B. E. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4325/2023, 8/7/2026
print
Τίτλος:
B. E. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4325/2023, 8/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ;

Υπoθ. Αρ.: 4325/2023  

08 Ιουλίου 2026

  

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ:

                                               1. B. E.

            2. C. P. E.                             

                                             3. N. C. E.                                                                                                                                                                                                                                              Αιτητών

-και- 

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου 

 

Καθ’ ων η Αίτηση

 

Χρ. Παφίτη (κα) για Γ. Βασιλόπουλο (κο),  Δικηγόρος για τους Αιτητές

Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

  

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.Με την παρούσα προσφυγή, οι Αιτητές, προσβάλλουν την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 03/10/2023 σύμφωνα με την οποία το αίτημά τους για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλούν το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, έκδηλα παράνομη, αντίθετη προς το Σύνταγμα. 

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής 1 είναι ενήλικας, υπήκοος Νιγηρίας και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 02/12/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Ο Αιτητής 1 συνοδεύεται από τη σύζυγό του, Αιτήτρια 2, επίσης υπήκοο Νιγηρίας και κάτοχο διαβατηρίου της χώρας της, η οποία συμπλήρωσε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 02/12/2022. Οι Αιτητές 1 και 2 στις 07/09/2022 και ενόσω βρίσκονταν στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου απέκτησαν τέκνο το οποίο συμπεριέλαβαν στην αίτηση διεθνούς προστασίας τους και αποτελεί την Αιτήτρια 3 στην παρούσα διαδικασία.

 

Στις 06/12/2022 διενεργήθηκε αξιολόγηση ευαλωτότητας των Αιτητών 1 και 2, βάσει της οποίας αμφότεροι κρίθηκαν «μεσαίου ρίσκου».

 

Στις 21/08/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή 1 και στις 22/08/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας 2 από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής «λειτουργός»). Η Αιτήτρια 2 κατά τη συνέντευξή της κυοφορούσε στο δεύτερο τέκνο. Στις 25/08/2023 ο λειτουργός συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος των Αιτητών. Στις 31/08/2023, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 03/10/2023, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από τον Αιτητή 1 στις 20/10/2023, θέτοντας την υπογραφή του, αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που κατανοεί, ήτοι την αγγλική.

 

Εμπρόθεσμα, οι Αιτητές, μέσω του τότε συνηγόρου τους, καταχώρισαν την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο με τη γραπτή τους αγόρευση, προωθούν ορισμένους εξ αυτών. Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε επαρκή έρευνα σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν, ότι η απόφασή τους λήφθηκε υπό πλάνη και είναι αναιτιολόγητη.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση με τη γραπτή τους αγόρευση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης απορρίπτοντας όλους τους προωθούμενους από τους Αιτητές ισχυρισμούς. Αποτελεί θέση τους πως οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν ορθά και νόμιμα και μετά από δέουσα έρευνα εξέδωσαν πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, ως εκ τούτου καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Ακολούθως οι Αιτητές προχώρησαν σε αντικατάσταση του δικηγόρου τους, με τον τελευταίο να υποβάλλει με άδεια του Δικαστηρίου συμπληρωματική γραπτή αγόρευση. Αποτελεί επιπλέον θέση του συνηγόρου ότι στο πλαίσιο του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας, δεν διεξήχθη οποιαδήποτε αξιολόγηση για το βέλτιστο συμφέρων των ανήλικων τέκνων των Αιτητών καθιστώντας την τελική απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση τρωτή.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση στη συμπληρωματική τους γραπτή αγόρευση αντικρούουν τον ισχυρισμό περί μη αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων τέκνων των Αιτητών και παραπέμπουν σε αποσπάσματα από την εισηγητική έκθεση του λειτουργού, βάσει των οποίων διαφαίνεται ότι η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε όλες τις παραμέτρους που αφορούν τα ανήλικα τέκνα των Αιτητών, προβάλλοντας ότι οι προβληθέντες από την πλευρά των Αιτητών ισχυρισμοί είναι ανυπόστατοι.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο των διευκρινήσεων και αφού έγινε για δεύτερη φορά αλλαγή δικηγόρου, η συνήγορος των Αιτητών προώθησε τον λόγο περί έλλειψης δέουσας έρευνας κυρίως ως προς το βέλτιστο συμφέρων των ανήλικων τέκνων, προβάλλοντας ότι η απόφαση καθίσταται παράνομη λόγω ελλιπούς και/ή εσφαλμένης αιτιολογίας. Οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της Ένστασης και των γραπτών τους αγορεύσεων, αναφέροντας ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε έρευνα βάσει της οποίας διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος η θυγατέρα των Αιτητών, Αιτήτρια 3 στην παρούσα, να υποβληθεί σε διαδικασία ΑΓΓΟ και επομένως εξετάστηκε το βέλτιστο συμφέρον της.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος των Αιτητών, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλαν σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός τους, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους ισχυρισμούς.

 

Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία ο Αιτητής 1 δήλωσε πως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του επειδή αρνήθηκε να διαδεχτεί τον αποβιώσαντα πατέρα του στη θέση του αρχιερέα στο μαντείο λόγω της θρησκείας του. Πρόσθεσε πως η τιμωρία για την άρνησή του είναι ο θάνατος και ότι οι πρεσβύτεροι έστειλαν νέους για να του επιτεθούν και να τον σκοτώσουν. Τέλος, κατέγραψε ότι κατάφερε να διαφύγει με τη βοήθεια ενός καθολικού ιερέα (ερυθρό 4 του διοικητικού φακέλου).

 

Η Αιτήτρια 2 κατέγραψε στην αίτησή της για διεθνή προστασία ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή η ζωή του συζύγου της βρίσκεται σε κίνδυνο, καθότι κάποια άτομα απείλησαν να τον σκοτώσουν λόγω της άρνησής του να υπηρετήσει το μαντείο του χωριού (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη συνέντευξη για αξιολόγηση της ευαλωτότητας, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπισε ο σύζυγός της και αναφέρθηκε σε θέματα υγείας της τα οποία προέκυψαν μετά τον τοκετό (ερυθρά 30-29 του διοικητικού φακέλου).

 

Στο πλαίσιο της συνέντευξής του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (ερυθρά 86-72 του διοικητικού φακέλου), ο Αιτητής 1 επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής την περιοχή Nnewi της πολιτείας Anambra και με τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής την περιοχή Maryland στην πολιτεία Enugu. Δήλωσε Χριστιανός Καθολικός ως προς το θρήσκευμα και Igbo ως προς την εθνοτική ομάδα. Κατά δήλωσή του απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία ως αγρότης μαζί με τους γονείς του.

 

Ως προς την οικογένειά του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η σύζυγός του και η ανήλικη θυγατέρα του βρίσκονται μαζί του στη Δημοκρατία και ως προς τους λοιπούς συγγενείς του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του έχει αποβιώσει από φυσικά αίτια, πιθανώς τον Σεπτέμβριο του 2020, η μητέρα του διαμένει στο χωριό, ενώ ο αδελφός του διαμένει στην περιοχή Maryland της Enugu. Στο πλαίσιο της οικογενειακής ενότητας, συναίνεσε όπως η αίτησή του εξεταστεί από κοινού με αυτή της συζύγου του και του τέκνου τους.

 

Αναφορικά με λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του, ο Αιτητής συνέδεσε τον φόβο του με την ιδιότητά του ως μέλους συγκεκριμένης οικογενειακής γραμμής στο χωριό του και με παραδοσιακές πρακτικές που, κατά τους ισχυρισμούς του, σχετίζονται με πρόσωπα που αποκαλούνται «Osun» ή «Osu». Κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ανέφερε ότι στην κοινότητά του υφίσταται παράδοση σύμφωνα με την οποία, κατά το παρελθόν, πρόσωπα που αιχμαλωτίζονταν σε πολέμους με άλλες κοινότητες αφιερώνονταν σε τοπικό ιερό. Ισχυρίστηκε ότι οι απόγονοι αυτών των προσώπων θεωρούνται επίσης «Osun» ή «Osu Igbo», υπόκεινται σε κοινωνικούς και θρησκευτικούς περιορισμούς. Ανέφερε ότι τα πρόσωπα αυτά δεν δύνανται να συμμετέχουν σε ορισμένες κοινωνικές εκδηλώσεις ή τελετές ή και παντρεύονται άλλα πρόσωπα της ίδιας κατηγορίας, ενώ εκτός της κοινότητας μπορούν να παντρευτούν όποιον τους αποδεχθεί.

 

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του υπηρετούσε το ιερό «Ijogun» ως αρχιερέας. Ανέφερε ότι ο ίδιος επειδή είναι ο πρωτότοκος υιός, μετά τον θάνατο του πατέρα του αναμενόταν να αναλάβει τη θέση αυτή και να συνεχίσει τα καθήκοντα του πατέρα του. Κατά τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας του έγινε αρχιερέας σε προχωρημένη ηλικία, όταν εγκαταστάθηκε στο χωριό, και υπηρέτησε στη θέση αυτή περίπου έξι ή επτά χρόνια. Εξήγησε ότι πριν από τον πατέρα του υπήρχε άλλος αρχιερέας, ονόματι Edewneze, ο οποίος δεν είχε διάδοχο ή τέκνο για να τον διαδεχθεί, και ότι ο πατέρας του επελέγη επειδή ήταν το γηραιότερο πρόσωπο στη γραμμή. Ανέφερε ότι, ως αρχιερέας, ο πατέρας του υπόκειτο σε διάφορους περιορισμούς, μεταξύ άλλων ως προς τις τροφές που μπορούσε να καταναλώνει και τους τόπους στους οποίους μπορούσε να μεταβαίνει. Κατά τον ίδιο, ο πατέρας του όφειλε να διαμένει σε ειδική οικία κοντά στο ιερό, η οποία προοριζόταν για όποιον υπηρετούσε ως αρχιερέας, και δεν μπορούσε να κοιμηθεί στην οικογενειακή οικία ή εκτός της προβλεπόμενης κατοικίας, ακόμη και όταν επισκεπτόταν την οικογένεια στην Maryland.

 

Ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, τον προσέγγισαν πρεσβύτεροι της κοινότητας και του υπενθύμισαν ότι όφειλε να συνεχίσει την παράδοση. Εξήγησε ότι, μετά την ταφή του πατέρα του, προβλέπεται τελετή κατά την οποία παραδίδεται στον διάδοχο το “Ofor”, το οποίο περιέγραψε ως αντικείμενο εξουσίας που αποδεικνύει την ιδιότητα του προσώπου. Διευκρίνισε ότι στην τελετή αυτή δεν συμμετέχουν όλοι οι χωρικοί, αλλά μόνο λίγα πρόσωπα συνδεδεμένα με το ιερό. Ωστόσο, σε σχέση με τη δική του περίπτωση, δήλωσε ότι δεν συμμετείχε στην τελετή και ότι το “Ofor” δεν του παραδόθηκε, καθώς, όταν ενημερώθηκε για την υποχρέωση αυτή, δεν επικοινώνησε με τους πρεσβύτερους, δεν συμμετείχε σε οτιδήποτε και εγκατέλειψε την κοινότητα.

 

Ο Αιτητής δήλωσε ότι αρνήθηκε να αναλάβει τον ρόλο του αρχιερέα επειδή ο ίδιος είναι χριστιανός και δεν επιθυμεί να συνδεθεί με το συγκεκριμένο ιερό ή με τις παραδοσιακές πρακτικές της κοινότητας. Ανέφερε ότι η προσδοκία αυτή του δημιουργούσε αίσθημα κατωτερότητας και ντροπής, καθώς θεωρούσε ότι ήδη δεν μπορούσε να συμμετέχει ισότιμα στην κοινωνική ζωή της ηλικιακής του ομάδας και ότι η καταγωγή του από τη γραμμή Osun τον περιόριζε κοινωνικά. Ερωτηθείς για το κατά πόσο θα μπορούσε να αρνηθεί, απάντησε ότι, σε περίπτωση άρνησης, δεν θα μπορούσε να παραμείνει στην κοινότητα, διότι «δεν θα υπήρχε τίποτα» για αυτόν εκεί και ότι θα μπορούσαν να τον σκοτώσουν.

 

Ως προς τη φύση του ιερού Ijogun και των πρακτικών του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πώς ξεκίνησε, αλλά γνωρίζει ότι πρόκειται για θεότητα ή ιερό που λατρεύεται στην κοινότητά του. Δήλωσε ότι οι πιστοί το υπηρετούν με θυσίες ζώων και ότι στο παρελθόν γίνονταν και ανθρωποθυσίες. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει λεπτομερώς τις εσωτερικές πρακτικές ή τελετουργίες, καθώς, όπως ανέφερε, βρισκόταν «εκτός» και δεν είχε εισέλθει ποτέ στον χώρο του ιερού.

 

Ο Αιτητής περιέγραψε περαιτέρω ότι, μετά την άρνησή του να αναλάβει τα καθήκοντα του πατέρα του, εγκατέλειψε την κοινότητά του και μετέβη σε γειτονική κοινότητα. Δήλωσε ότι κανείς δεν γνώριζε πού βρισκόταν και ότι δεν τον προσέγγισαν εκ νέου όσο παρέμεινε εκεί. Ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι, όταν επέστρεψε στην περιοχή του χωριού για να πάρει ορισμένα προσωπικά αντικείμενα, δέχθηκε επίθεση. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία της επίθεσης, αναφέροντας μόνο ότι συνέβη το 2022 και, κατά προσέγγιση, πιθανώς τον Φεβρουάριο του 2022.

 

Ως προς το περιστατικό της επίθεσης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν σε τρίκυκλο όχημα όταν ένα πρόσωπο ονόματι Friday Ambaro, τον οποίο γνώριζε ονομαστικά και θα αναγνώριζε αν έβλεπε φωτογραφία του, σταμάτησε το τρίκυκλο, τον αναγνώρισε και τον φώναξε με το όνομά του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι αντιλήφθηκε τι σήμαινε αυτό και προσπάθησε να διαφύγει. Κατά τον ίδιο, ο Friday τον κράτησε από τα ρούχα, όμως εκείνος κατάφερε να βγάλει το ένδυμα και να το αφήσει στα χέρια του, διαφεύγοντας. Ανέφερε ότι ήταν παρόντα περίπου τέσσερα ή πέντε άτομα, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια τον αριθμό τους. Δήλωσε ότι τραυματίστηκε, αλλά όχι σοβαρά, και ότι μπόρεσε να διαφύγει επειδή γνώριζε καλά την περιοχή. Ο Αιτητής συνέδεσε την επίθεση αυτή με την άρνησή του να αναλάβει τα καθήκοντα του πατέρα του. Ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι οι πρεσβύτεροι της κοινότητας έστειλαν τους νέους για να του επιτεθούν, δήλωσε ότι γνώριζε από πού προερχόταν η επίθεση, καθώς δεν είχε διαφορές με κανέναν άλλο, δεν είχε εμπλακεί σε σύγκρουση και δεν είχε προκαλέσει κάποιο πρόσωπο. Ως ισχυρίστηκε, απευθύνθηκε σε δικηγόρο για την επίθεση, αλλά λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων δεν συνέχισε την επικοινωνία μαζί του.

 

Ο Αιτητής ανέφερε ότι φοβάται την κοινότητα Umuezu Gboke και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα μπορούσαν να του επιτεθούν, να τον τραυματίσουν ή να τον σκοτώσουν. Ανέφερε ότι η κοινότητα ενδέχεται να θεωρεί ότι θα αποκαλύψει τα μυστικά της σε τρίτους και ότι δεν επιθυμούν να συμβεί κάτι τέτοιο.

 

Ως προς το διάστημα μετά την επίθεση και πριν από την αναχώρησή του από τη Νιγηρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι παρέμεινε κλεισμένος στο σπίτι και δεν έβγαινε έξω, προκειμένου να παραμείνει ασφαλής. Ανέφερε ότι παρέμεινε στη Νιγηρία για περίπου έναν μήνα και πλέον μετά τη συνάντησή του με τον δικηγόρο, χωρίς να συμβεί κάτι άλλο, και ότι κατά το διάστημα αυτό άρχισε να αναζητεί χρήματα για να εγκαταλείψει τη χώρα. Εξήγησε ότι χρηματοδότησε το ταξίδι του με την πώληση γεωργικών προϊόντων, καθώς και με οικονομική βοήθεια που έλαβε από ιερέα καθολικής εκκλησίας, στον οποίο, όπως ανέφερε, εξήγησε την κατάστασή του.

 

Σχετικά με τη δυνατότητα επιστροφής ή εγκατάστασης σε άλλο μέρος της Νιγηρίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει με ασφάλεια στην κοινότητά του ή σε τόπο όπου θα ήταν γνωστός. Ερωτηθείς ειδικά εάν θα μπορούσε να ζήσει στην πρωτεύουσα Abuja, απάντησε ότι κάποιος μπορεί να κρύβεται για κάποιο διάστημα, αλλά κάποια στιγμή θα αναγνωριστεί.

 

Αναφορικά με τη σύζυγό του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν υπέστη σωματική επίθεση, απειλές ή άλλη βλάβη λόγω των προβλημάτων του με τους πρεσβύτερους της κοινότητας. Στο πλαίσιο ερωτήσεων αναφορικά με την πρακτική του ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πολλά, αλλά γνωρίζει ότι η πρακτική υπάρχει, ακόμη και στο χωριό του, και ότι ενίοτε προκαλεί προβλήματα σε όσους την αρνούνται. Δήλωσε ότι ο ίδιος και η σύζυγός του είναι αντίθετοι στην πρακτική και ότι, εάν η απόφαση εξαρτάτο από τους ίδιους, δεν θα επέτρεπαν την υποβολή της θυγατέρας τους σε αυτήν.

 

Στο πλαίσιο της της συνέντευξής της (ερυθρά 113-96 του διοικητικού φακέλου), η Αιτήτρια 2 επιβεβαίωσε ότι τι γεννήθηκε στη Nsukka, στην πολιτεία Enugu της Νιγηρίας. Η Αιτήτρια 2 δήλωσε Χριστιανή Καθολική ως προς το θρήσκευμα και Igbo ως προς την εθνοτική της ομάδα. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ολοκλήρωσε ανώτερη εκπαίδευση, αποκτώντας δίπλωμα βιοχημείας. Αναφορικά με την επαγγελματική της εμπειρία, ανέφερε ότι δεν εργάστηκε στη Νιγηρία, πλην όμως βοηθούσε στην οικογενειακή επιχείρηση του πατέρα της, ο οποίος διατηρούσε “cyber café”. Σε σχέση με την οικογένειά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η μητέρα της και τα επτά αδέρφια της διαμένουν στην πολιτεία Enugu. Η Αιτήτρια 2 συναίνεσε όπως η αίτησή της εξεταστεί από κοινού με την αίτηση του συζύγου της. Δήλωσε επίσης ότι βρίσκεται στον τρίτο-τέταρτο μήνα της κύησής της.

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η αίτησή της συνδέεται με το πρόβλημα που αντιμετώπισε ο σύζυγός της στο χωριό του μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ανέφερε ότι ο πατέρας του συζύγου της ήταν παγανιστής, δεν πήγαινε στην εκκλησία και ότι υπηρετούσε συγκεκριμένη θεότητα. Μετά τον θάνατό του, κατά τους ισχυρισμούς της, οι χωρικοί απαίτησαν από τον σύζυγό της να συνεχίσει τον ρόλο του πατέρα του και να αναλάβει την υπηρεσία της εν λόγω θεότητας. Η ίδια ανέφερε ότι ο σύζυγός της αρνήθηκε, επικαλούμενος ότι είναι χριστιανός, πλην όμως οι χωρικοί του απάντησαν ότι ως πρωτότοκος υιός οφείλει να συνεχίσει την παράδοση.

 

Η Αιτήτρια 2 ισχυρίστηκε ότι, μετά την άρνηση του συζύγου της, εκείνος επέστρεψε στην πόλη Enugu, αλλά οι χωρικοί δεν τον άφηναν ήσυχο και συνέχισαν να τον πιέζουν και να τον απειλούν ώστε να επιστρέψει και να αναλάβει τη θεότητα. Ανέφερε ότι ο σύζυγός της απευθύνθηκε σε ιερέα, ο οποίος τον συμβούλεψε να φύγει. Κατά τη δήλωσή της, όταν ο σύζυγός της άρχισε να ετοιμάζεται για αναχώρηση, επέστρεψε στο χωριό για να πάρει ορισμένα πράγματα και εκεί δέχθηκε επίθεση. Η ίδια διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρούσα κατά την επίθεση. Σύμφωνα με την Αιτήτρια 2, ο σύζυγός της κατάφερε να διαφύγει από την επίθεση και μετά το περιστατικό, επέστρεψε στον ιερέα, ο οποίος τον βοήθησε να κρυφτεί, διότι δεν μπορούσε να παραμείνει στη συζυγική τους οικία, την οποία γνώριζαν πολλοί. Δήλωσε ότι, κατά την περίοδο αυτή, ο σύζυγός της κρυβόταν και ότι η ίδια δεν γνώριζε πού διέμενε.

 

Η Αιτήτρια 2 ισχυρίστηκε επίσης ότι ο σύζυγός της είχε λάβει τηλεφωνικές απειλές από πρόσωπα που του έλεγαν ότι, εάν δεν δεχόταν να διαδεχθεί τον πατέρα του, θα τον σκότωναν ή θα τον χτυπούσαν. Ως πρόσωπα που απειλούσαν τον σύζυγό της, αναφέρθηκε γενικά στους χωρικούς, στους πρεσβύτερους και στους νέους της κοινότητας, χωρίς να κατονομάσει συγκεκριμένα πρόσωπα. Κατά τις δηλώσεις της, μετά την επίθεση, ο σύζυγός της απευθύνθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος τον συμβούλεψε να φύγει.

 

Συνέδεσε το πρόβλημα του συζύγου της με την καταγωγή του από οικογενειακή γραμμή που χαρακτήρισε ως «outcast», αναφέροντας ότι, σύμφωνα με όσα της είπε ο σύζυγός της, πρόσωπα της συγκεκριμένης γραμμής θεωρούνται απόγονοι αιχμαλώτων ή δούλων και συνδέονται παραδοσιακά με την υπηρεσία των βωμών ή της θεότητας. Δήλωσε ότι τα πρόσωπα αυτά αντιμετωπίζονται ως κοινωνικά υποδεέστερα και ότι δεν επιτρέπεται να παντρεύονται άτομα της κοινότητας. Ανέφερε ότι η ίδια δεν γνώριζε το υπόβαθρο του συζύγου της πριν από τον γάμο και ότι η οικογένειά της, ιδίως η μητέρα της, αντέδρασε αρνητικά όταν το πληροφορήθηκε εκ των υστέρων.

 

Η ίδια διευκρίνισε ότι δεν ανήκει στην κοινότητα του συζύγου της και ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για τη θεότητα, τις τελετουργίες ή τον ακριβή ρόλο του πεθερού της. Η Αιτήτρια προέβαλε ως κύριο φόβο της τον κίνδυνο για το τέκνο της και για τυχόν μελλοντικά τέκνα. Δήλωσε ότι τα παιδιά της συνδέονται με την κοινότητα του συζύγου της μέσω της πατρικής τους καταγωγής και ότι, σε περίπτωση επιστροφής, ενδέχεται να εξαναγκαστούν να υπηρετήσουν τη θεότητα, συνεχίζοντας την παράδοση από γενιά σε γενιά. Ανέφερε ότι, εάν οι χωρικοί τα εντοπίσουν, θα μπορούσαν να τα πάρουν με τη βία, να τα υποβάλουν σε τελετουργίες και να περιορίσουν τη ζωή, την εκπαίδευση, την ελευθερία και την πρόσβασή τους σε ιατρική φροντίδα.

 

Ως προς τον προσωπικό της φόβο, η Αιτήτρια ανέφερε ως πιθανές συνέπειες τον ξυλοδαρμό, τον περιορισμό της στο χωριό ή άλλη τιμωρία. Περιέγραψε ότι είχε δει στο χωριό πρόσωπο να διαπομπεύεται με φοίνικα δεμένο στο κεφάλι και στη μέση, ως μορφή τιμωρίας για προσβολή της κοινότητας. Ωστόσο, δήλωσε ότι η ίδια δεν απειλήθηκε προσωπικά και ότι δεν επικοινώνησαν μαζί της άνθρωποι από το χωριό του συζύγου της.

 

Σε σχέση με την πρακτική του ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων (στο εξής «ΑΓΓΟ»), η Αιτήτρια  δήλωσε ότι η ίδια δεν υποβλήθηκε σε τέτοια πρακτική και ότι, από τη δική της οικογενειακή και πολιτισμική πλευρά, δεν θεωρεί ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος για την θυγατέρα της. Ανέφερε, ωστόσο, ότι δεν γνωρίζει εάν η πρακτική εφαρμόζεται στην κοινότητα ή στην οικογένεια του συζύγου της. Δήλωσε ότι οι γονείς μπορούν να αρνηθούν την πρακτική και ότι η ίδια θα αντιστεκόταν σε οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής της στο τέκνο της, αναζητώντας προστασία από δικηγόρο ή αρχές ή απομακρύνοντας το παιδί από το σχετικό περιβάλλον.

 

Ως προς τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, η Αιτήτρια  δήλωσε ότι δεν θεωρεί ασφαλή την εγκατάσταση της οικογένειας στην Abuja, διότι η Abuja βρίσκεται επίσης στη Νιγηρία και, κατά την άποψή της, πρόσωπα από την κοινότητα του συζύγου της θα μπορούσαν να τους εντοπίσουν και να δώσουν πληροφορίες για αυτούς.

 

Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που προέκυψαν από τις δηλώσεις των Αιτητών, ο λειτουργός διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος ως προς το προφίλ, ταυτότητα και χώρα καταγωγής των Αιτητών και ο δεύτερος αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής 1 απειλήθηκε από μέλη θρησκευτικής κοινότητας μετά την άρνησή του να διαδεχθεί τον αποθανόντα πατέρα του στη θέση του αρχιερέα.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς οι δηλώσεις των Αιτητών σχετικά με τα στοιχεία του προσωπικού τους προφίλ κρίθηκαν ακριβείς και επαρκείς πληροφοριών και βρίσκουν έρεισμα στο διαβατήριο το οποίο προσκόμισε η Αιτήτρια, στο πιστοποιητικό γεννήσεως της θυγατέρας τους, Αιτήτριας 3, στο πιστοποιητικό γάμου που προσκόμισαν, καθώς και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής των Αιτητών.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός, καθώς ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, οι δηλώσεις των Αιτητών δεν υπήρξαν επαρκώς συγκεκριμένες, συνεκτικές και δεν παραπέμπουν σε βιωματική αφήγηση. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή παρέμειναν γενικές, αόριστες και ελλιπείς ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του ισχυρισμού. Μολονότι ο ίδιος παρέθεσε ορισμένες γενικές πληροφορίες για τους Osun/Osu, την ιδιότητά τους ως “απόκληρους” και τη φερόμενη παράδοση διαδοχής του πατέρα από τον πρωτότοκο υιό, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επαρκή λεπτομέρεια τη λατρεία του Ijogun, τα καθήκοντα του πατέρα του ως αρχιερέα ή τον ακριβή ρόλο που ο ίδιος θα καλείτο να αναλάβει. Αυτό κρίθηκε σημαντικό, δεδομένου ότι ο ίδιος δήλωσε πως ο πατέρας του υπηρέτησε ως αρχιερέας για έξι ή επτά έτη, και ότι ο ίδιος επισκεπτόταν την κοινότητα και γνώριζε πρόσωπα σε αυτήν.

 

Αντίστοιχα, η περιγραφή του Αιτητή ως προς τον τρόπο με τον οποίο του ζητήθηκε να αναλάβει τα καθήκοντα του πατέρα του κρίθηκε σύντομη και ανεπαρκώς εξατομικευμένη. Ο Αιτητής περιορίστηκε να αναφέρει ότι, μετά την ταφή του πατέρα του, ορισμένα πρόσωπα τον προσέγγισαν και του υπενθύμισαν ότι έπρεπε να συνεχίσει από εκεί όπου σταμάτησε ο πατέρας του. Παρότι αναφέρθηκε γενικά σε τελετή παράδοσης του «Ofor», διευκρίνισε ότι δεν συμμετείχε σε αυτήν και ότι το αντικείμενο δεν του παραδόθηκε, χωρίς να δώσει ουσιαστικές λεπτομέρειες για το περιστατικό, τη δική του αντίδραση ή τις ενέργειες των εμπλεκομένων.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν επίσης ανεπαρκή την περιγραφή της φερόμενης επίθεσης σε βάρος του Αιτητή, καθότι δεν παρείχε σαφή και λεπτομερή περιγραφή του περιστατικού, του ρόλου των προσώπων που εμπλέκονταν ή του τρόπου διαφυγής του. Επιπλέον, δεν προσδιόρισε με βεβαιότητα τον χρόνο της επίθεσης, αναφέροντας μόνο ότι συνέβη το 2022 και πιθανώς τον Φεβρουάριο, χωρίς να είναι βέβαιος.

 

Περαιτέρω, επισημάνθηκε διαφοροποίηση μεταξύ της αίτησης και της συνέντευξης, καθότι ο Αιτητής στην αίτησή του κατέγραψε ότι οι πρεσβύτεροι του χωριού έστειλαν νέους για να του επιτεθούν, ενώ στη συνέντευξη περιέγραψε ότι αναγνωρίστηκε από ένα άτομο με το όνομα Friday κατά την επιστροφή του στο χωριό. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τη σύνδεση της επίθεσης με τους πρεσβύτερους, απάντησε αόριστα ότι γνώριζε από πού προερχόταν η επίθεση, επειδή δεν είχε διαφορές με κανέναν άλλο. Ελλιπείς κρίθηκαν επίσης οι δηλώσεις του Αιτητή για το διάστημα μετά την επίθεση και πριν από την αναχώρησή του από τη Νιγηρία, καθώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι έμεινε μέσα στο σπίτι και δεν έβγαινε.

 

Σε σχέση με την Αιτήτρια 2, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι και οι δικές της δηλώσεις υπήρξαν γενικές και σε ορισμένα σημεία, μη συνεκτικές. Συγκεκριμένα, ως επεσήμαναν, η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι ο σύζυγός της δεχόταν τηλεφωνικές απειλές ότι θα τον σκοτώσουν ή θα τον χτυπήσουν εάν δεν διαδεχόταν τον πατέρα του, ενώ ο ίδιος ο Αιτητής, όταν ρωτήθηκε για το διάστημα μετά την άρνησή του, δεν αναφέρθηκε σε τέτοιες απειλές, αλλά δήλωσε ότι διέκοψε την επικοινωνία με τους πρεσβύτερους. Βάσει των ανωτέρω σημείων, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται.

 

Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι παρά την έρευνα που διενεργήθηκε, δεν εντοπίστηκαν πηγές ή πληροφορίες για κοινότητα με την ονομασία «Umuezugboke», την οποία οι Αιτητές ανέφεραν ως την κοινότητα από την οποία φέρεται να προήλθαν οι απειλές σε βάρος του Αιτητή 1. Σε σχέση με το «Ofor», το οποίο ο Αιτητής 1 ανέφερε ως αντικείμενο που παραδίδεται κατά την τελετή ανάληψης της θέσης του ιερέα, οι πληροφορίες στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαιώνουν μεν ότι το Ofor αποτελεί παραδοσιακό σύμβολο εξουσίας και δικαιοσύνης στους Igbo και ότι μπορεί να βρίσκεται στην κατοχή του γηραιότερου προσώπου μιας οικογένειας ή γενεαλογικής ομάδας. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές δεν κρίθηκαν ότι επιβεβαιώνουν ειδικά τον πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι ότι η παράδοση του Ofor συνδεόταν, στην περίπτωσή του, με εξαναγκαστική διαδοχή στη θέση του αρχιερέα του συγκεκριμένου ιερού. Περαιτέρω, ως προς τις συνέπειες άρνησης ανάληψης θέσης αρχιερέα ή ιερέα ιερού στη Νιγηρία, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέπεμψαν σε διαθέσιμες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες η θέση τέτοιου ιερέα μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι κληρονομική και να μεταβιβάζεται εντός της οικογένειας του προηγούμενου ιερέα. Ωστόσο, ως σημείωσαν, οι πηγές αναφέρουν ότι η διαδοχή δεν μεταβιβάζεται κατ’ ανάγκη στον πρωτότοκο υιό, αλλά μπορεί να αφορά και άλλα μέλη της ευρύτερης οικογένειας, ενώ παρατηρείται ότι τα παραδοσιακά συστήματα διαδοχής δεν λειτουργούν πλέον με τον ίδιο τρόπο στη σύγχρονη Νιγηρία. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν υποστηρίζουν επαρκώς τον ισχυρισμό περί εξαναγκασμού προσώπου να αναλάβει θέση αρχιερέα ή περί σοβαρών συνεπειών σε περίπτωση άρνησης. Αντιθέτως, σύμφωνα με τις πηγές που εξετάστηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση, διαπιστώθηκε ότι δεν θα θεωρείτο κατ’ ανάγκη προσβολή προς το ιερό η άρνηση ανάληψης τέτοιας θέσης, ενώ αναφέρεται ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως η ιεροσύνη επιβάλλεται αναγκαστικά σε πρόσωπα στη Νιγηρία. Οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη ότι ορισμένες πληροφορίες αναφέρονται σε παλαιότερες αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες στο παρελθόν υπηρέτες ιερών ενδέχεται να επιχειρούσαν να πιέσουν πρόσωπο να αναλάβει τέτοια θέση ή ότι ορισμένοι πιστεύουν ακόμη πως οι θεότητες μπορούν να τιμωρήσουν όσους αρνούνται. Εντούτοις, οι πληροφορίες αυτές δεν κρίθηκαν επαρκείς για να επιβεβαιώσουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό των Αιτητών περί πραγματικού κινδύνου από την κοινότητα λόγω άρνησης του Αιτητή να αναλάβει τη θέση του αρχιερέα. Υπό το φως των ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό στο σύνολό του.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, οι Καθ’ ων η αίτηση λαμβάνοντας υπόψη τον αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό σχετικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής των Αιτητών, επεσήμαναν ότι ο Αιτητής είναι υγιής ενήλικας, μετρίου μορφωτικού επιπέδου, ενώ η Αιτήτρια 2 είναι νεαρή γυναίκα, με πανεπιστημιακή μόρφωση, με μοναδικό στοιχείο ευαλωτότητας την κατά τον ουσιώδη χρόνο εγκυμοσύνη της. Περαιτέρω, σημειώθηκε ότι αμφότεροι οι Αιτητές διαθέτουν οικογενειακό δίκτυο στην πολιτεία Enugu όπου αναμένεται να επιστρέψουν.

 

Ακολούθως, οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν ειδικά κατά πόσο η ανήλικη Αιτήτρια 3 θα διέτρεχε κίνδυνο υποβολής σε ΑΓΓΟ σε περίπτωση επιστροφής στη Νιγηρία, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αιτητές προέρχονται από την πολιτεία Enugu και ανήκουν στην εθνοτική ομάδα Igbo, όπου η πρακτική εξακολουθεί να υφίσταται. Στο πλαίσιο της εξατομικευμένης αξιολόγησης, λήφθηκε υπόψη ότι η Αιτήτρια 2 δεν έχει υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, ούτε η μητέρα ή οι αδελφές της, και ότι δήλωσε πως από τη δική της οικογενειακή και πολιτισμική πλευρά δεν υφίσταται σχετικός κίνδυνος για την θυγατέρα της. Περαιτέρω, τόσο η ίδια όσο και ο Αιτητής δήλωσαν ότι αντιτίθενται στην πρακτική. Ο Αιτητής, παρότι ανέφερε γενικά ότι η πρακτική υπάρχει και ενδέχεται να δημιουργεί προβλήματα σε όσους την αρνούνται, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένο πρόσωπο ή παράγοντα που θα μπορούσε να εξαναγκάσει τη θυγατέρα τους να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ αντίθετα προς τη βούληση των γονέων.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν επίσης υπόψη τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες η απόφαση για την υποβολή κοριτσιού σε ΑΓΓΟ λαμβάνεται συχνότερα από τους γονείς, ενώ το μορφωτικό επίπεδο και η ανεξαρτησία της μητέρας μπορούν να ενισχύσουν τη δυνατότητα άρνησης της πρακτικής. Ως επεσήμαναν, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αιτήτρια 2 είναι μορφωμένη, η πρακτική δεν εφαρμόζεται στη δική της οικογένεια και ότι αμφότεροι οι γονείς αντιτίθενται σε αυτήν, κρίθηκε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα η ανήλικη θυγατέρα τους, Αιτήτρια 3, να υποβληθεί σε μεταχείριση που θα μπορούσε να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω ΑΓΓΟ.

 

Περαιτέρω, εξετάστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ο πιθανός κίνδυνος στιγματισμού ή κοινωνικών συνεπειών λόγω άρνησης της πρακτικής. Οι Καθ’ ων η αίτηση αναγνώρισαν ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, σε ορισμένες κοινότητες η άρνηση ΑΓΓΟ μπορεί να επιφέρει κοινωνική πίεση ή στιγματισμό. Ωστόσο, έκριναν ότι οι συνέπειες διαφοροποιούνται ανάλογα με την κοινότητα, τον τόπο διαμονής και τις προσωπικές περιστάσεις. Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αιτητές διέμεναν σε αστική περιοχή, στην πόλη Enugu, ότι αντιτίθενται ρητά στην πρακτική και ότι δεν προέκυψαν συγκεκριμένα στοιχεία περί πίεσης από την οικογένεια ή την κοινότητά τους, κρίθηκε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω άρνησης του FGM.

Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Enugu, τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής των Αιτητών. Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, η κατάσταση στην Enugu κρίθηκε σταθερή, με περιστατικά ασφαλείας που συνδέονται κυρίως με κοινοτικές διαφορές, διαφορές επί γης, δράση αγνώστων ενόπλων, IPOB, κινητοποιήσεις #EndSARS και εμπλοκή αστυνομικών δυνάμεων, χωρίς να προκύπτει επίπεδο γενικευμένης βίας ικανό να εκθέσει τους Αιτητές, λόγω μόνης της παρουσίας τους στην περιοχή, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι, με βάση τον αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, τις προσωπικές περιστάσεις των Αιτητών, την αξιολόγηση του κινδύνου ΑΓΓΟ και τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Enugu όπου αναμένεται να επιστρέψουν οι Αιτητές, δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής τους στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου. Το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα των Αιτητών.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή  να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομικής διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως τα πρακτικά των διενεργηθεισών συνεντεύξεων ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της εισηγητικής έκθεσης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που οι Αιτητές προέβαλαν κατά τις συνεντεύξεις τους, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τη χώρα καταγωγής, την ταυτότητα, τα προσωπικά τους στοιχεία και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής τους.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει το σύνολο των δηλώσεων των Αιτητών, κρίνει ως ορθά τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού. Ειδικότερα, ορθά κρίθηκαν ότι οι περιγραφές του Αιτητή 1 ήταν γενικές, αόριστες και στερούνταν προσωπικών λεπτομερειών τόσο ως προς τη φύση της λατρείας, τα καθήκοντα του πατέρα του ως αρχιερέα και τη διαδικασία διαδοχής, όσο και ως προς το περιστατικό της επίθεσης, τον χρόνο τέλεσής του, τα πρόσωπα που συμμετείχαν και τον τρόπο διαφυγής του. Περαιτέρω, ορθά οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι η Αιτήτρια 2 δεν μπόρεσε να παράσχει συνεκτική και λεπτομερή αφήγηση για τις απειλές και τις δυσκολίες που φέρεται να αντιμετώπισε η οικογένεια, ενώ εντοπίστηκε και ασυμφωνία ως προς το κατά πόσο ο Αιτητής 1 δεχόταν απειλές μετά την άρνησή του.

 

Πέραν των ευρημάτων των Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο εντοπίζει ακόμη ένα στοιχείο που ενισχύει τις αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του ισχυρισμού. Ειδικότερα, οι Αιτητές διαφοροποιήθηκαν ως προς κρίσιμα χρονικά σημεία, περιλαμβανομένου του χρόνου θανάτου του πατέρα του Αιτητή 1, γεγονός το οποίο φέρεται να αποτέλεσε την αφετηρία της υποχρέωσης διαδοχής και των επακόλουθων απειλών. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής 1 δήλωσε ότι «πιθανόν έγινε τον Σεπτέμβριο του 2020», ενώ η Αιτήτρια 2 ανέφερε ότι «δεν είναι βέβαιη για την ακριβή ημερομηνία, αλλά ήταν τον Ιανουάριο του 2022». Βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι οι Αιτητές δεν παρουσίασαν επαρκώς συγκεκριμένη, συνεκτική και βιωματική αφήγηση, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ορθή την αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση. Οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε ενδελεχή έρευνα και οι πληροφορίες χώρας καταγωγής που εξετάστηκαν δεν επιβεβαιώνουν τα κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματος των Αιτητών, ήτοι ότι η θέση αρχιερέα επιβάλλεται αναγκαστικά στον πρωτότοκο υιό ή ότι η άρνηση ανάληψης τέτοιας θέσης συνεπάγεται απειλές θανάτου ή σοβαρή βλάβη από μέλη της κοινότητας. Περαιτέρω, η μη ανεύρεση πληροφοριών για κοινότητα με την ονομασία που επικαλέστηκε ο Αιτητής 1, μολονότι δεν είναι από μόνη της καθοριστική, συνεκτιμάται με τις ανωτέρω ελλείψεις και αοριστίες. Συνεπώς, ο υπό εξέταση ουσιώδης ισχυρισμός δεν θεμελιώνεται ούτε ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία και ορθώς απορρίφθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση οι Αιτητές εκπροσωπούμενοι από δικηγόρους δεν προσπάθησαν να ανατρέψουν τα όσα ορθά ερευνήθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Επιπρόσθετα, κρίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, εξέτασαν, αντίθετα στον ισχυρισμό της συνηγόρου τους, δεόντως και εξατομικευμένα τις ιδιαίτερες περιστάσεις των Αιτητών σε σχέση με το ενδεχόμενο η ανήλικη θυγατέρα τους να υποβληθεί, σε περίπτωση επιστροφής τους στη Νιγηρία σε ΑΓΓΟ. Ειδικότερα, δεν περιορίστηκαν σε γενική αναφορά στις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, αλλά αξιολόγησαν τις σχετικές πληροφορίες χώρας υπό το πρίσμα του προσωπικού προφίλ της οικογένειας, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την πολιτεία καταγωγής και διαμονής των Αιτητών, την εθνοτική τους ομάδα, το μορφωτικό επίπεδο της Αιτήτριας 2, το γεγονός ότι η ίδια, η μητέρα της και οι αδελφές της δεν έχουν υποβληθεί σε ΑΓΓΟ, καθώς και τη ρητή αντίθεση αμφοτέρων των γονέων στην εν λόγω πρακτική. Περαιτέρω, συνεκτίμησαν ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα από πηγές πληροφόρησης, η απόφαση για την υποβολή ανήλικου κοριτσιού σε ΑΓΓΟ λαμβάνεται συνήθως από τους γονείς, ενώ ο Αιτητής 1 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένα πρόσωπα ή εξατομικευμένους παράγοντες που θα μπορούσαν να επιβάλουν την πρακτική στην ανήλικη παρά τη βούληση των γονέων της. Υπό το φως των ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε ενδελεχή και επαρκώς αιτιολογημένη έρευνα και κατέληξαν ότι δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα η ανήλικη θυγατέρα των Αιτητών, Αιτήτρια 3, να υποβληθεί σε ΑΓΓΟ ή οι Αιτητές να εκτεθούν, λόγω της άρνησής τους, σε μεταχείριση που να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

 

Με βάση τις δηλώσεις και ισχυρισμούς των Αιτητών, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι αυτοί δεν στοιχειοθέτησαν κανένα ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφεραν,  δεν θα μπορούσαν να τους εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Σύμφωνα με τον «Πρακτικό Οδηγό της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) μετά από αξιολόγηση των ισχυρισμών αιτητή/τριας, αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στους Αιτητές το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα τους.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στη Νιγηρία, οι Αιτητές θα αντιμετωπίσουν κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι Αιτητές λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής των Αιτητών, και ειδικότερα στην πολιτεία Enugu, τόπο συνήθους διαμονής τους.

 

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[1]

 

Σχετικά με την πολιτεία Enugu, πρόσφατη έκθεση της EUAA (Μάρτιος 2026) αναφέρει ότι στην εν λόγω πολιτεία, η ανασφάλεια συνδέθηκε κυρίως με συγκρούσεις κτηνοτρόφων-αγροτών, αυτονομιστική δράση, εγκληματικότητα, κοινοτικές συγκρούσεις και απαγωγές. Παρότι σημειώθηκαν επιθέσεις και εκτοπισμοί, ο αριθμός και η φύση των περιστατικών δεν δείχνουν επίπεδο αδιάκριτης βίας που να δημιουργεί πραγματικό προσωπικό κίνδυνο για άμαχο.[2]

 

Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Enugu, τόπο συνήθους διαμονής των Αιτητών, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην εν λόγω πολιτεία κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 19/06/2026), καταγράφηκαν 36 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 21 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[3] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Enugu εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 4,690,100 (2022) κατοίκους.[4]

Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της πολιτείας Enugu (4,690,100 κατοίκους), καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι Αιτητές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εκχώρησης συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Επισημαίνεται επιπλέον ότι οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη παράγοντες και συνιστώσες που πιθανόν να επηρεάσουν την ανήλικη θυγατέρα, Αιτήτρια 3, με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε. Ως προς τα δύο πλέον ανήλικα τέκνα των Αιτητών, ηλικίας τεσσάρων και δύο ετών, παρατηρώ ότι είναι σε νηπιακή ηλικία, οπότε πρωταρχικό μέλημα είναι η φροντίδα και προστασία του από τους γονείς του, συνεπώς η οικογενειακή ενότητα είναι ουσιώδους σημασίας. Από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, οι γονείς (Αιτητής 1 και Αιτήτρια 2) είναι ομοεθνείς, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, ικανοί προς εργασία και με οικογενειακό δίκτυο στη χώρα τους. Φρονώ ότι λόγω της ηλικίας των ανηλίκων, η προσαρμογή στο περιβάλλον της χώρας καταγωγής των Αιτητών σε περίπτωση επιστροφής τους, θα είναι ομαλή και δεν θα έχει αρνητική επίδραση στην ευημερία των παιδιών. Λόγω της ηλικίας τους, δεν έχουν δημιουργήσει οποιουσδήποτε δεσμούς με τη χώρα στην οποία γεννήθηκαν, οπότε δεν αναμένεται να αντιμετωπίσουν ιδιαίτερες δυσκολίες όσον αφορά τη γλωσσική επικοινωνία, την σχολική ένταξη, την κοινωνική και προσωπική τους ανάπτυξη, και την πολιτισμική προσαρμογή.         

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός τους για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την ΚΔΠ 242/2026 η Νιγηρία συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας.  

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                                                                           

                                                                                           Α. Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ



[1] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ (Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 24/06/2026)

[2] EUAA – Country Guidance: Nigeria, March 2026, σ. 74 https://www.euaa.europa.eu/publications/country-guidance-nigeria-1

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country:  Nigeria (Enugu), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/06/2026)

[4] City Population, Nigeria – Enugu Statehttps://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA014__enugu/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο