ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.2857/23
28 Ιουλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R. M. B.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Κ. Κουπαρή, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κος Χ. Καστάνας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 21/08/23 με επιστολή ημ.18/08/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ) που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 14/02/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 22/03/22 (ερ.1-3, 47).
Στις 06/06/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση της επίδικης αιτήσεως διεθνούς προστασίας, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.36-47). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 16/06/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ76-87). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την επίδικη απόφαση, η οποία της δόθηκε διά χειρός στις 21/08/23, στην μητρική της γλώσσα (ερ.88, 3).
Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη ΛΔΚ γιατί απειλήθηκε από τον παραδοσιακό αρχηγό του χωριού της, ο οποίος «παραλίγο να σκοτώσει [την ίδια]», καθώς, ως αναφέρει, «είχε πρόβλημα με τη γη (σ.σ. περιουσιακή διαμάχη) με τον πατέρα [της], σκότωσε τον πατέρα και την μητέρα [της] […] κτύπησε [την αιτήτρια] με μανσέτα στο αριστερό χέρι και το αριστερό [της] χέρι δεν λειτουργεί κανονικά έκτοτε». Γι’ αυτό, ως περαιτέρω αναφέρει, διέφυγε και ήρθε «εδώ να [αναζητήσει] προστασία», δεν το έχει αναφέρει στην αστυνομία, απλά έτρεξε στην εκκλησία και ο ιερέας, «που βοηθά κανονικά κόσμο», «[τη] βοήθησε να [έρθει] εδώ», «έκανε όλες τις διευθετήσεις και ήταν αυτός που διάλεξε την Κύπρο, καθώς η Κύπρος δίδει άσυλο στους πρόσφυγες [και] χρηματοδότησε όλο το ταξίδι».
Στη συνέντευξη που διενεργήθηκε η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στο χωριό Songololo (Congo Central), παρότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει μια ιδιαίτερη τοποθεσία στο χωριό, είναι άγαμη και άτεκνη (κατά τη συνέντευξη), οι γονείς της έχουν αποβιώσει, δεν θυμάται τον χρόνο που αποβίωσαν, αναφέροντας, όταν ρωτήθηκε, ότι «δεν έχει πολύ καιρό, δεν [θυμάται]», δεν έχει αδέλφια ή άλλους στενούς συγγενείς, τελείωσε το λύκειο (σε ηλικία 25 ετών) και εργαζόταν ως βοηθός της μητέρας της στη φάρμα.
Ερωτώμενη για τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι ο παππούς της άφησε ακίνητη περιουσία στον πατέρα της, ο παραδοσιακός αρχηγός (του χωριού) ήθελε την περιουσία αυτή, τη ζήτησε από τον πατέρα της, αυτός του αρνήθηκε, ο αρχηγός επέμενε και απείλησε τον πατέρα της ότι «θα εξαλείψει αυτόν και ολόκληρη την οικογένεια του» και, μετά την άρνηση του πατέρα της, έστειλε άτομα να τους σκοτώσουν, σκότωσαν τους γονείς της, «είχαν πρόθεση να σκοτώσουν και [την ίδια]» και «έκοψαν το χέρι [της] με μανσέτα στην προσπάθεια τους να [τη] σκοτώσουν». «Ένας φίλος του πατέρα [της τη] βοήθησε να [φύγει]», καθώς – ως ανέφερε η αιτήτρια – αυτός χρωστούσε στον πατέρα της και έτσι θα μπορούσε να του ξεπληρώσει το χρέος, βοηθώντας την ίδια να φύγει.
Ερωτώμενη τι φοβάται ότι θα συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει καθώς «αυτός (σ.σ. ο παραδοσιακός αρχηγός) έχει δύναμη, έχει τα πάντα […] κανείς δεν μπορεί να του πει τίποτα, ακόμα και τα παιδιά του είναι όσο παντοδύναμος όσο ο ίδιος» και γι’ αυτό «αν [επιστρέψει] και αυτοί την κόψουν στη μέση θα είναι ο θάνατος [της]». Καλούμενη να δώσει περαιτέρω πληροφορίες για τον αρχηγό η αιτήτρια ανέφερε ότι «το μόνο που [μπορεί] να [πει] είναι ότι αυτός πήρε [την] ευτυχία απ’ [αυτή]», «[της] πήρε ότι είναι καλό στη ζωή [της]», δεν γνώριζε το όνομα του, αναφέροντας ότι «συνήθως τον καλούσαν αρχηγό» και, όσον αφορά τα καθήκοντα του, η αιτήτρια ανέφερε ότι «η δουλειά του είναι (να είναι) αρχηγός […] όλη η γη του ανήκει […] έχει δικαίωμα στη γη». Σχετικά με τη διαφιλονικούμενη περιουσία η αιτήτρια ανέφερε ότι ο παππούς της έκτισε εκεί σπίτι και θα το άφηνε στα εγγόνια του, η περιουσία «είναι μεγάλη» και βρίσκεται «στο χωριό».
Καλούμενη να δώσει περαιτέρω πληροφορίες για τα διαμειφθέντα μεταξύ του πατέρα της και του αρχηγού η αιτήτρια ανέφερε ότι «ο πατέρας [της] του είπε ότι δεν μπορεί (να τη δώσει), δεν ήταν δική του, την κληρονόμησε από τον πατέρα του για τα παιδιά του», ο «αρχηγός είπε πως ότι είπε θα πρέπει να γίνει» και, όταν ρωτήθηκε πότε το είπε αυτό ο αρχηγός, ανέφερε ότι «δεν [γνωρίζει] επειδή μετά απ’ αυτό σκότωσαν τον πατέρα και την μητέρα [της] και το κεφάλι [της] δεν λειτουργούσε κανονικά πλέον» (σ.σ. δεν μπορούσε να σκεφτεί κανονικά). Σχετικά με τον θάνατο των γονέων της ανέφερε ότι «τους σκότωσαν με μανσέτες, τους έκοψαν» στο σπίτι τους, καλούμενη δε να αναφέρει ποιοι ήταν οι δράστες η αιτήτρια ανέφερε ότι «αυτός τους έστειλε, δεν τους [γνωρίζει]», άκουσε όμως τους γονείς της να συζητούν γι’ αυτό, δεν θυμάται όμως πότε τους σκότωσαν. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι δεν ήταν εκεί η ίδια (όταν τους σκότωσαν), η αιτήτρια «τους [βρήκε] ξαπλωμένους στο έδαφος […] [έτρεξε] να [φύγει], κάποιος [την] έσπρωξε στο έδαφος και [την] κτύπησε με μανσέτα στο χέρι […] ετοιμαζόταν να [την] κτυπήσει ξανά (στο πίσω μέρος του λαιμού της) όταν ένας φίλος του πατέρα [της] τον σταμάτησε κρατώντας του το χέρι». Η αιτήτρια δεν γνώριζε τον άνδρα που την έσωσε, καθώς – ως ανέφερε – αυτός φορούσε μάσκα, είπε στους επιτιθέμενους να την αφήσουν γιατί θα την πάρει στο δάσος να τη βιάσει και όταν έφτασαν στο δάσος αυτός της είπε να μην φοβάται, καθώς είναι φίλος του πατέρα της και θα τη βοηθήσει. Η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει το όνομα του φίλου του πατέρα της που την έσωσε, καθώς – ως ανέφερε – δεν της το είπε ποτέ, ήταν σωματώδης όμως είχε κρυμμένο το πρόσωπο του.
Ερωτώμενη η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν κατάγγειλε το συμβάν στις Αρχές καθότι θα ήταν με το μέρος του αρχηγού και έφυγε την ίδια μέρα και, ως ανέφερε, «[έτρεχε] (να διαφύγει) από τον θάνατο». Καλούμενη να εξηγήσει τη δύναμη που έχει ο αρχηγός η αιτήτρια είχε αναφέρει ότι «έχει τη δύναμη που έχουν οι αρχηγοί». Ερωτώμενη η αιτήτρια αν μπορεί να επιστρέψει και να μείνει με ασφάλεια σε άλλο μέρος στη ΛΔΚ απάντησε αρνητικά, αφού, ως εξήγησε «αυτός (σ.σ. ο αρχηγός) είπε ότι θα [τους] εξαλείψει, ώστε η γη να είναι δική του» και δεν έχει κανένα στην Κινσάσα
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα ιθαγενείας και τόπο διαμονής της αιτήτριας
2. Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η οικογένεια της είχε διαμάχη με τον παραδοσιακό αρχηγό αναφορικά με περιουσία που ο παππούς της άφησε στον πατέρα της
Εκ των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ισχυρισμός, ο δε 2ος απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Για τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, οι δηλώσεις της αιτήτριας χαρακτηρίζονται από ασάφεια, γενικότητα και ανεπάρκεια πληροφοριών. Πιο συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας σχετικά με τον αρχηγό, την έκταση της διαφιλονικούμενης γης, την τοποθεσία αυτής και τους λόγους για τους οποίους ήθελε να την αποκτήσει ήταν ασαφείς και γενικές, χωρίς επάρκεια πληροφοριών. Ομοίως, οι δηλώσεις της σχετικά με τη δολοφονία των γονέων της κρίθηκαν γενικές, καθώς δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τα πρόσωπα που το έπραξαν και τον χρόνο που έγινε και ούτε να δώσει πληροφορίες για το πρόσωπο που τραυμάτισε την ίδια, πως ακριβώς έγινε, αλλά και το πρόσωπο που τη βοήθησε να διαφύγει. Τέλος, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της αιτήτρια σχετικά με την μη καταγγελία του συμβάντος στις Αρχές ήταν ασυνεπείς και ασαφείς, καθώς η αιτήτρια, αφενός δήλωσε ότι δεν κατήγγειλε το περιστατικό επειδή θα έπαιρναν το μέρος του αρχηγού, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν το έπραξε, καθώς προσπαθούσε να σώσει τη ζωή της.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, επιβεβαιώθηκε ο θεσμός του εθιμικού αρχηγού (customary chief) στη ΛΔΚ, ενώ ως προς την ιατρική γνωμάτευση ημ.25/11/22 του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, κρίθηκε ότι, παρότι επιβεβαιώνει τη δυσλειτουργία του αριστερού χεριού της αιτήτριας συνεπεία τραυματισμού, δεν αποδεικνύει τα αίτια του τραύματος της και δεν συνδέεται αιτιωδώς με το αφήγημα της.
Κατόπιν των ανωτέρω, στην αξιολόγηση του κινδύνου, συναξιολογώντας το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, ήτοι μια άγαμης γυναίκας που έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που μιλά Lingala, την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της και πληροφορίες από τις οποίες προέκυψε ότι η αιτήτρια θα είναι σε θέση να λάβει επαρκή ορθοπεδική και/ή νευρολογική ιατρική φροντίδα στη χώρα καταγωγής της, αν χρειαστεί, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ και δεν συνιστά επαναπροώθηση.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Στην προσφυγή καταγράφονται ορισμένα μόνο νομικά σημεία, ακροθιγώς και χωρίς αυτά να εξειδικεύονται επαρκώς. Στις αγορεύσεις η συνήγορος της, κατόπιν αναφορών στα λεγόμενα της αιτήτριας στη συνέντευξη, την οικεία νομοθεσία και νομολογία, αναφέρει ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα των ισχυρισμών της, η δε επίδικη απόφαση είναι προϊόν πλάνης και, επιπλέον, δεν αιτιολογείται επαρκώς, αφού – ως εισηγείται – τα όσα ανέφερε η αιτήτρια λανθασμένα κρίθηκαν αναξιόπιστα και εξ αυτών, δεδομένου και του προφίλ της, ήτοι του ότι πρόκειται για γυναίκα που στερείται υποστηρικτικού δικτύου, με αναπηρία (αριστερό χέρι), αποκαλύπτεται βάσιμος φόβος δίωξης της ή σοβαρής βλάβης, παραπέμποντας προς τούτο σε απόφαση του Δικαστηρίου (υπ. αρ.5893/21) και σχετικές πληροφορίες (ΠΧΚ), τις οποίες παραθέτει (απαντητική αγόρευση, σελ.2-3), οι οποίες και δεικνύουν κίνδυνο δίωξης για γυναίκες με το προφίλ της αιτήτριας και δεδομένης εδώ της ανεπάρκειας του συστήματος υγείας της ΛΔΚ.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών της αιτήτρια δικογραφείται δεόντως και ουδείς εξειδικεύεται επαρκώς στην προσφυγή και είναι γι’ αυτό ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης και, κατόπιν εκτεταμένων αναφορών στους ισχυρισμούς της κατά την επίδικη συνέντευξη, εισηγούνται ότι κατά την επίδικη διαδικασία αξιολογήθηκαν όλοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, η επίδικη δε απόφαση είναι νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, ως ορθά και απολύτως εύλογα είναι άπαντα τα ευρήματα τους, τόσο επί της αναξιοπιστίας των λεγομένων της όσο και της μη ύπαρξης εδώ αναγκών παροχής διεθνούς προστασίας, και ζητούν την απόρριψη της προσφυγής.
Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος της προσκόμισε πιστοποιητικό γέννησης ανήλικου τέκνου της αιτήτριας (αγνώστου πατρός), που γεννήθηκε στη Δημοκρατία στις 13/09/24, που κατατέθηκε με τη σύμφωνη γνώμη των καθ’ ων η αίτηση και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1. Αγορεύοντας προφορικά εισηγήθηκε, παραπέμποντας επ’ αυτού στην απόφαση στην προσφυγή με αρ.1386/24, ημ.30/06/26 και την μνημονευόμενη σ’ αυτή νομολογία, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, εφόσον, ως ανέφερε, δεν έχει γίνει στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ξεχωριστή ανάλυση του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας και αξιολόγηση μιας σειράς παραγόντων που αφορούν την πτυχή αυτή, δεδομένου του τραύματος που φέρει η αιτήτρια στο αριστερό χέρι. Οι δε καθ’ ων η αίτηση ενέμειναν στους ισχυρισμούς τους και ανέφεραν ότι στην απόφαση στην οποία παραπέμπει η συνήγορος της αιτήτριας το παιδί ήταν αιτητής στην αίτηση και την προσφυγή, όχι όμως εν προκειμένω.
Δεδομένου ότι όλοι οι προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί συμπλέκονται με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση, εξ υπαρχής, που τελείται σε κάθε περίπτωση [βλ. αρ.11 (3 ) (α) του Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25].
Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.
Σχετικά με την αξιολόγηση, στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση (του EASO), στη σελ.98, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, αρκεί να παραπέμψω στα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση (ερ.79-81), τα οποία και υιοθετώ ως έχουν, και να σημειώσω ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση εκεί αναφέρουν, η αιτήτρια εν προκειμένω ουδέν ήταν σε θέση να παραθέσει τόσο αναφορικά με τη διαφιλονικούμενη περιουσία, τα όσα σχετικώς διαμείφθηκαν (ως ισχυρίζεται) μεταξύ του παραδοσιακού αρχηγού και του πατέρα της, το τι ειπώθηκε, την έκταση και την ακριβή τοποθεσία της περιουσίας, το ποιοι, πως και πότε δολοφόνησαν τους γονείς της, πως γνώριζε ότι αυτό συνδέεται με τα όσα ανέφερε, ποια ήταν η εμπλοκή της ίδιας, πως έλαβε χώρα η επίθεση κατά της ιδίας και πως τελικά αυτή κατάφερε να διαφύγει αλλά και πως έγινε η διάσωση της από άγνωστο φίλο του πατέρα της. Σημειώνω περαιτέρω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να πει ούτε το όνομα του κατ’ ισχυρισμό σωτήρα της και δεν μπορούσε να παραθέσει με εύλογη ακρίβεια το πως εκτυλίχθηκε η επίθεση εναντίον της αλλά και πότε ακριβώς έγινε αυτή, όπως και η δολοφονία των γονέων της. Επί δε του τελευταίου θα πρέπει να τονισθεί ότι, δεδομένου ότι άλλωστε αυτό ήταν και η αιτία της φυγής της από τη ΛΔΚ, δεν μπορεί να μην είναι σε θέση να αναφέρει καν τη χρονολογία που έλαβε χώρα. Σημειώνω τέλος ότι τα όσα ανέφερε περί διάσωσης της από φίλο του πατέρα της, ο οποίος ήταν αυτός που τη βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ (ερ.40 – 2Χ), έρχονται και σε ευθεία αντίθεση με τα όσα καταγράφει στην επίδικη αίτηση, όπου ανέφερε ότι τη διάσωση και τη φυγή της από τη ΛΔΚ διευθέτησε ιερέας, ο οποίος την χρηματοδότησε (ερ.1).
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι σε κανένα σημείο δεν ήταν σε θέση η αιτήτρια να αναφέρει την παραμικρή βιωματική λεπτομέρεια σε σχέση με οιονδήποτε ισχυρισμό της, το σύνολο δε του αφηγήματος της παρουσιάζει εδώ καταφανή, ουσιώδη κενά, ελλείψεις σε λεπτομέρειες και αντιφάσεις.
Επί της εξωτερικής συνοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ως εν μέρει εντοπίζουν και οι καθ’ ων η αίτηση (βλ. ερ.80), ο θεσμός του παραδοσιακού αρχηγού αλλά και η εμπλοκή τους σε περιουσιακές διαμάχες, καθ’ υπέρβαση εξουσίας, καταγράφεται σε σχετικές πληροφορίες (ΠΧΚ), οι οποίες συνάδουν με τα όσα (ελλιπή) αναφέρει σχετικά η αιτήτρια.[1]
Όμως εν προκειμένω η καταφανής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της, ως και ανωτέρω εξηγείται, δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι, ως γενικές πληροφορίες (ΠΧΚ), επιβεβαιώνεται ότι συμβάντα ως αυτά που η αιτήτρια περιγράφει λαμβάνουν χώρα στη ΛΔΚ. Σημειώνω ότι αν το ότι συνάδει μια πληροφορία που δίδει ένας αιτητής με ΠΧΚ θεωρείτο αρκετό από μόνο του ώστε να ανατραπεί ένα εύρημα περί παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών οι οποίοι στερούνται κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου και αναμενόμενων λεπτομερειών και θα απέληγε τελικώς, θεωρώ, σε «αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης» (βλ. απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO, πιο πάνω). Ως εξάλλου στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.» Επίσης, στη σελ.131 τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.»
Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου, στην απουσία λοιπόν εδώ περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα πολλά και καίρια σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται μοιραία και η αξιοπιστία των λεγομένων της αιτήτριας παραμένουν και συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ουδείς εκ των ισχυρισμών της μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Προτού προχωρήσω θα πρέπει να σημειωθεί ότι εντοπίζω το εξής οξύμωρο στα πλαίσια της επίδικης έκθεσης. Παρότι στα πλαίσια του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας φαίνεται να γίνεται αποδεκτό από τους καθ’ ων η αίτηση ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει (ερ.81-83), ακολούθως, στα πλαίσια εξέτασης του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει (δολοφονήθηκαν από τον παραδοσιακό αρχηγό), απορρίπτεται ως αναξιόπιστος (ερ.79-81) και τέλος, κατά την αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας στη ΛΔΚ, δεν γίνεται αναφορά κατά τον σχηματισμό του προφίλ της (ερ.79 – “The following is determined”) και δεν ξεκαθαρίζεται τελικά ποιο είναι το εύρημα των καθ’ ων η αίτηση επί τούτου, ήτοι κατά πόσο έχει γίνει ή όχι δεκτή η ύπαρξη οικογενειακού δικτύου στον τόπο διαμονής της.
Παρεμβάλλω προτού προχωρήσω ότι επί της φύσης και έκτασης του ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο έχουν (πολύ προσφάτως), με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος, αναφερθεί τα εξής στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.22/2026, I. D. v Δημοκρατίας, ημ.30/06/26:
«Κρίση επί της ουσίας […] ως εκ της φύσης της δεν περιορίζεται από την αρχή της µη χειροτέρευσης της θέσεως του προσφεύγοντος, αφού αυτή η αρχή, ως γενική αρχή διοικητικού δικονομικού δικαίου, ισχύει στο βαθμό και µόνο που νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά (βλ. απόφαση ηµεροµηνίας 13.2.2004 στην Προσφυγή Αρ. 11/2003 Ανδρέας Δημοσθένους ν. Δημοκρατίας). Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς προβλέπεται στο Άρθρο 11 (3) (α),(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(I)/2018, σύμφωνα µε το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη ενώπιον του απόφαση και «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.]» και «επικυρώνει εν όλω ή εν µέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν µέρει αυτήν:[.]» (οι υπογραµµίσεις δικές µας). Η δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας, εξυπακούει ότι δυνητικά η δικαστική απόφαση µπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη µοίρα. Είναι, δηλαδή, διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.).»
Δεδομένης λοιπόν και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ως εκ της ως άνω νομολογίας περιγράφεται, εκ της οποίας και εξυπακούεται ότι «δυνητικά η δικαστική απόφαση µπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη µοίρα», ένεκα της «διαπλαστικής [της] φύσεως», χρήζει εν προκειμένω να ξεκαθαριστεί κατά πόσο γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι οι γονείς της απεβίωσαν (είτε δια δολοφονίας ή άλλως πως), το οποίο το Δικαστήριο έχει την εξουσία να πράξει, ενόψει του ότι το ζήτημα άπτεται όχι μόνο του 2ο ουσιώδους ισχυρισμού της, αλλά και του προφίλ και περιστάσεων που την αφορούν, στα πλαίσια αξιολόγησης του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της, πολύ δε περισσότερο εφόσον εδώ – πλέον (βλ. Τεκμήριο 1) – η αιτήτρια έχει ανήλικο τέκνο.
Διερχόμενος των λεγομένων της αιτήτριας καταλήγω ότι, δεδομένου του ότι τα όσα έχει αναφέρει σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό δολοφονία των γονέων της από τον παραδοσιακό αρχηγό του χωριού τους (όπως και ο συνδεόμενος μ’ αυτό ισχυρισμός περί δίωξης της) έχουν απορριφθεί, για τους λόγους που πιο πάνω λεπτομερώς εξηγώ, δεν μπορώ εδώ να αποδεχθώ ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει και – κατ’ επέκταση – δεν θεωρώ ότι αυτή στερείται οικογενειακού δικτύου στον τόπο διαμονής της.
Σημειώνω εδώ ότι, σε σχέση με τον τραυματισμό της αιτήτριας στο αριστερό χέρι, επί του οποίου, ως και ανωτέρω αναφέρω, παρότι γίνεται δεκτό ότι, ως αναφέρεται και στα ερ.20-29, υπάρχει «βλάβη του αριστερού κερκιδικού νεύρου […] με αξονική εκφύλιση αυτού και προσβολή κυρίως της κινητικής μοίρας αυτού» (ερ.28), η οποία δεν συνδέεται αιτιωδώς με τα όσα ανέφερε περί διώξεως της και ουδέν περαιτέρω προσκομίσθηκε προς αυτή την κατεύθυνση, για την οποία και συνίσταται αυτή να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αλλά – εντούτοις – η αιτήτρια παραμένει ικανή προς εργασία «χωρίς τη χρήση του ΑΡ (σ.σ. αριστερού) άνω άκρου» (ερ.26). Σημειώνεται περαιτέρω ότι άπαντα τα ευρισκόμενα στον ΔΦ πιστοποιητικά (ερ.20-29) αφορούν το έτος 2022 και ουδέν έχει αναφερθεί ή και προσκομιστεί στα πλαίσια της παρούσης που να διαφωτίζει κατά πόσο έχει χειρουργηθεί η αιτήτρια, ως ήταν τότε η εισήγηση του ιατρού που την εξέτασε (ερ.26), ή να εξηγεί την κατάσταση αυτής σήμερα. Δεδομένου τούτου δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια εξακολουθεί να αδυνατεί να ασκήσει εργασία που απαιτεί τη χρήση του αριστερού της χεριού.
Στη βάση των ως άνω το προφίλ της αιτήτριας σχηματίζεται ως εξής. Η αιτήτρια είναι περί των 33 ετών σήμερα, γενικώς υγιής, με ικανοποιητική μόρφωση (ολοκλήρωσε το λύκειο) και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, έχει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στον τόπο διαμονής της (γονείς), έχει υπό τη φροντίδα της το ανήλικο τέκνο (το οποίο και γεννήθηκε στις 13/09/24, στη Δημοκρατία), έχει ζήσει όλη της τη ζωή στην πόλη Songololo και δεν μπορεί να εργαστεί σε εργασία που απαιτεί τη χρήση του αριστερού της χεριού.
Προτού προχωρήσω παρεμβάλλω την κατάσταση ασφαλείας στο Songololo, που είναι ο τόπος διαμονής της αιτήτριας.
Το Songololo είναι πόλη στην επαρχία Bas-Congo (ή Kongo Central) με πληθυσμό περί τις 230.000, της δε Bas-Congo ανέρχεται περί τα 4,6 εκατομμύρια κατοίκων.[2]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, με ενημέρωση στις 16/07/26, στην επαρχία Bas-Congo της ΛΔΚ, σημειώθηκαν 6 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“political violence”: περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), εκ των οποίων προέκυψαν 9 θάνατοι, ουδέν εκ των οποίων (περιστατικών/θανάτων) στην πόλη Songololo.[3]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν θεωρώ ότι καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [βλ. αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] της αιτήτριας εκ μόνης της παρουσίας της εκεί, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[4] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η αιτήτρια έχει ανήλικο τέκνο, γεννηθέν στη Δημοκρατία, επί του όποιου δεν έγινε βεβαίως αξιολόγηση από τους καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, εφόσον αυτό γεννήθηκε στις 13/09/24, ενόσω εκκρεμούσε η παρούσα.
Προτού προχωρήσω κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εδώ το κάτωθι απόσπασμα από την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25, το οποίο και διαφωτίζει ως προς τη φύση και έκταση ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο:
«[Το] πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας (δηλαδή σε διττό έλεγχο) κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 11(3)(α) του Νόμου 73(Ι) του 2018.
Με βάση τις πρόνοιες του άνωθεν Άρθρου 11, ο έλεγχος που ασκεί το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίζεται στη διακρίβωση της νομιμότητας της πρωτόδικης κρίσης αλλά επεκτείνεται και στην εξέταση της ορθότητας της υπόθεσης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 26/2020 Δημοκρατία ν. Singh, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 10.9.2024), επί κάθε διοικητικής απόφασης η οποία τίθεται ενώπιόν του με Προσφυγή (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 21.9.2021).
Συνεπώς, επί κάθε διοικητικής πράξης η οποία παραδεκτώς προσβάλλεται ενώπιόν του, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην ακύρωσή της (εφόσον, βέβαια, την κρίνει παράνομη) αλλά έχει τη δυνατότητα και να τη διαπλάσει (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 43/2021 Mondeke ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 20.1.2022).
Αυτή τη διαπλαστική ικανότητα, η οποία συνιστά τον έλεγχο ορθότητας (ή, άλλως πως, ουσίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο την ασκεί δεσμίως, ως δεικνύει η προστακτική έγκλιση την οποία χρησιμοποιεί το Άρθρο 11(3)(α) του Νόμου 73(Ι) του 2018 («προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας..»), αφού η χρήση της προστακτικής εκφράζει υποχρέωση (Πολιτική Έφεση Αρ. 201/2012 CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD ν. Πετρίδου, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.2.2018).
[…]
Στο πλαίσιο αυτό του διττού ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει στη δική του κρίση (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 135/2023 Siwakoti ν. Δημοκρατίας, απόφαση Εφετείου ημερ. 20.3.2025), λαμβάνοντας υπόψη επικαιροποιημένα στοιχεία (Υπόθεση C-563/22 S.N & L.N., απόφαση ΔΕΕ ημερ. 13.6.2024, σκέψη 76), περιλαμβανομένων στοιχείων που είναι μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, όπως νέες θέσεις του αιτητή διεθνούς προστασίας ή πληροφορίες για την κατάσταση στη χώρα καταγωγής που είναι επίκαιρες σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης (Υπόθεση C-585/16 Alheto, απόφαση ΔΕΕ ημερ. 25.7.2018, σκέψεις 112-113· Υπόθεση C-507/19 XT, απόφαση ΔΕΕ ημερ. 13.1.2021, σκέψη 40).
[…]
Συνοψίζοντας στο πλαίσιο του διττού ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας τον οποίο διενεργεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει -στο πλαίσιο της ευρείας του ευχέρειας- τις εξής επιλογές:
Kαταρχάς, να εκδώσει το ίδιο απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας. Αν προς τούτο το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει αναγκαία την περαιτέρω ακρόαση του αιτητή διότι δεν μπορεί να διενεργήσει την εξέταση στηριζόμενο αποκλειστικά και μόνο στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, τέτοια ακρόαση δύναται να διενεργηθεί μεσούσης της δίκης (τηρώντας πλήρως τις συναφείς διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες προβλέπει η Οδηγία 2013/32/ΕΕ) είτε από το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από την Υπηρεσία Ασύλου κατ' εντολήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Κατ' εξαίρεση, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει ότι η Υπηρεσία Ασύλου παρέβη το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή και ότι το ίδιο, αν κριθεί ότι απαιτείται, αδυνατεί να παράσχει στον αιτητή αυτό το δικαίωμα με πλήρη τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ακυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και αναπέμπει στην τελευταία την υπόθεση προς επανεξέταση.»
Κατ’ εφαρμογή των ως άνω νομολογηθέντων θεωρώ ότι εν προκειμένω δόθηκε δεόντως στην αιτήτρια η ευκαιρία να αναφέρει ότι αυτή επιθυμεί και μάλιστα επιτράπηκε η εξ αυτής προσκόμιση του Τεκμηρίου 1, εκ του οποίου αποδεικνύεται η ύπαρξη του ανήλικο τέκνου της, το οποίο – στη βάση και της ως άνω δεσμευτικής νομολογίας – θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και να συναξιολογηθεί στα πλαίσια της παρούσης.
Σημειώνω εδώ, σε σχέση και με την αναφορά της συνηγόρου της αιτήτριας στην απόφαση στην υπ. αρ.1386/24, όπου η επίδικη απόφαση ακυρώθηκε και η υπόθεση αναπέμφθηκε στους καθ’ ων η αίτηση προς εξέταση σειράς παραμέτρων που αφορούν το ανήλικο τέκνο της εκεί αιτήτριας (το οποίο, ως ορθώς ανέφεραν οι καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της παρούσης, ήταν αιτητής στην εκεί επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς εκεί είχε γεννηθεί πριν από την έκδοση της επίδικης εκεί απόφασης) γιατί, ως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η τυχόν μη αναπομπή της υπόθεσης ώστε να γίνει «ανάλυση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου και κυρίως εξατομικευμένη αξιολόγηση του ενδεχόμενου δίωξης ή σοβαρού κινδύνου που αυτό διατρέχει θα ερχόταν σε αντίθεση με τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας, καθώς η διοίκηση δεν έχει ακόμα διατυπώσει την αξιολογική της κρίση επί της αιτήσεως του ανηλίκου», ότι δεν θεωρώ πως στα πλαίσια της παρούσης υφίσταται τέτοια ανάγκη, δεδομένου του ότι το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει, ως ανωτέρω αναφέρω, δεόντως εδώ ευκαιρία στην αιτήτρια να αναφέρει ότι επιθυμεί περί του ανήλικου τέκνου της (το οποίο εδώ δεν ήταν αιτητής στην επίδικη αίτηση ούτε στην παρούσα προσφυγή) και δεδομένης εδώ της εξουσίας του Δικαστηρίου να «προβαίνει στη δική του κρίση […] λαμβάνοντας υπόψη επικαιροποιημένα στοιχεία […] περιλαμβανομένων στοιχείων που είναι μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης» (B. A., ανωτέρω), αλλά και λαμβανομένου υπόψη του ότι ουδέν ελέχθη από την αιτήτρια που να δεικνύει ότι παρόν Δικαστήριο αδυνατεί να εξετάσει πρωτογενώς και εκφέρει τελική κρίση επί της ουσίας των ενώπιον του στοιχείων και δεδομένων. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί ότι η υποχρέωση παροχής ακρόασης στην αιτήτρια «μεσούσης της δίκης» δεν εκτείνεται - θεωρώ - και στην υποχρέωση να αναζητήσει ενεργά άλλα στοιχεία, τα οποία πιθανόν να υφίστανται, πέραν των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του ή ευλόγως ήθελε θεωρήσει απαραίτητα ως προς τη διαμόρφωση της κρίσης του, ιδίως τη στιγμή που ένας αιτητής, ως εν προκειμένω, εκπροσωπείται δεόντως από συνήγορο της επιλογής του.
Επί του κατά πόσο το Δικαστήριο υποχρεούται να αναζητήσει ενεργά στοιχεία τα οποία δεν έχουν τεθεί ενώπιον του, στην απόφαση μου στην υπ.1687/23, K. I. ν Δημοκρατίας, ημ.24/06/26, με αναφορά και στη σχετική νομολογία, ανέφερα τα εξής, τα οποία υιοθετώ, τηρουμένων των αναλογιών, και εν προκειμένω:
«Σε συνέχεια των ως άνω αξίζει να σημειωθεί ότι δεν θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αναζητήσει ενεργά στοιχεία, πέραν των όσων ο αιτητής προσκομίζει. Θα πρέπει εδώ να υπομνησθεί ότι στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-133/15, Chavez-Vilhez a.o., ημ.10/05/17, στην οποία γίνεται αναφορά και στη C-112/20, M. A. (ανωτέρω), όπου εξετάστηκε το κατά πόσο ένα κράτος μέλος έχει υποχρέωση να παρέχει άδεια διαμονής σε γονέα παιδιού (όπου το παιδί ήταν πολίτης του κράτους αυτού, ως και ο έτερος γονέας του), κατέληξε στα εξής, που θεωρώ ότι έχουν εδώ σημασία, τηρουμένων των αναλογιών, δεδομένου ότι επίδικο στην παρούσα δεν είναι η χορήγηση άδειας διαμονής αλλά τυχόν ακύρωση της απόφασης επιστροφής του αιτητή (για παρεμφερείς ωστόσο λόγους):
«Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να εξαρτά το δικαίωμα διαμονής, στο έδαφός του, υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ο οποίος έχει την καθημερινή πραγματική φροντίδα ανήλικου τέκνου έχοντος την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους, από την υποχρέωση του εν λόγω υπηκόου να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τυχόν απόφαση περί μη αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, υποχρεώνοντάς το να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης θεωρούμενο ως εν όλον. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν, όμως, να προβαίνουν, βάσει των στοιχείων που προσκομίζονται από υπήκοο τρίτης χώρας, στην αναγκαία έρευνα ώστε να μπορέσουν να κρίνουν, υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως, αν τυχόν απορριπτική απόφαση θα είχε τις συνέπειες αυτές.».
Στη δε απόφαση του ΔΕΕ στη C-156/23, Ararat, ημ.17/10/24, που αφορούσε απόφαση επιστροφής σε σχέση με τον ανήλικο εκεί αιτητή και της στα πλαίσια τούτης εξέτασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λέχθηκαν τα εξής, στη σκέψη 52, που δεικνύουν ομοίως ότι η εξέταση γίνεται στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων:
«[Το] άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, καθώς και με το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ελέγχου νομιμότητας πράξης με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή απορρίπτει αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής επί τη βάσει του εθνικού δικαίου και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θέτει τέρμα στην αναστολή εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής που είχε εκδοθεί προηγουμένως στο πλαίσιο διαδικασίας διεθνούς προστασίας, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που έχουν τεθεί υπόψη του, όπως συμπληρώθηκαν ή αποσαφηνίστηκαν κατόπιν κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας, ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης λόγω της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής.»
Παρεμφερώς με τα ως άνω, στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-484/22, GS, ημ.15/02/23, η οποία και πάλι αφορούσε το ίδιο το ανήλικο, λέχθηκε, σκέψη 25, ότι «το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 αντιτίθεται στην έκδοση από κράτος µέλος αποφάσεως επιστροφής χωρίς να ληφθούν υπόψη τα κρίσιμα στοιχεία της οικογενειακής ζωής του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας τα οποία αυτός επικαλέστηκε, προκειμένου να αντιταχθεί στην έκδοση της ως άνω αποφάσεως […].»»
Ενόψει των ως άνω προχωρώ σε εξέταση της πτυχής που αφορά το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας, τόσο σε σχέση με το ίδιο όσο και με το κατά πόσο η ύπαρξη του διαφοροποιεί το προφίλ της αιτήτριας, ως ανωτέρω έχει διαμορφωθεί, στη βάση των στοιχείων του ΔΦ.
Με δεδομένη την ύπαρξη κατ’ αρχήν υποστηρικτικού δικτύου (γονείς της αιτήτριας) και συνυπολογιζομένων και των λοιπών στοιχείων του προφίλ της, καταλήγω ότι κατά την επιστροφή της η αιτήτρια αναμένεται ευλόγως να λάβει - έστω προσωρινά - στήριξη και στέγαση, κατ’ ελάχιστο μέχρις ότου να είναι σε θέση να βιοποριστεί και να συντηρεί τον εαυτό της (και το ανήλικο τέκνο της), δεδομένου και του ότι – παρά την κατάσταση του αριστερού της χεριού – η αιτήτρια δεν είναι ανίκανη προς εργασία, τα οποία και δεικνύουν ότι, παρά τις οποίες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει, δεν αναμένεται να στερηθεί των αναγκαίων χρειωδών και δεν αναμένεται να παραμείνει χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης αυτής στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και σε σχετική αυθεντία του ΕΔΑΔ περιγράφονται[5]. Ενόψει δε της υπάρξεως υποστηρικτικού δικτύου, δεν θεωρώ ότι η αιτήτρια εμπίπτει στην κατηγορία γυναικών που στερούνται υποστηρικτικού δικτύου ή έχουν άλλα στοιχεία ευαλωτότητας (και καθίστανται εκ τούτων ευάλωτες σε δίωξη ή και σοβαρή βλάβη) και συνεπώς δεν προκύπτει εδώ ανάγκη προστασίας (προσφυγικού ή και συμπληρωματικής προστασίας) στην αιτήτρια. Ας υπομνησθεί εδώ ότι, σύμφωνα και με την επίδικη έκθεση (ερ.78), σε κάθε περίπτωση που η αιτήτρια ήθελε χρειαστεί φροντίδα ή και ιατρική περίθαλψη σε σχέση με το πρόβλημα στο αριστερό της χέρι, φαίνεται ότι αυτή είναι διαθέσιμη στη ΛΔΚ, τόσο ορθοπεδική όσο και νευρολογική.
Σημειώνω ότι η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου σε περιπτώσεις όπου ουδείς των γονέων διατηρεί δικαίωμα ή και προσδοκία παραμονής στη Δημοκρατία (σημειώνω ότι ο πατέρας του ανηλίκου είναι άγνωστος εδώ), δεν αφορά θεωρώ την (in abstracto) συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου αναμένεται να απομακρυνθεί το ανήλικο και της Δημοκρατίας, σύγκριση εκ της οποίας, πιθανόν – στις πλείστες των περιπτώσεων - θα προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και - ενίοτε - κατά πολύ, ουσιωδώς καλύτερες και ούτε βεβαίως αφορά εξέταση επί πάσης πτυχής του επιπέδου διαβίωσης (άλλωστε ουδέν συγκεκριμένο έχει αναφερθεί επ’ ουδεμίας πτυχής των ως άνω στα πλαίσια της παρούσης), αλλά μόνο σε συνάρτηση και προς διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις μιας των εκ της οικείας νομοθεσίας παρεχόμενών πτυχών προστασίας, ήτοι προσφυγικού, συμπληρωματικής προστασίας και προστασίας από επαναπροώθηση, λαμβανομένης πάντοτε υπόψη της ανηλικότητας του τέκνου, οι οποίες δεν υφίσταται εδώ, ως εξηγώ πιο πάνω.
Δεδομένων των ως άνω και ενόψει πάντοτε των ενώπιον μου στοιχείων είναι κατάληξη μου ότι η απομάκρυνση της αιτήτριας (μαζί με το τέκνο αυτής) δεν εκθέτει την αιτήτρια (ή το ανήλικο τέκνο της) σε εύλογη πιθανότητα δίωξης ή και σοβαρής βλάβης και δεν θίγει τα βέλτιστα συμφέροντας του τέκνου αυτού.[6] Στην απουσία εδώ κάποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού που να αφορά το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας ή το βέλτιστο συμφέρον αυτού και το πως αυτό βλάπτεται ενδεχομένως εκ της απομάκρυνσης του, μαζί με την μητέρα του, ουδέν άλλο χρήζει εξέτασης σχετικώς, ενόψει και των ως άνω διαπιστώσεων μου.
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης [της αιτήτριας] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή της αιτήτριας, μαζί με το ανήλικο τέκνο της, συνιστά επαναπροώθηση, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ ή και βλάπτει τα βέλτιστα συμφέροντα του τέκνου της, ως πιο πάνω εξηγείται.
Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada - Democratic Republic of Congo: Customary chiefs, including their authority, regions where they are present and their legal recognition; how to become a customary chief, including the need for human sacrifice; consequences of refusing to become a customary chief; state protection, https://www.ecoi.net/en/document/1215659.html
[2] City Facts, Songololo, Bas-Congo, République démocratique du Congo, https://fr.city-facts.com/songololo/population (πρόσβαση 27/07/26).
[3]Προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, https://acleddata.com/explorer/, βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types: Political Violence, Defalt Date Range: Past Year (Last update 16/07/2026), COUNTRY: Democratic Republic of Congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/07/2026).
[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[5] M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), ημ.21/01/11, παρ.263
[6] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C‑484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο