ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.267/24
6 Ιουλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ. Μ. Ε.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ε. Μυριάνθους, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Π. Βρυωνίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.18/01/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από τα κατεχόμενα στις 07/02/18 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 07/08/19 (ερ.1-3, 49).
Στις 03/10/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στου οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.23-49), μετά δε τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση/Εισήγηση και στις 06/12/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.99-113). Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την επίδικη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 18/01/24, σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.114, 3).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από το Καμερούν για να σπουδάσει στην Κύπρο, όμως – μόλις έφυγε – «ξέσπασε πόλεμος», εξαιτίας του οποίου η επιχείρηση και το σπίτι της οικογένειας του κάηκε (ολοσχερώς) και έτσι ο αιτητής έπαυσε να λαμβάνει οικονομική στήριξη από την οικογένεια του, η μητέρα του σκοτώθηκε στον πόλεμο, ο δε πατέρας του απεβίωσε στους θάμνους, όπως και αγαπημένα του πρόσωπα, τα οποία και σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Γι’ αυτό – ως εξηγεί – δεν μπορεί να επιστρέψει στο Καμερούν γιατί «[φοβάται] το άγνωστο».
Στη συνέντευξή ο αιτητής δήλωσε ότι είναι υγιής, γεννήθηκε στην Kumba, μεγάλωσε στο Mbalange (κοντά στην Kumba), μετοίκησε στην Buea σε ηλικία 5 ετών, επέστρεψε στο Mbalange το 2009 και, μετά από δύο χρόνια (2011), επέστρεψε και πάλι στην Buea, όπου και έμεινε μέχρι που έφυγε από το Καμερούν. Ο αιτητής έχει ολοκληρώσει δευτεροβάθμια εκπαίδευση, φοίτησε σε ίδρυμα στην Κύπρο Διοίκηση Τουρισμού και Φιλοξενίας για ένα έτος, είχε δική του επιχείρηση (2009-2010) και ακολούθως εργαζόταν ως οδηγός ταξί από το 2010 μέχρι που έφυγε από το Καμερούν. Ο πατέρας του αιτητή απεβίωσε τον Μάρτιο 2021, η μητέρα του το 2019, είχε 3 αδελφούς (οι οποίοι απεβίωσαν) και έχει 1 αδελφή, η οποία είναι αιτήτρια ασύλου στη Δημοκρατία. Ο αιτητής έχει ένα ανήλικο τέκνο (κόρη) που γεννήθηκε στη Δημοκρατία τον Ιανουάριο 2022 με μητέρα ομοεθνή του (αιτήτρια ασύλου), με την οποία είχε (κατά καιρούς) δεσμό για αρκετά χρόνια στο Καμερούν και με την οποία έχει ακόμα μια κόρη, η οποία γεννήθηκε το 2012 και διαμένει από το 2020 στη Νιγηρία με θεία της μητέρας της. Ο αιτητής διατηρεί επικοινωνία με την μεγαλύτερη κόρη του (που βρίσκεται στη Νιγηρία) όμως έχει χωρίσει με την μητέρα των τέκνων του, η οποία – ως ανέφερε ο αιτητής - ήθελε να τον μαχαιρώσει και έτσι έφυγε από το σπίτι που διέμεναν μαζί και έκτοτε δεν επικοινωνεί μαζί της. Ερωτώμενος για τον θάνατο των αδελφών του ο αιτητής είπε ότι ήταν μαχητές Ambazonians, «πολλές επιθέσεις έλαβαν χώρα και αυτοί σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια των μαχών».
Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του για να σπουδάσει, κατά τη διάρκεια των σπουδών του χρειαζόταν οικονομική βοήθεια από την οικογένεια του, όμως, όταν η κρίση στο Καμερούν «έγινε έντονη» και η οικογενειακή επιχείρηση καταστράφηκε, έπαυσε να λαμβάνει οικονομική βοήθεια και τότε έπρεπε να σταματήσει τις σπουδές και να βρει εργασία, «ήταν δύσκολα και γι’ αυτό έπρεπε να [υποβάλει] αίτηση διεθνούς προστασίας». Πρόσθεσε ότι ο λόγος που υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και δεν επέστρεψε στη χώρα του ήταν επειδή η οικογένεια του ανήκει στους Ambazonians και η κυβέρνηση θεωρεί πως τα άτομα που βρίσκονται στην Ευρώπη χρηματοδοτούν τους Ambazonians για να αγοράζουν όπλα και γι’ αυτό τον θεωρούν τρομοκράτη.
Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του ο αιτητής δήλωσε ότι θα φυλακιστεί και πιθανόν θα τον σκοτώσουν. Ουδέποτε κρατήθηκε ή φυλακίστηκε στη χώρα καταγωγής του. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δήλωσε ότι η επιχείρηση και η οικία της οικογένειας του καήκαν το 2020 και, καλούμενος να εξηγήσει γιατί δήλωσε ότι η οικογένεια του είναι Ambazonians, ο αιτητής ανέφερε ότι είναι από τη αγγλόφωνη περιοχή και αγωνίζονται εναντίον της κυβέρνηση επειδή «θέλουν διαχωρισμό», συμμετέχουν με όπλα αλλά η κυβέρνηση είναι πιο δυνατή και σκοτώνουν τους πάντες.
Σχετικά με τους αδελφούς του ο αιτητής ανέφερε ότι είναι Ambazonians, ανήκουν στη φυλή Oroko, είναι χριστιανοί και διαμένουν στο χωριό Mbalange, ο ένας, ως ανέφερε, ηλικίας τότε 27 ετών, ήταν απλός στρατιώτης των Ambazonians από το 2019, δεν τον πλήρωναν και πολεμούσε για την ελευθερία. Όσον αφορά τα καθήκοντα του, ισχυρίστηκε ότι ήταν δεύτερος στην ιεραρχία, οπλοφορούσε και πολεμούσε για να υπερασπιστεί την περιοχή Mbalange. Ο ίδιος ενημερώθηκε τηλεφωνικώς, τυχαία, από τον αδελφό του ότι αυτός θα γινόταν μέλος των Ambazonians και θα ταξίδευε στη Νιγηρία σε ένα στρατόπεδο εκπαίδευσης προκειμένου να λάβει οδηγίες, να εκπαιδευτούν για το πως θα εκτελούν τα καθήκοντα τους. Ερωτηθείς πως αντέδρασε όταν ενημερώθηκε από τον αδελφό του ότι είναι μέλος των Ambazonians, απάντησε ότι τον υποστήριξε, διότι αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες στη χώρα τους και πίστευαν ότι θα μπορούσε να υπάρξει αλλαγή, υποστήριξαν τις ιδέες του. Κληθείς να εξηγήσει πως τον υποστήριξε δήλωσε ότι του έστελνε χρήματα, δηλώνοντας στη συνέχεια ότι κανείς δεν γνώριζε ότι του έστελνε χρήματα. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δήλωσε ότι δεν υποστήριξε με άλλον τρόπο τους Ambazonians και δεν είχε καμία προσωπική εμπλοκή.
Αναφορικά με τον μικρότερο αδελφό του ο αιτητής δήλωσε ότι ήταν κι’ αυτός μαχητής των Ambazonians, το οποίο πληροφορήθηκε από τον ίδιο αλλά και από τον μεγαλύτερο τους αδελφό. Ήταν στρατιώτης από το 2020 μέχρι το 2023, καθώς, ως ανέφερε, κάποια στιγμή ανάγκαζαν τη νεολαία να ενταχθεί στον αγώνα και αν κάποιος δεν ήθελε έπρεπε να συνεισφέρει οικονομικά. Δεν γνωρίζει σε ποια ομάδα των Ambazonians ανήκει, η δράση του είναι στο χωριό Mbalange και – ως ανέφερε - σε μια συνηθισμένη τηλεφωνική τους κλήση τον ενημέρωσε ότι έγινε μέλος των Ambazonians, χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε άλλο σχετικά με την ένταξη του.
Αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα του ο αιτητής δήλωσε ότι ο στρατός πήγε σ’ αυτόν για να μάθουν που βρίσκονται τα αδέλφια του και επειδή δεν τους είπε, τον σκότωσαν ενώ βρισκόταν σε θαμνώδη περιοχή στο Mbalange, διότι το σπίτι τους είχε καεί, και ο αιτητής ενημερώθηκε γι’ αυτό τηλεφωνικώς, το 2021, από τον αδελφό του. Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι, επειδή ήταν λυπημένος, δεν ρώτησε περαιτέρω λεπτομέρειες για τις συνθήκες θανάτου του πατέρα τους.
Αναφορικά με τον θάνατο 2ου αδελφού του ο αιτητής δήλωσε ότι σε μάχη στο Mbalange μεταξύ στρατού και Ambazonians σκοτώθηκε από πυροβολισμούς, τον Ιούλιο 2023 και ο ίδιος το πληροφορήθηκε από ένα φίλο του, τηλεφωνικώς, όμως δεν ρώτησε περαιτέρω για τις συνθήκες θανάτου, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι με τον ίδιο τρόπο σκοτώθηκε και ο έτερος αδελφός του, τον Απρίλιο 2023, και ενημερώθηκε γι’ αυτό από τον ίδιο φίλο του.
Αναφορικά με τον 3ο αδελφό ο αιτητής δήλωσε ότι βρισκόταν στο Ντουμπάι, επέστρεψε στο Καμερούν, συνελήφθη, φυλακίστηκε και στη συνέχεια ο ίδιος ενημερώθηκε ότι αυτός σκοτώθηκε στη φυλακή, τον Αύγουστο 2023, το οποίο, ομοίως με τον θάνατο των άλλων δύο αδελφών του, το πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς, από τον φίλο του, με τον οποίο είχαν πάντα επικοινωνία. Ανέφερε δε ότι, όταν έμαθε ότι τον συνέλαβαν διότι υποστήριζε τους Ambazonians και τους χρηματοδοτούσε και φυλακίστηκε, ο αιτητής ζήτησε από τον φίλο του να επισκέπτεται τον αδελφό του στη φυλακή και αυτός σε μια επίσκεψη έμαθε ότι απεβίωσε και άκουσε φήμες ότι τον σκότωσαν. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τις ακριβείς κατηγορίες για τη σύλληψη του αδελφού του, όμως ο ίδιος θεωρεί ότι τον θεωρούσαν χορηγός των Ambazonians, λόγω του ότι τα αδέλφια του ήταν μέλη των Ambazonians. Ενημερώθηκε για τη σύλληψη του τον Φεβρουάριο 2023, δεν γνωρίζει υπό ποιες συνθήκες και ποια διαδικασία ακολούθησε για τη φυλάκιση του, όταν δε το έμαθε ότι συνελήφθη και φυλακίστηκε ήταν λυπημένος.
Αναφορικά με τον εμπρησμό της οικίας τους το 2020 ο αιτητής δήλωσε ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από αδελφό του, ο οποίος του ανέφερε ότι ο στρατός πήγε στο χωριό τους και έκαψαν διάφορες οικίες. Ερωτώμενος για τα συναισθήματα που του προκάλεσε το γεγονός αυτό ο αιτητής ανέφερε ότι ένιωσε λυπημένος. Κληθείς να παρέχει περαιτέρω λεπτομέρειες, δήλωσε ότι δεν ήταν τυχαία επιλογή των οικιών που έκαψαν και ο αδελφός του ήταν σίγουρος ότι έκαψαν τις οικίες μαχητών Ambazonians.
Καλούμενος αν εξηγήσει τη δήλωση του ότι υπέφερε στη χώρα του ο αιτητής ανέφερε ότι αναφερόταν στις δυσκολίες και την αδικία και αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό που έγινε πριν το 2011,στην καφετερία που διατηρούσε στο Mblange, όπου ένας γαλλόφωνος δεν τον πλήρωσε και δημιουργήθηκε καυγάς, αυτός κάλεσε αστυνομία, συνέλαβαν τον αιτητή, δεν ήθελαν να τον ακούσουν επειδή δεν μιλούσε γαλλικά, όμως, ως ανέφερε, αφέθηκε ελεύθερος την ίδια ημέρα διότι κάποια άτομα τον έσωσαν.
Ερωτηθείς εάν σήμερά θα γινόταν μέλος των Ambazonians ο αιτητής απάντησε αρνητικά και, κληθείς να εξηγήσει τη δήλωση του ότι επειδή βρίσκεται στην Ευρώπη η κυβέρνηση θεωρεί ότι αυτός χρηματοδοτεί τους Ambazonians και γι’ αυτό τον θεωρούν τρομοκράτη και καταζητούμενο, δήλωσε ότι το πιστεύει εξαιτίας του τι συνέβη με τον αδελφό του που βρισκόταν στο Ντουμπάι. Ερωτηθείς εάν συμμετείχε σε κάποια διαμαρτυρία ο αιτητής δήλωσε ότι συμμετείχε σε ειρηνική διαδήλωση την 1η Οκτωβρίου (απροσδιόριστου έτους) και δεν αντιμετώπισε οιονδήποτε ζήτημα. Ερωτώμενος περαιτέρω ο αιτητής δήλωσε ότι φίλοι του που διαμένουν στο Mbalange του είπαν ότι υπάρχει μια φήμη ότι τα άτομα τα οποία βρίσκονται στο εξωτερικό και οι οικογένειες τους είναι μαχητές, θωρείται ότι τους χρηματοδοτούν και είναι τρομοκράτες. Ερωτηθείς ο αιτητής εάν αντιμετώπισε οιονδήποτε θέμα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή όσο βρισκόταν στο Καμερούν απάντησε αρνητικά και – περαιτέρω - δεν αντιμετώπισε οιονδήποτε πρόβλημα στη Buea κατά τη διάρκεια της εργασίας του ως οδηγός ταξί. Ερωτώμενος δε σχετικά ο αιτητής ανέφερε επιστρέψει στη Buea πιθανό να συνεχίσει να εργάζεται ως οδηγός ταξί, εάν του το επιτρέψουν και αν τον αφήσουν ζωντανό αλλά δήλωσε ότι μπορεί να αναζητήσει άλλο επάγγελμα. Δεν γνωρίζει σήμερα για την κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή του, αφού, ως ανέφερε, δεν έχει φίλους στη Buea, διότι αυτοί έφυγαν στο εξωτερικό.
Ερωτηθείς εάν υπάρχει πόλη όπου θα μπορούσε να μείνει και να συνεχίσει τη ζωή του ο αιτητής δήλωσε ότι δεν έχει σπίτι και δεν έχει πουθενά να πάει και εάν επιστρέψει σημαίνει θα είναι σε γαλλόφωνη περιοχή και δεν γνωρίζει τι θα του συμβεί, λόγω της κατάστασης ασφαλείας, θα συλληφθεί και μπορεί να τον σκοτώσουν. Ερωτηθείς αν μπορεί να μείνει στη Douala, ανέφερε ότι «αν [του] επιτραπεί να [μείνει] ζωντανός τότε πιθανό ναι», αλλά δήλωσε ότι δεν ομιλεί τη γαλλική και θα είναι δύσκολο γι’ αυτόν, προσθέτοντας ότι δεν διατηρεί επαφή με τους συγγενείς του εκεί και δεν είναι σίγουρος αν είναι εκεί.
Οι καθ’ ων η αίτηση κατά την εξέταση του αφηγήματος του αιτητή εντόπισαν και εξέτασαν τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του αιτητή
2. Οι αδελφοί του αιτητή ήταν αποσχιστές μαχητές και γι’ αυτό αυτοί και οι γονείς του σκοτώθηκαν
Εκ των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ουσιώδης ισχυρισμός, ο 2ος όμως απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι οι πληροφορίες που παρείχε ο αιτητής αναφορικά με τους δυο αδελφούς του, που – ως ισχυρίστηκε - ήταν Ambazonians, ήταν αόριστες και χωρίς λεπτομέρειες. Αναφορικά με τη συμμετοχή του ενός οι αναφορές του, ως κρίθηκε, ήταν σύντομες και αόριστες, αναφορικά με τις κλήσεις του με τον αδελφό του, ομοίως, ο αιτητής κρίθηκε ότι ήταν αόριστος και γενικός και, κληθείς να περιγράψει το περιστατικό όπου ενημερώθηκε πρώτη φορά ότι ο αδελφός του ήταν Ambazonian, δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες, δηλώνοντας αόριστα ότι θα πήγαινε σε στρατόπεδο στη Νιγηρία για να εκπαιδευτεί, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει χρονικά πότε έμαθε ότι ο αδελφός του έγινε Ambazonian. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι ο αδελφός του ήταν ο δεύτερος διοικητής στην ομάδα του στο Mbalange σημειώθηκε ότι, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει περαιτέρω, με γενικό τρόπο ανέφερε ότι επειδή ο πρώτος διοικητής δεν γνώριζε την περιοχή, αλλά ο αδελφός του γνώριζε την περιοχή, επιλέχθηκε να γίνει ο δεύτερος διοικητής. Αναφορικά με τις βιντεοκλήσεις που είχε μαζί του, κληθείς να περιγράψει μια κλήση αυτός δεν ήταν σε θέση να παρέχει, ως κρίθηκε, συγκεκριμένη και λεπτομερή περιγραφή.
Αναφορικά με την συμμετοχή του ετέρου αδελφού του ο αιτητής, ως κρίθηκε, ανέφερε χωρίς λεπτομέρειες ότι ήταν απλώς ένας στρατιώτης. Αόριστες κρίθηκαν και οι αναφορές του ως προς τις ευθύνες του αδελφού του και το πως έγινε Ambazonian, οι δε δηλώσεις του ήταν ασυνεπείς και ως προς το πότε εντάχθηκε στους Ambazonians, ενώ σχετικά με την επικοινωνία τους, κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν παρείχε μια λεπτομερή και συγκεκριμένη περιγραφή, δηλώνοντας ότι, μεταξύ άλλων, του ανέφερε ότι ήταν Ambazonian.
Αρνητικά αξιολογήθηκε και το ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αιτητή, αυτός δεν ζήτησε να μάθει περαιτέρω πληροφορίες για την ένταξη των αδελφών του στους Ambazonians, χωρίς να παρέχει εξηγήσεις τον λόγο που δεν το έπραξε, επί του οποίου σημειώθηκε ότι, με δεδομένο ότι ο αιτητής δήλωσε ότι είχε πολλές φορές επικοινωνία με τα αδέλφια του, αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει πιο λεπτομερείς και συγκεκριμένες περιγραφές αυτών των κλήσεων.
Σχετικά με τη δολοφονία μελών της οικογένειάς του επειδή ήταν μαχητές Ambazonians, οι δηλώσεις του κρίθηκαν ομοίως ασαφείς και περιορισμένες σε λεπτομέρειες. Γενικές και αόριστες κρίθηκαν και οι αναφορές του αιτητή για τον θάνατο του πατέρα του, αφού ολίγα ανέφερε σχετικά με το πότε, που και με ποιον τρόπο σκοτώθηκε ο πατέρας του, ήταν δε αόριστος στις αποκρίσεις του στις ερωτήσεις που το υποβλήθηκαν σχετικά και δεν ήταν σε θέση να περιγράψει την κλήση που δέχθηκε, όπου ενημερώθηκε για τον θάνατο του πατέρα του, ενώ κληθείς να περιγράψει τα συναισθήματα του δήλωσε εν συντομία και χωρίς προσωπικές λεπτομέρειες ότι ήταν λυπημένος. Για τον θάνατο της μητέρας του οι δηλώσεις του κρίθηκαν κι’ αυτές ασυνεπείς, σημειώθηκε δε ότι, κατά την υποβολή της επίδικης αίτησής, ο αιτητής κατέγραψε ότι η μητέρα του απεβίωσε κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ κατά τη συνέντευξή του δήλωσε ότι απεβίωσε λόγω πίεσης και κατάθλιψης και, καλούμενος να εξηγήσει, ο αιτητής δήλωσε ότι δεν γνώριζε ακριβή αιτία θανάτου διότι δεν υπήρχε ιατρική έκθεση.
Σημειώθηκε περαιτέρω ότι οι δηλώσεις του αιτητή σχετικά με τον θάνατο των αδελφών του ήταν αόριστες, χωρίς λεπτομέρειες και σχεδόν πανομοιότυπες και, καλούμενος να περιγράψει τα τηλεφωνήματα όπου ενημερώθηκε για τον θάνατο τους, ως κρίθηκε, ο αιτητής παρέμεινε ασαφής και χωρίς λεπτομέρειες. Σημειώθηκε επίσης επί τούτου ότι, εφόσον έλαβε αυτές τις κλήσεις τον Απρίλιο και Ιούλιο 2023, ήτοι λίγο καιρό πριν από τη συνέντευξη, θα αναμενόταν να είναι σε θέση να δώσει πιο λεπτομερή και συγκεκριμένη αφήγηση για τις τηλεφωνικές κλήσεις που είχε και τις πληροφορίες που έλαβε.
Όσον αφορά τον αδελφό του που ζούσε στο Ντουμπάι και όταν επέστρεψε στο Καμερούν συνελήφθη, φυλακίστηκε διότι ήταν συγγενής μαχητών Ambazonians και απεβίωσε στη φυλακή, κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν μπορούσε να παρέχει λεπτομέρειες για τη σύλληψη και τη φυλάκιση του αδελφού του και, με την ίδια ασάφεια και αοριστία, δήλωσε πως ο ίδιος φίλος του που τον ενημέρωσε για τους θανάτους των δύο άλλων αδελφών του τον είχε ενημερώσει και γι’ αυτόν τον αδελφό του, ο ίδιος δε του ζήτησε να τον επισκεφθεί τον αδελφό του στη φυλακή, αυτός τον επισκεπτόταν και σε μια επίσκεψη άκουσε φήμες ότι σκοτώθηκε, χωρίς και πάλι να είναι σε θέση ο αιτητής να παρέχει άλλες πληροφορίες για το περιστατικό. Και εδώ συνυπολογίστηκε το ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής έγιναν ολίγους μήνες πριν τη συνέντευξη και συνεπώς θα αναμενόταν να είναι σε θέση να αναφέρει και άλλες λεπτομέρειες και στοιχεία γι’ αυτό.
Κατά την εξέταση της εξωτερικής συνοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού εντοπίστηκαν πληροφορίες (ΠΧΚ) οι οποίες συνάδουν με τις δηλώσεις του αιτητή για τη σύγκρουση μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, καθώς και - μερικώς - με τις δηλώσεις του αιτητή όσον αφορά τη μεταχείριση ατόμων που είναι ύποπτα ότι είναι μαχητές Ambazonians. Εντούτοις, λόγω των ελλείψεων λεπτομερειών και της γενικότητας των λεγομένων του, ο 2ος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση αναζήτησαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής και την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Buea – Southwest Region), εκ των οποίων και κατέληξαν ότι, παρότι λαμβάνει χώρα αδιακρίτως ασκούμενη βία αλλά και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκεί, δεδομένου ότι – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου – ουδέν υπέστη σε προσωπικό επίπεδο όταν διέμενε εκεί, συνυπολογιζόμενου του ότι πρόκειται για άνδρα 36 ετών, υγιή, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, ικανό προς εργασία, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποβληθεί σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.
Ενόψει των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Στην παρούσα προσφυγή καταγράφονται σωρεία νομικών σημείων.
Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατόπιν παράθεσης εκτεταμένων αποσπασμάτων από την οικεία νομοθεσία, νομολογία και βιβλιογραφία, αναφέρει ότι η επίδικη εδώ απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα, υπό καθεστώς πλάνης και δεν αιτιολογείται ή δεν αιτιολογείται επαρκώς. Οι όποιοι ισχυρισμοί περί αναρμοδιότητας του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση λειτουργού αποσύρθηκαν τελικά απ’ τη συνήγορο του αιτητή.
Οι καθ’ ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς των προωθούμενων ισχυρισμών έχει εδώ δικογραφηθεί δεόντως και, παραθέτοντας σωρεία αναφορών και αποσπασμάτων από τη σχετική νομολογία, καθώς και αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, εισηγούνται ότι η επίδικη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκε υπόψη το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, καθώς, ως εισηγούνται, αφενός οι ισχυρισμοί του αιτητή ορθώς απορρίφθηκε ως αναξιόπιστοι και, αφετέρου, ουδεμία ανάγκη διεθνούς προστασίας προκύπτει, τόσο στη βάση του προσφυγικού όσο και συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά τις διευκρινήσεις τα μέρη αρκέστηκαν να υιοθετήσουν τις γραπτές τους αγορεύσεις.
Δεδομένου ότι όλοι οι εν τέλει προωθούμενοι ισχυρισμοί του αιτητή συμπλέκονται με την ουσία και ορθότητα της επίδικης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25].
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών θα συμφωνήσω με όλα τα επιμέρους ευρήματα αλλά και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση για απόρριψη ως στερούμενου εσωτερικής συνοχής και συνεπώς ως αναξιόπιστου του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, για τους λόγους που λεπτομερώς και ενδελεχώς καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.104-109), για τους λόγους που πιο κάτω θα εξηγήσω.
Εν προκειμένω, τα λεγόμενα του αιτητή στερούνται, επί πολλών και καίριων πτυχών τους, και βιωματικών στοιχείων και λεπτομερειών, περιέχουν αντιφάσεις και βρίθουν ασαφειών, ως σχετικώς και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, τα οποία παρατίθενται και στα πλαίσια της παρούσης πιο πάνω, κατά την παράθεση της επίδικης έκθεσης, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ο αιτητής δεν κατάφερε τελικά να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή – έστω – το ελάχιστο ψήγμα βιωματικού στοιχείου επί όλων ανεξαιρέτως των ισχυρισμών του αναφορικά με τη συμμετοχή των αδελφών του στους Ambazonians, πότε, που και υπό ποιες συνθήκες σκοτώθηκαν τόσο αυτοί όσο και ο έτερος αδελφός που φυλακίστηκε και απεβίωσε κατ’ ισχυρισμό στη φυλακή, επί δε των οποίων ουδόλως μπόρεσε να περιγράψει (παρότι επρόκειτο για γεγονός που έλαβε χώρα ολίγο καιρό πριν τη συνέντευξη) τα τηλεφωνήματα στα οποία πληροφορήθηκε γι’ αυτούς τους θανάτους, όσο και για τους θανάτους τον γονιών του και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επήλθαν αυτοί. Ομοίως, ουδόλως εξήγησε από που σχημάτισε την πεποίθηση ο ίδιος ότι – δεδομένου ότι ουδέν συνέβη στον ίδιο κατά τον χρόνο που αυτός διέμενε στο Καμερούν – είναι πιθανόν να διωχθεί ο ίδιος επειδή οι αδελφοί του κατ’ ισχυρισμό αυτού ήταν Ambazonians. Προσθέτω ότι – ως και οι καθ’ ων η αίτηση παρατήρησαν – τα όσα ανέφερε ο αιτητής αναφορικά με τον θάνατο τον αδελφών και γονιών του αλλά και όσα είχαν λεχθεί στα τηλεφωνήματα, όπου – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου – ο αιτητής έμαθε για τους θανάτους αυτούς, παρουσιάζουν ομοιότητες ως προς το τι διημείφθη και είναι (ομοίως) γενικοί και ασαφείς.
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι ο αιτητής, σε κανένα σημείο του αφηγήματος, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει, έστω κατ’ ελάχιστο, αυτό που εύλογα θα αναμενόταν να είναι σε θέση να αναφέρει, ήτοι μια πλήρη, συνεκτική, ευλογοφανή παράθεση σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο που δεν είχε βιώσει την εμπειρία που παραθέτει. Δεν έχω λοιπόν τίποτε να προσθέσω στα όσα καταγράφουν σχετικώς οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, πέραν των ως άνω επί τούτου συνοπτικών διαπιστώσεων, αρκεί δε να παραπέμψω σε όσα στην επίδικη έκθεση καταγράφονται (τα οποία παρατίθενται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης) τα οποία υιοθετώ ως έχουν και δεν είναι σκόπιμο θεωρώ να επαναλάβω.
Σημειώνω, προτού προχωρήσω, ότι δεν αμφισβητείται (έχει γίνει άλλωστε αποδεκτό και από τους καθ’ ων η αίτηση – ερ.104-105) ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν λαμβάνει χώρα αδιάκριτη βία και σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις αντιμαχόμενες πλευρές κατά του τοπικού αγγλόφωνου πληθυσμού, είναι δε συχνή η δίωξη ατόμων στους οποίους αποδίδεται σύμπραξη με το κίνημα των αποσχιστών ως και στις πιο κάτω πληροφορίες (ΠΧΚ) καταγράφεται.
Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[1], ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[2]. Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[3].
Αναφορά της οργάνωσης Human Rights Watch εκδοθείσα το 2018 αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι που εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με Ambazonians στοχοποιούνται από τις Αρχές και υπόκεινται συχνά σε αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις και σωρεία άλλων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους.[4]
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:
«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[5]
Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [6]
Σύμφωνα με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 του Global Protection Cluster [7], κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, «η ασφάλεια και η απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Northwest (NW) και Southwest (SW) διαταράχθηκε από την αυξημένη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs), καθώς και από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, και κλοπές ή καταστροφή περιουσίας».[8]
Τον Οκτώβριο 2025 το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων κατέγραψε για την περίοδο 01/09/25 – 30/09/25 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένο.[9]
Το 2025 το Καμερούν συνέχισε να επηρεάζεται από τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Chad στην περιοχή Far North, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην περιοχή Northwest και Southwest και την προσφυγική κρίση στην γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.[10]
Το έτος 2025 χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφάλειας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν ασταθείς. [11]
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία θεωρώ ότι εν προκειμένω η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή (ως ανωτέρω εξηγείται) είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης των στοιχείων της υπόθεσης, αποβαίνει μοιραία για τη συνολική αξιοπιστία και συνοχή των ισχυρισμών του. Διαφορετική προσέγγιση θεωρώ ότι θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται συνοχής αλλά και ευλόγως αναμενόμενων λεπτομερειών, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι ισχυρισμοί ενός αιτητή πρέπει να διατηρούν επαρκή συνοχή και συνέπεια, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν το αφήγημα του, αφού είναι στη βάση αυτών που γίνεται η απαραίτητη σύνδεση των ΠΧΚ με το ιστορικό του. Σημειώνεται δε σχετικώς ότι, ως στο εγχειρίδιο (EASO) «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».
Θα συμφωνήσω λοιπόν με τους καθ’ ων η αίτηση και επί του ότι η διαβρωθείσα εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή καθίσταται, αναπόφευκτα, καταλυτική ως προς τη συνολική συνοχή του αφηγήματος του, ως και πιο πάνω εξηγώ, την οποία θεωρώ ορθή και εύλογη υπό τις περιστάσεις.
Σημειώνω ότι – δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος του αιτητή και εφόσον ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να δεικνύει ότι άτομο που επιστρέφει στο Καμερούν υφίσταται ως τέτοιο κίνδυνο δίωξης ή βλάβης, χωρίς να έχει προσωπική συμμετοχή στο αποσχιστικό κίνημα και χωρίς παρελθόν τέτοιας δίωξης – απομένει εν προκειμένω εξέταση της πτυχής της συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του αρ.19 (2) (γ), αφού ουδείς ισχυρισμός ετέθη ενώπιον μου που να καταδεικνύει εύλογη πιθανότητα να υποστεί ο αιτητής σοβαρή βλάβη, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αρ.19 (2) (α) και (β) του Νόμου.
Προχωρώ σε επικαιροποιημένη αποτίμηση της γενικής κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Buea).
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 01/11/25) στη Νοτιοδυτική Επαρχία, όπου βρίσκεται και η Buea, καταγράφηκαν 450 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political Violence” περιλαμβάνει βία κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία, εκρήξεις, μάχες, εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες) και 327 θάνατοι.[12] Κατά τους τελευταίους 12 μήνες (ενημέρωση στις 16/01/26) στην Buea καταγράφηκαν 32 περιστατικά ασφαλείας και προκλήθηκαν 14 θάνατοι.[13] Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί το 1 ½ εκατομμύριο κατοίκων[14], της δε πόλης Buea περί τις 90.000. [15]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι, παρότι στην ευρύτερη Νοτιοδυτική περιφέρεια καταγράφεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας και απώλειες αμάχων, εντούτοις, δεδομένου ότι τόπος διαμονής του αιτητή είναι η πόλη Buea, δεν θεωρώ ότι καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] του αιτητή εκ μόνης της παρουσίας του εκεί, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[16] (βλ. CF and DN, ανωτέρω).
Συνυπολογίζω επί των ως άνω ότι ο αιτητής είναι υγιής, 37 ετών σήμερα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με ικανοποιητική μόρφωση και έχει ζήσει και εργαστεί επί σειρά ετών στη Buea. Περαιτέρω, δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του αιτητή, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα όσα ανέφερε για τους κατ’ ισχυρισμό θανάτους των γονιών και αδελφών του, θα πρέπει – ως λογική συνέπεια τούτου - να γίνει δεκτό εδώ ότι ο αιτητής διατηρεί οικογενειακό δίκτυο (γονείς/αδέλφια), αν όχι στην Buea, κατ’ ελάχιστο, στην ευρύτερη περιοχή (ήτοι στο Mbalange, τη γενέτειρα του). Σε κάθε περίπτωση, ενόψει του προφίλ του αιτητή και λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του, η πιο κάτω κατάληξη μου δεν θα άλλαζε ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι δεν διατηρεί οικογενειακό δίκτυο.
Εκ των ως άνω καταλήγω ότι κατά την επιστροφή του ο αιτητής αναμένεται ευλόγως να λάβει - έστω προσωρινά - στήριξη και στέγαση (αν επιστρέψει στη γενέτειρα του), κατ’ ελάχιστο μέχρις ότου αυτός να είναι σε θέση να βιοποριστεί (σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, πιθανό να εργαστεί ως οδηγός ταξί εκ νέου) και να συντηρεί τον εαυτό του, τα οποία δεικνύουν ότι, παρά τις οποίες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει, δεν αναμένεται να στερηθεί των αναγκαίων χρειωδών και δεν αναμένεται να παραμείνει χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και στη σχετική αυθεντία[17] του ΕΔΑΔ περιγράφονται.
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εν προκειμένω βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να καταδεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του είναι αντίθετη με την στο αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.
Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι o αιτητής έχει ανήλικο τέκνο, γεννηθέν στη Δημοκρατία το 2022 (ερ.44-45, 61), επί του οποίου ουδέν αναφέρθηκε στα πλαίσια της παρούσης και για το οποίο ουδέν καταγράφεται η αξιολογείται στην επίδικη αίτηση. Σημειώνεται ότι, ως στη νομολογία [18] αναφέρεται, ακόμα και σε αποφάσεις που αφορούν δεν αφορούν το ίδιο το τέκνο αλλά αφορούν απομάκρυνση ενός γονέα του, λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του τέκνου αυτού, υπό το πρίσμα του αρ.24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης) και του αρ.8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ως λέχθηκε στην απόφαση του ΔΕΕ C-112/20, M. A., ημ.11/03/21, «τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού πριν εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής δεν είναι ένας ανήλικος, αλλά ο πατέρας του.». Στην ίδια δε απόφαση λέχθηκε (σκέψη 27) ότι «για την εκτίμηση αυτή είναι μεν κρίσιμη η περίσταση ότι ο έτερος γονέας του παιδιού είναι όντως ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει μόνος την καθημερινή και πραγματική φροντίδα του παιδιού, αλλά το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί αφ' εαυτού για να κριθεί ότι δεν υφίσταται, μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του παιδιού, σχέση εξαρτήσεως τέτοιου είδους ώστε το παιδί να είναι αναγκασμένο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης αν δεν αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας. Πράγματι μια τέτοια διαπίστωση πρέπει να στηρίζεται στη συνεκτίμηση, προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με καθέναν από τους γονείς του, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας (βλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ., C 133/15, EU:C:2017:354, σκέψεις 70 και 71). [.].».
Παρεμβάλλω εδώ ότι η μη εξέταση του ζητήματος από τους καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της επίδικης αίτησης δεν εμποδίζει το παρόν Δικαστήριο να εκφέρει κρίση επί τούτου, με δεδομένο ότι αυτό κέκτηται σχετικής δικαιοδοσίας, καθώς, ως ειπώθηκε στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25 (με αναφορές και σε προηγούμενη επί τούτου νομολογία, «ο έλεγχος ουσίας […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει […] το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».
Επί του ζητήματος των βέλτιστων συμφερόντων του ανήλικου τέκνου του αιτητή, στην αιτ. αρ.12738/10, Jeunesse v. The Netherlands [19], ημ.03/10/14 (του ΕΔΑΔ), αναφέρθηκαν τα εξής:
«108. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι αν η οικογενειακή ζωή δημιουργήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα γνώριζαν ότι το καθεστώς μετανάστη ενός εξ αυτών ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν συμβαίνει αυτό, είναι πιθανό μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις η μετακίνηση του αλλοδαπού μέλους της οικογένειας να συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 (βλ. Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 28ης Μαΐου 1985, σειρά Α αριθ. 94, σ. 94, § 68; Mitchell κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 40447/98, 24 Νοεμβρίου 1998· Ajayi και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 27663/95, 22 Ιουνίου 1999· M. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 25087/06, 24 Ιουνίου 2008· Rodrigues da Silva και Hoogkamer κατά Κάτω Χωρών, ό.π., § 39· Arvelo Aponte κατά Κάτω Χωρών, ό.π., §§ 57-58· και Butt v. Νορβηγία, όπ.π., § 78).
109. Όταν εμπλέκονται παιδιά, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον τους (βλ. Tuquabo-Tekle κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 60665/00, § 44, 1 Δεκεμβρίου 2005· τηρουμένων των αναλογιών, Popov κατά Γαλλίας, αριθ. 39472/07 και 39474/07, §§ 139-140, 19 Ιανουαρίου 2012· Neulinger και Shuruk v. Ελβετία, ό.π., § 135· και X v. Λετονία [GC], αριθ. 27853/09, § 96, ΕΔΑΔ 2013). Σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δικαίου, προς υποστήριξη της ιδέας ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον τους είναι υψίστης σημασίας (βλ. Neulinger και Shuruk κατά Ελβετίας, ό.π., § 135, και X κατά Λετονίας, ό.π., § 96). Αν και από μόνα τους δεν μπορούν να είναι καθοριστικά, τα συμφέροντα αυτά πρέπει ασφαλώς να έχουν μεγάλη βαρύτητα. Ως εκ τούτου, τα εθνικά όργανα λήψης αποφάσεων θα πρέπει, καταρχήν, να εξετάζουν και να αξιολογούν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πρακτικότητα, τη σκοπιμότητα και την αναλογικότητα οποιασδήποτε απομάκρυνσης αλλοδαπού γονέα, προκειμένου να παρέχεται αποτελεσματική προστασία και επαρκής βαρύτητα στο μείζον συμφέρον των παιδιών που θίγονται άμεσα από αυτήν.»
(Μετάφραση του παρόντος Δικαστηρίου)
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία παρατηρώ ότι – ως ο ίδιος ο αιτητής ανέφερε σχετικώς – ο ίδιος έχει διακόψει κάθε επαφή με την μητέρα του τέκνου και επικοινωνεί μόνο με την «κοπέλα που προσέχει (σ.σ. το παιδί του)» (ερ.44 – 2Χ). Ενόψει και της ως άνω νομολογίας, αφού, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του αιτητή, ουδείς δεσμός υφίσταται σήμερα μεταξύ του ιδίου, της μητέρας και του ανήλικου τέκνου του δεν θεωρώ ότι η παρούσα υπάγεται στις περιπτώσεις που η επιστροφή του αιτητή (πατέρα) θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα βέλτιστα συμφέροντα του τέκνου του, δεδομένου εδώ και του ότι, αφενός, η γέννηση του τέκνου επήλθε σε χρόνο που ήταν γνωστό σ’ αυτούς ότι «η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής» και, αφετέρου, του ότι ουδείς (εν τοις πράγμασι) δεσμός του αιτητή με το ανήλικο τέκνο (και την μητέρα του) διατηρείται σήμερα και δεν συντρέχουν εδώ άλλες εξαιρετικές περιστάσεις [βλ. M. A. (ΔΕΕ), Jeunesse (ΕΔΑΔ), ανωτέρω]. Άλλωστε αμφότεροι οι γονείς του ανήλικου τέκνου του αιτητή (ο αιτητής και η μητέρα του τέκνου) εξαρτούν το δικαίωμα διαμονής τους από την κατάληξη της παρούσας και, αντίστοιχα, της αίτησης ασύλου της μητέρας του και ουδεμία προσδοκία διαμονής (πέραν της σχετιζόμενης με την έκβαση των αιτήσεων τους) διατηρούν σήμερα. Προστίθεται δε το ότι ο αιτητής και η μητέρα του ανήλικου τέκνου του (που γεννήθηκε στη Δημοκρατία) έχουν κι’ άλλο παιδί, το οποίο γεννήθηκε (το 2012) και διαμένει στη Νιγηρία με τη θεία της μητέρα του.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019, available at: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[2] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)
[2] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[3] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed 05/08/2022)
[4] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/02/2024)
[5] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[6] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).
[7] To Global Protection Cluster είναι ένα δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), διεθνών οργανισμών και υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας σε ανθρωπιστικές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών. https://globalprotectioncluster.org/about (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2025)
[8] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 1 (πρόσβαση 23/04/2025)
[9] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[10] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[11] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).
[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26-01-2026).
[14] City Population, Cameroon, Sud-Ouest Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [ημ. πρόσβασης 14/05/25]
[15] Cameroon: Regions, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information (πρόσβαση 26-01-26)
[16] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[17] M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), ημ.21/01/11, παρ.263
[18] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C‑484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο