ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 3595/23
09 Ιουλίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
O.Ο.Ο., ασυνόδευτος ανήλικος από τη Νιγηρία,
δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Α. Δημητρίου (κος) για Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Α. Παπαδοπούλου (κα) Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
Ο Αιτητής παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 06/09/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αναγνωρίζοντας τον Αιτητή ως πρόσφυγα, εναλλακτικά ως δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας ως οι αιτούμενες θεραπείας Α και Β στην αίτηση ακυρώσεως.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής, γεννηθείς το 2005, είναι υπήκοος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Νιγηρίας (εφεξής «Νιγηρία»), κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από την χώρα καταγωγής του, ο οποίος, σύμφωνα με δήλωσή του, εγκατέλειψε τη Νιγηρία στις 01/03/2023, μεταβαίνοντας στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στη συνέχεια στις 03/03/2023 διήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 22/03/2023 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Εφόσον κατά την άφιξή του στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ανήλικος, ως ασυνόδευτος πλέον, τέθηκε, ως ο περί Προσφύγων Νόμος προνοεί, υπό την κηδεμονία των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
Στις 07/08/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή στην παρουσία λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως κηδεμόνας. Στις 09/08/2023 ο λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός του. Στις 13/08/2023 συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, χωρίς να εκδίδει απόφαση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 206/09/2023, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από τον Αιτητή και εκπρόσωπο των ΥΚΕ αυθημερόν, θέτοντας και οι δύο την υπογραφή τους αφού προηγουμένως τους επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που πλήρως κατανοεί ο Αιτητής.
Εμπρόθεσμα η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, ως εκπρόσωπος του ανηλίκου, μέσω δικηγόρου, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
Με την γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν εφάρμοσαν ορθά το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο κατά την εξέταση της αίτησής του, καθότι δεν προέβησαν σε ουσιαστική διερεύνηση των βασικών στοιχείων του αιτήματός του, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η διαδικασία αξιολόγησης των ισχυρισμών του Αιτητή έλαβε χώρα κατά παράβαση των σχετικών διαδικαστικών και ουσιαστικών εγγυήσεων για τους ασυνόδευτους ανήλικους, υπό πεπλανημένη εφαρμογή των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου, με αποτέλεσμα η απόφαση να καθίσταται ακυρωτέα.
Ειδικότερα, προβάλλεται ότι, ως ασυνόδευτος ανήλικος ο Αιτητής, δεν του παρασχέθηκαν οι ειδικές εγγυήσεις που προβλέπονται από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, ιδίως ως προς τον διορισμό και τον ρόλο του εκπροσώπου του. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι η κοινωνική λειτουργός που παρευρισκόταν στη συνέντευξη ενήργησε αποκλειστικά υπό την ιδιότητά της ως κηδεμόνας και όχι ως νομικός εκπρόσωπος, χωρίς να παρέχει ουσιαστική καθοδήγηση, ενημέρωση ή υποστήριξη στον Αιτητή, όπως απαιτείται από το άρθρο 25 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω εκπρόσωπος ή/και ο αρμόδιος λειτουργός διέθεταν την απαιτούμενη ειδική εκπαίδευση για τη διαχείριση αιτήσεων ασύλου ανηλίκων, γεγονός που επηρέασε ουσιωδώς την ποιότητα της διαδικασίας.
Περαιτέρω, προβάλλονται ως λόγοι ακύρωσης η έλλειψη δέουσας έρευνας και πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα σε σχέση με την ουσία του αιτήματος του αιτήματος του Αιτητή για αναγνώριση ως πρόσφυγα και/ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Σχετικώς υποστηρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, αλλά επικεντρώθηκαν επιλεκτικά σε φερόμενες αντιφάσεις, παραγνωρίζοντας λοιπά ουσιώδη στοιχεία του φακέλου, χωρίς να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την ιδιότητά του ως ασυνόδευτου ανηλίκου.
Τέλος, κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή, οι εν λόγω παραλείψεις συνιστούν παραβίαση της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και του δικαιώματός του σε ουσιαστική συμμετοχή και ακρόαση, όπως κατοχυρώνονται τόσο στο εθνικό δίκαιο όσο και στην Οδηγία 2013/32/ΕΕ και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας αλλά και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης απορρίπτοντας όλους τους προβαλλόμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς. Αποτελεί θέση τους ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ούσα δε δεόντως αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη πράξη, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή και επικυρώσει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ως προς τον ισχυρισμό του Αιτητή περί παραβίασης των διαδικαστικών εγγυήσεων σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι γενικός και αόριστος, καθότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ούτε συνοδεύεται από συγκεκριμένη υπαγωγή πραγματικών περιστατικών ή σχετική νομολογία, και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζουν ότι ουδεμία παραβίαση έλαβε χώρα, επισημαίνοντας ότι από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι ο Αιτητής αναγνωρίστηκε εξαρχής ως ασυνόδευτος ανήλικος και υποβλήθηκε σε αξιολόγηση ευαλωτότητας, κατόπιν της οποίας κρίθηκε ότι χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και παραπέμφθηκε στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Περαιτέρω, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ο Αιτητής τυγχάνει μεταχείρισης ως ασυνόδευτος ανήλικος, του παρασχέθηκαν οι προβλεπόμενες υλικές συνθήκες υποδοχής και τελούσε υπό την κηδεμονία της Διευθύντριας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Κατά τη συνέντευξη της 07/08/2023 παρευρισκόταν λειτουργός των εν λόγω Υπηρεσιών υπό την ιδιότητά της ως κηδεμόνας και εκπρόσωπος, ενώ από το πρακτικό προκύπτει ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως για τα δικαιώματά του και τη διαδικασία, κατανόησε τις ερωτήσεις και επιβεβαίωσε την ορθότητα των απαντήσεών του. Οι Καθ’ ων η αίτηση υπογραμμίζουν ότι η ανηλικότητα του Αιτητή λήφθηκε υπόψη και κατά την αξιολόγηση της αίτησής του, καθώς και ότι συνεκτιμήθηκε το γεγονός ότι διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, απορρίπτουν τον ισχυρισμό περί σύγκρουσης συμφερόντων, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας δύναται νομίμως να ενεργεί ως κηδεμόνας και εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανηλίκου, χωρίς να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων ή πλημμελής άσκηση των καθηκόντων του. Ομοίως, απορρίπτεται ο ισχυρισμός περί έλλειψης νομικής εκπροσώπησης, με την επισήμανση ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην παροχή νομικής εκπροσώπησης στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, αλλά εκπροσώπηση και συνδρομή, η οποία εν προκειμένω παρασχέθηκε. Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε με ποιον τρόπο τυχόν πλημμέλειες επηρέασαν δυσμενώς τα δικαιώματά του, ενώ επιπλέον προβάλλουν ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί προβάλλονται αλυσιτελώς, καθότι κατά τον χρόνο εξέτασης της προσφυγής ο Αιτητής έχει ήδη ενηλικιωθεί, στοιχείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του ex nunc ελέγχου του Δικαστηρίου.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνήγορους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Με την αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής υποστήριξε ότι οι γονείς του έλαβαν την απόφαση να τον στείλουν στο εξωτερικό, προκειμένου να διαφύγει από τις απειλές θανάτου που δεχόταν από την κοινότητά του. Ανέφερε ότι τα μέλη της φυλής του τού ζήτησαν να αντικαταστήσει τον αρχιερέα του ιερού, σύμφωνα με τα έθιμα και τους παραδοσιακούς κανόνες τους, ωστόσο ο ίδιος αρνήθηκε, καθώς είναι Χριστιανός και δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει σε αυτές τις θρησκευτικές πρακτικές, δεδομένου ότι γεννήθηκε και ανατράφηκε με διαφορετικό θρησκευτικό υπόβαθρο. Πρόσθεσε ότι, εξαιτίας της άρνησής του, τα μέλη της φυλής του άρχισαν να τον απειλούν κατά της ζωής του, γεγονός που οδήγησε τους γονείς του να τον βοηθήσουν να εγκαταλείψει τη χώρα, ώστε να παραμείνει ασφαλής και προστατευμένος.
Κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας, ο Αιτητής υποστήριξε ότι έλαβε απειλές θανάτου από τους χωρικούς της κοινότητάς του, οι οποίες σχετίζονταν με την αντικατάσταση του αρχιερέα, καθώς του ζητήθηκε να τον αντικαταστήσει μετά τον θάνατό του. Ανέφερε ότι δέχτηκε τις απειλές αυτοπροσώπως και ότι το πρόβλημα ξεκίνησε στις 02/11/2023. Κατά τα λοιπά, ανέφερε ότι δεν έχει βιώσει προσωπικά κάποια βλαπτική πράξη σε βάρος του και ότι το ταξίδι του οργανώθηκε από τους γονείς του. Επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε επικοινωνία με την οικογένειά του, με τελευταία επαφή τη δεύτερη εβδομάδα μετά την άφιξή του. Ανέφερε επίσης ότι οι γονείς του έδωσαν τη συγκατάθεσή τους για το ταξίδι του. Τέλος, ανέφερε ότι αισθάνεται καλύτερα στην Κύπρο και ότι δεν αντιμετώπισε οποιονδήποτε κίνδυνο ούτε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του ούτε κατά την παραμονή του στα κατεχόμενα.
Αξιολογώντας τα ενώπιόν του δεδομένα, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη Νιγηρία λόγω απειλών που δεχόταν από την κοινότητά του σε σχέση με την αντικατάσταση του αρχιερέα. Σημειώθηκε δε, ότι πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο (UAM), ηλικίας 17,5 ετών. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι δεν ανέφερε οποιαδήποτε σωματικά ή ψυχικά προβλήματα. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ήταν συνεργάσιμος, αν και ντροπαλός, ενώ εκφραζόταν με συνεκτικό και καλά δομημένο τρόπο. Η συνολική του εικόνα κρίθηκε σταθερή, χωρίς να εκφράζει φόβους ή ανησυχίες, και δήλωσε ότι αισθάνεται ασφαλής στην Κύπρο.
Στα πλαίσια της προφορικής του συνέντευξης προς εξέταση επί της ουσίας της αίτησής του δια διεθνή προστασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας, γεννηθείς στις 08/10/2005 στην περιοχή Omuona της πολιτείας Anambra. Δήλωσε ότι μεγάλωσε στην πόλη Nanka και το 2020 μετακόμισε με την οικογένειά του στην πόλη Onitsha, επίσης στην πολιτεία Anambra, η οποία αποτέλεσε και τον τελευταίο τόπο διαμονής του πριν την αναχώρησή του από τη χώρα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είναι άγαμος, Χριστιανός (Καθολικός) και ομιλεί Αγγλικά, Igbo και Pidgin. Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι οι γονείς και τα αδέρφια του διαμένουν στην Onitsha, όπου εγκαταστάθηκαν το 2020 λόγω επαγγελματικής ευκαιρίας της μητέρας του, στον τομέα της εστίασης. Πρόσθεσε ότι διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του και ότι δεν έχει συγγενείς στην Κύπρο. Τέλος, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στην περιοχή Awka της πολιτείας Anambra στη Νιγηρία.
Ως προς τους κατ’ ιδίαν λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης προέβαλε ότι αναχώρησε από τη Νιγηρία την 01/03/2023, κατόπιν απόφασης των γονέων του για λόγους ασφάλειας, λόγω απειλών θανάτου που δεχόταν στο χωριό του, Nanka.
Ειδικότερα ο Αιτητής ανέφερε ότι το χωριό του, Nanka, είναι παραδοσιακό και ότι ο αρχιερέας πέθανε περίπου τον Νοέμβριο 2022, ενώ η αντικατάστασή του θα γινόταν τον Δεκέμβριο 2022. Ερωτηθείς ποιος αποφάσισε για την αντικατάσταση, ανέφερε ότι οι πρεσβύτεροι αποφάσισαν ποιος θα αναλάβει και ότι διόρισαν την οικογένειά του για να παρουσιάσει ένα άτομο. Σε ερώτηση γιατί επιλέχθηκε η οικογένειά του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει και ότι είναι συγχυσμένος ως προς αυτό. Ερωτηθείς πότε ξεκίνησαν οι απειλές, ανέφερε ότι ξεκίνησαν τον Ιανουάριο 2023, εξηγώντας ότι, σύμφωνα με την παράδοση, αν κάποιος αρνηθεί, αντιμετωπίζει απειλές θανάτου, ενώ σε διευκρινιστική ερώτηση για το τι σημαίνει αυτό, ανέφερε ότι σε περίπτωση αποτυχίας ενός ατόμου να παρουσιαστεί για αντικατάσταση, τότε δεχόταν απειλές από τους πρεσβύτερους. Περαιτέρω, ερωτηθείς για λεπτομέρειες σχετικά με τον διορισμό της οικογένειάς του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πολλά. Σε ερώτηση πώς είναι δυνατόν να απειλείται ενώ διέμενε σε άλλη περιοχή, ανέφερε ότι δεν ήταν γνωστός στο χωριό. Ερωτηθείς αν τον προσέγγισε κάποιος, τόσο στο χωριό όσο και στην πόλη Onitsha απάντησε αρνητικά,. Ακολούθως, ο Αιτητής δήλωσε άγνοια σχετικά με την διαδικασία ανάδειξης αρχιερέα. Τέλος, ερωτηθείς γιατί ο ίδιος έφυγε ενώ η οικογένειά του παρέμεινε, ανέφερε ότι έφυγε επειδή ήταν το πρόσωπο που θα αντικαθιστούσε τον παππού του, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του αντικαθιστά τον πατέρα του. Σε ερώτηση γιατί δεν έφυγε νωρίτερα, απάντησε ότι ανέμενε τα έγγραφά του. Ερωτηθείς τι θα συμβεί σε περίπτωση επιστροφής, δήλωσε ότι θα πεθάνει. Τέλος, ανέφερε ότι δεν έχει συμβεί οτιδήποτε στην οικογένειά του, ότι δεν έχει συλληφθεί ή κρατηθεί, ότι δεν έχει προβλήματα με τις αρχές και ότι αυτές θα του επέτρεπαν να επιστρέψει.
Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός, στην εισηγητική του έκθεση απομόνωσε δύο (2) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, το προφίλ, τη περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του, ο δεύτερος τις απειλές θανάτου σε βάρος του Αιτητή. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως σαφείς και συγκεκριμένες, ενώ επιβεβαιώθηκαν από το επίσημο διαβατήριο του και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει επαρκώς τον ισχυρισμό του περί απειλών θανάτου, καθότι παρουσίασε σημαντικές ελλείψεις και ασάφειες στα λεγόμενά του. Ειδικότερα, δεν μπόρεσε να εξηγήσει για ποιο λόγο οι γέροντες του χωριού επέλεξαν την οικογένειά του για την υπόδειξη αντικαταστάτη, δηλώνοντας άγνοια, ενώ όταν κλήθηκε να διευκρινίσει τι εννοεί με τις απειλές θανάτου, απάντησε αόριστα ότι σχετίζονται με την αποτυχία της οικογένειάς του να παρουσιάσει άτομο. Περαιτέρω, δεν γνώριζε λεπτομέρειες για το περιστατικό ανάθεσης, ούτε το όνομα του αποβιώσαντος αρχιερέα, ενώ δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πειστικά γιατί η οικογένειά του στοχοποιήθηκε, προβαίνοντας σε εικασίες. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεν τον προσέγγισε κανείς προσωπικά αναφορικά με τις απειλές και ότι δεν του συνέβη οτιδήποτε σε προσωπικό επίπεδο κατά την παραμονή του στη Νιγηρία, ενώ η οικογένειά του εξακολουθεί να διαμένει εκεί χωρίς πρόβλημα. Συνεπώς, κρίθηκε ότι απουσιάζει το στοιχείο της προσωπικής εμπλοκής και ότι οι ισχυρισμοί του δεν παρουσιάζουν επαρκή συνοχή και λεπτομέρεια, πλήττοντας την εσωτερική τους αξιοπιστία.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι τα λεγόμενα του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός του και, λόγω της εγγενώς υποκειμενικής φύσης των ισχυρισμών του, δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Κατά την αξιολόγηση λήφθηκε υπόψη η ανηλικότητά του, καθώς ήταν 17 ετών κατά τη συνέντευξη και 16 ετών κατά τον χρόνο των ισχυριζόμενων περιστατικών, σύμφωνα με σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες της Ε.Α.Α.Α. για την εξέταση αιτημάτων ασύλου ανηλίκων. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ψυχολογική του κατάσταση κρίθηκε καλή και δεν παρουσίασε ενδείξεις ευαλωτότητας, αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει επαρκείς και σαφείς πληροφορίες. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι η ανηλικότητά του δεν δικαιολογεί την παραχώρηση του ευεργετήματος της αμφιβολίας και, ελλείψει επαρκούς τεκμηρίωσης, ο ισχυρισμός του δεν έγινε αποδεκτός.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του μόνου αποδεδειγμένου ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, και ειδικά στην Πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, η οποία αποτελεί τον συνήθη τόπο διαμονής του, θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης του Αιτητή στο άρθρο 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα η Πολιτεία Anambra της Νιγηρίας δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Έχοντας παραθέσει το πιο πάνω ιστορικό, θεωρώ ορθό όπως εξεταστεί κατ’ αρχή ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή περί της παράβασης των διαδικαστικών εγγυήσεων και περί του ότι ο εκπρόσωπος του Αιτητή δεν ενήργησε προς συμφέρον του τελευταίου κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, όντας ανήλικος, εφόσον αυτό προηγείται της εξέτασης της ουσίας του αιτήματος διεθνούς προστασίας και δύναται να το επηρεάσει ουσιαστικά, δεδομένου ότι συναρτάται με βασικά δικαιώματα του Αιτητή, διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του, καθώς και υποχρεώσεις εκ μέρους των αρμόδιων διοικητικών οργάνων.
Τονίζεται ότι σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, τόσο το εθνικό όσο και το ενωσιακό, αιτητής/τρια ασύλου ο/η οποίος/α θεωρείται ανήλικος/κη και δη ασυνόδευτος, εμπίπτει στον ορισμό των ευάλωτων προσώπων, άρθρο 9ΚΓ του περί Προσφύγων Νόμου και αποκτά εκ του νόμου ενισχυμένες διαδικαστικές εγγυήσεις και δικαιώματα, τα οποία καθορίζουν, μεταξύ άλλων, το ειδικό καθεστώς του και τη μεταχείρισή του πριν την τελική απόφαση επί της ουσίας της αιτήσεώς του. Κυριότερα και σχετικά στην παρούσα, είναι η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, η οποία πρέπει να αποτελεί το βασικό κριτήριο κατά την εφαρμογή του περί Προσφύγων Νόμου (άρθρο 9ΚΕ) και το ότι προβλέπονται για τους ασυνόδευτους ανηλίκους ειδικές διαδικασίες και ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των αρχών το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, ενώ κατά την εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν δεόντως υπόψη ιδίως τους ακόλουθους παράγοντες: (α) Τις δυνατότητες επανένωσης της οικογένειας, (β) την ποιότητα ζωής και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη το υπόβαθρο του ανηλίκου, (γ) ζητήματα ασφάλειας και προστασίας, ιδίως εάν υπάρχει κίνδυνος να καταστεί ο ανήλικος θύμα εμπορίας προσώπων και (δ) τις απόψεις του ανηλίκου, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά του.
Το άρθρο 10 του περί Προσφύγων Νόμου, οι διατάξεις του οποίου κατά τον κ. Δημητρίου, έχουν παραβιαστεί, προνοεί τα ακόλουθα:
«[…]
(1Α) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.»
(1Β) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου στις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, ώστε να διασφαλίζει το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, και, οσάκις είναι αναγκαίο, να ασκεί νομική ικανότητα για λογαριασμό του ασυνόδευτου ανηλίκου ή να διασφαλίζει την εκπροσώπηση του ασυνόδευτου ανηλίκου σε δικαστική διαδικασία σύμφωνα με τον περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014.
(1Γ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε να παρέχεται η ευκαιρία στον εκπρόσωπο να ενημερώνει τον ασυνόδευτο ανήλικο σχετικά με το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης και, εφόσον ενδείκνυται, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο ασυνόδευτος ανήλικος πρέπει να προετοιμαστεί για την προσωπική συνέντευξη.
[…]
(1ΣΤ) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε -
(α) η συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου να διεξάγεται από αρμόδιο λειτουργό που έχει τις απαραίτητες γνώσεις για τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων∙ και
(β) τέτοιος αρμόδιος λειτουργός να προπαρασκευάζει την απόφαση επί της αίτησης.
(1ΣΤδις) Στον ασυνόδευτο ανήλικο και στον εκπρόσωπό του παρέχονται δωρεάν οι νομικές και διαδικαστικές πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο (7Γ) του άρθρου 18, καθώς και οι πληροφορίες για τις διαδικασίες ανάκλησης και εκπνοής της διεθνούς προστασίας που προβλέπονται στα άρθρα 6, 6Α, 6Β και 19, αντίστοιχα.
[…]
(2) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των εν λόγω Υπηρεσιών, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου, προκειμένου ο τελευταίος να επωφεληθεί των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Ο εν λόγω Διευθυντής ενημερώνει αμέσως τον ασυνόδευτο ανήλικο για το συγκεκριμένο πρόσωπο που ορίζεται να ενεργεί ως εκπρόσωπος του ασυνόδευτου ανηλίκου. Ο εκπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΚΕ, και διαθέτει την αναγκαία εμπειρογνωσία για το σκοπό αυτό. Για να διασφαλιστεί η ευημερία και η κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδάφιου (3) του άρθρου 9ΚΕ, η αλλαγή του προσώπου που ενεργεί ως εκπρόσωπος πραγματοποιείται μόνο όταν είναι αναγκαίο. Ο εν λόγω Διευθυντής δεν ορίζει ως εκπρόσωπο ασυνόδευτου ανηλίκου πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα συγκρούονται ή θα μπορούσαν ενδεχομένως να συγκρούονται με εκείνα του ασυνόδευτου ανηλίκου».
Περαιτέρω, το άρθρο 13Α του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί ως ακολούθως:
«(1) Πριν από τη λήψη απόφασης του Προϊσταμένου επί αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει στον αιτητή την ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης επί της ουσίας της αίτησης, η οποία διεξάγεται από αρμόδιο λειτουργό. Η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει την ευκαιρία τέτοιας προσωπικής συνέντευξης σε κάθε ενήλικα που είναι εξαρτώμενο πρόσωπο από τον αιτητή, σε περίπτωση που ο αιτητής έχει καταθέσει αίτηση εξ ονόματος τέτοιου εξαρτώμενου προσώπου.
[...]
(9) Η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι προσωπικές συνεντεύξεις διεξάγονται σε συνθήκες που επιτρέπουν στον αιτητή να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους της αίτησής του. Για το σκοπό αυτό, η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε-
[...]
(ε) οι συνεντεύξεις με ανήλικους να διεξάγονται με τρόπο κατάλληλο για παιδιά.»
Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 3 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η οποία έχει κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, προνοεί ως ακολούθως:
«Άρθρο 3.- 1. Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές λαμβάνονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής προστασίας, είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού.»
Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), στις Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Εξέταση των Αιτημάτων Ασύλου των Παιδιών στο πλαίσιο των άρθρων 1 (Α) 2 και 1 (ΣΤ) της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, παρ. 69 αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά με τους εκπροσώπους/κηδεμόνες:
«Στην περίπτωση των ασυνόδευτων ή των χωρισμένων από την οικογένειά τους παιδιών επιβάλλεται ο άμεσος και δωρεάν διορισμός ανεξάρτητου και εξειδικευμένου κηδεμόνα. Τα παιδιά που είναι βασικοί αιτούντες άσυλο στη διαδικασία ασύλου δικαιούνται επίσης νομική εκπροσώπηση. Οι νομικοί συμπαραστάτες ή εκπρόσωποι των παιδιών πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι και οφείλουν να υποστηρίζουν το παιδί καθ’ όλη τη διαδικασία.» (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).
Στην υποσημείωση 135 στην οποία παραπέμπει η ανωτέρω παράγραφος γίνεται διαχωρισμός του όρου κηδεμόνας από τον όρο νομικός εκπρόσωπος και αναφέρονται τα εξής: «Κηδεμόνας» ή «επίτροπος»: πρόκειται για ανεξάρτητο πρόσωπο με εξειδικευμένες δεξιότητες, που φροντίζει το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και γενικότερα την ευημερία του. Οι διαδικασίες για το διορισμό κηδεμόνα ή επιτρόπου δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις ισχύουσες εθνικές διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στην περίπτωση των παιδιών που είναι πολίτες της χώρας υποδοχής (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).
Με βάση τα όσα αναγράφονται στις ως άνω παρατεθείσες κατευθυντήριες οδηγίες καθώς και στην οικεία νομοθεσία προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο όρος κηδεμόνας ή εκπρόσωπος παραπέμπει σε ένα άτομο το οποίο αφενός μεν δρα νομικά για λογαριασμό του Αιτητή, αφετέρου δε ενημερώνει τον Αιτητή για τα όλα τα διαδικαστικά ζητήματα σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, όντας παράλληλα πάντοτε επιφορτισμένος με το να διασφαλίζει το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.
Από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι η διοίκηση λαμβάνοντας υπόψη την ανηλικότητα του Αιτητή, η οποία σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε και την απουσία ενήλικα προσώπου υπεύθυνου για αυτόν, προχώρησε στο διορισμό ως κηδεμόνα και εκπροσώπου/συνδρομητή του, λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), ο οποίος ήταν παρών κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του. Ως περαιτέρω παρατηρώ, μέσα από τα πρακτικά της συνέντευξης προκύπτει σαφής ενημέρωση του Αιτητή για τη διαδικασία, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια φιλικής προς το παιδί προσέγγισης. Τόσο η συνέντευξη, όσο και η Έκθεση/Εισήγηση δομήθηκαν και συντάχθηκαν με γνώμονα το στοιχείο της ανηλικότητας του Αιτητή, ενώ μέσα από τα πρακτικά της συνέντευξης δεν προκύπτουν ενδείξεις ευαλωτότητας πέραν του ηλικιακού στοιχείου[1], ενώ η ψυχολογική του κατάσταση διαφαίνεται πολύ καλή. Συνεπώς, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί και ο ισχυρισμός περί ελλιπούς δέουσας έρευνας ως προωθείται από το συνήγορο του Αιτητή, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, κρίνει ορθή την διεξαχθείσα από τους Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγηση.
Λαμβάνοντας δεόντως υπόψη ότι, ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο της συνέντευξης του ήταν ανήλικο πρόσωπο,[17 ετών και 10 μηνών] ορθά η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και με γνώμονα την ηλικία, τον βαθμό ωριμότητας και την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται και να αφηγείται τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται. Επιπλέον, αναγνωρίζεται ότι οι ανήλικοι ενδέχεται να δυσκολεύονται να παραθέσουν με ακρίβεια χρονολογίες, λεπτομέρειες ή σύνθετα γεγονότα. Ωστόσο, παρά την εφαρμογή των ανωτέρω προσαρμογών κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών του, διαπιστώνω ότι ο πυρήνας του ισχυρισμού του δεν χαρακτηρίζεται από επαρκή συνοχή και αξιοπιστία. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει βασικές πληροφορίες σχετικά με το πρόσωπο του αρχιερέα, τη διαδικασία επιλογής του διαδόχου του ή τους λόγους για τους οποίους φέρεται να επελέγη η οικογένειά του. Δήλωσε επανειλημμένα ότι δεν γνωρίζει κρίσιμες πτυχές των γεγονότων, παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός του εδράζεται ακριβώς στην υποτιθέμενη επιλογή του ιδίου ως διαδόχου του παππού του.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του παρουσιάζουν εσωτερικές ασυνέπειες. Ενώ υποστήριξε ότι δεχόταν απειλές θανάτου, ανέφερε συγχρόνως ότι ουδέποτε προσεγγίστηκε ή απειλήθηκε προσωπικά, ούτε στο χωριό Nanka ούτε στην πόλη Onitsha, όπου διέμενε πριν από την αναχώρησή του. Επιπλέον, δήλωσε ότι η οικογένειά του εξακολουθεί να διαμένει στην Onitsha χωρίς να έχει αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα μετά την αναχώρησή του, γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί άμεσου και εξατομικευμένου κινδύνου.
Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη αφενός την ανηλικότητα του Αιτητή και εφαρμόζοντας το ευεργέτημα της αμφιβολίας όπου αυτό είναι δυνατό, αφετέρου όμως τις ουσιώδεις ελλείψεις, τις εσωτερικές αντιφάσεις και την αδυναμία παροχής βασικών πληροφοριών που αφορούν τον πυρήνα του ισχυρισμού του, κρίνω ότι οι δηλώσεις του δεν πληρούν το απαιτούμενο επίπεδο αξιοπιστίας ώστε να γίνουν αποδεκτές ως πραγματικά περιστατικά.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, παρόλο που τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν προσωπικής φύσεως γεγονότα, θα μπορούσαν οι Καθ’ ων η αίτηση να προβούν σε σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές σχετικά τους παραδοσιακούς ηγέτες, τη διαδοχή σε τίτλους παραδοσιακής αρχηγίας αλλά και τις θέσεις εξουσίας εντός της παραδοσιακής θρησκείας.
Δυνάμει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, το ίδιο προέβη σε σχετική έρευνα από όπου προκύπτουν τα ακόλουθα σχετικά:
Ο πολιτικός επιστήμονας Harneit-Sievers επισημαίνει ότι η αρχηγία στην Αφρική «νομιμοποιείται με αναφορά στην “παράδοση”». Ωστόσο, προσθέτει ότι ο όρος «παραδοσιακός ηγέτης» στη σημερινή Νιγηρία δεν σημαίνει ότι αυτά τα αξιώματα είναι τα ίδια σήμερα όπως ήταν στην προαποικιακή εποχή· αυτό που σήμερα αποκαλείται «παραδοσιακό» έχει αλλάξει σημαντικά από την αποικιακή περίοδο[2].
Από τη μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης του 1976, οι θεσμοί της αρχηγίας και οι παραδοσιακοί ηγέτες έχουν ενταχθεί στη μορφή της επίσημης διοικητικής δομής σε τοπικό επίπεδο. Συνεπώς, τα αξιώματα αυτά ασκούν επίσημη εξουσία, πέρα από τη νομιμοποίηση που αντλούν από την παράδοση της κοινότητας[3].
Ο Σουλτάνος του Σοκότο, ο Εμίρης της Κάνο, ο Ομπά του Μπενίν και ο Όνι του Ίφε θεωρούνται οι τέσσερις κύριοι παραδοσιακοί ηγέτες της Νιγηρίας. Οι παραδοσιακοί αρχηγοί ασκούν σημαντική εξουσία και επιρροή στις κοινότητές τους, και τα μέλη τους απευθύνονται συχνά σε αυτούς για την επίλυση διαφορών. Στις νότιες περιοχές, οι παραδοσιακοί ηγέτες μπορούν να ενεργούν ως διαιτητές και μεσολαβητές σε διαφορές που αφορούν κληρονομικά, γάμους και ιδιοκτησιακές διαφορές, αλλά όχι σε ποινικές υποθέσεις. Σύμφωνα με έκθεση επιτόπιας έρευνας της OFPRA, οι άνθρωποι προσφεύγουν σε αυτούς τους ηγέτες κυρίως σε περιοχές όπου το κράτος της Νιγηρίας είναι σχεδόν απόν, όπως σε περιοχές που απειλούνται από την Μπόκο Χαράμ. Οι συνομιλητές επεσήμαναν μία σχετική μείωση της επιρροής των παραδοσιακών ηγετών, ιδιαίτερα στο βορρά, όπου σαλαφιστικά κινήματα προσπαθούν να αποσταθεροποιήσουν τις παραδοσιακές αρχές[4].
Όταν μια θέση παραδοσιακού ηγέτη σε μια κοινότητα μένει κενή, συνήθως παρατηρείται έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των ατόμων που πληρούν τα κριτήρια για να την καταλάβουν. Έχει αναφερθεί ότι οι θέσεις αυτές απονέμονται ακόμα και σε άτομα που θεωρούνται από πολλούς ακατάλληλα, απλώς και μόνο επειδή είναι πρόθυμα να πληρώσουν - γεγονός που προκαλεί πολλές συζητήσεις στη Νιγηρία. Σε κοινότητες όπου οι τίτλοι αρχηγίας κληρονομούνται με κάποιον τρόπο, είναι πολύ σπάνιο η άρνηση αποδοχής ενός τέτοιου τίτλου να δημιουργεί πρόβλημα. Πρώτον, είναι σπάνιο κάποιος να αρνηθεί έναν τίτλο, καθώς αυτό ισοδυναμεί με άρνηση εξουσίας, κύρους, σεβασμού και τιμής[5]. Δεύτερον, ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος αρνηθεί, π.χ. για θρησκευτικούς λόγους, συνήθως υπάρχουν και άλλα άτομα που πληρούν τα προσόντα και είναι πρόθυμα να αναλάβουν τη θέση[6].
Σύμφωνα με συνομιλητές της επιτόπιας έρευνας της OFPRA, η συμμετοχή στην ομάδα των Ogboni είναι κληρονομική για τον πρωτότοκο γιο ή κόρη, οι οποίοι εντάσσονται εθελοντικά -ακόμα και αν είναι Χριστιανοί- αν και αναφέρθηκε ότι είναι δύσκολο κάποιος να αποσυρθεί: «είναι φυσιολογικό, είναι η μοίρα μου»[7].
Δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες σε διαθέσιμες πηγές που να αναφέρουν επαληθεύσιμες περιπτώσεις όπου κάποιο άτομο αντιμετώπισε απειλές ή βία εξαιτίας της άρνησής του να αποδεχθεί τη θέση παραδοσιακού ηγέτη.
Υπάρχει μεγάλη ποικιλία θέσεων που φέρουν εξουσία και επιρροή στο πλαίσιο της παραδοσιακής θρησκείας, όπως ιερείς, χρησμολόγοι, πρόσωπα με τελετουργικά καθήκοντα, καθώς και άτομα με θρησκευτική γνώση και εμπειρία, τα οποία τη χρησιμοποιούν για τελετουργίες, κατασκευή φυλαχτών και ειδώλων, παραδοσιακή ιατρική με βότανα κ.λπ. Η πρόσβαση σε τέτοιες θέσεις μπορεί να γίνεται με διάφορους τρόπους, ωστόσο συνήθως προϋποθέτει μακρά περίοδο μαθητείας και εκπαίδευσης, προκειμένου να αποκτήσει κάποιος την απαιτούμενη επάρκεια για την ανάληψη των σχετικών καθηκόντων. Σύμφωνα με Καθηγητή του Αφρικανικού Κέντρου Σπουδών (ASC), ο οποίος έδωσε συνέντευξη στο IRB, «η θέση του αρχιερέα ή του ιερέα φετίχ δεν είναι απαραίτητο να κληρονομείται από τον πρωτότοκο υιό, καθώς αυτή αποτελεί ευρωπαϊκή και όχι αφρικανική παράδοση… η άρνηση αποδοχής του ρόλου αυτού δεν θεωρείται προσβολή προς το ιερό». Ο ίδιος Καθηγητής ανέφερε ότι ο διάδοχος συνήθως μυείται σε νεαρή ηλικία, ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα για τη λειτουργία του ιερέα[8].
Ερευνητής του Ιδρύματος Heinrich Böll στη Νιγηρία πληροφόρησε το IRB ότι, αν κάποιος «κληθεί» για έναν τέτοιο ρόλο - δηλαδή, αναγνωριστεί από ιερείς ή άλλους ηγέτες της παραδοσιακής θρησκείας ως κατάλληλος για μύηση και μελλοντική άσκηση του ρόλου του ιερέα, βοτανολόγου ή παρόμοιας θέσης - η άρνηση μπορεί να είναι δύσκολη και, ενδεχομένως, επικίνδυνη. Ωστόσο, ο Καθηγητής του ASC ανέφερε ότι δεν έχει «ποτέ ακούσει να επιβάλλεται σε κάποιον στη Νιγηρία ο ρόλος του ιερέα με το ζόρι. Το ιερό επιθυμεί έναν διάδοχο που να έχει το ενδιαφέρον και την ικανότητα για τον ρόλο»[9].
Δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες από τις διαθέσιμες πηγές που να τεκμηριώνουν επαληθεύσιμες περιπτώσεις Νιγηριανών οι οποίοι υπέστησαν απειλές ή βία λόγω της άρνησής τους να αποδεχθούν τέτοιες θέσεις για θρησκευτικούς λόγους.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη παραδοσιακών ηγετών και θρησκευτικών αξιωμάτων στη Νιγηρία, καθώς και διαδικασιών διαδοχής τους. Ωστόσο, δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό ότι η άρνηση αποδοχής τέτοιας θέσης συνεπάγεται απειλές θανάτου ή άλλες σοβαρές μορφές βίας. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πηγές αναφέρουν ότι, ακόμη και σε περίπτωση άρνησης, συνήθως υπάρχουν άλλα πρόσωπα που μπορούν να αναλάβουν τη θέση, ενώ δεν εντοπίστηκαν επαληθεύσιμες περιπτώσεις ατόμων που υπέστησαν απειλές ή βία λόγω της άρνησής τους να αποδεχθούν θέση παραδοσιακού ηγέτη ή αρχιερέα. Ως εκ τούτου, ούτε οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν τον πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή. Συνεπώς ο ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται ως αναξιόπιστος.
Από το ιστορικό του Αιτητή, όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619 ).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Νιγηρία, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην πολιτεία Anambra, τόπο συνήθους διαμονής του.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[10]
Aναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 10/04/2026), όσον αφορά την πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Aιτητή, έχουν καταγραφεί 60 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 82 θάνατοι.[11] Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2022, ο πληθυσμός της Νιγηρίας ανέρχεται σε 216,783,400 κατοίκους, και ο πληθυσμός της πολιτείας Anambra ανέρχεται στα 5,953,500[12].
Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της πολιτείας Anambra (5,953,500 κατοίκους)[13], καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ
[1] Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Αιτητής ήταν 17 ετών και 10 μηνών.
[2] Harneit-Sievers, A., Constructions of Belonging, 2006, p. 172, Harneit-Sievers, A., Constructions of Belonging – Igbo Communities and the Nigerian State in the Twentieth Century, University of Rochester Press, 2006, Δευτερογενής πηγή: EASO Country of Origin Information Report, Nigeria, Country Focus, June 2017, ενότητα 7, https://www.ecoi.net/en/file/local/1400411/90_1496729214_easo-country-focus-nigeria-june2017.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026).
[3] Harneit-Sievers, A., Constructions of Belonging, 2006, p. 174, Harneit-Sievers, A., Constructions of Belonging – Igbo Communities and the Nigerian State in the Twentieth Century, University of Rochester Press, 2006. Δευτερογενής πηγή: EASO Country of Origin Information Report, Nigeria, Country Focus, June 2017, ενότητα 7, https://www.ecoi.net/en/file/local/1400411/90_1496729214_easo-country-focus-nigeria-june2017.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026).
[4] OFPRA (Office français de protection des réfugiés et apatrides), Rapport de mission en République fédérale du Nigeria, du 9 au 21 septembre 2016, Mission organisée par l’OFPRA avec la participation de la Cour nationale du droit d’asile (CNDA), https://www.ofpra.gouv.fr/sites/default/files/atoms/files/1612_nig_ffm_ sp.pdf, Δευτερογενής πηγή: EASO Country of Origin Information Report, Nigeria, Country Focus, June 2017, ενότητα 7, https://www.ecoi.net/en/file/local/1400411/90_1496729214_easo-country-focus-nigeria-june2017.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026).
[5] Bukhari Bello, leader of the National Human Rights Commission (NHRC), interview Landinfo, Abuja, March 2006. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026).
[6] See for example BBC, Nigerians Go Crazy for a Title, 1 August 2007, http://news.bbc.co.uk/2/hi/africa/6924870.stm, accessed 17 March 2017, Δευτερογενής πηγή: EASO Country of Origin Information Report, Nigeria, Country Focus, June 2017, ενότητα 7, https://www.ecoi.net/en/file/local/1400411/90_1496729214_easo-country-focus-nigeria-june2017.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026).
[7] OFPRA, Rapport de mission en République fédérale du Nigeria, December 2016, pp. 49-50. OFPRA (Office français de protection des réfugiés et apatrides), Rapport de mission en République fédérale du Nigeria, du 9 au 21 septembre 2016, Mission organisée par l’OFPRA avec la participation de la Cour nationale du droit d’asile (CNDA), https://www.ofpra.gouv.fr/sites/default/files/atoms/files/1612_nig_ffm_ sp.pdf, Δευτερογενής πηγή: EASO Country of Origin Information Report, Nigeria, Country Focus, June 2017, ενότητα 7, https://www.ecoi.net/en/file/local/1400411/90_1496729214_easo-country-focus-nigeria-june2017.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026).
[8] Nigeria: Consequences for parents who refuse to submit their daughters to the practice of female genital mutilation; reports of women, girls or children being abducted and forced to undergo the procedure; response by authorities to complaints; and legal recourse, NGA101531.E, 30 October 2006, http://www.refworld.org/docid/45f147861b.html, Δευτερογενής πηγή: EASO Country of Origin Information Report, Nigeria, Country Focus, June 2017, ενότητα 7, https://www.ecoi.net/en/file/local/1400411/90_1496729214_easo-country-focus-nigeria-june2017.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026).
[9] Nigeria: Consequences for parents who refuse to submit their daughters to the practice of female genital mutilation; reports of women, girls or children being abducted and forced to undergo the procedure; response by authorities to complaints; and legal recourse, NGA101531.E, 30 October 2006, http://www.refworld.org/docid/45f147861b.html, Δευτερογενής πηγή: EASO Country of Origin Information Report, Nigeria, Country Focus, June 2017, ενότητα 7, https://www.ecoi.net/en/file/local/1400411/90_1496729214_easo-country-focus-nigeria-june2017.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026).
[10] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 25/02/2026]
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Anambra State, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/04/2026).
[12] City Population, Nigeria, Anambra State, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/?admid=5732 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/04/2026).
[13] Ibid
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο