O.M.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2958/24, 30/7/2026
print
Τίτλος:
O.M.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2958/24, 30/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 2958/24

 

30 Ιουλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

O.M.O.

Αιτητή

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

 ..................................................

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ανδρέας Δημητρίου, Δικηγόρος για τον αιτητή

Άρτεμις Πάλλη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

[Παρούσα η κα Μαρίνα Κατσατριάν για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και  αντίστροφα.]

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 26/6/24, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 17/6/2024, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.  Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).  Στις 25/6/2024 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 26/6/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή. Την ίδια μέρα, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης.  Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. 

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Ο συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, δήλωσε πως υιοθετεί το περιεχόμενο της Γραπτής Αγόρευσης, μέσω της οποίας εισηγείται στα πλαίσια του πρώτου λόγους ακυρώσεως πως το αρμόδιο όργανο δεν διεξήγαγε την δέουσα έρευνα, ούτε διεξήγαγε αξιολόγηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.  Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως εισηγείται πως η απόφαση είναι αποτέλεσμα πλάνης και/ή κατάχρησης εξουσίας και αντίθεση με τη σχετική νομοθεσία.  Ο συνήγορος του αιτητή μετά από συνεννόηση με τη συνήγορο των καθ’ων η αίτηση και αφού ικανοποιήθηκε ότι το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση είναι το κατά το νόμο αρμόδιο όργανο, απέσυρε τον τρίτο λόγο ακυρώσεως περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.  Ο νομικός ισχυρισμός κατά την ίδια δικάσιμο που αποσύρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του αιτητή απορρίφθηκε και από το Δικαστήριο, εφόσον δεν προέκυψε οποιοδήποτε ζήτημα επί τούτου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό που προωθεί ο αιτητής περί του ότι εσφαλμένα και λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημά του για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας. 

  

Στην αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να σπουδάσει.  Ισχυρίστηκε πως τον τελευταίο χρόνο έλαβε κλήσεις από άγνωστα πρόσωπα προκειμένου να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.  Όπως δήλωσε, η μητέρα του, του ζήτησε όπως αποφύγει την επιστροφή του και ο πατέρας του σκοτώθηκε από άτομα της Biafra.  Πρόσθετα, δήλωσε πως ο θείος του είναι ο βασιλιάς του χωριού και ότι οι άνθρωποι της Biafra είναι εναντίον του.  Τέλος, κατέγραψε πως δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του για την ασφάλειά του.

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας και γεννήθηκε στην πόλη Nempe, Oru West, στην περιφέρεια Imo. Μεγάλωσε και έζησε στην πόλη Nempe, Oru West, στην περιφέρεια Imo μέχρι την ηλικία των 5 ετών. Ακολούθως μετέβηκε στην πόλη Ejigbo, Lagos State. Στην ηλικία των 15 ετών είχε μεταβεί στην πόλη Ibeju Lekki, στην περιφέρεια Lagos, η οποία ήταν και η διαμονή του μέχρι και την αναχώρηση του από την χώρα του.  Ο αιτητής ανέφερε ότι γνωρίζει την τοπική γλώσσα και την Αγγλική γλώσσα και είναι χριστιανός στο θρήσκευμα  Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο ανέφερε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατά το έτος 2019  Ως προς την απασχόλησή του ανέφερε ότι στην χώρα καταγωγής του εργαζόταν σε εταιρεία όπως επίσης εργαζόταν και στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.  Σε σχέση με την οικογένειά του ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το Δεκέμβριο του 2023 και ανέφερε πως στην πολιτεία Lagos βρίσκεται η μητέρα του, η αδελφή του, ο αδελφός του και οι υπόλοιποι συγγενείς του.  Ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του και εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές με φοιτητική άδεια όπου σπούδαζε και εργαζόταν.

 

Ο αιτητής ανέφερε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να σπουδάσει στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.  Όπως δήλωσε, τον Δεκέμβριο του 2023, λάμβανε άγνωστα τηλεφωνήματα όπου τον ρωτούσαν το όνομα του και που βρίσκεται. Δήλωσε ότι η μητέρα του, του είπε να μην επιστρέψει στην χώρα του γιατί κάποιοι τον ψάχνουν.  Ανέφερε πως άτομα της Biafra σκότωσαν τον πατέρα του, το θείο του και δύο από τα ξαδέλφια του.  Ο αιτητής τηλεφώνησε στην αδελφή του και δήλωσε πως αυτό συνέβη για πολιτικά θέματα.  Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε πως ο θείος του είναι ο βασιλιάς του χωριού.  Έτσι, ο αιτητής διέκοψε τις σπουδές του στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και αποφάσισε να εισέλθει στις ελεγχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας για να ζητήσει διεθνή προστασία.  Επιβεβαίωσε πως σε περίπτωση επιστροφής του οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την επιστροφή του.  Ο αιτητής ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του δεν γνωρίζει εάν θα αντιμετωπίσει θέματα με μέλη της Biafra αλλά δήλωσε πως όσο βρισκόταν στη χώρα του δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα μαζί τους. 

 

Στη βάση των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην Έκθεση-Εισήγησή του, σχημάτισε τους πιο κάτω ουσιώδης ισχυρισμούς: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή, (2) Για ακαδημαϊκούς σκοπούς και (3) Ο αιτητής λάμβανε τηλεφωνήματα και μηνύματα από αγνώστους.

 

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του, καθώς έκρινε ότι οι δηλώσεις του ήταν συγκεκριμένες και συνεπείς και επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, σε σχέση με τους ακαδημαϊκούς λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχτηκε τον εν λόγω ισχυρισμό εφόσον έκρινε ότι ο αιτητής μετέβη στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και ξεκίνησε να φοιτά στο Πανεπιστήμιο στον κλάδο της αρχιτεκτονικής.  Προσκόμισε την φοιτητική του ταυτότητα καθώς επίσης και την εγγραφή του στο Πανεπιστήμιο.  Αξιολογώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα κρίθηκε αξιόπιστος στις δηλώσεις του ο αιτητής και ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχτηκε στο σύνολό του τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό σε σχέση με το ότι ο αιτητής λάμβανε τηλεφωνικές κλήσεις και μηνύματα από αγνώστους δεν έγινε αποδεκτός, εφόσον δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του.  Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε από το αφήγημα του αιτητή πως δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος του.

 

Όπως προκύπτει κρίθηκε ότι ο αιτητής προέβηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές κατά το αφήγημά του σε σχέση με την αιτία, η οποία τον οδήγησε να υποβάλει αίτημα διεθνούς προστασίας.  Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει το χρόνο κατά τον οποίο δεχόταν τα άγνωστα τηλεφωνήματα δήλωσε τον περασμένο Δεκέμβριο, χωρίς όμως να γίνει συγκεκριμένος.  Επιπρόσθετα, όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πώς τα άγνωστα αυτά πρόσωπα γνωρίζουν τον τηλεφωνικό αριθμό του και δεχόταν κλήσεις από αυτά, δήλωσε πως δεν γνωρίζει πως κατέχουν τον αριθμό του.  Ακολούθως του τέθηκε διευκρινιστική ερώτηση γιατί δεν άλλαξε αριθμό τηλεφώνου και πάλι ο αιτητής δεν έδωσε σαφή απάντηση αναφέροντας ότι έχει δύο Νιγηριανούς αριθμούς.

 

Σε ερώτηση που του τέθηκε για το πως γνώριζε ότι μέλη της Biafra τον πήραν τηλέφωνο απάντησε ότι δεν γνωρίζει και πως την πληροφορία αυτή την έλαβε από τον αδελφό του.  Διευκρίνισε πως στα τηλεφωνήματα τον ρωτούσαν που βρίσκεται και από τα μηνύματα ρωτούσαν πως είναι. Ακολούθως σε δεύτερη διευκρινιστική ερώτηση που τέθηκε στον αιτητή να επιβεβαιώσει ότι άγνωστοι του έλεγαν τι κάνει και πού βρίσκεται, ο αιτητής δεν ανέφερε οτιδήποτε πρόσθετο.  Από τα λεγάμενα του αιτητή δεν διαφαίνεται να αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με το πρόβλημα που ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει.  Παρουσιάζεται έλλειψη επαρκών πληροφοριών στα λεγάμενα του αιτητή, αφού όταν ρωτήθηκε για πιο λόγο επιθυμούν οι Biafra τη συγκεκριμένη επαφή μαζί του ο αιτητής ανέφερε πως δεν γνωρίζει.  Επίσης, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ανέφερε ότι στην χώρα του δεν έχει αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Επιπλέον, ο αιτητής διευκρίνισε πως από τον Δεκέμβριο του 2023 δεν τον ενόχλησε οποιοσδήποτε τηλεφωνικά.  Σε ερώτηση που έχει τεθεί στον αιτητή για να εξηγήσει γιατί ζήτησε διεθνή προστασία ανέφερε ότι επιθυμεί  να διαμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία και να βρει εργασία για να φροντίσει τον εαυτό του. Δεν εξέφρασε σε κανένα σημείο της συνέντευξης του οποιοδήποτε φόβο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στα πλαίσια της αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού ανέφερε πως τα όσα δήλωσε ο αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.   Αξιολογώντας λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον τους, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς και συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, την δυνατότητα οικονομικής του επιβίωσης σε περίπτωση επιστροφής του και την γενικότερα επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα του και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή που συνιστά την περιοχή καταγωγής του αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. 

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000.  Ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή, αφού μελέτησε την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Διαπιστώνω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθόσον έγινε αποδεκτός ο τόπος καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή, οι σχετικές δε δηλώσεις του κρίθηκαν ακριβείς και συμβατές με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός επίσης έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, εφόσον κρίθηκε αξιόπιστος στις δηλώσεις του ο αιτητής όταν δήλωσε πως βρίσκεται στην Δημοκρατία για να σπουδάσει, να εργαστεί και να αντιμετωπίσει τις οικονομικές του δυσκολίες.  Σε σχέση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς δεν θα ασχοληθώ εκτενέστερα, εφόσον μάλιστα έγιναν αποδεκτοί και δεν αμφισβητούνται.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ότι δεχόταν τηλεφωνικές κλήσεις και μηνύματα από αγνώστους, θα πρέπει να αναφερθεί πως από το αφήγημά του δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς ο προβαλλόμενος ισχυρισμός.  Διαφαίνεται ότι οι απαντήσεις του ήταν γενικές, αόριστες και ανεπαρκείς ως προς ζητήματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του.  Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δεν προσδιόρισε με σαφήνεια το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεχόταν τις επίμαχες κλήσεις, αναφέροντας μόνο ότι αυτές έλαβαν χώρα τον περασμένο Δεκέμβριο. Επιπλέον, δήλωσε ότι αγνοούσε πώς οι άγνωστοι απέκτησαν τον τηλεφωνικό αριθμό του, ενώ δεν έδωσε σαφή εξήγηση όταν ερωτήθηκε γιατί δεν προχώρησε σε αλλαγή του αριθμού του, αναφέροντας μόνο ότι διέθετε δύο νιγηριανούς αριθμούς.

 

Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε πώς γνώριζε ότι τα πρόσωπα που τον καλούσαν ήταν μέλη της Biafra, απάντησε ότι την πληροφορία αυτή την είχε λάβει από τον αδελφό του και όχι από προσωπική γνώση. Ανέφερε επίσης ότι στις τηλεφωνικές κλήσεις τον ρωτούσαν που βρισκόταν και μέσω μηνυμάτων, πώς ήταν, χωρίς να προσθέσει οποιοδήποτε περαιτέρω στοιχείο όταν του ζητήθηκαν διευκρινίσεις.  Επιπρόσθετα, διαφαίνεται πως ο αιτητής δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε συγκεκριμένο πρόβλημα ή ότι μπορούσε να εξηγήσει γιατί τα πρόσωπα αυτά επιδίωκαν επικοινωνία μαζί του, αφού δήλωσε αόριστα ότι δεν γνώριζε.  Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη ότι δήλωσε πως δεν είχε αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα στη χώρα καταγωγής του και ότι από τον Δεκέμβριο του 2023, δεν είχε δεχθεί οποιαδήποτε περαιτέρω τηλεφωνική ενόχληση. Επίσης, όταν ρωτήθηκε για τον λόγο υποβολής του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ανέφερε ότι επιθυμούσε να παραμείνω στην Κυπριακή Δημοκρατία και να εργαστεί ώστε να συντηρήσει τον εαυτό μου, χωρίς να εκφράσει φόβο επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.  Τέλος, διαφαίνεται ότι οι δηλώσεις του αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός του και ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Με βάση τη συνολική αξιολόγηση των στοιχείων, που τέθηκαν ενώπιον μου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία τα οποία πιθανόν να του δημιουργούσαν πρόβλημα σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς.  Ο κατ' ουσίαν έλεγχος που διενεργεί το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναζήτηση στοιχείων.  Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου εξετάζω όλα τα ζητήματα με τον τρόπο που αυτά τίθενται από το συνήγορο του αιτητή χωρίς να υπερβαίνω βεβαίως τα όρια της διοικητικής διαδικασίας.

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν έχει επικαλεσθεί  στη συνέντευξή του κανέναν απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις υπαγωγής ατόμου σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Είναι δεδομένο βέβαια πως οι ισχυρισμοί του, δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Σε σχέση με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, τους ακαδημαϊκούς λόγους, σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου)«62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους

 

Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα διαχωρισμό μεταξύ μεταναστών και προσφύγων.  Κάποιες φορές ο διαχωρισμός αυτός μπορεί να είναι ασαφής όπως διαπιστώνεται στην παράγραφο 63 του ίδιου εγχειριδίου. Η παρούσα περίπτωση όμως δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την ιδιότητα του αιτητή, εφόσον ο ίδιος ο αιτητής ανέφερε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να σπουδάσει.

 

Ο ισχυρισμός περί του ότι ο αιτητής λάμβανε τηλεφωνήματα και μηνύματα από αγνώστους δεν αυξάνει την πιθανότητα χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, εφόσον η αόριστη επίκληση ενός κινδύνου ζωής και όταν ο ισχυρισμός αυτός δεν συνεπικουρείται εξ' ουδενός αντικειμενικού στοιχείου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αρκούντως σοβαρός λόγος που ισοδυναμεί με στοιχείο ικανό να καλύψει τις προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Ούτως ή άλλως, οποιαδήποτε προσβολή ενός δικαιώματος δεν υποχρεώνει τις αρχές του κράτους μέλους να χορηγήσουν το καθεστώς του πρόσφυγα στον υφιστάμενο την προσβολή.

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφαση στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

 Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το προαναφερόμενο άρθρο, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (βλ. παραγράφους 37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών). 

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα του.  Οι ισχυρισμοί του αιτητή, στο σύνολό τους περιστρέφονται γύρω από την απροθυμία του να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του για λόγους για τους οποίους δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στο προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), ο αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.  Οι λόγοι που επικαλείται ο αιτητής, ως λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και να αιτηθεί διεθνούς προστασίας, δεν εμπεριέχονται στους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Ν. 6 (Ι)/2000, ενώ δεν επικαλέστηκε εναντίον του δίωξη από οποιονδήποτε φορέα που τον εμποδίζει να διαμείνει και στη χώρα καταγωγής του.

 

Πρόσθετα, ορθά κρίθηκε από το δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

 Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας που συνέβησαν στη συνήθη περιοχή διαμονής του αιτητή, πολιτεία Edo, με τελευταία ημερομηνία ενημέρωσης 12/06/2026, έχουν καταγραφεί 99 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 107 θάνατοι[1].

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι νεαρός άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό υπόβαθρο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του  δυνάμει του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 242/2026, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική  μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Σε σχέση με τον δεύτερο νομικό ισχυρισμό του συνηγόρου του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά προϊόν πλάνης και κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, θα πρέπει να αναφερθεί πως το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για την ύπαρξη πλάνης το έχει ο αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν στοιχειοθετείται επαρκώς από τον αιτητή και είναι γενικόλογος. Από τους ισχυρισμούς του ευπαίδευτου συνηγόρου του, δεν προωθείται συγκεκριμένα οποιουδήποτε είδους πλάνης, τόσο ως προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε, όσο και ως προς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Υπηρεσία Ασύλου με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον της, αλλά ούτε και ως προς τα γεγονότα που έλαβε υπόψη της. Ενόψει των ανωτέρω, δεν διακρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με σκοπό κατάδηλα διαφορετικό από εκείνο που ο νομοθέτης θέλησε και ο συνήγορος του αιτητή δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε παρατυπία.

 

Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στη λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει, διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο (βλ. Σύγγραμμα του Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» (Τόμος 2, 14η έκδοση, 2011) σελίδες 136, 137, παράγραφοι 510 και 511).

 

Ο αιτητής δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη με αποτέλεσμα να αποφασίσουν κατά πλάνη περί τα πράγματα, ούτε ισχυρίζεται οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί πλάνη περί τον Νόμο. Στη βάση των ανωτέρω, είναι προφανές πως δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αιτητή περί πραγματικής πλάνης ή/και οποιασδήποτε άλλης ουσιώδους πλάνης και/ή κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου και ως εκ τούτου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο