ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
31 Ιουλίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.A.
από Νιγηρία
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτήτρια: Τζ. Μπετίτο (κος) για Ε. Μυριάνθους (κα)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Δημητρίου (κα)
Αιτήτρια παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 19.09.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τ1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας την οποία εγκατέλειψε στις 02.02.2023 και εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές στις 30.03.2023 μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Στις 11.04.2023 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 10.08.2023 πραγματοποιήθηκε προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης, υπέβαλε στις 19.09.2023 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησής της. Ακολούθως, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε στις 19.09.2023 την εν λόγω εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην τελευταία στις 05.10.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Την εν λόγω απόφαση αμφισβητεί η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου της, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα και κατά παράβαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά οι προσωπικές της περιστάσεις και η ιδιαίτερη ευαλωτότητά της, ούτε παραπέμφθηκε σε ψυχολόγο προς αξιολόγηση της ψυχικής της κατάστασης. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν συνεκτίμησαν επαρκώς τους ισχυρισμούς της περί φόβου δίωξης, την αδυναμία του κράτους καταγωγής της να της παράσχει αποτελεσματική προστασία, καθώς και την έλλειψη εύλογης δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης. Τέλος, ισχυρίζεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα, άλλως για την υπαγωγή της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ενώ παραβιάστηκε και το άρθρο 13(4) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν της παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση δια της προφορικής τους αγόρευσης ενώπιον του Δικαστηρίου, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΛΟΓΩΝ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παράβασης των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου
Έχοντας εξετάσει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό της Αιτήτριας περί παράβασης των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, λόγω της παράλειψης της Υπηρεσίας Ασύλου να εντοπίσει τις ειδικές διαδικαστικές της ανάγκες και να την παραπέμψει για ψυχολογική αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο σχετικός λόγος ακύρωσης είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα, από το σύνολο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη, ήδη από το στάδιο της υποδοχής της Αιτήτριας, στην απαιτούμενη αξιολόγηση των ενδεχόμενων ειδικών διαδικαστικών της αναγκών. Στο πλαίσιο αυτό συμπληρώθηκε το προβλεπόμενο «Referral Document for Special Needs for Applicants of International Protection» (βλ. ερ. 7-8 του δ.φ) , στο οποίο εξετάστηκε η τυχόν υπαγωγή της σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες αιτητών με ειδικές ανάγκες που προβλέπει ο νόμος, περιλαμβανομένων των προσώπων με ψυχικές διαταραχές ή ψυχολογικά προβλήματα και των θυμάτων βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών μορφών σωματικής ή ψυχολογικής βίας.. Εντούτοις, δεν σημειώθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε τέτοιας περίπτωσης, ενώ καταγράφηκε ρητώς ότι δεν εντοπίστηκε ούτε δηλώθηκε από την ίδια την Αιτήτρια οποιαδήποτε εμφανής ή άλλη ειδική ανάγκη. Περαιτέρω, στο ίδιο έντυπο δεν καταγράφηκε η ανάγκη λήψης οποιουδήποτε ειδικού μέτρου ούτε ως προς τις συνθήκες υποδοχής ούτε ως προς την πρόσβασή της στη διαδικασία εξέτασης της αίτησής της.
Πρόσθετα, πριν από τη διενέργεια της προσωπικής συνέντευξης, η Αιτήτρια υποβλήθηκε σε διαδικασία αξιολόγησης της ευαλωτότητας και των ειδικών διαδικαστικών της αναγκών, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες (βλ. ερ. 23-13 του δ.φ.). Στο πλαίσιο της εν λόγω αξιολόγησης καταγράφηκε ότι η ίδια ανέφερε πως υπήρξε θύμα σωματικής βίας κατά τη διάρκεια επίθεσης των Fulani, κατά την οποία κάηκε η οικία της και σκοτώθηκε ο πατέρας της, ενώ επισημάνθηκε ότι είχε τραυματιστεί στο πόδι. Παρά ταύτα, κατά την ίδια διαδικασία δήλωσε ρητώς ότι δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή ψυχικής υγείας, ούτε οποιαδήποτε αναπηρία ή άλλη ειδική ανάγκη. Αντιθέτως, στην έκθεση αξιολόγησης καταγράφηκε ότι ήταν συνεργάσιμη, επικοινωνούσε με συνοχή και οργάνωση, παρουσίαζε σταθερή συναισθηματική κατάσταση, δεν ανέφερε φόβους ή άλλες ανησυχίες, αισθανόταν ασφαλής στην Κύπρο και δεν εντοπίστηκαν εμφανείς ή δηλωθείσες ειδικές ανάγκες που να δικαιολογούν παραπομπή σε εξειδικευμένο επαγγελματία ή άμεση παρακολούθηση. Ως εκ τούτου, η συνολική αξιολόγηση κατέταξε την περίπτωσή της σε χαμηλό επίπεδο κινδύνου (low risk), χωρίς να συστηθεί οποιαδήποτε άμεση παραπομπή ή παρακολούθηση.
Περαιτέρω, κατά την έναρξη της προσωπικής συνέντευξης ο Λειτουργός επιβεβαίωσε ότι η Αιτήτρια ήταν σε θέση να συμμετάσχει στη διαδικασία. Μολονότι εκείνη ανέφερε ότι δεν αισθανόταν πολύ καλά λόγω έλκους, διευκρίνισε ότι μπορούσε να συνεχίσει κανονικά τη συνέντευξη, ενώ όταν ερωτήθηκε ειδικώς εάν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή άλλη ιατρική κατάσταση απάντησε αρνητικά. Καθ' όλη τη διάρκεια της συνέντευξης προκύπτει ότι κατανόησε πλήρως τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, απάντησε εκτενώς σε αυτές, ζήτησε και έλαβε διάλειμμα, ενώ στο τέλος επιβεβαίωσε ότι το περιεχόμενο των πρακτικών αποτύπωνε πιστά τις δηλώσεις της και δεν επιθυμούσε να προσθέσει ή να διορθώσει οτιδήποτε.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια παρουσίαζε κατά τον κρίσιμο χρόνο ψυχολογικά προβλήματα ή άλλες ειδικές διαδικαστικές ανάγκες οι οποίες να επέβαλλαν, αυτεπαγγέλτως, την παραπομπή της για ψυχολογική αξιολόγηση ή τη λήψη πρόσθετων διαδικαστικών εγγυήσεων. Το γεγονός και μόνον ότι επικαλέστηκε βίαια περιστατικά στη χώρα καταγωγής της δεν αρκεί, αφ' εαυτού, για να θεμελιώσει υποχρέωση παραπομπής σε ψυχολόγο, ελλείψει αντικειμενικών ενδείξεων ότι η ψυχική της κατάσταση επηρέαζε ή μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητά της να συμμετάσχει ουσιαστικά και αποτελεσματικά στη διαδικασία εξέτασης της αίτησής της.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη στην απαιτούμενη αξιολόγηση της ευαλωτότητας της Αιτήτριας, εξέτασε τις ιδιαίτερες περιστάσεις της περίπτωσής της και, βάσει των τότε διαθέσιμων στοιχείων, ευλόγως κατέληξε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι παραπομπής της για ψυχολογική αξιολόγηση ή εφαρμογής πρόσθετων διαδικαστικών εγγυήσεων. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται παράβαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου ούτε οποιαδήποτε διαδικαστική πλημμέλεια ικανή να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας
Ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας συνδέεται άρρηκτα με την ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, η βασιμότητά του εξετάζεται σε συνάρτηση με την ορθότητα της αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών, της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας και της εφαρμογής του περί Προσφύγων Νόμου.
Επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης
εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[1].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Οι δηλώσεις της Αιτήτριας
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία, ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας της σύγκρουσης και της αστάθειας λόγω θρησκευτικών παραγόντων. Ανέφερε ότι προέρχεται από το βόρειο τμήμα της πατρίδας της και στην περιοχή της υπάρχουν δύο κύριες θρησκευτικές ομάδες, οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι Μουσουλμάνοι ονομάζονται Fulani και αυτοί δημιουργούν μια πολεμική κατάσταση και διαμάχη με τους Χριστιανούς. Υποστήριξε ότι τον Ιανουάριο του 2023, έχασε τον πατέρα και τον αδελφό της από αυτή την κατάσταση αφού σκοτώθηκαν από τους Fulani, ενώ η μητέρα της κατάφερε να διαφύγει. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι όταν συνέβη αυτό, η ίδια και ο αδελφός της είχαν τραυματιστεί μερικώς και πρόσθεσε ότι πήρε την απόφαση να φύγει από τη χώρα της αφού δεν μπορούσε πλέον να ζει μέσα στην ανασφάλεια. Τέλος, η Αιτήτρια ανέφερε ότι κινδυνεύει η ζωή της και αδυνατεί να επιστρέψει πίσω στη Νιγηρία.
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ungwan Mada της Kaduna State της Νιγηρίας. Ανέφερε ότι σε ηλικία δέκα ετών μετακόμισε μαζί με την οικογένειά της στο χωριό Mangu της Plateau State, όπου διέμεινε για περίπου έξι χρόνια. Ακολούθως, το 2018 μετέβη στη Lagos State, όπου διέμεινε μαζί με την αδελφή της για ένα περίπου έτος, εργαζόμενη ως καθαρίστρια, ενώ στη συνέχεια επέστρεψε στο Ungwan Mada, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της. Δήλωσε ότι το τελευταίο διάστημα πριν από την αναχώρησή της διέμενε εκεί μαζί με την οικογένειά της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2016 στην All Nation Academy, στην περιοχή Dasharong της Plateau State και ότι ομιλεί τις γλώσσες hausa, english και ninzo. Ως προς το εργασιακό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της αναζήτησε εργασία και από τον Φεβρουάριο του 2018 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2019 εργάστηκε ως καθαρίστρια στη Lagos State, χωρίς να έχει ασκήσει οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα.
Αναφορικά με την οικογένειά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει, όπως και τα τέσσερα αδέλφια της, και ότι είναι πλέον το μοναδικό επιζών μέλος της οικογένειάς της. Υποστήριξε ότι ο πατέρας της ήταν γιατρός και παράλληλα κοινοτικός αρχηγός (youth chairman), ενώ η μητέρα της ήταν έμπορος. Ανέφερε ότι δεν διατηρεί πλέον επαφή με συγγενείς στη Νιγηρία, πλην ενός θείου ο οποίος τη βοήθησε στην έκδοση του διαβατηρίου της και με τον οποίο επικοινώνησε για τελευταία φορά λίγους μήνες πριν από τη συνέντευξη. Δήλωσε επίσης ότι δεν έχει συγγενείς στην Κύπρο ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ως προς το ταξίδι της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αναχώρησε αεροπορικώς από τη Lagos, ταξίδεψε μέσω Κωνσταντινούπολης και στη συνέχεια έφθασε στα κατεχόμενα, από όπου εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Δήλωσε ότι εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία με διαβατήριο και φοιτητική θεώρηση εισόδου, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να φοιτήσει αλλά ότι εξασφάλισε τα ταξιδιωτικά της έγγραφα προκειμένου να εγκαταλείψει τη Νιγηρία και να ζητήσει διεθνή προστασία. Υποστήριξε ότι αντιμετώπισε δυσκολίες κατά την έκδοση του διαβατηρίου της και ότι τελικώς αυτό κατέστη δυνατό χάρη στη βοήθεια θείου της, ο οποίος γνώριζε πρόσωπο στην αρμόδια υπηρεσία. Δήλωσε ακόμη ότι τα έξοδα του ταξιδιού καλύφθηκαν από προσωπικές αποταμιεύσεις και από χρήματα που εξασφάλισε η μητέρα της μέσω πώλησης οικογενειακής γης.
Αναφορικά με την ουσία του αιτήματός της και τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία λόγω των συνεχών επιθέσεων των Fulani, οι οποίοι, όπως ανέφερε, πραγματοποιούσαν δολοφονίες, απαγωγές και επιθέσεις κατά των κατοίκων της περιοχής της. Δήλωσε ότι η ίδια υπήρξε θύμα ένοπλης επίθεσης στις 23 Δεκεμβρίου 2019, όταν ταξίδευε με την αδελφή της με λεωφορείο από τη Lagos προς το χωριό τους για τις γιορτές. Όπως ανέφερε, κοντά στην Abaji ένοπλοι σταμάτησαν το λεωφορείο, απήγαγαν πέντε νεαρές γυναίκες και άρχισαν να πυροβολούν τους επιβάτες. Κατά την επίθεση τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι και από μαχαίρι στο χέρι. Υποστήριξε ότι η ίδια και η αδελφή της διέφυγαν από το παράθυρο του λεωφορείου προς γειτονική δασική περιοχή, όπου παρέμειναν μέχρι να σταματήσουν οι πυροβολισμοί. Ακολούθως βγήκαν στον δρόμο, σταμάτησαν διερχόμενο όχημα και μετέβησαν σε νοσοκομείο στην Abuja, όπου έλαβε τις πρώτες βοήθειες και παρέμεινε νοσηλευόμενη για δύο ημέρες.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η οικογένειά της αποτέλεσε επίσης στόχο επιθέσεων των Fulani εξαιτίας διαφωνίας του πατέρα της με μέλη της συγκεκριμένης ομάδας σχετικά με καταστροφές που προκάλεσαν σε αγροτικές εκτάσεις της κοινότητας. Ανέφερε ότι, μετά από σχετική αντιπαράθεση, ο πατέρας της δέχθηκε απειλές και λίγες ημέρες αργότερα ένοπλοι επιτέθηκαν στην οικογενειακή τους κατοικία κατά τη διάρκεια της νύχτας, πυροβολώντας τον πατέρα της και δύο από τις αδελφές της, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους, ενώ η ίδια και η μητέρα της κατάφεραν να διαφύγουν. Υποστήριξε ακόμη ότι μεταγενέστερα σκοτώθηκε και ο μεγαλύτερος αδελφός της από μέλη των Fulani, ενώ το 2023 πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς ότι και η μητέρα της με τον δεύτερο αδελφό της σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια νέας επίθεσης στην περιοχή Mangu της Plateau State, χωρίς έκτοτε να έχει οποιαδήποτε επαφή με άλλο μέλος της οικογένειάς της.
Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν θεωρεί πως μπορεί να λάβει προστασία από τις νιγηριανές αρχές, ότι ουδέποτε εξέτασε το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή της Νιγηρίας και ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, φοβάται ότι ενδέχεται να χάσει τη ζωή της.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε επί των όσων η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, διαφαίνεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου εντόπισε και εξέτασε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ο οποίος έγινε αποδεκτός.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τη γενική κατάσταση ανασφάλειας που επικρατεί στην περιοχή καταγωγής της Αιτήτριας, τις επιθέσεις των Fulani και τον ισχυριζόμενο θάνατο των μελών της οικογένειάς της, καθώς και τον τραυματισμό της ίδιας, ο οποίος απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος.
Συγκεκριμένα, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει συνεκτική, ευλογοφανή και επαρκώς λεπτομερή αφήγηση ως προς γεγονότα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός της. Ειδικότερα, διαπίστωσε ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον χρόνο θανάτου των μελών της οικογένειάς της, τόσο μεταξύ των δηλώσεών της κατά τη συνέντευξη όσο και σε σύγκριση με όσα είχε δηλώσει στην αίτησή της για διεθνή προστασία και κατά την αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της, χωρίς η ίδια να παράσχει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση όταν της επισημάνθηκαν οι αντιφάσεις αυτές. Επιπλέον, έκρινε ως μη ευλογοφανείς τις δηλώσεις της σχετικά με τον τρόπο που πληροφορήθηκε τον θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού της, ενώ εντόπισε περαιτέρω αντίφαση ως προς τον τρόπο τραυματισμού της, καθώς και ασυνέπειες ως προς την περιγραφή της νοσηλείας και της διαφυγής της μετά την ένοπλη επίθεση στο λεωφορείο.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός σημείωσε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν υποστηρίζονταν από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ενώ, μολονότι οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαίωναν την ύπαρξη επιθέσεων και συγκρούσεων στην πολιτεία Kaduna, δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιώσουν τα ατομικά περιστατικά που επικαλέστηκε. Υπό το φως των διαπιστωθεισών αντιφάσεων, της έλλειψης ευλογοφάνειας και των ανεπαρκών λεπτομερειών, ο Λειτουργός κατέληξε ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός.
Εν συνεχεία, ο Λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου στηριζόμενος αποκλειστικά στον μοναδικό αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και την περιοχή καταγωγής της Αιτήτριας. Λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, έκρινε ότι, μολονότι στην πολιτεία Kaduna καταγράφονται περιστατικά αδιάκριτης βίας, η έντασή τους δεν ανέρχεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε κάθε άμαχος που επιστρέφει εκεί να διατρέχει, εκ μόνου του λόγου της παρουσίας του, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Συνεκτιμώντας δε το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικη, υγιή, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς διαπιστωμένες ιδιαίτερες ανάγκες και με συγγενικούς δεσμούς δευτέρου βαθμού στην περιοχή καταγωγής της, κατέληξε ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Τέλος, έκρινε ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησής της.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Από τις δηλώσεις της προκύπτουν με επαρκή σαφήνεια η υπηκοότητά της, ο τόπος καταγωγής και διαμονής της, το οικογενειακό, εκπαιδευτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, στοιχεία τα οποία δεν αμφισβητούνται ούτε από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο του διοικητικού φακέλου. Ως εκ τούτου, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός ορθώς έγινε αποδεκτός.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω της γενικότερης κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στην περιοχή της, των επιθέσεων των Fulani και των συνεπειών που αυτές είχαν για την ίδια και την οικογένειά της, κρίνω ότι η κατάληξη των Καθ' ων η αίτηση περί απόρριψής του είναι ορθή.
Ειδικότερα, κατά την προσωπική της συνέντευξη η Αιτήτρια προέβη σε σειρά δηλώσεων που παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς γεγονότα τα οποία βρίσκονται στον πυρήνα του αιτήματός της. Οι αντιφάσεις αυτές αφορούν, πρωτίστως, τον χρόνο θανάτου των μελών της οικογένειάς της, καθώς η ίδια προέβαλε διαφορετικές εκδοχές όχι μόνο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αλλά και σε σύγκριση με όσα είχε προηγουμένως δηλώσει στην αίτησή της για διεθνή προστασία και κατά την αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της. Αντίστοιχα, αντιφατικές υπήρξαν και οι δηλώσεις της ως προς τον τρόπο με τον οποίο τραυματίστηκε, αφού άλλοτε απέδωσε τον τραυματισμό της σε ένοπλη επίθεση κατά λεωφορείου και άλλοτε στην επίθεση των Fulani στην οικογενειακή της κατοικία. Παρά το γεγονός ότι οι αντιφάσεις αυτές τέθηκαν ενώπιόν της κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η ίδια δεν προέβη σε οποιαδήποτε εύλογη ή πειστική εξήγηση, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι δεν είχε μεταβάλει τους ισχυρισμούς της.
Περαιτέρω, δεν δύναμαι να παραβλέψω ότι η αφήγησή της παρουσίασε και στοιχεία μειωμένης ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, η εξήγηση που παρείχε αναφορικά με τον τρόπο που πληροφορήθηκε τις συνθήκες θανάτου του μεγαλύτερου αδελφού της δεν κρίνεται πειστική, ενώ και η περιγραφή των περιστάσεων του τραυματισμού, της νοσηλείας και της διαφυγής της μετά την επίθεση χαρακτηρίζεται από ασυνέπειες και έλλειψη συνοχής. Πρόκειται για γεγονότα τα οποία, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς της, αποτέλεσαν τους βασικούς λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, εύλογα δε αναμενόταν από την ίδια να είναι σε θέση να τα αφηγηθεί κατά τρόπο σαφή, συνεκτικό και απαλλαγμένο από ουσιώδεις αντιφάσεις.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, συμφωνώ με την εκτίμηση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι ανωτέρω αντιφάσεις και ασυνέπειες δεν αφορούν δευτερεύουσες λεπτομέρειες αλλά στοιχεία που άπτονται του πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας και, ως εκ τούτου, επηρεάζουν καθοριστικά την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθεί κατά τον απαιτούμενο βαθμό και ορθώς απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος.
Κατά συνέπεια, από το σύνολο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η διοίκηση προέβη σε επαρκή και εμπεριστατωμένη εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και κατέληξε σε αιτιολογημένη απόφαση. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της Αιτήτριας απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών της Αιτήτριας που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[2]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[3] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[4] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στο χωριό Ungwan Mada της Sanga Local Government Area (LGA) της Πολιτείας Kaduna της Νιγηρίας.
Από την έρευνα αυτή, προέκυψε ότι σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 17.07.2026), στην εν λόγω περιοχή, καταγράφηκαν 50 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 73 θάνατοι.[5] Σημειώνεται πως σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2022, ο πληθυσμός της πολιτείας Kaduna ανήλθε σε 9,032,200 κατοίκους[6].
Ενόψει των ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας χαρακτηρίζεται από τέτοιο βαθμό αδιάκριτης βίας ώστε, λόγω και μόνον της παρουσίας της εκεί, να υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν προέβαλε, ούτε προέκυψαν από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ή της ενώπιόν μου διαδικασίας, εξατομικευμένες περιστάσεις ή προσωπικά χαρακτηριστικά ικανά να αυξήσουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Ειδικότερα, λαμβανομένης υπόψη της απόρριψης ως μη αξιόπιστου του ισχυρισμού της περί στοχοποίησής της από ένοπλες ομάδες, απομένει το προσωπικό της προφίλ, από το οποίο προκύπτει ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, η οποία ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εργαζόταν πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της και δεν δήλωσε προβλήματα υγείας ή άλλη ιδιαίτερη ευαλωτότητα. Δεν αναδείχθηκαν, ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιόν μου, στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης ατομικών χαρακτηριστικών ικανών να αυξήσουν ειδικώς τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου, πρόσθετα και συμπληρωματικά των ανωτέρω, ότι η χώρα καταγωγής της Αιτήτριας (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα και με το πιο πρόσφατο Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 29.05.2026 (Κ.Δ.Π. 242/2026), χωρίς εν προκειμένω η Αιτήτρια να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Με βάση το σύνολο των ενώπιον μου δεδομένων, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010
[2] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[3] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[4] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Region: Kaduna, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 28/07/2026).
[6] City Population, Kaduna State, Nigeria, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/?admid=5746 (ημερομηνία πρόσβασης 28/07/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο