V. N. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2705/2024, 6/7/2026
print
Τίτλος:
V. N. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2705/2024, 6/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υποθ. Αρ.: 2705/2024

 

06 Ιουλίου 2026

 

[Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

VNT.

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

 

 Αίτηση ημερομηνίας 20/01/2026 για προσαγωγή μαρτυρίας

 

Μ. Μπαγιαζίδου (κα), για τον Αιτητή

Κ. Μιχαηλίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής είναι απών.

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η  Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 10/07/2024 σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε.

 

Αμέσως μετά την καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης για τον Αιτητή καταχωρήθηκε, στις 25/04/2025 από πλευράς Αιτητή, αίτηση για χορήγηση άδειας προσαγωγής μαρτυρίας, η οποία για τους λόγους που αναφέρεται στο κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στις 31/12/2025 απορρίφθηκε.

 

Στις 20/01/2026 ο Αιτητής επανέλαβε το αίτημά του καταχωρώντας την επίδικη αίτηση, με την οποία αιτείται Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να δίδεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης (εφεξής «προτεινόμενη ένορκη δήλωση») ως αυτή επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας E. Ιωακειμίδου που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Ως ισχυρίζεται η ομνύουσα με την προτεινόμενη μαρτυρία η οποία προέρχεται από τον ίδιο τον Αιτητή, επιχειρείται η προσαγωγή μαρτυρίας προς απόδειξη της παραβίασης των κατευθυντήριων γραμμών της EASO κατά τη διενέργεια της συνέντευξης του Αιτητή και αφετέρου η περεταίρω τεκμηρίωση ή και απόδειξη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή αναφορικά με την επαγγελματική του ιδιότητα και τους λόγους που αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του. Η προτεινόμενη ένορκη δήλωση (τεκμήριο Α στην αγγλική γλώσσα και η μετάφραση στα ελληνικά) προέρχεται από τον ίδιο τον Αιτητή και συνοδεύεται από τα Τεκμήρια 1 έως 5.

 

Ο Αιτητής με την προτεινόμενη ένορκη δήλωσή του αναφέρει ότι, αφού έλαβε από τη δικηγόρο του αντίγραφο των πρακτικών της συνέντευξής του διαπίστωσε ότι ορισμένα από τα όσα λέχθηκαν κατά τη συνέντευξη είτε δεν καταγράφηκαν είτε καταγράφηκαν λανθασμένα ή ελλιπώς. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι υπάρχουν λανθασμένες ή ελλιπείς καταγραφές σε σχέση με τον χρόνο κατάταξής του στον στρατό, την απάντησή του ως προς την στρατιωτική ιεραρχία στο Καμερούν, τον χρόνο απαγωγής και απελευθέρωσης της συζύγου του, τον χρόνο πυρπόλησης της οικίας του, καθώς και την απάντησή του ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του για να προστατεύσει την οικογένειά του. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο Αιτητή επιχειρεί να προσάξει ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακόλουθα τεκμήρια:

Τεκμήριο 1: Αντίγραφο των πρακτικών της συνέντευξης του Αιτητή, το οποίο φέρει χειρόγραφες σημειώσεις και/ή ενδείξεις του Αιτητή αναφορικά με σημεία που, κατά τη θέση του, έχουν καταγραφεί λανθασμένα ή ελλιπώς.

Τεκμήριο 2: Δέσμη φωτογραφιών στις οποίες, κατά τον Αιτητή, απεικονίζεται ο ίδιος φορώντας στρατιωτική στολή, μαζί με στρατιωτικό εξοπλισμό και συναδέλφους του στρατιωτικούς.

Τεκμήριο 3: Πιστοποιητικό τεχνικών ικανοτήτων, ημερομηνίας 05/12/2019, το οποίο, κατά τον Αιτητή, αποδεικνύει την ειδίκευσή του ως Κομάντο Πεζικού στον Καμερουνεζικό Στρατό.

Τεκμήριο 4: Πιστοποιητικό Πρακτικής Εφαρμογής Συνδυασμένων Όπλων από το Επιτελείο Στρατού, ημερομηνίας Ιουνίου του 2019, το οποίο, κατά τον Αιτητή, αποδεικνύει την εκπαίδευση που έλαβε ως στρατιωτικός.

Τεκμήριο 5: Πιστοποιητικό υπηρεσίας, το οποίο, κατά τον Αιτητή, αφορά την υπηρεσία του ως στρατιωτικού από το 2019 στη μονάδα του στην Bamenda.

 

Ο Αιτητής στην προτεινόμενη ένορκη δήλωσή του επισημαίνει ότι τα πιστοποιητικά που προτίθεται να προσκομίσει δεν υπάρχουν σε πρωτότυπη μορφή, καθότι του απεστάλησαν μέσω της εφαρμογής WhatsApp από φίλο του ο οποίος τα φωτογράφισε και δεν έχει πλέον πρόσβαση σε αυτά.

 

Η αίτηση έφερε την αντίδραση των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι καταχώρισαν Ένσταση στις 10/03/2026 εισηγούμενοι την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, προβάλλοντας πλήθος λόγων επί των οποίων στηρίζεται η ένστασή τους. Ειδικότερα σε σχέση με το Τεκμήριο 1, δηλαδή το αντίγραφο της συνέντευξης του Αιτητή με δικές του σημειώσεις επί συγκεκριμένων σημείων οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Κατά τη θέση τους, ο Αιτητής επιχειρεί εκ των υστέρων να διορθώσει ασάφειες και παραλείψεις του, ενώ είχε υπογράψει τα πρακτικά της συνέντευξης και είχε επιβεβαιώσει ότι όσα καταγράφηκαν ήταν όσα ανέφερε.

 

Σε σχέση με τα Τεκμήρια 2 έως 5, η ομνύουσα αναφέρει ότι πρόκειται για έγγραφα τα οποία ο Αιτητής φαίνεται να είχε στην κατοχή του κατά τον ουσιώδη χρόνο, πλην όμως δεν τα υπέβαλε λόγω δικής του υπαιτιότητας. Αμφισβητείται ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι προσπάθησε να τα προσκομίσει αλλά ο λειτουργός του ανέφερε ότι δεν χρειάζονταν, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως αβάσιμος και ως προϊόν δεύτερων σκέψεων. Προς τούτο, γίνεται αναφορά στο ότι, κατά τη συνέντευξή του, ο Αιτητής ρωτήθηκε κατά πόσο είχε οποιαδήποτε έγγραφα να προσκομίσει και απάντησε αρνητικά.

 

Τέλος, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δεν εξηγεί επαρκώς πώς και πότε περιήλθαν στην κατοχή του τα εν λόγω έγγραφα, ιδίως ενόψει της θέσης του κατά τη συνέντευξη ότι δεν είχε έγγραφα να προσκομίσει. Επιπλέον, επισημαίνει ότι η προσφυγή καταχωρίστηκε στις 03/10/2024 και ότι ο Αιτητής δεν εξηγεί γιατί δεν προσπάθησε να προσκομίσει τα έγγραφα νωρίτερα, ειδικότερα κατά το στάδιο καταχώρισης της προσφυγής κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, η συνήγορος του Αιτητή με τη γραπτή της αγόρευση προβάλει ότι η προτεινόμενη μαρτυρία είναι ουσιώδης και άμεσα σχετική με τον πυρήνα της προσφυγής, καθώς αφορά την κατ’ ισχυρισμό πλημμελή διεξαγωγή της συνέντευξης, την ελλιπή ή λανθασμένη καταγραφή των δηλώσεων του Αιτητή και την άρνηση του λειτουργού να παραλάβει αποδεικτικά στοιχεία που είχε στην κατοχή του. Κατά τη θέση της, οι πλημμέλειες αυτές επηρέασαν καθοριστικά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του και οδήγησαν στην απόρριψη ουσιωδών ισχυρισμών του.

 

Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί περιλαμβάνει διορθώσεις και χειρόγραφες σημειώσεις επί των πρακτικών της συνέντευξης, φωτογραφίες του Αιτητή με στρατιωτική στολή και εξοπλισμό, καθώς και πιστοποιητικά στρατιωτικής εκπαίδευσης, τεχνικών ικανοτήτων και υπηρεσίας του στη μονάδα στην Bamenda. Τα στοιχεία αυτά,  υποστηρίζει ότι αποδεικνύουν ή ενισχύουν την ιδιότητα του Αιτητή ως στρατιωτικού στο Καμερούν, η οποία συνδέεται άμεσα με τους ισχυρισμούς του περί φόβου δίωξης λόγω λιποταξίας από τις αρχές και λόγω απειλών ή επιθέσεων από αποσχιστές.

 

Τέλος, προβάλλει ότι η αίτηση δεν καταχωρήθηκε καθυστερημένα ή καταχρηστικά, διότι τα ζητήματα σχετικά με την ορθότητα της διαδικασίας της συνέντευξης διαπιστώθηκαν κατά την προετοιμασία της γραπτής αγόρευσης και τα σχετικά στοιχεία προσκομίστηκαν αμέσως μετά, ενώ τονίζει ότι, ο Αιτητής, δεν μπορούσε να γνωρίζει νωρίτερα τις διαδικαστικές πλημμέλειες, ενώ η αποδοχή της μαρτυρίας προβάλλεται ως αναγκαία για την εξέταση της υπόθεσης, την προστασία του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

 

Με τη σειρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση με τη γραπτή τους αίτηση προβάλλουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καθώς η μαρτυρία η οποία επιδιώκεται να προσαχθεί δεν επιτελεί κανέναν σκοπό, δεν προβάλλονται οποιοδήποτε λόγοι από τους οποίους να καλύπτονται οι αντιφάσεις που προκύπτουν σε σχέση με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση και το κείμενο της συνέντευξης, γίνονται προσπάθειες παραποίησης των πρακτικών της συνέντευξης και τέλος προωθείται καταχρηστικά, καθότι δεν υποβλήθηκε για λόγους που δεν άπτονται της υπαιτιότητας του Αιτητή.

 

Κεντρική θέση των Καθ’ ων η αίτηση είναι ότι τα έγγραφα που επιχειρεί να προσκομίσει ο Αιτητής βρίσκονταν ή φαίνεται να βρίσκονταν στην κατοχή του κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά ο ίδιος δεν τα υπέβαλε, χωρίς να παρέχει επαρκή εξήγηση. Επισημαίνουν ότι κατά τη συνέντευξη ο Αιτητής ρωτήθηκε ρητά αν είχε οποιαδήποτε έγγραφα να προσκομίσει και απάντησε αρνητικά, ενώ υπέγραψε τα πρακτικά της συνέντευξης επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενό τους. Ως εκ τούτου, θεωρούν ότι οι μεταγενέστεροι ισχυρισμοί περί άρνησης του λειτουργού να παραλάβει έγγραφα ή περί μη δυνατότητας ανάγνωσης και διόρθωσης της συνέντευξης είναι αβάσιμοι.

 

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση απορρίπτουν τον ισχυρισμό περί παραβίασης των κατευθυντήριων γραμμών της EASO, υποστηρίζοντας ότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έχουν καθοδηγητικό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα, ενώ από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η συνέντευξη διεξήχθη νομότυπα. Κατά τη θέση τους, η εκ των υστέρων επίκληση νέων εγγράφων και σημειώσεων δεν μπορεί να θεραπεύσει τις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις των δηλώσεων του Αιτητή, ούτε να αναιρέσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία κρίνεται με βάση το υλικό που είχε ενώπιον της η Υπηρεσία Ασύλου.

 

Ειδικότερα, ως προς το Τεκμήριο 1, δηλαδή τη συνέντευξη του Αιτητή με δικές του σημειώσεις και διορθώσεις, οι Καθ’ ων η αίτηση το χαρακτηρίζουν ως ανεπίτρεπτη μαρτυρία, επειδή θεωρούν ότι συνιστά προσπάθεια εκ των υστέρων διόρθωσης ασαφειών, παραλείψεων ή αντιφάσεων του ιδίου. Τονίζουν ότι ο Αιτητής υπέγραψε τα πρακτικά, επιβεβαίωσε ότι αυτά αντανακλούν όσα δήλωσε και είχε την ευκαιρία να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω επιθυμούσε.

 

Ως προς τα Τεκμήρια 2 έως 5, δηλαδή τις φωτογραφίες και τα πιστοποιητικά, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι πρόκειται για στοιχεία που ο Αιτητής όφειλε και μπορούσε να είχε προσκομίσει κατά το διοικητικό στάδιο, ιδίως αφού ρωτήθηκε αν είχε στην κατοχή του έγγραφα και απάντησε αρνητικά. Προβάλλουν επίσης ότι ο Αιτητής δεν εξηγεί πώς και πότε τα έγγραφα αυτά περιήλθαν στην κατοχή του, ούτε προσκομίζει επαρκή τεκμηρίωση για τη γνησιότητα, την προέλευση και τις συνθήκες εξασφάλισής τους. Κατά τη θέση τους, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη, τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν αφ’ εαυτών την ιδιότητά του ως στρατιωτικού ούτε αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.

 

Κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης αμφότερες οι πλευρές υιοθέτησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους.

 

Το δικονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας, καθορίζεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας του 2019, όπου σύμφωνα με τον Κανονισμό 8 (πρώην Κανονισμός 7 ως τροποποιήθηκε με την 31/2022, ημ. 16/9/2022):

 

«Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.».

 

Παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992 και Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999).Ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και με τους λόγους ακυρώσεως που προωθούνται (βλ. K.N.K. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 5787/13, ημερομηνίας 18/10/2019).

 

Επομένως, για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση, όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει (βλ. Ιωσηφίδης v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677). Εάν η μαρτυρία που ζητείται να προσαχθεί δεν συγκεκριμενοποιείται, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί να αξιολογηθεί η σχετικότητα της (βλ. υποθ. αρ. 1024/14, FBME Bank Ltd v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ημερομηνίας 18/12/2015).

 

Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας πως τα γεγονότα που επιδιώκονται να προσαχθούν με μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται με λεπτομέρεια (βλ. Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 591, υπόθεση αρ. 300/03, Χρ. Ιωσηφίδης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, ημερομηνίας 20/11/02). Όλες οι πιο πάνω κατευθυντήριες αρχές επιβεβαιώθηκαν και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507.

 

Επιπρόσθετα, δεν είναι δυνατόν να προσαχθεί μαρτυρία η οποία διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει τα στοιχεία που η διοίκηση είχε ενώπιον της κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, και Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335).

 

Όπως ωστόσο προκύπτει από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν.73(Ι)/2018, το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάζει πλήρως τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που άπτονται αίτησης διεθνούς προστασίας. Το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δεν είχε τεθεί ενώπιον του διοικητικού οργάνου μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η παράλειψη αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του/της αιτητή/τριας και αδυνατούσε να τα προσκομίσει.

 

Συναφώς, ο Κανονισμός 10 των Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 καθορίζει ρητώς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύνανται να προσκομιστούν νέα έγγραφα, στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία μετά την καταχώρηση της προσφυγής. Συγκεκριμένα, τέτοιο υλικό προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από σχετικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι πρόκειται για στοιχεία τα οποία, άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής, και ότι τα στοιχεία αυτά είναι συναφή με τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης.

 

 Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές, προχωρώ να εξετάσω τα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης, ανατρέχοντας στα ενώπιον μου έγγραφα όπως αυτά περιέχονται ως παραρτήματα στην Ένσταση των Καθ’ων η αίτηση.

 

Από ανάγνωση του πρακτικού της συνέντευξης του Αιτητή, κατά την αφήγησή του ως προς το λόγο αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του προέβαλε φόβο δίωξης συνδεόμενο με την ιδιότητά του ως στρατιωτικού της μονάδας BIR (Bataillon d'Intervention Rapide - Rapid Intervention Battalion) και με την καταγωγή του από την αγγλόφωνη περιοχή, όπου δραστηριοποιούνται οι Ambazonians. Ισχυρίστηκε ότι οι τελευταίοι τον στοχοποίησαν επειδή υπηρετούσε στον στρατό του Καμερούν και αρνήθηκε να εγκαταλείψει την υπηρεσία του για να ενταχθεί στις τάξεις τους. Ως συνέπεια της άρνησής του, ισχυρίζεται ότι απήγαγαν τη σύζυγό του, απαίτησαν και έλαβαν λύτρα ύψους τριών εκατομμυρίων φράγκων CFA για την απελευθέρωσή της, απείλησαν ότι θα τη σκότωναν εάν ο ίδιος δεν παραιτείτο από τον στρατό, και στη συνέχεια έκαψαν την οικογενειακή κατοικία, γεγονός που οδήγησε τη σύζυγο και την οικογένειά του να μετακινηθούν στη Yaoundé για λόγους ασφαλείας.

 

Παράλληλα, ο Aιτητής ισχυρίστηκε ότι κινδυνεύει και από τις κρατικές στρατιωτικές αρχές του Καμερούν, καθότι, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην Bamenda, απέφευγε να πυροβολεί εναντίον των Ambazonians, τους οποίους θεωρούσε πρόσωπα της ίδιας κοινότητας με τον ίδιο, και αντ’ αυτού πυροβολούσε στον αέρα. Αναφέρει ότι η συμπεριφορά του έγινε αντιληπτή από συστρατιώτη του, ο οποίος τον κατήγγειλε και προειδοποιήθηκε πως, εάν επαναλαμβανόταν, θα αντιμετώπιζε σοβαρές συνέπειες, ακόμη και θανάσιμο κίνδυνο.

 

Ο λειτουργός διέκρινε τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο μεν πρώτος ως προς την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, τα οποία έγιναν δεκτά, ο δεύτερος αναφορικά με την ιδιότητά του ως στρατιωτικός, ο τρίτος σχετικά με το ότι ο Αιτητής θεωρείται λιποτάκτης και καταζητείται από τον στρατό και τις αρχές του Καμερούν και ο τέταρτος ότι ο Αιτητής καταζητείται από τους Ambazonians διότι δεν εντάχθηκε στην ομάδα τους, δεν έγιναν αποδεκτοί.

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο λειτουργός επεσήμανε ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να παρέχει επαρκείς, σαφείς και ευλογοφανείς πληροφορίες. Ειδικότερα, εντοπίστηκαν αντιφάσεις, ασάφειες και χρονική ασυνέχεια ως προς τον χρόνο και τις συνθήκες κατάταξής του στον στρατό, ανεπαρκείς και γενικές αναφορές σε σχέση με την εκπαίδευση, την εξειδίκευση και τον στρατιωτικό εξοπλισμό που ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποιούσε, καθώς και αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεών του και εξωτερικών πηγών πληροφόρησης αναφορικά με την ιεραρχία του στρατού του Καμερούν, τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, τη διοικητική δομή του BIR και τα χαρακτηριστικά του όπλου που ανέφερε.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής καταζητείται από τον στρατό και τις αρχές του Καμερούν ως λιποτάκτης, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει επαρκείς, σαφείς και ευλογοφανείς πληροφορίες αναφορικά με τα περιστατικά που, κατά τον ίδιο, οδήγησαν στη δίωξή του από τον στρατό. Ειδικότερα, εντοπίστηκε έλλειψη επαρκούς χρονικού προσδιορισμού ως προς το πότε άρχισαν τα προβλήματά του, καθώς και ασάφεια και έλλειψη ευλογοφάνειας ως προς το πώς, ενώ ισχυρίστηκε ότι είχε απειληθεί από τον διοικητή του ήδη από το 2021 λόγω της άρνησής του να πυροβολεί εναντίον των εχθρών, παρέμεινε στον στρατό μέχρι τον Δεκέμβριο του 2022 και αποχώρησε με άδεια για να διευθετήσει την έξοδό του από τη χώρα. Περαιτέρω, οι απαντήσεις που έδωσε όταν κλήθηκε να εξηγήσει την εν λόγω καθυστέρηση κρίθηκαν ασαφείς και μη επαρκείς. Παρότι λήφθηκαν υπόψη εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με το πλαίσιο της στρατιωτικής δικαιοσύνης στο Καμερούν, τη μεταχείριση προσώπων που κατηγορούνται για αδικήματα σχετιζόμενα με την ασφάλεια του κράτους και αναφορές σε περιπτώσεις λιποταξίας στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης, κρίθηκε ότι τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούν τις ουσιώδεις αδυναμίες της προσωπικής αφήγησης του Αιτητή.

 

Ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής καταζητείται από τους Ambazonians επειδή αρνήθηκε να ενταχθεί στην ομάδα τους, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει με σαφήνεια χρονικά την απαγωγή της συζύγου του, ενώ οι αναφορές του ως προς τον αριθμό των φορών που οι Ambazonians μετέβησαν στην οικία του, τον χρόνο της απαγωγής, τον χρόνο απελευθέρωσης της συζύγου του και τον χρόνο πυρπόλησης της οικίας του κρίθηκαν αντιφατικές και χρονικά ασυνεπείς. Περαιτέρω, η αξιολόγηση του ισχυρισμού επηρεάστηκε και από το γεγονός ότι η φερόμενη δίωξη από τους Ambazonians συνδέθηκε από τον ίδιο τον Αιτητή με την ισχυριζόμενη ιδιότητά του ως στρατιωτικού, η οποία δεν είχε γίνει αποδεκτή. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, λήφθηκαν υπόψη εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες καταγράφουν παραβιάσεις και κακομεταχείριση πολιτών από τους Ambazonians, καθώς και συγκρούσεις με τις ένοπλες δυνάμεις του Καμερούν, πλην όμως δεν εντοπίστηκαν ειδικές πληροφορίες που να τεκμηριώνουν δίωξη στρατιωτικών λόγω άρνησης ένταξής τους στους Ambazonians.

 

Επαναλαμβάνω ότι αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι με αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας δεν μπορεί να επιχειρείται η εισαγωγή καινοφανών ισχυρισμών παρά μόνο αποδεικτικό μέσο ισχυρισμών και γεγονότων τα οποία ο/η αιτητής/τρια έχει ήδη εγείρει ενώπιον της αρμόδιας αρχής.

 

Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση των τεκμηρίων που προτίθεται ο Αιτητής να προσαγάγει:

 

-Τεκμήριο 1: Τα πρακτικά της συνέντευξης του Αιτητή με χειρόγραφες σημειώσεις του.  Επισημαίνεται  ότι ο Αιτητής υπέγραψε όλες τις σελίδες των πρακτικών και στο τέλος υπέγραψε το ακόλουθο κείμενο στην αγγλική γλώσσα, την οποία δήλωσε ως μητρική του γλώσσα (τονισμός του Δικαστηρίου): “I, the undersigned, confirm that all information in the transcript is true and accurate. I have fully understood in English, which is a language that I fully understand, all the information provided by the competent officer regarding the asylum procedures, concerning my rights and obligations and the questions addressed to me. I confirm that the recorded responses accurately reflect my statements. Therefore, I declare that I do not wish to change any of my statements nor to question any of the information submitted in the interview.”, επιβεβαιώνοντας ότι τα όσα καταγράφηκαν είναι αληθή και ότι δεν επιθυμεί να τροποποιήσει οποιαδήποτε από τις δηλώσεις μου ούτε να αμφισβητήσει οποιαδήποτε από τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Οι μεταγενέστερες σημειώσεις του Αιτητή, οι οποίες μεταβάλλουν το ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υλικό, βάσει του οποίου εξέδωσε απόφαση, δεν μπορούν να υπερισχύσουν των επίσημων πρακτικών της συνέντευξης. Πρόκειται για σημειώσεις που έγιναν εκ των υστέρων από τον ίδιο τον Αιτητή, αφού είχε πλέον λάβει γνώση του περιεχομένου της Έκθεσης-Εισήγησης και των λόγων για τους οποίους η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του. Οι σημειώσεις αυτές δεν αποτελούν ανεξάρτητη ή αντικειμενική μαρτυρία, αλλά μεταγενέστερη προσπάθεια διόρθωσης, συμπλήρωσης ή αναδιατύπωσης δηλώσεων που καταγράφηκαν κατά το διοικητικό στάδιο. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το Τεκμήριο 1.

 

-Τεκμήριο 2: Δέσμη φωτογραφιών στις οποίες, κατά τον Αιτητή, απεικονίζεται ο ίδιος με άλλα πρόσωπα που φέρουν στρατιωτική στολή και εξοπλισμό, ενώ σε αρκετές φαίνονται στη στολή και στα κράνη τα διακριτικά της μονάδας «B.I.R.». Δεν παραγνωρίζεται ότι οι φωτογραφίες παρουσιάζουν συνάφεια με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, δηλαδή την κατ’ ισχυρισμό ιδιότητά του ως στρατιωτικού. Εντούτοις, η συνάφεια δεν αρκεί από μόνη της για τη χορήγηση άδειας προσαγωγής μαρτυρίας. Από τα πρακτικά της συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής ρωτήθηκε κατά πόσο είχε οποιαδήποτε έγγραφα ή στοιχεία να προσκομίσει και απάντησε αρνητικά, χωρίς να αναφέρει ότι είχε στην κατοχή του φωτογραφίες ή άλλο σχετικό υλικό και χωρίς να εκφράσει πρόθεση προσκόμισής του. Περαιτέρω, δεν εξηγείται επαρκώς γιατί το εν λόγω υλικό δεν προσκομίστηκε κατά το διοικητικό στάδιο ή, έστω, κατά την καταχώριση της προσφυγής.

 

-Τεκμήρια 3 έως 5: Λόγω της φύσης και του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, κρίνεται σκόπιμο όπως εξεταστούν από κοινού, καθότι πρόκειται για πιστοποιητικά τα οποία, κατά τον Αιτητή, συνδέονται με την εκπαίδευση, την ειδίκευση και την υπηρεσία του ως στρατιωτικού στον στρατό του Καμερούν. Αναγνωρίζω ότι τα εν λόγω τεκμήρια παρουσιάζουν συνάφεια με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, δηλαδή την κατ’ ισχυρισμό ιδιότητά του ως στρατιωτικού.

 

Ωστόσο, παρατηρώ ότι τόσο το Τεκμήριο 3, όσο και το Τεκμήριο 4 είναι δυσανάγνωστα σε αρκετά σημεία. Τα στοιχεία αυτά δυσχεραίνουν την αξιολόγηση του περιεχομένου τους και, κατ’ επέκταση, της αποδεικτικής τους χρησιμότητας στο παρόν στάδιο.

 

Επιπλέον, τα Τεκμήρια 3 και 4 φέρουν χρονολογία 2019, ενώ το Τεκμήριο 5, ήτοι η βεβαίωση υπηρεσίας, φέρει χρονολογία 2022. Ως εκ τούτου, πρόκειται για έγγραφα προγενέστερα της συνέντευξης του Αιτητή, γεγονός που καθιστά αναγκαία την παροχή σαφούς και επαρκούς εξήγησης ως προς τον λόγο μη προηγούμενης προσκόμισής τους.

 

Επισημαίνεται ότι ο Αιτητής δεν έχει εξηγήσει επαρκώς για ποιο λόγο τα εν λόγω έγγραφα δεν προσκομίστηκαν κατά το διοικητικό στάδιο ή κατά την καταχώριση της προσφυγής, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τη συνέντευξή του ρωτήθηκε κατά πόσο είχε οποιαδήποτε έγγραφα ή στοιχεία να προσκομίσει και απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, ο ίδιος αναφέρει ότι τα έγγραφα δεν βρίσκονται στην κατοχή του σε πρωτότυπη μορφή, αλλά του απεστάλησαν μέσω WhatsApp από φίλο του, χωρίς όμως να παρατίθενται επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τον χρόνο, τον τρόπο και τις συνθήκες εξασφάλισής τους και χωρίς να επεξηγεί για ποιο λόγο ο φίλος του, ως ισχυρίστηκε, δεν έχει πλέον πρόσβαση σε αυτά.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι η μη προηγούμενη προσκόμιση των Τεκμηρίων 3, 4 και 5 δεν οφείλεται σε λόγους ανεξάρτητους από την υπαιτιότητα του Αιτητή και, συνεπώς, δεν παρέχεται άδεια για την προσαγωγή τους.

 

Ως εκ τούτου, εκ πρώτης όψεως και δίχως η πιο κάτω κατάληξη να αποτελεί αξιολογική κρίση του Δικαστηρίου για τη βαρύτητα και την αξιοπιστία των Τεκμηρίων 2 έως 5, διαπιστώνω πως η προτεινόμενη προσαγωγή μαρτυρίας είναι σχετική με τον πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή. Σε κάθε περίπτωση ο Αιτητής θα έπρεπε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να τα προσκομίσει. Ακόμη κι αν δεν τα είχε στην κατοχή του, διαφαίνεται πως σε μεταγενέστερο στάδιο ήταν σε θέση να τις ανακτήσει επομένως το ίδιο θα μπορούσε να πράξει και σε προγενέστερο στάδιο δεδομένου ότι δεν παρουσιάζει καμία αιτιολογία για την εν λόγω καθυστέρηση. Επομένως, με βάση τα πιο πάνω διαπιστώνω πως παρόλο που τα ανωτέρω τεκμήρια έχουν μία μεν σχετικότητα με το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία, ωστόσο η προσκόμισή τους θεωρείται έκδηλα αργοπορημένη εξ υπαιτιότητας του Αιτητή και χωρίς ο ίδιος στα πλαίσια της επίδικης ενδιάμεσης αίτησης να παρουσιάσει εύλογη και ικανοποιητική αιτία προς τούτο.

 

Τονίζω ότι δεν αποτελεί σκοπό της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης η εξέταση της βασιμότητας των ισχυρισμών του Αιτητή περί μη δέουσας έρευνας, όπως προκύπτει από την γραπτή του αγόρευση, ο οποίος θα εξεταστεί στο πλαίσιο της κυρίως υπόθεσης.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενδιάμεση αίτηση του Αιτητή για προσαγωγή μαρτυρίας αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €300 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, πληρωτέα στο τέλος της κυρίως αίτησης του Αιτητή.

 

 

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο