C. B. I ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 4695/2023, 15/7/2026
print
Τίτλος:
C. B. I ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 4695/2023, 15/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υποθ. Αρ.: 4695/2023

15 Ιουλίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]

 Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

C. B. I

Αιτήτριας

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

Α. Δημητρίου (κος) Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Α. Αναστασιάδη (κα) Δικηγόροι για τους Καθ’ ων η αίτηση.

Η Αιτήτρια είναι παρούσα.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠΜε την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 17/11/2023 και επισυνάπτεται ως παράρτημα 1 επί της αίτησης ακυρώσεως, σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε. Παράλληλα αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας. Εναλλακτικά με ξεχωριστή αιτούμενη θεραπεία η Αιτήτρια αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην Νιγηρία, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αυτή να υποστεί βασανιστήρια ή/και απάνθρωπη ή/και ταπεινωτική μεταχείριση ή/και τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και παράβαση του άρθρου 2 ή/και του άρθρου 8 της ίδιας Σύμβασης.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Νιγηρίας (εφεξής «Νιγηρία»), η οποία σύμφωνα με δηλώσεις της εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 29/09/2021 μεταβαίνοντας στην Τουρκία και ακολούθως στην κατεχόμενη Κύπρο. Στις 23/12/2022 ήτοι 15 μήνες μετά την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής της η Αιτήτρια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας εν τέλει στις 08/02/2022 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 08/05/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, παρέχοντάς της δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 31/10/2023, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας και αυθημερόν συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή της στη Νιγηρία.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 17/11/2023 παραλήφθηκε από την Αιτήτρια ιδιοχείρως θέτοντας την υπογραφή της μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της από διερμηνέα σε γλώσσα κατανοητή από την Αιτήτρια, ήτοι την αγγλική.

 

Εμπρόθεσμα η Αιτήτρια δια μέσου του συνηγόρου της καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών. Ωστόσο με την γραπτή αγόρευσή του ο συνήγορος για την Αιτήτρια δεν προωθεί συγκεκριμένους νομικούς ισχυρισμούς, δεόντως δικογραφημένους, αντίθετα προωθεί ισχυρισμούς που άπτονται της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας. Αποτελεί θέση του ότι λανθασμένα οι Καθ' ων η αίτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια ήταν αναξιόπιστη ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της, ήτοι το σεξουαλικό της προσανατολισμό.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και αιτούνται στην απόρριψη της προσφυγής της Αιτήτριας.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνήγορους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτή πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αίτηση της για διεθνή προστασία η Αιτήτρια κατέγραψε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της μετά τον θάνατο της μητέρας της, καθώς, ούσα η μοναχοκόρη, παραδοσιακά έπρεπε να αναλάβει τη θέση της μητέρας της και το ancestral shrine (προγονικό ιερό), κάτι που ήταν αντίθετο με τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις. Δυστυχώς, αυτό αποτελούσε ταμπού και η άρνησή της θα οδηγούσε, όπως αναφέρει, σε θάνατο μέσω πνευματικών μέσων. Έτσι, ένας από τους θείους της τη βοήθησε να διαφύγει και, όπως ανέφερε, από άγνοια την παρέδωσε σε μία γυναίκα, η οποία υποσχέθηκε να τη βοηθήσει με τη φοίτηση στο σχολείο και με εργασία, προκειμένου να ξεφύγει από τον θάνατο που την περίμενε λόγω της άρνησής της να ακολουθήσει τις πεποιθήσεις της εκλιπούσας μητέρας της. Ωστόσο, όταν έφτασε στην Κύπρο, τότε ανακάλυψε την πραγματική πρόθεση της γυναίκας αυτής και αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή.

 

Στο πλαίσιο της συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε πως είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννηθείσα στην περιοχή Arochukwu Town, στην Πολιτεία Abia της Νιγηρίας. Ανέφερε ότι από το έτος 2000 μέχρι και το 2019 διέμενε στην Πολιτεία Lagos της Νιγηρίας, η οποία αποτελεί και τον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της. Στη συνέχεια, το 2019 μετέβη στη Γκάνα, όπου διέμενε μέχρι τις 26/09/2021. Ακολούθως επέστρεψε προσωρινά στη χώρα καταγωγής της, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή της από τη Νιγηρία στις 29/09/2021. Σε σχέση με την οικογένεια της, δήλωσε ότι η μητέρα της έχει αποβιώσει, ότι ο πατέρας της βρίσκεται εν ζωή, ωστόσο δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί του, ενώ ανέφερε επίσης ότι δεν έχει αδέλφια, διαθιέτει θείους και θείες. Ως προς το μορφωτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ολοκλήρωσε σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (Business Administration) στο Lagos Polytechnic College το έτος 2015. Παράλληλα, δήλωσε ότι εργαζόταν ως πωλήτρια στη χώρα καταγωγής της. Τέλος, ως προς την είσοδο της στην Κύπρο, ανέφερε ότι μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου στις 29/09/2021 υπό καθεστώς φοιτητικής άδειας παραμονής και ότι στις 23/12/2022 εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.

 

Αναφορικά με τους κατ’ ίδιαν λόγους που την ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία μετά τον θάνατο της μητέρας της στις 28/07/2019. Ανέφερε ότι ήταν το πρώτο και μοναδικό παιδί της μητέρας της και ότι η τελευταία δεν ήταν Χριστιανή, αλλά πίστευε σε πνευματικά πράγματα, λάτρευε είδωλα και επιθυμούσε όπως η Αιτήτρια αναλάβει τη λατρεία των ειδώλων, καθώς αυτό αποτελούσε οικογενειακή παράδοση. Μάλιστα, δήλωσε ότι η μητέρα της την προόριζε για αυτόν τον ρόλο ήδη από όταν ήταν 10 ετών, δηλαδή από το έτος 2000. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι μεγάλωσε με τη γιαγιά της από την πλευρά του πατέρα της στην Πολιτεία Abia, η οποία ήταν επίσης Χριστιανή, και παρέμεινε μαζί της μέχρι την ηλικία των 10 ετών. Στη συνέχεια, η γιαγιά της την έστειλε στην Πολιτεία Lagos για να ζήσει με τη θεία της από την πλευρά του πατέρα της, προκειμένου να συνεχίσει τη σχολική της εκπαίδευση, όπου διέμενε από το 2000 έως το 2010. Έπειτα μετακόμισε μόνη της σε άλλη περιοχή της ίδιας Πολιτείας, όπου παρέμεινε από το 2010 έως το 2019. Υποστήριξε ότι μετά τον θάνατο της μητέρας της, στις 28/07/2019, έπρεπε να πραγματοποιήσει ορισμένες πνευματικές τελετές, κάτι που αρνήθηκε να πράξει, και τότε ξεκίνησαν τα προβλήματά της. Όπως ανέφερε, η οικογένεια της μητέρας της καθώς και η κοινότητα άρχισαν να την απειλούν σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν μπόρεσε ούτε να παραστεί στην κηδεία της μητέρας της. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι γνώρισε μία γυναίκα στην εκκλησία, η οποία της είπε ότι η αδελφή της άνοιγε ένα νέο εστιατόριο στη Γκάνα και ότι μπορούσε να μεταβεί εκεί, να μείνει μαζί της και να εργαστεί ώστε να είναι ασφαλής. Έτσι, μετέβη στη Γκάνα, όπου, όπως δήλωσε, ζούσε με ασφάλεια μέχρι που, το 2020, η γυναίκα αυτή έφερε μία άλλη κοπέλα. Ανέφερε ότι με αυτήν την κοπέλα ήρθαν κοντά και ξεκίνησαν να έχουν ερωτική σχέση, η οποία διήρκεσε περίπου τέσσερις μήνες. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ένα βράδυ πήγαν στην εκκλησία για ολονύκτια λειτουργία και, μετά το τέλος της, ενώ βρίσκονταν ξαπλωμένες μέσα στην εκκλησία και είχαν ερωτική επαφή, κάποια μέλη της εκκλησίας τις είδαν, άρχισαν να φωνασκούν σοκαρισμένοι για αυτό που συνέβαινε. Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν ο πάστορας και η σύζυγός του και τα υπόλοιπα μέλη τους εξήγησαν ότι τις είχαν δει να κάνουν έρωτα. Ισχυρίστηκε ότι το επόμενο πρωί ο πάστορας κάλεσε την αστυνομία και όταν οι αστυνομικοί έφτασαν, τις συνέλαβαν και κρατήθηκαν για 12 ημέρες. Ανέφερε ότι οι αστυνομικοί ζητούσαν χρήματα για να τις αφήσουν ελεύθερες και ότι η ίδια τους πρότεινε, σε αντάλλαγμα, να κρατήσουν τις κινητές τους συσκευές, κάτι που εκείνες αποδέχθηκαν. Μετά την αποφυλάκισή τους, ανέφερε ότι μετακινήθηκαν στην πόλη Kumasi της Γκάνας, όπου έζησαν με ασφάλεια για έναν μήνα. Ακολούθησε ο χωρισμός τους, η σύντροφός της επέστρεψε στη Νιγηρία και η ίδια παρέμεινε εκεί μόνη της για περίπου οκτώ μήνες, χωρίς εργασία. Τότε, ένας φίλος της, τον οποίο θεωρούσε σαν θείο της, της μίλησε για την ευκαιρία να μεταβεί στην Κύπρο και τη βοήθησε να έρθει. Καταληκτικά, ανέφερε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει τη χώρα της. Ερωτηθείσα αν συντρέχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα της, απάντησε αρνητικά.

 

Δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, φοβάται ότι τόσο οι συγγενείς της από την πλευρά της μητέρας της όσο και η γυναίκα που την βοήθησε να έρθει στην Κύπρο θα τη σκοτώσουν. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής της και ότι οι αρχές της χώρας της θα της επέτρεπαν να επιστρέψει.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων που ακολούθησε, δόθηκε η ευκαιρία στην Αιτήτρια μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της. Οι ερωτήσεις σχηματίστηκαν γύρω από δύο θεματικές, (α) τις τελετουργίες εντός της κοινότητας και (β) τον σεξουαλικό της προσανατολισμό.

 

Σε περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τον ισχυρισμό της περί εξαναγκασμού της να αναλάβει τη λατρεία των ειδώλων, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι, ήδη από την ηλικία των 10 ετών, η μητέρα της και οι συγγενείς της από την πλευρά της μητέρας της επιθυμούσαν να αναλάβει τη συγκεκριμένη θέση, λόγω του ότι ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας. Ωστόσο, ανέφερε ότι μέχρι και την κηδεία της μητέρας της δεν είχε συμβεί οτιδήποτε εις βάρος της και ότι μέχρι τότε ήταν ασφαλής. Δήλωσε ότι η κηδεία της μητέρας της πραγματοποιήθηκε στις 10/11/2019 και επανέλαβε ότι, ως πρώτη κόρη, θεωρούνταν πως όφειλε να αναλάβει τη λατρεία των ειδώλων, κάτι που η ίδια αρνήθηκε, καθώς αυτό ήταν αντίθετο με τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις και τη χριστιανική της πίστη. Ως προς τις απειλές που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, δεχόταν από την κοινότητα και τους συγγενείς της μητέρας της, ανέφερε ότι της έλεγαν πως, εάν δεν αποδεχόταν τη θέση αυτή, θα τη σκότωναν. Ερωτηθείσα σχετικά με το πότε δέχθηκε για πρώτη και τελευταία φορά τις εν λόγω απειλές, δήλωσε αρχικά ότι η πρώτη φορά ήταν τον Ιούνιο του 2019 και ότι η τελευταία φορά ήταν επίσης εντός του 2019, ενώ στη συνέχεια διευκρίνισε ότι η τελευταία απειλή έλαβε χώρα μετά την κηδεία της μητέρας της.

Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο προστάτευσε τον εαυτό της, ανέφερε ότι έφυγε για τη Γκάνα, δεν κατήγγειλε τα περιστατικά αυτά στην αστυνομία, πιστεύοντας ότι δεν θα γίνει πιστευτή. Σε ερώτηση σχετικά με το πώς οι συγγενείς της και η κοινότητα την εντόπισαν ενώ διέμενε στην Πολιτεία Lagos, απάντησε ότι η μητέρα της βρισκόταν ακόμη εν ζωή εκείνη την περίοδο. Δήλωσε επίσης ότι ενημερώθηκε για τον θάνατο της μητέρας της από έναν από τα ξαδέλφια της. Τέλος, ερωτηθείσα αν η κοινότητα ή οι συγγενείς της τής προκάλεσαν οποιαδήποτε σωματική βλάβη, απάντησε αρνητικά.

 

Κατά την εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας αναφορικά με τον δηλωθέντα σεξουαλικό της προσανατολισμό, ο λειτουργός εφάρμοσε το μοντέλο DSSH (Difference, Stigma and Shame, Harm), το οποίο χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση υποθέσεων που αφορούν αιτητές διεθνούς προστασίας με ισχυρισμούς σχετικούς με ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Στο πλαίσιο αυτό, η συνέντευξη επικεντρώθηκε στις τρεις βασικές θεματικές ενότητες του μοντέλου, ήτοι στη διαφοροποίηση και προσωπική αντίληψη της Αιτήτριας ως προς τον σεξουαλικό της προσανατολισμό (Difference), στην κοινωνική εμπειρία στιγματισμού και ντροπής (Stigma and Shame), καθώς και στον φόβο βλάβης ή δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της (Harm).

 

Ως προς την πρώτη θεματική ενότητα (Difference), η Αιτήτρια περιέγραψε τον εαυτό της ως κοινωνικό άτομο και δήλωσε ότι αυτοπροσδιορίζεται ως λεσβία. Εξήγησε ότι για την ίδια ο όρος αυτός σημαίνει πως έλκεται εύκολα από γυναίκες και ότι το να είναι λεσβία σημαίνει πως μπορεί να εκφράζει τον εαυτό της και να είναι με το πρόσωπο που επιθυμεί. Ανέφερε ότι συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό το έτος 2011, όταν ήταν 21 ετών, χωρίς να προηγηθεί κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά επειδή απλώς διαπίστωσε ότι ένιωθε έλξη προς τις γυναίκες. Ανέφερε ότι δεν είχε ποτέ πραγματική σχέση με άνδρα και ότι συνολικά είχε περίπου έξι σχέσεις με γυναίκες. Ως πρώτη της σχέση ανέφερε μία κοπέλα με την οποία ήταν φίλες και είχαν ερωτική σχέση μεταξύ 2011 και 2013, χωρίς αυτό να είναι γνωστό προς τα έξω, ενώ δήλωσε ότι χώρισαν επειδή τα συναισθήματα έσβησαν. Στη συνέχεια ανέφερε μία άλλη σχέση το 2014 διάρκειας έξι μηνών, η οποία έληξε επειδή η σύντροφός της έλεγε ψέματα, καθώς και μία σύντομη σχέση το 2016 διάρκειας δύο μηνών. Αναφορικά με τη σύντροφό της στη Γκάνα, ανέφερε ότι τη γνώρισε το 2020, όταν διέμεναν στο ίδιο σπίτι, ότι εκείνη εξέφρασε πρώτη τα αισθήματά της και ότι η σχέση τους διήρκεσε τέσσερις μήνες μέχρι το περιστατικό στην εκκλησία και τη σύλληψή τους. Ως προς την πλέον πρόσφατη (κατά τον ουσιώδη χρόνο της συνέντευξης) σχέση της, δήλωσε ότι από τον Δεκέμβριο του 2021 διατηρεί σχέση με γυναίκα ονόματι J. I. A., την οποία γνώρισε στο camp, όπου διέμεναν στην ίδια σκηνή, ήρθαν κοντά και ανέπτυξαν συναισθήματα. Όπως δήλωσε, πλέον ζουν μαζί σαν ζευγάρι και είναι επίσημα αρραβωνιασμένες από τον Οκτώβριο του προηγούμενου έτους, περιγράφοντας ότι η σύντροφός της της προσέφερε το σχετικό κολιέ αρραβώνα. Δήλωσε επίσης ότι η σύντροφός της έχει δύο παιδιά που ζουν μαζί τους. Ερωτηθείσα πώς οι γυναίκες με τις οποίες σχετιζόταν γνώριζαν ότι ήταν λεσβία, απάντησε ότι αυτό προέκυπτε μέσα από την εγγύτητα και την ανάπτυξη συναισθημάτων, ενώ διευκρίνισε ότι οι σχέσεις αυτές διατηρούνταν μυστικές και προσποιούνταν ότι ήταν ετεροφυλόφιλη. Ανέφερε ότι αγάπησε πραγματικά την πρώτη της σύντροφο και τη νυν σύντροφό της και όρισε την αγάπη ως το να αφήνεις αυτό που είσαι για να ακολουθήσεις την καρδιά σου. Δήλωσε ακόμη ότι αποδέχθηκε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό όταν σταμάτησε να προσπαθεί να τον αλλάξει, εξηγώντας ότι αυτό αποτελεί μέρος του τρόπου ζωής της και ότι μετά την αποδοχή αυτή άρχισε να αγαπά περισσότερο τον εαυτό της.

 

Ως προς τη δεύτερη θεματική ενότητα (Stigma and Shame), η Αιτήτρια ανέφερε ότι στη Νιγηρία δεν αισθανόταν ασφαλής ως λεσβία. Δήλωσε ότι δεν είχε αποκαλύψει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό σε κανέναν, πέραν των συντρόφων της, καθώς θεωρούσε ότι πρόκειται για ταμπού. Εξήγησε ότι η ιδιότητά της ως λεσβίας επηρέαζε την καθημερινότητά της μέσω στιγματισμού, καθώς φίλοι της τη ρωτούσαν γιατί δεν ήταν παντρεμένη και τι συνέβαινε. Ερωτηθείσα σχετικά με το πώς γνωρίζονται μεταξύ τους τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη χώρα καταγωγής της, ανέφερε ότι η ίδια δεν γνώριζε κόσμο με αυτόν τον τρόπο, αλλά γνώριζε ότι υπήρχαν ομάδες στο WhatsApp μέσω των οποίων οργανώνονταν και πήγαιναν μαζί σε κλαμπ. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει τέτοιες πλατφόρμες, ούτε είχε επισκεφθεί σχετικά κλαμπ ή gay bars στο Lagos, και δεν γνώριζε άλλα συγκεκριμένα μέρη συνάντησης. Αναφορικά με την LGBT κοινότητα στη Νιγηρία, δήλωσε ότι συνεχίζουν να αγωνίζονται για να είναι ίσοι με τους υπόλοιπους. Ως προς το μέλλον της, δήλωσε ότι θα συνεχίσει να είναι ο εαυτός της και ίσως στο μέλλον να πει στην οικογένειά της ποια πραγματικά είναι. Ερωτηθείσα για το πώς αισθάνεται σήμερα στην Κύπρο, απάντησε ότι αισθάνεται ελεύθερη και ότι αποτελεί μεγάλη ανακούφιση το ότι μπορεί να είναι αυτό που είναι. Δήλωσε ότι έχει γνωρίσει άλλες λεσβίες στην Κύπρο, και ανέφερε ότι έχει επισκεφθεί κάποιο gay bar ή club με ονομασία που θυμόταν ως «Secrets Freedom» ή παρόμοια, χωρίς όμως να γνωρίζει την ακριβή τοποθεσία του. Τέλος, διευκρίνισε ότι δεν ανήκει σε κάποια LGBT ομάδα στην Κύπρο.

 

Ως προς την τρίτη θεματική ενότητα (Harm), η Αιτήτρια δήλωσε ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία προστατεύουν τον εαυτό τους προσποιούμενα ότι είναι ετεροφυλόφιλα. Ερωτηθείσα αν υπέστη προσωπικά οποιαδήποτε βλάβη λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, απάντησε αρνητικά. Όταν της επισημάνθηκε ότι προηγουμένως είχε δηλώσει πως είχε συλληφθεί, διευκρίνισε ότι η σύλληψη αφορούσε τη Γκάνα και όχι τη Νιγηρία. Σε ερώτηση αναφορικά με το γιατί στην αίτησή της για διεθνή προστασία δεν είχε αναφέρει τίποτα σχετικό με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, εξήγησε ότι όταν έφτασαν τους είπαν να επικεντρωθούν στον βασικό ισχυρισμό και να εξηγήσουν αργότερα τις λεπτομέρειες. Τέλος, ερωτηθείσα αν ο σεξουαλικός της προσανατολισμός αποτέλεσε λόγο αποχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της, απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας ότι δεν ήταν αυτός ο λόγος που έφυγε, αλλά ότι εξακολουθεί να υπάρχει σχετικό ζήτημα σε περίπτωση επιστροφής της.

 

Αξιολογώντας τα λεγόμενα της Αιτήτριας ο αρμόδιος λειτουργός, στην εισηγητική του έκθεση απομόνωσε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Πρώτον ως προς την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής, δεύτερον ως προς τις ισχυριζόμενες απειλές από την οικογένεια της και την κοινότητα λόγω της άρνησης της να γίνει ειδωλολάτρης και, τρίτον, ως προς τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλο άτομο.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις της Αιτήτριας επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Επιπλέον, η Αιτήτρια προσκόμισε διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής της. Αντιθέτως, οι υπόλοιποι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός της και ότι, όταν κλήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τα σχετικά γεγονότα, παρατηρήθηκε έλλειψη επαρκών πληροφοριών και έλλειψη συνοχής. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τις απειλές θανάτου που ανέφερε ότι δέχτηκε από τους συγγενείς της, σε περίπτωση άρνησής της να αναλάβει την θέση της μητέρας της, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι δεν παρείχε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ίδια ανέφερε ότι η μητέρα της την ήθελε να γίνει ειδωλολάτρης από την ηλικία των 10 ετών και ότι δέχτηκε απειλές λόγω της άρνησής της, εξού και ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα της, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι αναμενόταν από την ίδια να παρέχει ικανοποιητικές πληροφορίες όσον αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό της. Περαιτέρω, σε ερώτηση για το αν της είχε συμβεί οτιδήποτε από την ηλικία των 10 ετών μέχρι και την κηδεία της μητέρας της στις 28/07/2019, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά και επιβεβαίωσε ότι βρισκόταν ασφαλής, γεγονός που κρίθηκε ασυνεπές, εφόσον αρχικά ανέφερε ότι η μητέρα της ήθελε να γίνει ειδωλολάτρης από την ηλικία των 10 της χρόνων. Επίσης, σε ερώτηση σχετικά με το πώς την εντόπισαν ενώ βρισκόταν στην πολιτεία Lagos, δεν έδωσε κάποια σχετική απάντηση, αναφέροντας ότι η μητέρα της ήταν ζωντανή μέχρι τότε. Σημειώθηκε ακόμη έλλειψη συνοχής όσον αφορά τον ισχυρισμό της, αφού ενώ η ίδια ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της και μετέβη στη Γκάνα για να προστατευτεί, στη συνέχεια επέστρεψε πίσω στη Νιγηρία.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων η αίτηση ανέφεραν ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.

H αξιολόγηση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, βασίστηκε στο μοντέλο DSSH (Difference, Shame and Stigma, Harm).

 

Ως προς το στοιχείο της διαφορετικότητας, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι στο πρόσωπο της Αιτήτριας δεν διαφαίνεται αίσθηση διαφορετικότητας, καθώς η ίδια προσδιόριζε την ομοφυλοφιλία κυρίως βάσει της σεξουαλικής συνεύρεσης με άτομα του ίδιου φύλου, αγνοώντας ότι πρόκειται για έμφυτο και αμετάβλητο στοιχείο της σεξουαλικής ταυτότητας. Η συνειδητοποίηση της σεξουαλικότητάς της παρουσιάστηκε ως μια στιγμιαία έλξη στα 21 της χρόνια, χωρίς να δώσει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη διαφορετικότητά της και τον τρόπο που η ίδια τη βίωνε. Σημειώθηκε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει πώς αισθάνεται ως ομοφυλόφιλη και πώς βιώνει τη διαφορετικότητά της, ενώ στα λεγόμενά της δεν διαφαινόταν ευλογοφάνεια στον τομέα αυτό. Περαιτέρω, θεώρησε ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί μέρος τρόπου ζωής, γεγονός που χαρακτηρίστηκε από έλλειψη συνέπειας και ευλογοφάνειας, εφόσον πρόκειται για μέρος της σεξουαλικής ταυτότητας του ατόμου. Οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν επίσης επιπολαιότητα ως προς τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούσε ερωτικές σχέσεις με άτομα του ίδιου φύλου και ως προς τον τρόπο προσέγγισής τους. Δεν περιέγραψε προσωπικά βιώματα, σκέψεις, προβληματισμούς ή φόβους που ενδέχεται να βίωνε ως ομοφυλόφιλο άτομο στη Νιγηρία, ενώ, παρότι ανέφερε ότι αποδέχτηκε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τον ισχυρισμό αυτό.

 

Ως προς το στοιχείο του στίγματος και της ντροπής, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν έδειξε αισθήματα ντροπής, απομόνωσης ή δυσκολίας λόγω της διαφορετικότητάς της. Παρουσίασε με επιπολαιότητα το πώς αισθάνεται στη χώρα της ως ομοφυλόφιλο άτομο και οι δηλώσεις της κρίθηκαν ασαφείς, αόριστες και χωρίς έντονο προσωπικό στοιχείο. Σημειώθηκε ότι δεν έδειξε να γνωρίζει τον βαθύ κίνδυνο του στίγματος και της ντροπής που ένα ΛΟΑΤΚΙ άτομο στη Νιγηρία ενδέχεται να αντιμετωπίσει τόσο θρησκευτικά όσο και κοινωνικά, αγνοώντας ότι η ομοφυλοφιλία θεωρείται ταμπού και ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στιγματίζονται βαθιά, γεγονός που, πέραν του φόβου σύλληψης από τις αρχές, μπορεί να προκαλέσει θλίψη, εξασθένηση και ψυχική ταλαιπωρία. Οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ακόμη ότι δεν έκανε καμία αναφορά σε τυχόν στίγμα που είτε η ίδια είτε ένα ΛΟΑΤΚΙ άτομο μπορεί να βιώνει στη Νιγηρία και δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τι η ίδια βίωνε συναισθηματικά ως ομοφυλόφιλο άτομο. Κατά την εκτίμησή τους, οι δηλώσεις της ως προς τη ντροπή και το στίγμα δεν χαρακτηρίζονταν από ευλογοφάνεια και ακρίβεια λεπτομερειών, ενώ οι απαντήσεις της ήταν αόριστες και μη ικανοποιητικές.

 

Ως προς το στοιχείο της βλάβης, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν είχε αντίληψη όσον αφορά την αντιμετώπιση της κυβέρνησης απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ άτομα και ότι οι δηλώσεις της παρουσίαζαν ασυνέπεια σε σχέση με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι δεν είχε πλήρη αντίληψη της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα της ως προς την κοινωνική αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων ατόμων. Παρουσιάστηκαν επίσης επιπολαιότητες ως προς τον τρόπο με τον οποίο προστάτευε τον εαυτό της, ενώ οι δηλώσεις της στον τομέα αυτό κρίθηκαν ανεπαρκείς. Οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ακόμη ότι παρουσίασε με επιπολαιότητα και την ισχυριζόμενη σύλληψή της στη Γκάνα λόγω της σεξουαλικότητάς της. Συνολικά, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι η Αιτήτρια δεν επέδειξε κατανόηση των συναισθημάτων και των εμπειριών της διαφορετικότητας, του στίγματος και της ντροπής που μπορεί να βιώνει ένα ΛΟΑΤΚΙ άτομο και ιδιαίτερα στη χώρα της, ενώ από τις περιγραφές της απουσίαζε έντονα το προσωπικό στοιχείο, το οποίο κρίθηκε κομβικό για την τεκμηρίωση του ισχυρισμού της περί σεξουαλικού προσανατολισμού.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι έγκυρες πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ομοφοβικής βίας στη Νιγηρία και ότι τα άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό υφίστανται εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Περαιτέρω, ανέφεραν ότι, βάσει του νομοθετικού πλαισίου της Νιγηρίας, ήτοι του Ποινικού Κώδικα του 1916 και του νόμου Same Sex Marriage Prohibition Act (SSMPA) του 2014, οι ενώσεις και πράξεις ομοφυλοφίλων ποινικοποιούνται με ποινές φυλάκισης έως και δεκατέσσερα έτη, ενώ αυστηρές ποινές επιβάλλονται για σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ ομοφυλοφίλων, δημόσια επίδειξη ερωτικής σχέσης μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, συμβίωση και συμμετοχή ή υποστήριξη σχετικών οργανώσεων.

 

Επιπλέον, ως προς τη Γκάνα, όπου η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη, οι Καθ’ ων σημείωσαν ότι σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, ο νόμος ποινικοποιεί την πράξη της «αφύσικης σαρκικής επαφής», η οποία καλύπτει ομόφυλες ανδρικές σχέσεις και ετεροφυλόφιλες σχέσεις. Ωστόσο, παρά την επιβεβαίωση του γενικού πλαισίου ως προς την αντιμετώπιση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι ο ισχυρισμός απορρίπτεται δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της, και συγκεκριμένα στην πόλη Lagos τη Νιγηρία, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

 

Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό της Αιτήτριας σχετικά με τα προσωπικά της στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές. Επιπλέον η ανάλυση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου και τρίτου απορριφθέντων ισχυρισμών, ήτοι περί των απειλών της Αιτήτριας από την οικογένεια της και την κοινότητα λόγω της άρνησης της να γίνει ειδωλολάτρης καθώς και του σεξουαλικού της προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλο άτομο κρίνεται επίσης ορθή.

 

Ειδικότερα αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ότι δηλαδή αντιμετώπισε απειλές από την οικογένεια της μητέρας της και την κοινότητά της επειδή αρνήθηκε να αναλάβει τη λατρεία των ειδώλων μετά τον θάνατο της μητέρας της, το Δικαστήριο πέραν των όσων ορθά αναφέρθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση, από ανάγνωση της συνέντευξης της Αιτήτριας διακρίνει  και πρόσθετα στοιχεία που αποδυναμώνουν περαιτέρω την αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού. Ειδικότερα, η Αιτήτρια υπέπεσε σε ουσιώδη αντίφαση ως προς το χρονικό σημείο έναρξης των απειλών, καθόσον αρχικά ισχυρίστηκε ότι τα προβλήματά της ξεκίνησαν μετά τον θάνατο της μητέρας της, όταν αρνήθηκε να συμμετάσχει στις σχετικές τελετουργίες, ενώ μεταγενέστερα δήλωσε ότι η πρώτη απειλή είχε διατυπωθεί ήδη τον Ιούνιο του 2019, ήτοι πριν από τον θάνατο της μητέρας της, χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε εύλογη εξήγηση για την απόκλιση αυτή. Επιπλέον, παρά το ότι υποστήριξε πως η μητέρα της την προόριζε για τον συγκεκριμένο ρόλο ήδη από την ηλικία των δέκα ετών, παραδέχθηκε ότι μέχρι την κηδεία της μητέρας της ουδέποτε είχε υποστεί οποιαδήποτε βλάβη ή άλλη δυσμενή μεταχείριση και ότι μέχρι τότε βρισκόταν ασφαλής, γεγονός που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί διαχρονικού και σοβαρού κινδύνου. Περαιτέρω, οι αναφορές της ως προς τις φερόμενες απειλές παρέμειναν γενικόλογες και αόριστες, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει συγκεκριμένα περιστατικά, τους δράστες ή τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκαν οι απειλές, ενώ ούτε εξήγησε πειστικά πώς οι συγγενείς της από την πλευρά της μητέρας της ήταν σε θέση να την εντοπίσουν ενώ διέμενε επί σειρά ετών στην Πολιτεία Lagos. Τέλος, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι, παρά τον ισχυρισμό της ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για να προστατευθεί από τις εν λόγω απειλές, επέστρεψε μεταγενέστερα οικειοθελώς στη Νιγηρία, χωρίς η εξήγηση που παρείχε να αίρει τις εύλογες αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη πραγματικού και άμεσου φόβου δίωξης.

 

Λαμβάνεται επιπλέον υπόψη ότι μέσω του συνηγόρου της στην παρούσα διαδικασία η Αιτήτρια ουδέν ανέφερε για υποστήριξη του ισχυρισμού της ως αξιόπιστου.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι στη Νιγηρία εξακολουθούν να υφίστανται παραδοσιακές θρησκευτικές πρακτικές και ειδωλολατρικές λατρείες, ενώ είναι σύνηθες το φαινόμενο του συγκερασμού μεταξύ του Χριστιανισμού και των παραδοσιακών θρησκειών[1]. Επιβεβαιώνεται επίσης ότι σε ορισμένες περιοχές της χώρας έχουν καταγραφεί εντάσεις και μεμονωμένα περιστατικά μεταξύ υποστηρικτών παραδοσιακών θρησκευτικών πρακτικών και χριστιανών[2]. Ωστόσο, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν περιέχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι υφίσταται γενικευμένη ή συστηματική πρακτική εξαναγκασμού των πρωτότοκων ή μοναχοκόρων να αναλαμβάνουν τη λατρεία οικογενειακών ειδώλων ούτε ότι η άρνηση ανάληψης τέτοιου ρόλου συνεπάγεται, αφ' εαυτής, πραγματικό κίνδυνο θανάτωσης ή άλλης σοβαρής βλάβης.

 

Ως εκ τούτου, ενώ οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καθιστούν εύλογο το γενικό πραγματικό υπόβαθρο του ισχυρισμού της Αιτήτριας, δεν επαληθεύουν τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που αυτή επικαλείται ούτε τον εξατομικευμένο κίνδυνο τον οποίο ισχυρίζεται ότι αντιμετώπισε και κατά συνέπεια ο ισχυρισμός της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε από το Δικαστήριο και συνεπώς απορρίπτεται ως αναξιόπιστος.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι ότι είναι ομοφυλόφιλο πρόσωπο και ότι, λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, διατρέχει κίνδυνο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο κρίνει καταρχάς ότι ορθά διακρίθηκε από τα λεγόμενα της ο εν λόγω ισχυρισμός, παρόλο που δεν αναφέρθηκε από την ίδια ως λόγος εγκατάλειψης της χώρας της κατά την καταγραφή του αιτήματος της για διεθνή προστασία.

 

Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξής της αλλά και στην ανάλυση του εν λόγω ισχυρισμού από τους Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ορθή την διαπίστωση των Καθ' ων η αίτηση περί του ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν χαρακτηρίζονται από την απαιτούμενη συνοχή και επάρκεια ως προς ουσιώδη στοιχεία του εξεταζόμενου ισχυρισμού. Ειδικότερα, παρόλο που δόθηκε η δυνατότητα στην Αιτήτρια να αναπτύξει εκτενώς τις προσωπικές της εμπειρίες και τη διαδικασία διαμόρφωσης της σεξουαλικής της ταυτότητας, οι δηλώσεις της παρέμειναν σε αρκετά σημεία γενικές και αόριστες, χωρίς να συνοδεύονται από επαρκείς λεπτομέρειες ως προς κρίσιμα γεγονότα της προσωπικής της διαδρομής. Δήλωσε ότι ουδέποτε είχε συλληφθεί ή υποστεί οποιαδήποτε προσωπική βλάβη στη Νιγηρία λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, διευκρινίζοντας ότι η μοναδική σύλληψη που επικαλέστηκε έλαβε χώρα στη Γκάνα και όχι στη χώρα καταγωγής της. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι, όταν ερωτήθηκε ευθέως κατά τη συνέντευξη εάν ο σεξουαλικός της προσανατολισμός αποτέλεσε λόγο εγκατάλειψης της Νιγηρίας, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι δεν εγκατέλειψε τη χώρα για τον λόγο αυτό, αλλά ότι το σχετικό ζήτημα θα ανέκυπτε μόνο σε περίπτωση επιστροφής της.

 

Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει την Αιτήτρια σε κατ΄ουσία ακρόαση της, επί του εν λόγω ισχυρισμού, εφόσον η κρίση περί αναξιοπιστίας από τους Καθ’ ων η αίτηση αποτελεί και την μοναδική θέση που προωθείται στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.

 

Για σκοπούς ορθής αξιολόγησης του εν λόγω ισχυρισμού παραθέτω αμέσως τα όσα η Αιτήτρια δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα του σεξουαλικού της προσανατολισμού.

 

Η Αιτήτρια ανέφερε αρχικά ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της ήταν τα προβλήματα με την οικογένεια της μητέρας της ως προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, ενώ ο δεύτερος λόγος ήταν ο σεξουαλικός της προσανατολισμός. Ερωτηθείσα γιατί δεν είχε αναφέρει το ζήτημα αυτό κατά την αρχική αίτηση ασύλου της, απάντησε ότι δεν της δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσει γι’ αυτό και ότι χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για να νιώσει πιο άνετα και να μιλήσει για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό.

 

Ως προς τον τρόπο με τον οποίο στοχοποιήθηκε λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, δήλωσε ότι στη Νιγηρία υπήρχε έντονη διάκριση, ότι οι άνθρωποι την κοιτούσαν υποτιμητικά, μιλούσαν για εκείνη και δεν είχε φίλους, καθώς κανείς δεν ήθελε να τη συναναστρέφεται. Ανέφερε ότι όταν ήρθε στην Κύπρο, αντιθέτως, και άρχισε να γνωρίζει άτομα, ένιωσε ότι έγινε αποδεκτή.

 

Σε σχέση με τη μετάβασή της στη Γκάνα, επιβεβαίωσε ότι αρχικά έφυγε από τη Νιγηρία προς τη Γκάνα για λόγους που δεν σχετίζονταν με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ενώ αργότερα επέστρεψε στη Νιγηρία αφού συνελήφθη στη Γκάνα λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Δήλωσε ότι όταν επέστρεψε στη Νιγηρία παρέμεινε μόνο μία ημέρα και κρυβόταν, προτού αναχωρήσει εκ νέου, γι΄αυτό και δεν είχε προβλήματα με τις αρχές.

 

Αναφορικά με τη συνειδητοποίηση της σεξουαλικότητάς της, ανέφερε ότι πάντα το γνώριζε, αλλά χρειάστηκαν χρόνια για να το αποδεχθεί και η ίδια. Δήλωσε ότι από την εφηβική της ηλικία αντιλαμβανόταν ότι υπήρχε κάτι διαφορετικό, καθώς δεν ένιωθε τίποτα για τους άνδρες και αντιλαμβανόταν ότι την έλκυαν οι γυναίκες, κάτι που αρχικά αρνείτο, αλλά όταν ενηλικιώθηκε το αποδέχθηκε. Ως προς τα συναισθήματά της εκείνη την περίοδο, ανέφερε ότι κάποιες φορές ένιωθε διαφορετικά και κάποιες φορές βρισκόταν σε κατάθλιψη. Ανέφερε ότι προσπάθησε να μιλήσει στη μητέρα της για αυτό, αλλά λόγω της θρησκείας της μητέρας της δεν υπήρχε περίπτωση να το αποδεχθεί. Δήλωσε ότι η σχετική συζήτηση έγινε όταν ήταν 19 ετών, όταν η μητέρα της τη ρώτησε γιατί δεν είχε φίλο, και τότε της είπε ότι ένιωθε κάτι παραπάνω για τις γυναίκες.

 

Σχετικά με την πρώτη της σχέση με γυναίκα, ανέφερε ότι αυτή ξεκίνησε όταν ήταν 16 ετών με μία κοπέλα που γνώρισε σε κηδεία, μέσω κοινής φίλης. Δήλωσε ότι αρχικά έγιναν φίλες και από την πρώτη ημέρα αισθάνθηκε κάτι διαφορετικό. Η σχέση αυτή διήρκησε περίπου έξι μήνες, αν και ανέφερε ότι υπήρχε σχέση διακεκομμένη, ενώ ο χωρισμός επήλθε λόγω απόστασης και επειδή η άλλη κοπέλα φοβόταν και ήθελε να δημιουργήσει οικογένεια. Δήλωσε ότι συνολικά είχε περίπου έξι σχέσεις με γυναίκες.

 

Ερωτηθείσα πώς προστάτευε τον εαυτό της σε μία χώρα όπου η ομοφυλοφιλία είναι απαγορευμένη, ανέφερε ότι δεν το έκανε δημόσια και ότι η τελευταία της σχέση αποκαλύφθηκε όταν συνελήφθη στη Γκάνα. Δήλωσε ότι τότε αποκαλύφθηκε ο σεξουαλικός της προσανατολισμός στην οικογένειά της και στην κοινωνία της. Ανέφερε ότι οι αρχές στη Γκάνα ζήτησαν από την ίδια και τη σύντροφό της τα κινητά τους και ό,τι άλλο είχαν, προκειμένου να τα πουλήσουν για να εξασφαλιστούν τα χρήματα που ζητούσαν, και έτσι εξασφάλισε την ελευθερία της. Δήλωσε ότι επέστρεψε στη Νιγηρία μόνο για να μπορέσει να ταξιδέψει εκ νέου και ότι δεν παρέμεινε εκεί αρκετά ώστε να αντιμετωπίσει περαιτέρω προβλήματα. Πρόσθεσε δε ότι πλήρωσε και λειτουργό του immigration για να τη βοηθήσει να ταξιδέψει.

 

Τέλος, ως προς την προσωπική της ζωή στην Κύπρο, αρχικά ανέφερε ότι βρίσκεται σε σχέση με τη γυναίκα που είχε αναφέρει στη συνέντευξή της και ότι είχαν γνωριστεί στο κέντρο φιλοξενίας, ακολούθως όμως διευκρίνισε ότι έχουν χωρίσει και ότι πλέον διατηρεί σχέση περίπου ενός έτους με Κύπρια, η οποία διαμένει στη Λεμεσό, ενώ η ίδια διαμένει στη Λάρνακα, χωρίς να συγκατοικούν επειδή η σύντροφός της δεν επιθυμεί να το μάθουν οι γονείς της.

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι δηλώσεις της Αιτήτιας δημιουργούν περαιτέρω αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, εφόσον τα λεγόμενά της ενισχύθηκαν από πρόσθετες ουσιώδεις αντιφάσεις. Ειδικότερα, κατά την ακρόαση ανέφερε πλέον ότι ο σεξουαλικός της προσανατολισμός αποτελούσε τον δεύτερο λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, μεταβάλλοντας ουσιωδώς την προηγούμενη θέση της ότι δεν συνδεόταν με την αναχώρησή της από τη Νιγηρία. Επιπλέον, ενώ κατά τη συνέντευξη είχε δηλώσει ότι συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό το 2011, όταν ήταν 21 ετών, κατά την ακρόαση ανέφερε ότι πάντοτε γνώριζε πως έλκεται από γυναίκες ήδη από την εφηβική της ηλικία και ότι εκείνο που μεταβλήθηκε ήταν η αποδοχή της σεξουαλικότητάς της, χωρίς να παράσχει πειστική εξήγηση για την εμφανή αυτή διαφοροποίηση. Περαιτέρω, ως προς την πρώτη της ερωτική σχέση με γυναίκα, κατά τη συνέντευξή της ανέφερε ότι αυτή ξεκίνησε το 2011, ενώ κατά την ακρόαση δήλωσε ότι η πρώτη της σχέση άρχισε όταν ήταν μόλις 16 ετών, πρόκειται δε για απόκλιση που αφορά γεγονός άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διαμόρφωση και εξέλιξη του ισχυριζόμενου σεξουαλικού της προσανατολισμού. Τέλος, ενώ κατά τη συνέντευξη υποστήριξε ότι ουδέποτε είχε αποκαλύψει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό σε οποιοδήποτε πρόσωπο πέραν των συντρόφων της, ότι διατηρούσε μυστικές τις σχέσεις της και προσποιείτο ότι ήταν ετεροφυλόφιλη, κατά την ακρόαση ισχυρίστηκε ότι ήδη στη Νιγηρία υφίστατο έντονο κοινωνικό στιγματισμό, ότι οι άνθρωποι την απέφευγαν, τη σχολίαζαν και δεν επιθυμούσαν να συναναστρέφονται μαζί της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, χωρίς να εξηγεί με πειστικό τρόπο πώς η κοινωνία γνώριζε στοιχεία τα οποία, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς της, παρέμεναν απολύτως κρυφά.

 

Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι οι δηλώσει της Αιτήτριας δεν κατορθώνουν να προσδώσουν επαρκή βαθμό αξιοπιστίας στον ισχυρισμό περί του ότι πρόκειται για ομοφυλόφιλο πρόσωπο.

 

Παρά την πληγείσα εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της Αιτήτριας, το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα από την χώρα καταγωγής της από όπου προκύπτει πως πράγματι στη Νιγηρία ποινικοποιούνται οι ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές, οι γάμοι μεταξύ ομοφυλόφιλων και η εγγραφή ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεων, ότι μουσουλμάνοι, χριστιανοί και οι παραδοσιακοί θρησκευτικοί ηγέτες των Igbo αντιτίθενται στα δικαιώματα των ΛΟΑΤ+ ατόμων και κηρύττουν εναντίον τους, ενισχύοντας τις αρνητικές κοινωνικές αντιλήψεις[3]. Σύμφωνα με έκθεση του Freedom House που εκδόθηκε το 2025, η οποία αφορά γεγονότα του 2024, τα άτομα ΛΟΑΤ+ αντιμετωπίζουν εκτεταμένη επίσημη και κοινωνική διάκριση. Όσοι καταδικάζονται για συμμετοχή σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις μπορούν να φυλακιστούν για διάστημα έως και 14 ετών, ενώ 12 βόρειες πολιτείες διατηρούν τη θανατική ποινή για ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες. Τα άτομα ΛΟΑΤ+ υπόκεινται επίσης σε επιθέσεις από αστυνομικούς κατά τη σύλληψή τους, σε απόπειρες εκβιασμού και σε διακρίσεις κατά την πρόσβασή τους σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες.[4]

 

Oι ανωτέρω πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, όσο και αν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη σοβαρών κινδύνων για πρόσωπα που πράγματι ανήκουν στη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, δεν αρκούν από μόνες τους για τη θεμελίωση ανάγκης διεθνούς προστασίας. Απαιτείται επιπλέον να καταδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος αιτητής/τρια ανήκει πράγματι στην εν λόγω ομάδα και ότι οι προσωπικοί του ισχυρισμοί είναι αξιόπιστοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τον ισχυριζόμενο περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού δεν κρίνονται επαρκώς τεκμηριωμένες, είναι γενικές και ελλιπείς σε ουσιώδεις πτυχές, με αποτέλεσμα να μην γίνονται αποδεκτές.

 

Ως εκ τούτου, παρότι αναγνωρίζεται ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Νιγηρία ενδέχεται να εκτεθούν σε σοβαρές μορφές δίωξης και βλάβης, οι διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής δεν δύνανται να εφαρμοστούν στην ατομική περίπτωση της Αιτήτριας ελλείψει αποδοχής του βασικού πραγματικού πυρήνα των ισχυρισμών της.

 

Συνεπώς, από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών της, προκύπτει ότι η Αιτήτριας δε στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Με βάση τα ανωτέρω και ελλείψει παρελθούσας εις βάρος της πράξης δίωξης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ανέκυψαν ενδείξεις εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία και συγκεκριμένα στην πολιτεία Lagos, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της αυτή θα αντιμετωπίσει πραγματική, υφιστάμενη και τρέχουσα απειλή από οιοδήποτε φορέα, κρατικό ή μη. Ως εκ τούτου ο φόβος της κρίνεται αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Αποτελεί κρίση μου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 έτσι ώστε να εκχωρηθεί στην Αιτήτρια καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αφού δεν προέκυψε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος της Αιτήτριας να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας .

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανομένα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η Νιγηρία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια σειρά ταυτόχρονων προκλήσεων ασφάλειας,[5] καθεμία από τις οποίες είναι πολυδιάστατη και συνιστά σοβαρή απειλή για τη σταθερότητα της χώρας. Οι προκλήσεις αυτές έχουν διατηρήσει τη χώρα σε κατάσταση κρίσης ασφάλειας κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες.[6]

 

Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η Βόρεια Νιγηρία εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη δεκαπενταετή ισλαμιστική εξέγερση.[7] Ενώ η εξέγερση αυτή, με επικεφαλής την Boko Haram και συναφείς θυγατρικές της al-Qaeda και του Islamic State, θεωρούνταν επί μακρόν η σημαντικότερη απειλή για τη σταθερότητα της χώρας, μέχρι τις αρχές του 2024 η βία που προέρχεται από τη δράση συμμοριών (banditry) έχει καταστεί τόσο πιο θανατηφόρα όσο και πιο εκτεταμένη. Διαπραττόμενη από ομάδες που περιγράφονται ως «ιδιαίτερα κατακερματισμένες» και ποικίλες ως προς τις δυνατότητες και τον βαθμό οργάνωσής τους,[8] η δράση αυτή αναφέρθηκε στις ζώνες North-West[9] και North-Central[10] της χώρας, καθώς και στο Lagos και σε άλλες περιοχές της South-West.[11]

 

Οι εντάσεις μεταξύ κτηνοτρόφων και αγροτών σχετικά με τα μέσα βιοπορισμού[12] παρέμειναν ζήτημα σε ολόκληρη τη ζώνη North-Central[13] και σε άλλα μέρη της χώρας.[14] Ορισμένες πηγές απέδωσαν τις προκλήσεις αυτές ασφάλειας σε εθνοθρησκευτικές εντάσεις[15] και, κατά περίπτωση, και σε εγκληματική δραστηριότητα.[16] Επιπλέον, κατά την περίοδο αναφοράς συνεχίστηκαν οι αποσχιστικές δραστηριότητες της Biafra στη South-East, η εγκληματικότητα στο Niger Delta,[17] η δράση βίαιων συμμοριών με επίκεντρο τη South-South και τη South-West,[18] καθώς και η προεκλογική βία στην πολιτεία Edo.[19] Τα πολλαπλά αυτά ζητήματα ασφάλειας έχουν αφήσει τις στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις της χώρας υπερφορτωμένες.[20]

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην πόλη Lagos της ομώνυμης πολιτείας, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι τον Μάιο του 2025, η Punch χαρακτήρισε την πολιτεία Lagos ως «εστία» για τις αιρέσεις και την εγκληματικότητα, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων ληστειών, εγκλημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά, κλοπών οχημάτων και απαγωγών.[21] Σύμφωνα με κυβερνητικά δεδομένα, οι Ikeja, Lagos Island και Lekki ήταν οι «τρεις περιοχές με την υψηλότερη εγκληματικότητα» στην πολιτεία κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2024 - Μαΐου 2025.[22] Παρομοίως, ήδη από την αρχή της περιόδου αναφοράς, η Vanguard παρέθεσε τον πολιτειακό επίτροπο αστυνομίας, ο οποίος περιέγραψε την πίστη σε αιρέσεις, τις ληστείες σε συνθήκες κυκλοφοριακής συμφόρησης και τις απαγωγές ως τα «κυρίαρχα εγκλήματα» στην πολιτεία Lagos.[23] Η The Nation επισήμανε αύξηση εγκληματικών δραστηριοτήτων όπως απαγωγές, ληστείες, βίαιες συγκρούσεις και δολοφονίες, ιδίως στις περιοχές Lagos Island, Lekki και Okota[24] περιλαμβάνουν τους Buccaneers,[25] καθώς και «συμμορίες δρόμου», όπως οι Kesari και Idi-Araba Boys,[26] και οι Awawa Boys.[27] Πολλές πηγές ανέφεραν ότι παιδιά και ανήλικοι στρατολογούνται σε τέτοιες συμμορίες[28] και εμπλέκονται σε βία που σχετίζεται με αυτές.[29]

 

Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED για την πληρότητα της έρευνας κατά το προηγούμενο έτος (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026) σημειώθηκαν 162 περιστατικά ασφαλείας στη πολιτεία Lagos, οδηγώντας σε 84 ανθρώπινες απώλειες.[30] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Lagos το 2022 ανερχόταν σε 13,491,800 κατοίκους.[31]

 

Κατά συνέπεια, η πολιτεία Lagos της Νιγηρία, περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ. Λαμβάνοντας υπόψη, εκ του περισσού υπό τις περιστάσεις, και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι υγιής γυναίκα ενήλικας, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με υποστηρικτικό δύκτιο στη χώρα καταγωγής της, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρές βλάβες σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην πολιτεία Lagos.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι, αντίθετα στις θέσεις του συνηγόρου της, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία, έχοντας τεθεί στην Αιτήτρια ανοικτού και κλειστού τύπου ερωτήσεις ώστε να διερευνηθεί πλήρως το αίτημά της, η δε εκδοθείσα τελική απόφαση κρίνεται πλήρως αιτιολογημένη. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Τέλος κρίνω ως αβάσιμη και απορρίπτω την αιτούμενη θεραπεία υπο στοιχείο Δ της αίτησης ακυρώσεως, περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και των άρθρων 2, 3 και 8 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, εφόσον από την πιο πάνω ανάλυση της υπόθεσης δεν προκύπτουν στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, θα αντιμετωπίσει οποιαδήποτε μορφή δίωξη, θανατική ποινή, βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Όλοι οι προβαλλόμενοι από την Αιτήτρια ισχυρισμοί εξετάστηκαν στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης της για διεθνή προστασία και απορρίφθηκαν με αποτέλεσμα να καθίσταται αντιληπτό ότι δεν υφίσταται κίνδυνος αλλά ούτε και παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν πιο πάνω.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Α.Α. AΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] EUAA, Country Guidance: Nigeria, Common Analysis, ενότητα «Idolatry as a religious practice in Nigeria», όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η δήλωση του Secretary to the State Government της Πολιτείας Anambra (2019) περί αύξησης της ειδωλολατρίας στη νοτιοανατολική Νιγηρία, καθώς και ότι στη Νιγηρία είναι σύνηθες το φαινόμενο του συγκερασμού (syncretism), δηλαδή ο συνδυασμός στοιχείων του Χριστιανισμού ή του Ισλάμ με παραδοσιακές θρησκευτικές πρακτικές. Παραπέμπει επίσης στην έκθεση Oaths in Edo State: Uses and Abuses of the Indigenous Justice System (Μάρτιος 2019) και σε δημοσιεύματα του 2022 σχετικά με την αύξηση της ειδωλολατρίας στην Πολιτεία Anambra.

[2] EUAA, Country Guidance: Nigeria, Common Analysis, ενότητα «Treatment of Christians in the context of idolatry», όπου γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στην αντικατάσταση του αγάλματος Nneoma (Nnem-omai) από άγαλμα του Ιησού Χριστού στην Πολιτεία Delta (2019) και στο περιστατικό επίθεσης κατά χριστιανού πάστορα στην περιοχή Urora της Πολιτείας Edo, κατόπιν άρνησής του να συμμορφωθεί με εντολές παραδοσιακών αρχηγών, όπως δημοσιεύθηκε από το NaijaGists.com.

[3] HRW - Human Rights Watch, 'World Report 2025 - Nigeria' (16 January 2025) διαθέσιμο σε https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/nigeria

[4] Freedom House, 'Freedom in the World 2025 - Nigeria' (2025) διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 

[5] International Crisis Group, Restoring Nigeria’s Leadership for Regional Peace and Security, Δεκέμβριος 2024, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf

[6] Aboh, A., Nigeria’s security problems deepen as Anglophone insurgency in Cameroon spills across border, The Conversation, Φεβρουάριος 2024, διαθέσιμο σε: https://theconversation.com/nigerias-security-problems-deepen-as-anglophone-insurgency-in-cameroon-spills-across-border-223078

[7] International Crisis Group, Restoring Nigeria’s Leadership for Regional Peace and Security, Δεκέμβριος 2024, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf

[8] Wiehler, C. and Malefakis, M., Time to Make ‘Peace’ with the Bandits, CSS, Απρίλιος 2024, σελ. 1, διαθέσιμο σε: https://css.ethz.ch/content/dam/ethz/special-interest/gess/cis/center-for-securities-studies/pdfs/PP12-1_2024-EN.pdf

[9] International Crisis Group, Restoring Nigeria’s Leadership for Regional Peace and Security, Δεκέμβριος 2024, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf

[10] HumAngle, What Is The Real Cause Of Attacks In Nigeria’s Middle Belt?, Φεβρουάριος 2024, διαθέσιμο σε: https://humanglemedia.com/what-is-the-real-cause-of-attacks-in-nigerias-middle-belt/

[11] Conversation (The), Nigeria’s growing security crisis: 6 essential reads, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://theconversation.com/nigerias-growing-security-crisis-6-essential-reads-254639

[12] HRW, Nigeria: Prioritize Security Amid Rising Violence in Benue State, Ιούνιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.hrw.org/news/2025/06/18/nigeria-prioritize-security-amid-rising-violence-in-benue-state

[13] International Crisis Group, Restoring Nigeria’s Leadership for Regional Peace and Security, Δεκέμβριος 2024, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf

[14] Wiehler, C. and Malefakis, M., Time to Make ‘Peace’ with the Bandits, CSS, Απρίλιος 2024, σελ. 1, διαθέσιμο σε: https://css.ethz.ch/content/dam/ethz/special-interest/gess/cis/center-for-securities-studies/pdfs/PP12-1_2024-EN.pdf

[15] Conversation (The), Nigeria’s growing security crisis: 6 essential reads, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://theconversation.com/nigerias-growing-security-crisis-6-essential-reads-254639

[16] Conversation (The), Nigeria’s growing security crisis: 6 essential reads, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://theconversation.com/nigerias-growing-security-crisis-6-essential-reads-254639

[17] International Crisis Group, Restoring Nigeria’s Leadership for Regional Peace and Security, Δεκέμβριος 2024, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2024-12/b203-nigeria-leadership.pdf

[18] SBM Intelligence, Gangster’s Paradise: Nigeria’s Restive Youth Gang Crisis, 2020-2025, Ιούλιος 2025, σελ. 4, διαθέσιμο σε: https://www.sbmintel.com/wp-content/uploads/2025/06/202507_Gangsters-Paradise.pdf

[19] PLAC, Nigeria Annual Human Rights Report 2024, Δεκέμβριος 2024, σελ. 41, διαθέσιμο σε: https://placng.org/i/wp-content/uploads/2024/12/Nigeria-Annual-Human-Rights-Report-2024.pdf

[20] SBM Intelligence, Gangsters Paradise: Nigerias Restive Youth Gang Crisis, 2020-2025, Ιούλιος 2025, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.sbmintel.com/wp-content/uploads/2025/06/202507_Gangsters-Paradise.pdf

[21] Punch, Sanwo-Olu, crush the cultism menace, Μάιος 2025, διαθέσιμο σε: https://punchng.com/sanwo-olu-crush-the-cultism-menace/

[22] Guardian (The) Nigeria, LASG says Ikeja, Lagos Island, Lekki top states crime locations, Μάιος 2025, διαθέσιμο σε: https://guardian.ng/news/lasg-says-ikeja-lagos-island-lekki-top-states-crime-locations/

[23] Vanguard, Three cult leaders, four others nabbed in Lagos, Ιανουάριος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.vanguardngr.com/2024/01/three-cult-leaders-four-others-nabbed-in-lagos/

[24] Nation (The), Securing Lagos State, Φεβρουάριος 2024, διαθέσιμο σε: https://thenationonlineng.net/securing-lagos-state/

[25] Guardian (The) Nigeria, Anxiety over death of three in Lagos estate cult war, Ιανουάριος 2025, διαθέσιμο σε: https://guardian.ng/news/nigeria/metro/anxiety-over-death-of-three-in-lagos-estate-cult-war/

[26] SBM Intelligence, Gangster’s Paradise: Nigeria’s Restive Youth Gang Crisis, 2020-2025, Ιούλιος 2025, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.sbmintel.com/wp-content/uploads/2025/06/202507_Gangsters-Paradise.pdf

[27] SBM Intelligence, Gangster’s Paradise: Nigeria’s Restive Youth Gang Crisis, 2020-2025, Ιούλιος 2025, σελ. 8, διαθέσιμο σε: https://www.sbmintel.com/wp-content/uploads/2025/06/202507_Gangsters-Paradise.pdf

[28] Guardian (The) Nigeria, Taming menace of cultism in primary, secondary schools, Ιούλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://guardian.ng/features/education/taming-menace-of-cultism-in-primary-secondary-schools-2/

[29] Guardian (The) Nigeria, Lagos Assembly summons CP, others over renewed cult violence in Mushin, Ιούνιος 2025, διαθέσιμο σε: https://guardian.ng/news/nigeria/metro/lagos-assembly-summons-cp-others-over-renewed-cult-violence-in-mushin/

[30] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer

[31] City Population, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA025__lagos/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο