με το λογότυπο του σταθμού στον οποίο κατ’ ισχυρισμό εργαζόταν (ερ.79), με θεματολογία που αφορά την επικαιρότητα, την προώθηση της γλώσσα Pashto και τα δικαιώματα των γυναικών, και παρουσίασε δύο κάρτες προσωπικού (ερ.110-111). Ερωτώμενος περαιτέρω ανέφερε ότι υπήρξε εκπρόσωπος τύπου και επικεφαλής (2018-2021) οργανισμού που προστάτευε την γλώσσα Pashto, ασκούσε ακτιβισμό προωθώντας τα δικαιώματα των γυναικών και άλλες πολιτιστικές πρωτοβουλίες, εκ του οποίου παραιτήθηκε 2 μέρες προτού φύγει από το Αφγανιστάν. Ερωτώμενος γιατί σε έγγραφα που προσκόμισε (ερ.95-97) εμφαίνεται να εργαζόταν μέχρι το 2022 ο αιτητής ανέφερε ότι παραμένει υπεύθυνος μέχρι να διοριστεί άλλος στη θέση του, δεν γνωρίζει όμως αν ο οργανισμός αυτός παραμένει ενεργός. Σε ερώτηση πως, νοουμένου ότι δεν γνωρίζει αν είναι ενεργός ο οργανισμός, τα ερ.95 και 97 φέρουν ημερομηνία σύνταξης τις 26/09/22 ο αιτητής είπε ότι «ο οργανισμός δεν είναι ενεργός όμως υπάρχει κάποιος εκεί για να απαντά και να βοηθά […] το [έλαβε] απ’ αυτό το άτομο […] μέσω ταχυδρομείου» (ερ.68 – 5Χ). Ερωτώμενος σχετικά με τα έγγραφα που αφορούν την εργοδότηση του στον οργανισμό DACAAR ο αιτητής ανέφερε ότι εργαζόταν στον οργανισμό αυτό ως υπεύθυνος σεμιναρίων, υπεύθυνος σε θέματα υγιεινής αλλά και ανταπόκρισης σε επείγοντα από το 2017 μέχρι 2 μέρες προτού φύγει από το Αφγανιστάν (ερ.98-105, 110-111).
Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από το Αφγανιστάν εξαιτίας των στοχευμένων δολοφονιών ατόμων που «εργάζονταν ως δημοσιογράφοι και τα οποία είχαν συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς, όπως [ο ίδιος]». Ως ανέφερε, ο ίδιος είχε λάβει πολλές «άμεσες απειλές, όπως τηλεφωνήματα και έμμεσες απειλές», τον είχαν αποτρέψει από το να πάει σε πολλές περιοχές όπου δούλευε, όπου υπήρχε «ισχυρή παρουσία Ταλιμπάν» και τότε «[έφτασε] στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να [φύγει] από τη χώρα», αφού – ως ανέφερε – η γυναίκα του εργαζόταν μαζί του και αυτός και η οικογένεια του δέχονταν απειλές.
Ερωτώμενος σχετικά πρόσθεσε ότι είχε απαχθεί από Ταλιμπάν το 2020, στην περιοχή Wardak, όμως οι ντόπιοι τους έπεισαν να τον ελευθερώσουν, ως και έπραξαν την ίδια μέρα. Ερωτώμενος ανέφερε ότι οι απειλές άρχισαν την άνοιξη 2020, όταν εκπρόσωπος των Ταλιμπάν ζήτησε από τον οργανισμό DACAAR να συνεργαστεί μαζί τους, όμως αυτοί αρνήθηκαν, μετά ο ίδιος απήχθη, οι δε έμμεσες απειλές αφορούσαν τηλεφωνήματα, όπου του έλεγαν ότι γνωρίζουν που μένει, αλλά και λόγια προς γείτονες του να μην εργάζονται μαζί του. Ερωτώμενος γιατί απειλούνταν ανέφερε ότι ήταν υπεύθυνος στον οργανισμό DACAAR και λόγω της δημοσιογραφικής δουλειάς του. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι «πιθανόν [να απειλήθηκε] περισσότερο από 10 φορές» και όταν τον απήγαγαν τον είχαν βάλει να υπογράψει «όρκο να μη [συνεχίσει] τις δραστηριότητες αυτές». Ερωτώμενος αν τον προσέγγισαν άλλη φορά ανέφερε ότι μια φορά τον πυροβόλησαν όμως πέτυχαν ένα φίλο του. Ερωτώμενος γιατί συνέχισε να εργάζεται μέχρι το 2021, μετά τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε ο αιτητής ανέφερε ότι χρειαζόταν τον μισθό και δεν μπορούσε να βρει τρόπο να φύγει από το Αφγανιστάν προηγουμένως. Ερωτώμενος για το κανάλι που εργαζόταν και τον οργανισμό DACAAR ανέφερε ότι πλέον συνεργάζονται πλήρως με τους Ταλιμπάν και όσοι δεν το έπραξαν διέφυγαν ή σκοτώθηκαν. Ερωτώμενος γιατί έφυγε πριν από τη γυναίκα του και το παιδί του ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που αντιμετώπιζε τις πιο σοβαρές απειλές, όχι η γυναίκα του. Ερωτώμενος αν έχει συλληφθεί ή κρατηθεί ποτέ ο αιτητής απάντησε αρνητικά και – σε ακόλουθη ερώτηση – ανέφερε ότι αν επιστρέψει στο Αφγανιστάν «απλά θα [σκοτωθεί]». Ερωτώμενος γιατί καθυστέρησε περί τους 3 μήνες αφότου εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέχρι να υποβάλει αίτηση ασύλου ανέφερε ότι μόλις ήρθε στις ελεύθερες περιοχές αποφάσισε να το πράξει και, σε ακόλουθη ερώτηση, ανέφερε ότι θέλει να μείνει στη Δημοκρατία «να [κερδίσει] χρήματα και να [εξασφαλίσει] ένα καλύτερο μέλλον για [τον ίδιο] και τα μέλη της οικογένειας [του]».
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Φόβος δίωξης του αιτητή από τους Ταλιμπάν λόγω της εργασιακής ιδιότητας του
ως δημοσιογράφος και ως πρόσωπο που συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ον εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Αναφορικά με τον 2ο ως άνω ισχυρισμό κρίθηκε ότι ο αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις και τα λεγόμενα του παρουσιάζουν έλλειψη ευλογοφάνειας, λεπτομερειών, αλλά και επαρκών πληροφοριών. Ειδικότερα αξιολογήθηκε ότι στερείται λογικής συνοχής το ότι ο αιτητής συνέχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος παρά τους κινδύνους για τη ζωή του και κρίθηκε ότι τα λεγόμενα του περί προσωπικής δίωξης δεν είναι ευλογοφανείς και στερούνται των αναμενόμενων πληροφοριών και στοιχείων. Συγκεκριμένα αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι, ενώ αρχικά ανέφερε ότι ο οργανισμός στον οποίον εργαζόταν υποστήριζε τον ακτιβισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα ακολούθως ανέφερε ότι αυτός συνεργάζεται πλέον με το καθεστώς των Ταλιμπάν, πληροφορίες που δεν συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες που εντοπίστηκαν. Σχετικά με τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δέχθηκε ο αιτητής κρίθηκε ότι άπαντα τα λεγόμενα του και οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν ασαφείς, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει με σαφήνεια πόσες φορές απειλήθηκε. Επί τούτου περαιτέρω κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια και συνοχή τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες απειλές που δεχόταν, αναφέροντας απλά ότι έλαβε τηλεφωνήματα και ότι οι Ταλιμπάν έλεγαν στους γείτονες του να μην συνεργάζονται μαζί με τον αιτητή. Επί δε των άμεσων απειλών αυτό που ανέφερε ήταν ότι τον απήγαγαν το 2020, χωρίς τελικά να παραθέσει λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία για το περιστατικό αυτό και – ομοίως – δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες επί του κατ’ ισχυρισμό συμβάντος όπου τον πυροβόλησαν όμως τελικά πέτυχαν τον φίλο του.
Πέραν των ως άνω αρνητικά αξιολογήθηκαν και τα λεγόμενα του περί του υιού και της συζύγου του, για τους οποίους ενώ αρχικά ανέφερε ότι στοχοποιήθηκαν, ακολούθως, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν έφυγε μαζί με την οικογένεια του, ο αιτητής είπε ότι δεν αντιμετώπιζαν κίνδυνο. Αντίφαση εντοπίστηκε στις δηλώσεις του αναφορικά με το πότε σταμάτησε να εργάζεται για τον οργανισμό National Linguistic Movement, όπου ενώ αρχικά ανέφερε ότι παραιτήθηκε 2 μέρες προτού φύγει από τη χώρα, ακολούθως ανέφερε ότι εξακολουθεί να είναι πρόεδρος. Σχετικά με τους ισχυρισμούς του ότι υπερασπιζόταν τα δικαιώματα των γυναικών κρίθηκε ότι υποβαθμίζονται εκ του ότι – σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η σύζυγος του στη δικής της συνέντευξη – ο αιτητής κατηγορήθηκε για σωματική κακοποίηση (στη Δημοκρατία). Στα ως άνω συνυπολογίστηκε και το ότι ο αιτητής έφυγε από το Αφγανιστάν τον Μάρτιο του 2021, πριν την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν.
Επί της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού, αναφορικά με τα προσκομισθέντα έγγραφα, κρίθηκε ότι εξ αυτών προκύπτει η εργοδότηση του αιτητή σε τηλεοπτικό σταθμό αφορά τον χρόνο από 01/03/16 - 01/03/18 και 02/01/19 – 02/01/20 (ερ.91, 107, 110-111), όχι όμως το 2021, το οποίο έρχεται σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς του ότι εργαζόταν μέχρι και που έφυγε από τη χώρα. Επί των εγγράφων που αφορούν την κατ’ ισχυρισμό εργοδότηση του στον οργανισμό DACAAR (ερ.98-105) σημειώθηκε ότι - στη βάση των προσκομισθέντων - δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του περί παραίτησης του από τον οργανισμό τον Μάρτιο 2021. Επί των ερ.95-96 που αφορούν την κατ’ ισχυρισμό εργασία του στον οργανισμό National Linguistic Movement σημειώθηκε ότι εκ των εγγράφων που προσκόμισε προκύπτει ότι εργαζόταν εκεί μέχρι το 2022. Καταγράφηκε δε περαιτέρω ότι από τα βίντεο που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.79) προκύπτει ότι ο ίδιος εμφανίζεται εκεί ως δημοσιογράφος που αναφέρει επιθέσεις των Ταλιμπάν και προασπίζεται τη γλώσσα Pashto. Σχετικά με τον οργανισμό DACAAR σημειώθηκε ότι εντοπίστηκαν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και συνεχιζόμενη δράση του εν λόγω οργανισμού προς βελτίωση της ποιότητας ζωής του αφγανικού πληθυσμού, τη βιώσιμη ανάπτυξη και την παροχή βοήθειας σε εκτοπισμένους. Επί του National Linguistic Movement αναφέρεται ότι – κατόπιν έρευνας - δεν βρέθηκαν πληροφορίες για τον οργανισμό αυτό, σημειώνεται δε ότι το υπουργείο δικαιοσύνης του Αφγανιστάν καταγράφεται στην επίσημη ιστοσελίδα του ως Ministry of Justice, όχι Ministry of Judicial, ως καταγράφεται στα προσκομισθέντα από τον αιτητή έγγραφα (ερ.95, 97). Η ύπαρξη του τηλεοπτικού καναλιού Zhwandoon επιβεβαιώθηκε από πληροφορίες που εντοπίστηκαν, όμως δεν βρέθηκε πληροφορίες για τον οργανισμό Zabzogorana, στον οποίον ο αιτητή – σύμφωνα με τα λεγόμενα του – ήταν πρόεδρος. Εντοπίστηκαν περαιτέρω πληροφορίες που καταγράφουν ότι από Αύγουστο 2021 οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την εξουσία στο Αφγανιστάν, το ότι ήδη από προηγουμένως στοχοποιούσαν κυβερνητικούς αξιωματούχους, δημοσιογράφους και ακτιβιστές με πολλά σχετικά περιστατικά και θανάτους ατόμων με αυτό το προφίλ να καταγράφονται σε πηγές, όπως και πολλές άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πράξεις διώξεως κατά του άμαχου πληθυσμού.
Συνεπεία των ως άνω, παρότι – ως καταγράφεται – τα λεγόμενα του αιτητή περί διώξεως του από τους Ταλιμπάν συνάδουν με διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες (ΠΧΚ), εντούτοις, δεδομένων των κενών που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών του και λαμβανομένου υπόψη του ότι – σε κάθε περίπτωση – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, δεν «προσεγγίστηκε ποτέ ξανά κατά πρόσωπο» από το 2020 μέχρι και που έφυγε από τη χώρα τον Μάρτιο 2021, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, και επί τη βάσει του ισχυρισμού που έχει γίνει αποδεκτός, ήτοι του προφίλ του αιτητή, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Καμπούλ) και της τρέχουσας κατάστασης μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα δίωξης ή και σοβαρής βλάβης, ούτε και κίνδυνος για τη ζωή ή τη σωματική του ακεραιότητα.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Στην προσφυγή καταγράφεται μόνο ένα νομικό σημείο, στα πλαίσια του οποίου τίθενται συλλήβδην διάφοροι λόγοι ακυρότητας της επίδικης απόφασης, χωρίς καμία εξειδίκευση και χωρίς να συναρτώνται με το γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση.
Στα πλαίσια της αγόρευσης του ο αιτητής και πάλι παραθέτει – εν πολλοίς αυτολεξεί – τα όσα γενικά σημειώνει και στην προσφυγή, σημειώνοντας ότι στη σύζυγο και το τέκνο του παραχωρήθηκε προστασία (προσφυγικό), χωρίς να ληφθεί υπόψη ο αιτητής.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και δια τούτο θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Αναφέρουν δε περαιτέρω, κάνοντας παραπομπές στους επιμέρους ισχυρισμούς του, ότι η επίδικη απόφαση είναι νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή.
Κατά τις διευκρινήσεις κατέστη παραδεκτό ότι ο αιτητής έχει διαζευχθεί από τη σύζυγο του από τον Οκτώβριο 2021 (ερ.86) και – ως ανέφερε η συνήγορος του – ο αιτητής δεν έχει καμία επαφή και επικοινωνία μ’ αυτή και το τέκνο του από τον Οκτώβριο 2023. Επί τούτου δε η συνήγορος του ανέφερε ότι – σε κάθε περίπτωση – εφόσον προηγουμένως ο αιτητής διέμενε με τη σύζυγο και το τέκνο του, αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Σημειώνω εδώ ότι άπαντες οι ισχυρισμοί του αιτητή, ως ορθώς εισηγούνται οι καθ’ ων η αίτηση, στερούνται της απαραίτητης δικογράφησης (και εξειδίκευσης) και συνεπώς δεν μπορούν να εξεταστούν ως αυτοί προωθούνται (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιου Κύπρου, Αναθ. Έφεση αρ.95/2012, ECLI:CY:AD:2018:C344, ημ.6/7/2018 και Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598). Παρά τούτο, δεδομένου ότι αυτοί συμπλέκεται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας του ως άνω 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, εντοπίζω όμως ορισμένες ασάφειες σε ορισμένα από τα επιμέρους ευρήματα τους.
Παρεμβάλλω προτού προχωρήσω ότι επί της φύσης και έκτασης του ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο έχουν (πολύ προσφάτως), με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος, αναφερθεί τα εξής στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.22/2026, I. D. v Δημοκρατίας, ημ.30/06/26:
«Κρίση επί της ουσίας […] ως εκ της φύσης της δεν περιορίζεται από την αρχή της µη χειροτέρευσης της θέσεως του προσφεύγοντος, αφού αυτή η αρχή, ως γενική αρχή διοικητικού δικονομικού δικαίου, ισχύει στο βαθμό και µόνο που νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά (βλ. απόφαση ηµεροµηνίας 13.2.2004 στην Προσφυγή Αρ. 11/2003 Ανδρέας Δημοσθένους ν. Δημοκρατίας). Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς προβλέπεται στο Άρθρο 11 (3) (α),(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(I)/2018, σύμφωνα µε το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη ενώπιον του απόφαση και «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.]» και «επικυρώνει εν όλω ή εν µέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν µέρει αυτήν:[.]» (οι υπογραµµίσεις δικές µας). Η δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας, εξυπακούει ότι δυνητικά η δικαστική απόφαση µπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη µοίρα. Είναι, δηλαδή, διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.).»
Ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία, «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».
Δεδομένης λοιπόν και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ως εκ της ως άνω νομολογίας περιγράφεται, θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής σε σχέση με τα λεγόμενα του αιτητή στα πλαίσια του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, για να ξεκαθαριστούν ζητήματα που παραμένουν ασαφή στην επίδικη έκθεση, ως θα εξηγήσω πιο κάτω.
Διερχόμενος του πρακτικού της επίδικης συνέντευξης καταλήγω ότι τα όσα ανέφερε εδώ ο αιτητής περί εργασίας του στον οργανισμό DACAAR (υπεύθυνος σε θέματα υγιεινής) και σε τηλεοπτικό σταθμό (ως ρεπόρτερ/παρουσιαστής) διατηρούν συνοχή, συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες[1] και τεκμηριώνονται επαρκώς από τα προσκομισθέντα έγγραφα (ερ.98-105). Αποδέχομαι λοιπόν ότι ο αιτητής εργαζόταν στον οργανισμό DACAAR ως υπεύθυνος σε ζητήματα υγιεινής μέχρι που έφυγε από τη χώρα. Αποδέχομαι περαιτέρω, δεδομένων των προσκομισθέντων από τον αιτητή εγγράφων (ερ.79 – αναφορές σε βίντεο που αυτός προσκόμισε), των λεγομένων του και λαμβανομένου υπόψη του ότι η ύπαρξη του τηλεοπτικού σταθμού [2] στον οποίο ο αιτητής ισχυρίζεται ότι εργάστηκε επιβεβαιώνεται από σχετική έρευνα των καθ’ ων η αίτηση (βλ. ερ.131-132, 141) ότι εργάστηκε όντως ως ρεπόρτερ - παρουσιαστής για τις περιόδους 01/03/16 - 01/03/18 και 02/01/19 – 02/01/20 (ερ.91, 107, 110-111), όχι όμως το 2021. Παράλληλα, δεν αποδέχομαι εν προκειμένω ότι ο αιτητής εργαζόταν στο National Linguistic Movement, καθώς θεωρώ ότι τα όσα επί του ζητήματος αυτού ανέφερε δεν διατηρούν εσωτερική συνοχή και – περαιτέρω – έρχονται, ως προς τον χρόνο εργοδότησης του, σε αντίθεση με τα προσκομισθέντα προς τούτο έγγραφα (ερ.95, 97), επί των οποίων, δεδομένου περαιτέρω του ότι δεν εξηγείται από τον αιτητή επαρκώς πως εκδόθηκαν και λήφθηκαν από τον ίδιο τα έγγραφα αυτά, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις και ως προς την γνησιότητα τους.
Συνυπολογίζω επί των ως άνω ότι εν προκειμένω, ως προκύπτει και από το πρακτικό της επίδικης συνέντευξης, δόθηκε στον αιτητή δεόντως η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί των εγγράφων που προσκόμισε, ως και στο πιο κάτω απόσπασμα από εγχειρίδιο του EASO αναφέρεται.
Παρεμβάλλω εδώ, επί των ως άνω ευρημάτων μου επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, σε συνάρτηση και με τα προσκομισθέντα στα πλαίσια της επίδικης αίτησης έγγραφα, ότι, σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:
«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.
[…]
Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων […] δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»
Σε συνέχεια των ως άνω, σε συμφωνία ως προς τούτο με τους καθ’ ων η αίτηση, δεν αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του αιτητή που αφορούν την απαγωγή του το 2020 από Ταλιμπάν και τις κατ’ ισχυρισμό έμμεσες απειλές που λάμβανε δια τηλεφώνου και άλλως πως απ’ αυτούς. Τούτο γιατί, ως και οι καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν στην επίδικη έκθεση, ο αιτητής υπήρξε παντελώς ασαφής και γενικόλογος ως προς τούτο και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένες πληροφορίες και βιωματικά στοιχεία τόσο επί της απαγωγής του όσο και επί των άλλων μορφών απειλών που δέχθηκε και ούτε να τοποθετήσει σαφώς χρονικά την απαγωγή του, αρκούμενος στο ότι αυτή έγινε το 2020 και ότι οι απειλές είχαν αρχίσει μετά απ’ αυτό, την άνοιξη του 2020. Σε συνέχεια δε τούτου δεν εξηγείται πως ο αιτητής ουδέν περαιτέρω υπέστη κατά το διάστημα από την Άνοιξη του 2020 μέχρι και τον Μάρτιο 2021, όταν και έφυγε από το Αφγανιστάν, παρότι – ως ανέφερε απειλούνταν συνεχώς από τους Ταλιμπάν. Σημειώνω δε ότι η σύζυγος του αιτητή στη συνέντευξη της είχε αναφέρει ότι η ίδια υπέστη δίωξη από τους Ταλιμπάν σε συνάρτηση με την εργασία της στην οργάνωση DACAAR, λόγω του φύλου της, όχι όμως ο αιτητής, ο οποίος – ως άνδρας – δεν αντιμετώπισε τέτοιο πρόβλημα (ερ.97, 6Χ – 7Χ, ΔΦ αρ.F21-04574). Πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι, ως και ανωτέρω, αναφέρω, συνυπολογίζω εδώ ότι τα όσα ο αιτητής ανέφερε συνάδουν με τις ΠΧΚ που παρατίθενται και πιο κάτω, όμως, δεδομένης της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή που αφορούν τη δίωξη και στοχοποίηση του ιδίου, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί οι σχετικοί ισχυρισμοί του, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, ως στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», του 2018, σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».
Εν προκειμένω λοιπόν η καταφανής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή επί τούτου δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι – ως γενικές πληροφορίες - επιβεβαιώνεται ότι συμβάντα ως αυτά που περιγράφει (στοχοποίηση δημοσιογράφων και άλλων ακτιβιστών) λαμβάνουν χώρα στο Αφγανιστάν. Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου, στην απουσία λοιπόν εδώ περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα πολλά και καίρια σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται μοιραία και η αξιοπιστία των λεγομένων του αιτητή παραμένουν και συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ουδείς εκ των ισχυρισμών του (περί προηγούμενης δίωξης του από τους Ταλιμπάν) μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Εκ των ως άνω προκύπτει το εξής προφίλ/ιστορικό. Ο αιτητής είναι περί των 31 ετών σήμερα, υγιής, έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Καμπούλ, διαθέτει πανεπιστημιακή μόρφωση, εργάστηκε ως ρεπόρτερ - παρουσιαστής για τις περιόδους 01/03/16 - 01/03/18 και 02/01/19 – 02/01/20 σε τηλεοπτικό σταθμό, εργαζόταν έμμισθα στην οργάνωση DACAAR ως υπεύθυνος του τμήματος υγιεινής μέχρι που έφυγε από το Αφγανιστάν, διατηρεί στον τόπο διαμονής του εκτεταμένο οικογενειακό δίκτυο (μητέρα, αδέλφια) και δεν έχει υποστεί δίωξη ούτε έχει στοχοποιηθεί προσωπικά κατά το παρελθόν από τους Ταλιμπάν.
Προχωρώ σε αξιολόγηση κινδύνου σε μελλοντοστραφή βάση, σε συνάρτηση με το ως άνω προφίλ του αιτητή και λαμβανομένων υπόψη των κάτωθι πληροφορίων (ΠΧΚ).
Δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης, υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ακτιβιστές αντιμετώπισαν παραβιάσεις από τους Ταλιμπάν, οι οποίες περιλάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις χωρίς επικοινωνία, βασανιστήρια και κακομεταχείριση, απειλές ή εκφοβισμό.[3] Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, πολλοί δημοσιογράφοι εγκατέλειψαν το Αφγανιστάν ή κρύφτηκαν, πολλά μέσα ενημέρωσης έκλεισαν και από τους 12.000 δημοσιογράφους που δραστηριοποιούνταν το 2021, περισσότεροι από δύο τρίτα εγκατάλειψαν το επάγγελμα.[4] Οι Ταλιμπάν έχουν προβεί σε έκδοση εθνικών διαταγμάτων και οδηγιών που περιορίζουν το έργο των μέσων ενημέρωσης και δημοσιογράφων, συμπεριλαμβανομένων των απαγορεύσεων της απρέπειας και βλασφημίας στα μέσα ενημέρωσης, των επικοινωνιών και των επιστολών, των μη εξουσιοδοτημένων συγκεντρώσεων, της δυσφήμισης και της κριτικής σε de facto κυβερνητικούς αξιωματούχους.[5]
Την περίοδο Ιουλίου 2022 - Ιανουαρίου 2024, η ελευθερία του τύπου επιδεινώθηκε στο Αφγανιστάν και οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν παρακολούθηση, εκφοβισμό, απειλές, βία, συλλήψεις και κρατήσεις από τις de facto αρχές.[6]
Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι οι Ταλιμπάν συνέχισαν να περιορίζουν τις δραστηριότητες των εξόριστων αφγανικών μέσων ενημέρωσης και ανέστειλαν την λειτουργία αρκετών εγχώριων μέσων ενημέρωσης «με υποτιθέμενες πολιτικές διασυνδέσεις». Σύμφωνα με πηγή, τα πρώτα 3 έτη διακυβέρνησης τους, 15/08/2021-15/08/2024, 141 δημοσιογράφοι συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση[7], ενώ την περίοδο 01/05/2023-30/04/2024, 37 δημοσιογράφοι συνελήφθησαν ή φυλακίστηκαν, οι δε περισσότεροι αφέθηκαν ελεύθεροι εντός μιας εβδομάδας, αν και υπήρχαν ορισμένες περιπτώσεις όπου δημοσιογράφοι κρατούνταν για μήνες. Την περίοδο 1/10/23-30/09/24 δεν καταγράφηκαν αναφορές για δολοφονίες δημοσιογράφων. Μέλη οικογενειών ακτιβιστών και δημοσιογράφων φέρονται να έχουν στοχοποιηθεί από τις de facto αρχές, ως μέσο για την απόκτηση πληροφοριών, καθώς και για την τρομοκράτηση και τον εκφοβισμό τους.[8]
Σε έκθεση της EUAA [9] αναφέρονται τα εξής (σε δική μου μετάφραση):
«Οι τοπικές και διεθνείς ΜΚΟ λειτουργούν σε ένα περιοριστικό περιβάλλον. Αν και ορισμένοι έχουν λάβει μέτρα προσαρμογής, πολλές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ομάδες υπεράσπισης και επαγγελματικές ενώσεις έχουν σταματήσει όλες τις δραστηριότητες. Ένας ανώνυμος συνεντευξιαζόμενος είπε στο ACCORD ότι «οι ανθρωπιστικές οργανώσεις δεν επηρεάστηκαν τόσο σοβαρά όσο άλλες ΜΚΟ από τους περιορισμούς που εισήγαγαν οι de facto αρχές. Ομοίως, ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Αφγανιστάν ανέφερε ότι οι ΜΚΟ «έχουν περιοριστεί σε δραστηριότητες που σχετίζονται με την ανθρωπιστική και την ανάπτυξη» και περιορίζουν τις δραστηριότητές τους στην ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα όπως η υγεία και η υγιεινή, η οικοδόμηση της ειρήνης και η προάσπιση, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς το de facto Υπουργείο Οικονομίας αποθάρρυνε τέτοιες δραστηριότητες στα τέλη του 2023. »
Σε άλλη έκθεση της EUAA[10] αναφέρεται ότι «[μετά] την κατάληψη, αν και οι de facto αρχές δήλωσαν επανειλημμένα τις εγγυήσεις τους για την «ασφάλεια και την προστασία του ανθρωπιστικού προσωπικού» και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στον ανθρωπιστικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών, το συνολικό περιβάλλον στο οποίο εκτελούν τις δραστηριότητές τους αναφέρθηκε ως «εξαιρετικά δύσκολο» και επισφαλές, με τις de facto τοπικές αρχές να παρεμβαίνουν και να περιορίζουν συστηματικά τις δραστηριότητές τους. Από την κατάληψη των Ταλιμπάν, ο αριθμός των συλλήψεων εργαζομένων στον ανθρωπιστικό τομέα έχει αυξηθεί, όπως παρατήρησε ο ΟΗΕ, από 3 περιπτώσεις το 2020 σε 76 περιπτώσεις το 2022». Στην ίδια έκθεση σημειώνεται ότι «[η] ατομική αξιολόγηση του κατά πόσον υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας ο αιτών να αντιμετωπίσει δίωξη θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη περιστάσεις που επηρεάζουν τον κίνδυνο, όπως: φύλο (δηλαδή γυναίκες), φύση δραστηριοτήτων (π.χ. δραστηριότητες για εθνικές/διεθνείς ΜΚΟ που σχετίζονται με τον εμβολιασμό κατά της πολιομυελίτιδας, την άρση ναρκοπεδίων ή άλλες δραστηριότητες που θεωρούνται μη ουδέτερες ή παραβιάζουν πολιτιστικούς ή θρησκευτικούς κανόνες), συνδέονται με την πρώην κυβέρνηση ή ξένους δωρητές, μιλούν ανοιχτά ή ενεργούν κατά των Ταλιμπάν ή άλλης ένοπλης ομάδας, προέρχονται από περιοχές όπου το ISKP έχει επιχειρησιακή ικανότητα κ.λπ.»
Θα πρέπει να τονισθεί ότι διεθνής προστασία και δη προσφυγικό καθεστώς δεν μπορεί βεβαίως να αποδοθεί επί θεωρητικής βάσης και δεν εξετάζεται in abstracto αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με τα όσα ένας αιτητής αναφέρει και το προφίλ του.
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου δεδομένα παρατηρώ ότι ο αιτητής έχει παύσει (ως ανωτέρω γίνεται δεκτό) να εργάζεται σε μέσα ενημέρωσης ήδη πέραν του ενός έτους πριν φύγει από τη χώρα καταγωγής, δεν έχει δεχθεί στο παρελθόν προσωπική στοχοποίηση ή και άλλες πράξεις διώξεως ή βλάβης και ουδεμία πρόθεση εξέφρασε κατά την επίδικη αίτηση να συνεχίσει να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην περίπτωση επιστροφής του, η δε εργασία του σε οργανισμό παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, στον τομέα της υγιεινής, χωρίς καμία ενέργεια στα πλαίσια των καθηκόντων του αυτών (που περιορίζονται στην παροχή συμβουλών υγιεινής στο κοινό) που θα μπορούσε να εκληφθεί από το καθεστώς ως ενάντια σ’ αυτό. Τα δεδομένα αυτά θεωρώ πως δεν εντάσσουν τον αιτητή στα άτομα με προφίλ υψηλού κινδύνου (δίωξης ή σοβαρής βλάβης).
Σχετικώς, στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση» αναφέρονται τα εξής:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494). Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο.
[Παρ.1.9.1.2., σελ.93]
Για το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) του Ηνωμένου Βασιλείου, ο φόβος είναι βάσιμος εάν υπάρχει «πραγματικός και σημαντικός κίνδυνος» ή «εύλογος βαθμός πιθανότητας» δίωξης για λόγο που προβλέπεται στη Σύμβαση (514).
Το σημαντικότερο είναι ότι και τα τρία αυτά κριτήρια θεωρούν ότι ο φόβος είναι βάσιμος, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η πιθανότητα δίωξης είναι κατώτερη του 50 %. Ομοίως, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν υποχρεούται «[να αποδείξει] ότι είναι περισσότερο πιθανό να υποβληθεί παρά να μην υποβληθεί σε κακομεταχείριση» (515). Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516).»
Σταθμίζοντας λοιπόν τα ενώπιον μου στοιχεία, στα πλαίσια μελλοντοστραφούς ελέγχου της υπό κρίση περίπτωσης, υπό το πρίσμα των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών της νομολογίας και θεωρίας, είναι κατάληξη μου ότι ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του, δεν διατρέχει, σε ένα εύλογο βαθμό πιθανότητας, κίνδυνο δίωξης ή και σοβαρής βλάβης, αφού απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δεν επαρκεί.
Απομένει λοιπόν εδώ μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Καμπούλ), σε επικαιροποιημένη βάση.
Σε πρόσφατη αναφορά του ACLED (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 20/03/26), στο σύνολο της επικράτειας του Αφγανιστάν καταγράφηκαν 1,417 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 1,076 θάνατοι. [11]
Κατά την ίδια περίοδο, στην Καμπούλ έχουν καταγραφεί 240 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 194 θάνατοι, εκ των οποίων 60 διαδηλώσει, χωρίς θανάτους, 95 περιστατικά πολιτικής βίας, με αποτέλεσμα 193 θανάτους, 26 περιστατικά εξεγέρσεων με 57 θανάτους, 1 περιστατικό φρικαλεότητας με 100 θανάτους, 39 περιστατικά καταστολής με 10 θανάτους, 10 περιστατικά τρομοκρατίας, που είχαν ως αποτέλεσμα 6 θανάτους, και 28 περιστατικά εξωτερικών στρατιωτικών παρεμβάσεων με 116 θανάτους. [12]
Ο πληθυσμός του Αφγανιστάν ανέρχεται περί τα 45 εκατομμύρια ενώ της Καμπούλ περί τα 5 εκατομμύρια. [13]
Στο εγχειρίδιο του EASO Άρθρο 15 στοιχείο (γ) της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο αρ.19 (2) (γ) του Νόμου) αναφέρονται, στη σελ. 26, τα εξής:
«Ο αιτών μπορεί να θεωρηθεί ότι διατρέχει γενικό κίνδυνο τέτοιας απειλής εάν, κατ’ εξαίρεση, ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη είναι τόσο υψηλός ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην οικεία περιοχή ή περιφέρεια. Με άλλα λόγια, η «εξατομίκευση» που απαιτείται για να καταδειχθεί ότι η απειλή είναι «προσωπική» μπορεί να επιτευχθεί είτε λόγω παραγόντων «ειδικού κινδύνου», οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε λόγω παραγόντων «γενικού κινδύνου», που προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.»
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[14] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN). Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ως στην αιτ. σκέψη 35 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.». Συνυπολογίζω προς τούτο ότι ο αιτητής είναι ενήλικας, υγιής, χωρίς παρελθούσα δίωξη, με επαρκές μορφωτικό επίπεδο, εργασιακή εμπειρία και διατηρεί στον τόπο διαμονής του εκτενές οικογενειακό δίκτυο (για το οποίο δεν ανέφερε κάποιο περιστατικό δίωξης / σοβαρής βλάβης), με το οποίο διατηρεί τακτική επικοινωνία.
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υπάρχουν «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή του αιτητή συνιστά επαναπροώθηση του, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Επίσημη ιστοσελίδα οργανισμού DACAAR - https://dacaar.org
[3] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Country Guidance: Afghanistan; May 2024, May 2024, σελ. 130 https://www.ecoi.net/en/file/local/2109450/2024_CG_AFG_Final.pdf [15/05/25]
[4] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Afghanistan Country Focus, November 2024, σελ.129 https://www.ecoi.net/en/file/local/2117560/2024_11_EUAA_COI_Report_Afghanistan_Country_Focus.pdf [πρόσβασης 15/05/25]
[5] UNAMA - UN Assistance Mission in Afghanistan: Media Freedom in Afghanistan, November 2024, σελ.12
https://www.ecoi.net/en/file/local/2118212/unama_report_on_media_freedom_in_afghanistan.pdf [15/05/2025]
[6] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Country Guidance: Afghanistan; May 2024, May 2024, σελ. 45 https://www.ecoi.net/en/file/local/2109450/2024_CG_AFG_Final.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 15/05/2025]
[7] RSF, Three years of Taliban rule: the violent persecution of 141 journalists detained and arrested in Afghanistan, 14 August 2024, https://rsf.org/en/three-years-taliban-rule-violent-persecution-141-journalists-detained-and-arrested-afghanistan [15/05/2025]
[8] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Afghanistan Country Focus, November 2024, σελ.130,137 https://www.ecoi.net/en/file/local/2117560/2024_11_EUAA_COI_Report_Afghanistan_Country_Focus.pdf [15/05/2025]
[9] Afghanistan: Country Focus – 2026, σελ.135 https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf
[10] Country Guidance: Afghanistan – May 2024 p.48, 49 - https://www.ecoi.net/en/file/local/2109450/2024_CG_AFG_Final.pdf
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Afghanistan, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Afghansitan, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/03/2026)
[13] Afghanistan Population 2026 διαθέσιμο σε https://worldpopulationreview.com/countries/afghanistan (26/03/2026)
[14] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο