ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.3577/23
17 Ιουλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Q. E. I. D.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Γ. Βασιλόπουλους, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κα Α. Αναστασιάδη, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 29/09/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Νιγηρία, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 01/02/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 09/03/22 (ερ.1-3, 58).
Στις 11/07/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.42-58). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 13/08/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.81-91).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε διά χειρός 29/09/23 στην μητρική της γλώσσα (ερ.92, 3).
Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω της κακοποίησης που υπέστη από την μητριά και τον πατέρα της, αφού – ως εξηγεί – η μητριά της την κακοποιούσε (έχει ακόμα ουλές στο σώμα της απ’ αυτό) και ο πατέρας της προσπάθησε να τη βιάσει μερικές φορές, ωστόσο διέφυγε και όταν προσπάθησε να πει για την απόπειρα βιασμού της στην μητριά της αυτή δεν την πίστευε. Γι’ αυτό η ζωή της κινδυνεύει, δεν μπορεί να επιστρέψει (στη Νιγηρία) και αισθάνεται πιο ασφαλής εδώ.
Στη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στο χωριό Umuobasi (πολιτεία Abia), μαζί με την μητριά της και ο πατέρας της (ο οποίος, ως νομίζει η αιτήτρια, έχει άλλα παιδιά, χωρίς να είναι σίγουρη) τους επισκεπτόταν όχι τόσο συχνά, με τους οποίους δεν διατηρεί επικοινωνία από τότε που έφυγε από τη Νιγηρία η ίδια, δεν γνωρίζει που έμενε ο πατέρας της και η μητέρα της απεβίωσε όταν η ίδια ήταν πολύ μικρή, χωρίς να γνωρίζει τα αίτια θανάτου της. Η αιτήτρια είναι άγαμη, άτεκνη, έχει τελειώσει το δημοτικό σχολείο, μετά όμως δεν της επέτρεψαν να συνεχίσει την εκπαίδευση της (χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει τον λόγο γι’ αυτό), δεν εργαζόταν, συντηρούνταν από την μητριά και τον πατέρα της, όταν δε αφίχθηκε η αιτήτρια στα κατεχόμενα προσπάθησαν να την προωθήσουν στην πορνεία, όμως αυτή διέφυγε αμέσως, προτού τα καταφέρουν.
Ερωτώμενη σχετικά με τους λόγους που έφυγε από τη Νιγηρία η αιτήτρια επανέλαβε κατ’ ουσία τα όσα είχε καταγράψει στην επίδικη αίτηση (βλ. πιο πάνω), αναφέροντας ότι η μητριά της την χτυπούσε (με αποτέλεσμα ενίοτε να χρειάζεται νοσηλεία), ο πατέρας της δεν ερχόταν σπίτι συχνά και δεν «ήταν καλός μαζί [της]» και μια φορά προσπάθησε (κι’ αυτός) να την κακοποιήσει, η δε μητριά της προσπάθησε να τη δηλητηριάσει και γι’ αυτό νοσηλεύτηκε και όταν ήταν στο νοσοκομείο γνώρισε έναν ιερέα ονόματι Josef, ο οποίος, όταν αυτή του εξιστόρησε τα όσα υπέστη, τη βοήθησε να φύγει από τη Νιγηρία.
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι διέμενε με την μητριά της από ηλικία 10 ετών, δεν μιλούσε μαζί της και δεν γνωρίζει περαιτέρω πληροφορίες γι’ αυτή, προηγουμένως διέμενε με τον πατέρα της, με τον οποίον – ομοίως – δεν μιλούσε πολύ και ο οποίος την κακοποιούσε και όταν ήταν 10 και 16 ετών αποπειράθηκε (ανεπιτυχώς) να τη βιάσει, αφού η αιτήτρια διέφυγε. Δεν το είπε στην μητριά της. Ερωτώμενη η αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της την χτυπούσε με τη ζώνη αν έσπαζε πιάτο όταν τα έπλενε. Καλούμενη να περιγράψει την καθημερινότητα της η αιτήτρια ανέφερε ότι στην αρχή η μητριά της ήταν καλή μαζί της όμως μετά άρχισε να είναι χειριστική, να την απειλεί και να την κτυπά, δεν της επέτρεπε να έχει επαφή με άλλα μέλη της οικογένειας ή γείτονες, γι’ αυτό δεν γνωρίζει τους συγγενείς της η αιτήτρια. Στις αρχές 2021 η μητριά της τη δηλητηρίασε και γι’ αυτό νοσηλεύτηκε όμως δεν γνωρίζει τι είδους δηλητήριο χρησιμοποίησε. Μετά που επέστρεψε από 2 βδομάδες νοσηλεία ο ιερέας (που τη βοήθησε) την πήρε στο Lagos, όπου διέμενε σε ένα ξενώνα (Απρίλιος 2021 – Οκτώβριος 2021) μέχρι να πάρει τα απαραίτητα έγγραφα για το ταξίδι της στα κατεχόμενα και μετά πήγε στην Abuja, απ’ όπου ταξίδεψε. Σχετικά με τον κατ’ ισχυρισμό σοβαρό τραυματισμό που υπέστη στο πόδι η αιτήτρια, ερωτώμενη, ανέφερε ότι έγινε το 2014-2015, χωρίς να θυμάται γιατί την κτύπησε εκείνη την μέρα και ανέφερε ότι επέστρεψε σπίτι, αφότου νοσηλεύτηκε, την ίδια μέρα.
Ερωτώμενη αν κατάγγειλε στην αστυνομία τα όσα συνέβαιναν η αιτήτρια ανέφερε ότι το έπραξε το 2020, αυτοί ήρθαν, η μητριά τους είπε ότι δεν συνέβαινε κάτι και έφυγαν. Είπε περαιτέρω ότι προσπάθησε να φύγει από το σπίτι το 2017, δεν είχε όμως που να πάει και έτσι επέστρεψε. Ερωτώμενη αν μπορεί να επιστρέψει και να διαμείνει με ασφάλεια σε άλλη πόλη απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι θα τη βρει η γυναίκα που προσπάθησε να την εξωθήσει στην πορνεία στα κατεχόμενα, καθώς, ως πρόσθεσε, έχει διασυνδέσεις και την είχε απειλήσει όταν διέφυγε απ’ αυτήν.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας
- Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι κακοποιήθηκε από την μητριά και τον πατέρα της, που αποπειράθηκε να τη βιάσει
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι όσα ανέφερε η αιτήτρια ήταν στο σύνολό τους γενικές, αόριστες, επιπόλαιες και ανεπαρκείς. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, το σύνολο των λεγομένων της αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό κακοποίηση που υπέστη από την μητριά και τον πατέρα της, τα συμβάντα που περίγραψε, περιλαμβανομένων των κατ’ ισχυρισμό απόπειρων βιασμού της από τον πατέρα της, δηλητηρίασης της από την μητριά της και σωματικής βίας που δέχθηκε κι’ από τους δύο (ως ισχυρίστηκε) ήταν γενικό και αόριστο, στερούμενο εύλογα αναμενόμενων πληροφοριών και βιωματικών στοιχείων, αλλά και χρονικής συνέχειας και συνέπειας. Αξιολογήθηκε επί των ως άνω ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με εύλογη ακρίβεια την κατ’ ισχυρισμό δηλητηρίαση της, την καθημερινότητα της καθ’ όλο τον χρόνο που – σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της – υπόκειτο σε κακοποίηση, ούτε να δώσει την παραμικρή λεπτομέρεια για τις απόπειρες βιασμού της από τον πατέρα της, την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία αλλά και το τι ακολούθησε αυτής, όπως και την προσπάθεια της να φύγει από το σπίτι το 2017.
Αναφορικά με την εξωτερική συνοχή των ισχυρισμών της, κατόπιν έρευνας σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν πως, παρόλο που καταγράφονται σε σχετικές πηγές φαινόμενα σεξουαλικής, ως και άλλων μορφών έμφυλης βίας στη Νιγηρία, εντούτοις, δεδομένων των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή όσων η αιτήτρια ανέφερε, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου και αξιολογούμενου και του προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Αναφορικά ειδικώς με το αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας η αιτήτρια κατά την επιστροφή, καθώς στην πολιτεία Abia (τόπος διαμονής της) δεν παρατηρείται αδιάκριτη βία σε υψηλό επίπεδο, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφασης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.
Στην αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, κατόπιν παράθεσης του νομικού πλαισίου και σχετικής νομολογίας, εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν πλάνης, ως αποτέλεσμα εσφαλμένης αξιολόγησης και ανεπαρκούς έρευνας, δεδομένου του ότι, ως αναφέρει, δεν έγιναν δέουσες και επαρκείς ερωτήσεις και δεν αξιολογήθηκαν σε εξατομικευμένη βάση τα λεγόμενα της (χωρίς εντούτοις να κάνει ειδική αναφορά στους ισχυρισμούς της) και – ως περαιτέρω εισηγείται - δεν αιτιολογείται επαρκώς η απόφαση απόρριψης της επίδικης αίτησης όσο και η απόφαση επιστροφής, η οποία, ως αναφέρει, δεν εκδόθηκε στη βάση του ΚΕΦ.105, ως προνοείται από το αρ.12 του Νόμου.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξέτασης, επαρκώς αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά τη λήψη αυτής. Σχετικά με τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας, ανατρέχοντας στη συνέντευξη, υπεραμύνονται του εύλογου και της ορθότητας τους και λέγουν ότι ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται στην επίδικη αίτηση και διαδικασία εξέτασης της και ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και απολύτως αιτιολογημένη.
Σημειώνω ότι κατά τις διευκρινήσεις ο συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε ρητώς άπαντες τους ισχυρισμούς που άπτονται του κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί αναρμοδίως, υιοθετώντας επί των λοιπών ισχυρισμών τη γραπτή του αγόρευση.
Ξεκινώντας από τους ισχυρισμούς περί ανεπάρκειας της συνέντευξης σημειώνω ότι, με δεδομένο ότι στην αιτήτρια εξηγήθηκαν δεόντως η διαδικασία της συνέντευξης και τα όσα καλείτο να αναφέρει, τις υποβλήθηκαν πολλές διευκρινιστικές ερωτήσεις επί των όσων η ίδια ανέφερε και, καλούμενη σχετικά, επιβεβαίωσε την ορθότητα και ακρίβεια των όσων καταγράφονται στο πρακτικό της επίδικης συνέντευξης, δεν διαπιστώνω πλημμέλεια ή άλλη παρατυπία κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης. Άλλωστε, δεδομένης της φύσης και έκτασης ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο θα μπορούσε να προσκομίσει νέα στοιχεία ή και μαρτυρία προς υποστήριξη της παρούσας αλλά ουδέν έπραξε.
Δεδομένου ότι οι λοιποί προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].
Σημειώνω ότι στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», του EASO, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.102, καταγράφεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες […] (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών […]. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες […] εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Εν προκειμένω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας ως επαρκώς και ενδελεχώς τεκμηριωμένα αυτά καταγράφονται στα ερ.84-87 της επίδικης έκθεσης (και παρατίθενται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης), καθώς τα λεγόμενα της αιτήτριας παρουσιάζουν σωρεία κενών, σημαντικές ελλείψεις, αντιφάσεις και στερούνται, σε όλη τους την έκταση και επί πάσης πτυχής αυτών, χρονικής συνέχειας και ευλογοφάνειας, εκ των οποίων διαβρώνεται αναπόφευκτα και η συνολική αξιοπιστία των δηλώσεων της αιτήτριας.
Ενδεικτικά σημειώνω, ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν στην επίδικη έκθεση, ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το παραμικρό ψήγμα συνεκτικής και πλήρους αφήγησης σχετικά τόσο με την κατ’ ισχυρισμό κακοποίηση που υπέστη από την μητριά και τον πατέρα της όσο και τις (2) απόπειρες βιασμού της από τον τελευταίο, τι ακριβώς υπέστη, πότε, πως ήταν η καθημερινότητα της κατά τον ουσιώδη ως προς τα όσα αυτή ανέφερε χρόνο και, σημείο που θεωρώ βαρύνουσας σημασίας, ουδέν βιωματικό στοιχείο παράθεσε αναφορικά με άπαντα τα κατ’ ισχυρισμό συμβάντα στα οποία αναφέρθηκε.
Κατά τα τ’ άλλα αρκεί θεωρώ να υιοθετήσω τα όσα σχετικά σημειώνουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, τα οποία παραθέτω πιο πάνω, και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στο σημείο αυτό, παρά μόνο να σημειώσω ότι, διερχόμενος με προσοχή του πρακτικού της συνέντευξης, δεν διατηρώ αμφιβολία ότι το όλο αφήγημα της αιτήτριας, ως αόριστα αυτή το παρέθεσε, πρόκειται για επινόημα της ιδίας προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας.
Δεδομένης δε της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας δεν θεωρώ ότι ήταν εδώ απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων (ΠΧΚ) για την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της και ίσως εκ του περισσού έγινε εν προκειμένω. Ως και στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου» (EASO), σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση πληροφοριών (ΠΧΚ) «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής […].». Παρά δε τούτο σημειώνεται ότι εν προκειμένω οι καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε έρευνα επί της έμφυλης βίας στη Νιγηρία, εκ της οποίας – ως καταγράφεται στο ερ.84 – προέκυψε ότι σεξουαλική και άλλες μορφές βίας κατά των γυναικών είναι – δυστυχώς – φαινόμενο που απαντάται στη χώρα καταγωγής, κατά δε της οποίας παρέχεται περιορισμένη ή και καθόλου προστασία από τις Αρχές. Αυτό επιβεβαιώνεται και σε πρόσφατη έκθεση της EUAA.[1]
Όμως η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών της αιτήτριας, ως ανωτέρω εξηγώ, είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών της, ενόψει της συνολικής θεώρησης και αποτίμησης των δεικτών αξιοπιστίας, ως και στο πιο πάνω απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO επί τούτου εξηγείται. Οιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή, ενάντια, πολλές φορές, σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση ενός αφηγήματος. Άλλωστε, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»
Στην απουσία λοιπόν περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος της αιτήτριας παραμένουν και δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής. Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι αποδοχή των ισχυρισμών της αιτήτριας θα συνιστούσε αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ενός αφηγήματος το οποίο δε στερείται σε όλη του την έκταση κάθε ψήγματος εσωτερικής συνοχής και θα έβαινε ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση.
Απομένει μια επικαιροποιημένη εκτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Abia State).
Στη βάση δεδομένων ACLED (τελευταία ενημέρωση 10/07/26), στην πολιτεία Abia έχουν καταγραφεί 16 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”: περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προέκυψαν 51 ανθρώπινες απώλειες.[2] Ο πληθυσμός της πολιτείας Abia υπολογίζεται περί τα 4.2 εκατομμύρια κατοίκων.[3]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο διαμονής της δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας της παρουσίας της εκεί και δεν μπορώ να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[4] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι περί των 26 ετών σήμερα, υγιής και διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στον τόπο διαμονής της (πατέρα/μητριά), εκ των οποίων και – δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος της περί κακοποίησης της απ’ αυτούς - αναμένεται η αιτήτρια να λάβει στήριξη και στέγαση κατά την επιστροφή της, μέχρι η ίδια να ορθοποδήσει, βιοποριστεί και εξασφαλίσει τα προς το ζην, το οποίο με τη σειρά του δεικνύει ότι δεν θα στερηθεί τα αναγκαία χρειώδη.
Σημειώνεται ότι η Νιγηρία έχει καθοριστεί στην Κ.Δ.Π. 242/2026, η οποία και έχει εκδοθεί δυνάμει του αρ.12Βτρις του Νόμου, ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας και ουδέν στοιχείο έχει προσκομιστεί, στη βάση του οποίου θα μπορούσε να «θεωρηθεί ότι […] δεν είναι ασφαλής […] στη συγκεκριμένη περίπτωσή», στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).
Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι η επιστροφή της αιτήτριας θα είναι σε παράβαση του εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ δικαιώματος του στην μη επαναπροώθηση. Σημειώνω εδώ ότι η επίδικη απόφαση επιστροφή αιτιολογείται δεόντως από το σύνολο των ευρημάτων στην επίδικη έκθεση, καταγράφεται ρητώς (ερ.82) και εδράζεται νομίμως στο αρ.13 (2) (δ) του Νόμου.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA – COI Report – Nigeria: Country Focus 2025 / Human rights and treatment of specific profiles / 2.3 Women and girls (p.50-54): https://www.euaa.europa.eu/nigeria-country-focus/233-violence-against-women-and-girls
[2] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (τελευταία πρόσβαση 16/07/2026).
[3] City Population, Nigeria, Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Wed Information- Abia, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA001__abia (τελευταία πρόσβαση 16/07/2026).
[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο