ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.3447/24
16 Ιουλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
F. K. B.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ι. Ιάσωνος, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κα Λ. Βελίκοβα, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε αυθημερόν με επιστολή ημ.06/08/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και «[έ]κδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] για διεθνή προστασία προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ) που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 13/04/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 17/05/22 (ερ.1-3, 27).
Στις 15/07/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση της επίδικης αιτήσεως διεθνούς προστασίας, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.22-33). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση-Εισήγηση και στις 20/07/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.53-62). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την επίδικη απόφαση, η οποία της δόθηκε διά χειρός στις 06/08/24, στην μητρική της γλώσσα (ερ.63, 3).
Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω «απειλών θανάτου», αφού – ως εξηγεί, το αφεντικό της θέλει να τη σκοτώσει καθώς, όταν δούλευε ως καθαρίστρια στο σπίτι του τον είδε να δολοφονεί κάποιον και να του ανοίγει το σώμα του (cutting them open), τότε η ασφάλεια του (αφεντικού της) την καταδίωξε, η αιτήτρια διέφυγε και ένα βράδυ πήγαν στο σπίτι της να την αναζητήσουν, ο πατέρας της, που είχε προηγουμένως υποστεί καρδιακή προσβολή, τους άνοιξε την πόρτα, αυτοί τον χτύπησαν και τον βασάνισαν και όταν δεν τους είπε που είναι η αιτήτρια τον σκότωσαν, ενώ η ίδια διέφυγε από το παράθυρο. Τότε, με τη βοήθεια του πάστορα της, ο οποίος και διευθέτησε όλα τα απαραίτητα, έφυγε από τη ΛΔΚ και ήρθε στα κατεχόμενα και απ’ εκεί στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας.
Στη συνέντευξη που διενεργήθηκε η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα, ο πατέρας της απεβίωσε, η μητέρα οι 3 αδελφοί και οι 3 αδελφές της μένουν στην Κινσάσα, η ίδια έχει τελειώσει το λύκειο και εργαζόταν ως καθαρίστρια και – ως ανέφερε – δεν διατηρεί επικοινωνία με την οικογένεια της, χωρίς να εξηγεί τον λόγο.
Ερωτώμενη για τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής η αιτήτρια ανέφερε ότι εργαζόταν ως καθαρίστρια στο σπίτι ενός πλούσιου ατόμου και μια μέρα, ενώ καθάριζε, κοίταξε μέσα από μια ανοικτή πόρτα και είδε αίμα στο πάτωμα, σοκαρίστηκε, άνοιξε την πόρτα και είδε ένα επισκέπτη και τον σωματοφύλακα να κάνουν τομή στην κοιλιά και να αφαιρούν τα όργανα (σ.σ. από ένα άτομο), αυτή έτρεξε και διέφυγε, ο σωματοφύλακας την καταδίωξε, και την ίδια νύχτα πήγαν σπίτι της και κτύπησαν τον πατέρα της.
Καλούμενη να αναφέρει τι γνωρίζει για το αφεντικό της ή τη σύζυγο του η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πολλά γι’ αυτόν, «δεν [γνωρίζει] τίποτε […] απλά [δούλευε] εκεί», δεν γνωρίζει τη δουλειά του, ήταν μεγάλο σπίτι και η ίδια, όταν τελείωνε το καθάρισμα, πήγαινε σπίτι της. Καλούμενη να αναφέρει περισσότερα για το περιστατικό η αιτήτρια ανέφερε ότι «[διέφυγε] […] δεν [γνωρίζει] τι συνέβη αφότου [διέφυγε]» και είπε ότι το περιστατικό έγινε στις 20/01/22, στις 5 το απόγευμα. Ερωτώμενη πως διέφυγε είπε ότι «απλά [έτρεχε]», πήγε σπίτι με το λεωφορείο. Καλούμενη να περιγράψει την εισβολή στο σπίτι της η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν είδε τα πρόσωπα των ατόμων που χτύπησαν τον πατέρα της, απλά άκουγε φωνές και ότι μετά τ’ αδέλφια της, που ήταν κι αυτά παρόντες, πήραν τον πατέρα της στο νοσοκομείο, η ίδια δε διέφυγε από το παράθυρο. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι δεν έπαθαν κάτι τ’ αδέλφια της όμως δεν γνωρίζει κάτι άλλο γιατί, ως ανέφερε, η ίδια έτρεξε και πήγε στον πάστορα (χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς) και διέμενε από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Μάρτιο (που έφυγε από τη ΛΔΚ) στο δάσος. Σε ερώτηση σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι είναι αδύνατο να μείνει σε άλλο μέρος της ΛΔΚ γιατί νιώθει ανασφάλεια εξαιτίας του αφεντικού της.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα ιθαγενείας και τόπο διαμονής της αιτήτριας
2. Λόγω του ότι ήταν μάρτυρας όταν το αφεντικό της και ο σωματοφύλακας του τεμάχιζαν σώμα ανθρώπου και του αφαιρούσαν τα όργανα
Εκ των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ισχυρισμός, ο δε 2ος απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού λοιπόν κρίθηκε ότι τα λεγόμενα της αιτήτριας αλλά και οι αποκρίσεις της σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, τόσο σχετικά τον κατ’ ισχυρισμό τεμαχισμό ατόμου από το αφεντικό της όσο και επί όσων κατ’ ισχυρισμό ακολούθησαν του συμβάντος αυτό, υπήρξαν γενικά, στερούμενα αναμενόμενων λεπτομερειών αλλά και βιωματικών στοιχείων και περιείχαν αντιφάσεις, κενά και ασάφειες ως προς τα συμβάντα που εξιστόρησε όσο και τη χρονική αλληλουχία των όσων ανέφερε. Ως κρίθηκε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο σχετικά με το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό όπου υπήρξε μάρτυρας τεμαχισμού ανθρώπου στο σπίτι του αφεντικού της, πως διέφυγε απ’ εκεί, τι έγινε όταν άτομα (κατ’ ισχυρισμό δρώντα εκ μέρους του αφεντικού της) πήγαν να την αναζητήσουν στην οικία της και κτύπησαν τον πατέρα της, που διέφυγε και που διέμενε η αιτήτρια μετά απ’ αυτό, δεν ήταν σε θέση να παρέχει την παραμικρή πληροφορία για το αφεντικό της και τη σύζυγο του, πέραν του ότι αυτός ήταν πλούσιος και δεν έδωσε καμία λεπτομέρεια για την κατ’ ισχυρισμό διαβίωση της στο δάσος περί τους 2 μήνες, προτού φύγει από τη ΛΔΚ. Επί της εξωτερικής συνοχής των ισχυρισμών της αιτήτριας δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες για το αφεντικό της και ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως στερούμενος εσωτερικής συνοχής.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού της, κατόπιν έρευνας σχετικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Κινσάσα), συνεκτιμώντας ότι πρόκειται για ενήλικο άτομο, χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας (επί τούτου, κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες πληροφορίες κατέληξαν ότι υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη ιατροφαρμακευτική φροντίδα, αν απαιτηθεί, εξαιτίας του ότι η αιτήτρια είναι αναιμική), ικανή (σ.σ. προς εργασία) και έχει υποστηρικτικό δίκτυο εκεί, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει, κατόπιν παράθεσης του οικείου νομικού πλαισίου και νομολογίας, ότι εν προκειμένω δεν έγινε δέουσα έρευνα και εξατομικευμένη εξέταση των ισχυρισμών της, με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση να είναι προϊόν πλάνης και πλημμελούς αξιολόγησης και εκτίμησης των ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχείων.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι κατά την επίδικη διαδικασία λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, η επίδικη απόφαση είναι νόμιμη, πλήρως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, τόσο αναφορικά με τα ευρήματα τους περί της αναξιοπιστίας των λεγομένων της όσο και επί της μη ύπαρξης εν προκειμένω ανάγκης παροχής διεθνούς προστασίας ,και ζητούν την απόρριψη της προσφυγής.
Δεδομένου ότι άπαντες οι προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί συμπλέκονται με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση, εξ υπαρχής και επί του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. αρ.11 (3 ) (α) Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. 107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του φακέλου, των λεγομένων της αιτήτριας κατά την επίδικη αίτηση καθώς και των προωθούμενων ισχυρισμών της στα πλαίσια της παρούσης, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά λεπτομερώς και ενδελεχώς αναφέρονται στην επίδικη έκθεση, ως και στα πλαίσια της παρούσης καταγράφονται, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.
Ως προκύπτει καταφανώς από μια ανάγνωση του πρακτικού της επίδικης συνέντευξης, το σύνολο του αφηγήματος της αιτήτριας βρίθει κενών και ασαφειών και σε κανένα σημείο των λεγομένων της δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή βιωματική λεπτομέρεια ή στοιχείο, τα όσα δε ανέφερε στερούνταν - παντελώς και σε όλη τους την έκταση - κάθε ψήγματος χρονικής συνέχειας και λογικής συνέπειας. Σημειώνω ενδεικτικά ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει την παραμικρή λεπτομέρεια για το περιστατικό όπου υπήρξε μάρτυρας τεμαχισμού ανθρώπου, πως διέφυγε από το σπίτι του αφεντικού της, τι έγινε κατά την εισβολή ατόμων στο σπίτι της και τον ξυλοδαρμό του πατέρα της απ’ αυτούς, την κατ’ ισχυρισμό διαμονή της σε δάσος και πότε αυτή επισκέφτηκε τον πάστορα που τη βοήθησε και ουδεμία πληροφορία μπορούσε να αναφέρει για το αφεντικό της, ο οποίος κατ’ ισχυρισμό την διώκει αλλά ούτε και εξήγησε γιατί θεωρεί ότι υφίσταται κίνδυνος κατά την επιστροφή της.
Ενόψει των όσων πιο πάνω αναφέρω θεωρώ ότι οιαδήποτε άλλη προσέγγιση των όσων η αιτήτρια αφηγήθηκε θα συνιστούσε αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος συνοχής και λογικής συνέπειας, καθότι είναι προφανές ότι, με δεδομένα τα πολλά κενά, αντιφάσεις και παντελή έλλειψη ευλογοφάνειας που εντοπίζω στο αφήγημα της, άπαντες οι ισχυρισμοί της αποτελούν επινοήματα της ιδίας, στα πλαίσια προσπάθειας της να στηρίξει – ανεπιτυχώς – την επίδικη αίτηση.
Προχωρώ σε αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας σε επικαιροποιημένη βάση (Κινσάσα).
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [1] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [2]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της στην Κινσάσα κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] της αιτήτριας εκ μόνης της παρουσίας της εκεί, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[3] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Επί των ως άνω συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι ηλικίας περί των 40 ετών, υγιής, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με επαρκή μόρφωση και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στην Κινσάσα, όπου διέμενε και η ίδια για όλη της τη ζωή.
Επί του ζητήματος υγείας της αιτήτριας θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, δεδομένου ότι το μόνο που η ίδια αναφέρει είναι ότι διαγνώστηκε ως αναιμική, χωρίς να ακολουθεί σήμερα κάποια θεραπεία, αυτό από μόνο του δεν καταδεικνύει κάποιον κίνδυνο, άνευ ετέρου, γι’ αυτήν στο ευλόγως προβλέψιμο μέλλον. Σε κάθε περίπτωση αξίζει να σημειωθούν και τα εξής, για σκοπούς πληρότητας.
Σχετικά με την πτυχή της συμπληρωματικής προστασίας, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) », Δικαστική Ανάλυση, EASO, σελ.120, αναφέρονται τα εξής:
«[Στην] απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση M’Bodj, το ΔΕΕ διέκρινε την ερμηνεία του από την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ βάσει της ελαφρώς διαφορετικής διατύπωσης του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) και του πλαισίου στο οποίο τυγχάνει να εφαρμόζεται το άρθρο 15 στοιχείο β). Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη (708). Το ΔΕΕ αρνήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 15 στοιχείο β) με τον ίδιο τρόπο. Το ΔΕΕ επισήμανε ότι το γράμμα του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) διαφέρει από εκείνο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στο μέτρο που εφαρμόζεται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος «στη χώρα καταγωγής». […] Επιπλέον, το ΔΕΕ επισήμανε ότι ορισμένα στοιχεία του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), καθώς και η ratio της συγκεκριμένης οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής. Ομοίως, κατά την αιτιολογική σκέψη 26 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»
Περαιτέρω, στην σελ.123 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα εξής:
«Η εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο β) προϋποθέτει ένα στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης. Παρά την παραπομπή του ΔΕΕ στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και στην υποχρέωση εφαρμογής της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ (μη επαναπροώθηση, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας) (731), το ΔΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφορετική διατύπωση του άρθρου 15 στοιχείο β) και διακρίνει μεταξύ του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, ως απαγόρευσης επιστροφής προσώπου, και της θεμελίωσης αίτησης επικουρικής προστασίας […]»
Είναι προφανές, αφού ουδείς περί τούτου ισχυρισμός προβάλλεται από την αιτήτρια, ότι ελλείπει εδώ το απαιτούμενο «στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης» και - κατ’ επέκταση - ο απαιτούμενος φορέας σοβαρής βλάβης. Συνεπώς εδώ ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για συμπληρωματική προστασία στη βάση του αρ.19 (2) (β), ουδείς δε λόγος γίνεται περί κινδύνου θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, βάσει του αρ.19 (2) (α). Η πτυχή που αφορά το αρ.19 (2) (γ) έχει εξεταστεί πιο πάνω.
Στη βάση τώρα της αρχής της μη επαναπροώθησης (αρ.3 ΕΣΔΑ), ως και στο πιο πάνω απόσπασμα εξηγείται, μόνο «σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη».
Στη σχετική αυθεντία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), Paposhvili v. Belgium, app. No.41738/10, Grand Chamber, ημ.13/12/16, παρ.181-188, λέχθηκε ότι, σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρισμοί σχετικοί με την υγεία ενός αιτητή, μόνο όπου καταδεικνύονται εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances), με το βάρος για τη συνδρομή τέτοιων περιστάσεων να είναι στον αιτητή, μπορεί να παρασχεθεί προστασία στη βάση του αρ.3 της ΕΣΔΑ, ήτοι όπου αποδεικνύεται ότι αυτός πάσχει από ασθένεια, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη απ’ αυτόν θεραπεία στη χώρα καταγωγής και εξαιτίας της έλλειψης αυτής απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας του, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του. Ουδέν περί τούτου προβάλλεται και ουδέν σχετικό προκύπτει, είτε στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ή της παρούσης. Θα πρέπει λοιπόν να σημειωθεί ότι θεωρώ πως, δεδομένων όσων ανωτέρω αναφέρω, εκ του περισσού είναι που έγινε έρευνα εν προκειμένω για διαθεσιμότητα/προσβασιμότητα ιατροφαρμακευτικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι ουδέν αναφέρθηκε από την αιτήτρια, σε κάθε περίπτωση, που θα κατάτασσε την περίπτωση της στις πιο πάνω αναφερόμενες, οι οποίες και χρήζουν απόδοσης συμπληρωματικής προστασίας ή και προστασίας από την επαναπροώθηση.
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης [της αιτήτριας] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεδομένων δε και των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή της αιτήτριας συνιστά επαναπροώθηση, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ.
Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[2] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[3] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο