ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 4836/23
3 Ιουλίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Η.Μ.Μ.
Αιτητού
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Αίτηση παράτασης του χρόνου καταχώρισης έφεσης ημερομηνίας 20.5.2026
Πιερίδης και Πιερίδης (κ.κ.), για τον Αιτητή
Ε. Ιωάννου (κα), για τους Καθ’ ων η αίτηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα αίτηση, ο Αιτητής αιτείται:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για παράτασης του χρόνου καταχώρισης της έφεσης κατά της απόφασης ημερ. 1/11/24
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η έφεση με αρ. 117/24 κατά της απόφασής ημερ. 1/11/24 που καταχωρήθηκε στις 25/11/24.
Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιη ή/και εύλογη ή/και σκόπιμη.
Δ. Έξοδα.».
Νομική βάση της αίτησης
H παρούσα αίτηση βασίζεται: «[…] στα άρθρα 28, 30 και 146 του Συντάγματος, στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Μέρος 2, Μέρος 3, Ενότητα 1, Κανονισμός 3.1.(2)(α), Μέρος 23, Κανονισμός 4(6) και 7(5), Μέρος 25, Κανονισμοί 25.1 - 25.3, Μέρος 38, Μέρος 41, ιδίως στον Κανονισμό 41.6 και Μέρος 46, Αρ.ΕΕ63 - “Έντυπο Αρ.ΕΕ63: Ειδοποίηση Εφεσείοντα (Όλες οι Εφέσεις εκτός από μικρές απαιτήσεις) - Μέρος 41 Κανονισμός 2(1), στον Τροποποιητικό Νόμο 141(Ι)/2020, στον Κανονισμό 18 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), στον Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, ως έχει τροποποιηθεί («Ν.73(Ι)/2018») Άρθρα 11, 12 και 13, στους Περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, Κανονισμοί 2, 3, 6(α), 9, 14 και 15, στους Περί Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και Δικαίου της Επιείκειας και επί των συμφύων εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου.».
Ιστορικό διαδικασίας
Το συναφές με την παρούσα διαδικασία ιστορικό έχει ως ακολούθως. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε στις 20.5.2026. Οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στις 11.6.2026. Προηγουμένως και σύμφωνα με τα γεγονότα όπως προκύπτουν από το δικαστικό φάκελο και τις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται στην παρούσα αίτηση και -στην ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, το παρόν πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή υπ’ αριθμό 4836/23 την 1.11.2024. Στις 25.11.2024, ο Αιτητής καταχώρισε την Έφεση υπ’ αριθμό 117/24 κατά της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης. Στο έντυπο καταχώρισης της Έφεσης ο Αιτητής συμπλήρωσε το συναφές πεδίο περί αίτησης παράτασης της προθεσμία καταχώρισης της ειδοποίησης έφεσης. Προς υποστήριξη αυτού αναφέρεται στο ίδιο έντυπο της έφεσης ότι ο Εφεσείων διατηρούσε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου και καθώς δημιουργήθηκε πρόβλημα στο λογαριασμό του (αυθαίρετη κατά τον ίδιο, παγιοποίηση του λογαριασμού του από την Τράπεζα) δεν μπορούσε να αποσύρει χρήματα για την καταχώριση της παρούσας έφεσης. Συνεχίζοντας ο ίδιος καταγράφει ότι όταν κατέστη δυνατή η πρόσβασή του στον εν λόγω λογαριασμό προχώρησε αυθημερόν στην καταχώριση της έφεσης.
Θέσεις των μερών
Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που παραθέτει ο Αιτητής στην υπό εξέταση αίτησή του και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, η προσφυγή του ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου απορρίφθηκε, χωρίς, κατά τον ισχυρισμό των συνηγόρων του, να ενημερωθούν σχετικά. Όπως αναφέρουν, έλαβαν γνώση της απόρριψης μόλις στις 6.11.2024. Ωστόσο, το σκεπτικό της απόφασης και το σχετικό πρακτικό κατέστησαν διαθέσιμα σε αυτούς περίπου δέκα έως δώδεκα ημέρες αργότερα, όταν ολοκληρώθηκε η σύνταξη του πρακτικού και τους χορηγήθηκε αντίγραφό του.
Κατά τους ίδιους, η ειδοποίηση έφεσης καταχωρίστηκε εντός δεκατεσσάρων ημερών από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης απόφασης και όχι εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της. Υποστηρίζουν δε ότι η προετοιμασία της ειδοποίησης έφεσης προϋπέθετε την πρόσβαση στο αιτιολογημένο πρακτικό της απόφασης, το οποίο συντάχθηκε και τέθηκε στη διάθεσή τους αρκετό χρόνο μετά την ημερομηνία έκδοσής της. Ως εκ τούτου, προβάλλεται ότι υφίστατο ουσιαστική αδυναμία άσκησης της έφεσης εντός της νόμιμης προθεσμίας, η οποία υπολογιζόταν από την ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης.
Το ζήτημα αυτό προέκυψε εκ νέου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου. Καίτοι ο Αιτητής δήλωσε ότι το αίτημα της παράτασης του χρόνου καταχώρισης της έφεσης τέθηκε ήδη με την καταχώριση της ειδοποίησης της Έφεσης, με βάση όμως το νέο Μέρος 41.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, αρμόδιο για την εξέταση αίτησης όπως η παρούσα δεν είναι το Διοικητικό Εφετείο, αλλά το πρωτόδικο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση αντιτίθενται στην υπό κρίση αίτηση και ζητούν την απόρριψή της. Υποστηρίζουν ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, καταχρηστική και δεν πληροί τις νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την παροχή της αιτούμενης παράτασης του χρόνου καταχώρισης έφεσης. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει επαρκές πραγματικό υπόβαθρο ούτε επικαλείται εξαιρετικές περιστάσεις ή βάσιμο λόγο που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ενώ οι λόγοι που προβάλλονται είναι αόριστοι, αντιφατικοί και δεν εξηγούν επαρκώς την εκπρόθεσμη καταχώριση της έφεσης. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η καθυστέρηση οφείλεται αποκλειστικά σε παραλείψεις της πλευράς του Αιτητή, οι οποίες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αναβίωση δικονομικών προθεσμιών ούτε να κάμψουν την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Υποστηρίζουν επίσης ότι ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα να καταχωρίσει εμπρόθεσμα την έφεσή του, ακόμη και χωρίς ορισμένα έγγραφα του φακέλου, δεδομένου ότι οι σχετικοί Κανονισμοί επιτρέπουν τη μεταγενέστερη συμπλήρωση των εγγράφων που υποστηρίζουν την έφεση. Τέλος, προβάλλουν ότι η χορήγηση της αιτούμενης παράτασης θα υπονόμευε την ασφάλεια δικαίου, θα καταστρατηγούσε τις δικονομικές προθεσμίες και θα αντέβαινε στα συμφέροντα της δικαιοσύνης.
Νομικό πλαίσιο
Το άρθρο 13 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026, προβλέπει τα εξής ως προς την προθεσμία άσκησης έφεσης κατά αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου:
«13. Κάθε απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας υπόκειται σε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου για λόγο που αναφέρεται σε νομικό σημείο μόνο, εντός χρονικής περιόδου δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.».
Ο Κανονισμός 17 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, ορίζει τα εξής:
«17. Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023, όπως αυτοί ισχύουν, και ως εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών και εφόσον οι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται στους παρόντες Κανονισμούς ή εκτός εάν το Δικαστήριο άλλως ήθελεν ορίσει.».
Ο Κανονισμός 41.6 των Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμών του 2023, ο οποίος τιτλοφορείται «Διαφοροποίηση προθεσμίας» προβλέπει τα ακόλουθα:
«(1) Αίτηση για διαφοροποίηση προθεσμίας για καταχώριση ειδοποίησης έφεσης, υποβάλλεται στο κατώτερο δικαστήριο ή στο Εφετείο. Η αίτηση υποβάλλεται πρώτα στο κατώτερο δικαστήριο και σε περίπτωση απόρριψης, στο Εφετείο.
(2) Οι διάδικοι δεν δύνανται να συμφωνήσουν να παρατείνουν οποιαδήποτε ημερομηνία ή χρόνο ο οποίος ορίζεται από:
(α) τους παρόντες κανονισμούς· ή
(β) διάταγμα του Εφετείου ή του κατώτερου δικαστηρίου.».
Ως προς τα κριτήρια που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αίτησης για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης, όπως η παρούσα, σημειώνεται ότι ούτε κάποιος νόμος ούτε οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023 προβλέπουν συγκεκριμένα κριτήρια ή προϋποθέσεις που να κατευθύνουν την άσκηση της σχετικής εξουσίας. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο και τα όρια της διακριτικής αυτής ευχέρειας έχουν διαμορφωθεί κατά κύριο λόγο νομολογιακά, μέσα από πάγια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες καθορίζουν τις αρχές που οφείλει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά τη στάθμιση του αιτήματος.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφετηρία αποτελεί η ανάγκη αυστηρής τήρησης των δικονομικών προθεσμιών, οι οποίες υπηρετούν την ασφάλεια δικαίου, την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων και την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, η παράταση του χρόνου για καταχώριση έφεσης συνιστά εξαιρετικό δικονομικό μέτρο, το οποίο χορηγείται με ιδιαίτερη φειδώ και μόνο όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η σχετική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία αλλά ασκείται δικαστικά και αποκλειστικά με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Προς την κατεύθυνση αυτή κινούνται οι αποφάσεις Branco Salvage Ltd v. Republic (Attorney-General as Successor to the Greek Communal Chamber and Another) (1967) 3 C.L.R. 213, Niki Chr. Georghiou v. Republic (Minister of the Interior and Another) (No. 3) (1968) 3 C.L.R. 563, Niki Chr. Georghiou v. Republic (Minister of the Interior and Another) (1968) 1 C.L.R. 411 (Ολ.), Cyprian Seaway Agencies Ltd and Others v. Republic (1981) 3 C.L.R. 271, καθώς και η απόφαση Ι. & Α. Φιλίππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1989) 3(Δ) Α.Α.Δ. 2385, στην οποία συνοψίζονται οι ανωτέρω αρχές. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Χόππη ν. Παναγή (1993) 1 Α.Α.Δ. 140, όπου υπογραμμίζεται ότι αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο συνδέεται άρρηκτα με την τελεσιδικία και την τήρηση των προθεσμιών που προβλέπουν οι Θεσμοί.
Περαιτέρω, η νομολογία έχει διαμορφώσει ως πάγια αρχή ότι η παράταση δεν αποτελεί μέσο θεραπείας κάθε εκπρόθεσμης άσκησης έφεσης ούτε δικαιολογείται από μόνη της λόγω αμέλειας ή σφάλματος του διαδίκου ή του δικηγόρου του. Ο αιτητής φέρει το βάρος να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία, τα οποία να εξηγούν ικανοποιητικά την καθυστέρηση και να καταδεικνύουν ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, η παράταση εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Συναφώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τους λόγους της αδυναμίας εμπρόθεσμης καταχώρισης, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την υποβολή της αίτησης, καθώς και τη συμπεριφορά του αιτητή κατά το ενδιάμεσο διάστημα. Οι αρχές αυτές επαναβεβαιώθηκαν στις αποφάσεις A. Pavlou and Another v. G. Kakoyiannis and Another (1963) 2 C.L.R. 405, A. Loizou v. P. Konteatis (1968) 1 C.L.R. 291, Fame Transports Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 561, Σολιάτης ν. Χριστοδουλίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 1162, Ιωάννου Φυτούλα (1997) 2 Α.Α.Δ. 389, Γενική Αίτηση 1/2010, xxx xxx Thanh ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργού Εσωτερικών, καθώς και στην Επί τοις αφορώσι την LGS Handling Limited, Ποινική Αίτηση αρ. 22/2018, ημερ. 2.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B125, ECLI:CY:AD:2019, όπου τονίζεται εκ νέου ότι η παράταση αποτελεί εξαιρετικό και σπάνιο μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν στοιχειοθετείται βάσιμος λόγος που καθιστά αναγκαία την κατ' εξαίρεση παρέκκλιση από την αρχή της τελεσιδικίας.
Κατάληξη
Εφαρμοζόμενο το ανωτέρω νομολογιακό και κανονιστικό πλαίσιο στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, επισημαίνεται καταρχάς ότι το Αιτητικό Β, με το οποίο ζητείται η αναγνώριση της ήδη καταχωρισθείσας ειδοποίησης έφεσης ως εμπρόθεσμης, εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Η κρίση επί του ζητήματος αυτού ανήκει αποκλειστικά στο Διοικητικό Εφετείο, ενώ το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του Μέρους 41.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, διαθέτει αποκλειστικώς την εξουσία να εξετάσει αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρισης της έφεσης, όπως αυτή διατυπώνεται με το Αιτητικό Α.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο λόγος που προβάλλεται με την παρούσα αίτηση προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης καταχώρισης της έφεσης δεν συνάδει με τον λόγο που επικαλέστηκε ο ίδιος ο Αιτητής, διά των συνηγόρων του, στην ήδη καταχωρισθείσα ειδοποίηση έφεσης. Συγκεκριμένα, στην ειδοποίηση έφεσης αποδίδεται η καθυστέρηση στην έλλειψη επαρκών οικονομικών πόρων, ενώ με την παρούσα αίτηση προβάλλεται ως κύριος λόγος η καθυστερημένη χορήγηση του αιτιολογημένου πρακτικού της πρωτόδικης απόφασης. Η διαφοροποίηση αυτή δεν παραμένει χωρίς σημασία, καθότι υπονομεύει την εσωτερική συνοχή της προβαλλόμενης εξήγησης.
Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι οι συνήγοροι του Αιτητή ζήτησαν τη σύνταξη ή χορήγηση του πρακτικού αμέσως μετά τη γνωστοποίηση της απόφασης δεν επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία του δικαστικού φακέλου. Αντιθέτως, από τον φάκελο προκύπτει ότι το μοναδικό δελτίο αίτησης για χορήγηση αντιγράφου του πρακτικού φέρει ημερομηνία 25.11.2024 και όχι 6.11.2024, όπως υποστηρίζεται στην υπό κρίση αίτηση. Επομένως, από τα αντικειμενικά στοιχεία του φακέλου δεν στοιχειοθετείται επιμέλεια εκ μέρους του Αιτητή προς έγκαιρη εξασφάλιση του πρακτικού ούτε προκύπτει ότι κατέβαλε κάθε εύλογη προσπάθεια για την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης.
Συναφώς, από την ίδια τη διάταξη των εγγράφων του δικαστικού φακέλου προκύπτει ότι το πρακτικό συντάχθηκε ουσιαστικά ταυτόχρονα με την έκδοση της απόφασης, καθόσον δεν παρεμβάλλεται οποιοδήποτε άλλο δικονομικό έγγραφο μεταξύ της απόφασης και του πρακτικού, ενώ ούτε προκύπτει οποιαδήποτε προηγούμενη εκκρεμότητα ως προς τη σύνταξή του. Αν και το στοιχείο αυτό δεν είναι αφ' εαυτού καθοριστικό, εντούτοις δεν ενισχύει τον ισχυρισμό περί καθυστερημένης σύνταξης του πρακτικού.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, εξάλλου, στο γεγονός ότι, κατά παραδοχή του ίδιου του Αιτητή, οι συνήγοροί του είχαν ήδη λάβει γνώση της απόρριψης της προσφυγής από τις 6.11.2024. Δεδομένου ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη ακρόαση ή επιφύλαξη, η γνώση της απόρριψης λόγω μη προώθησης αρκούσε ώστε να καταστεί δυνατή η εμπρόθεσμη καταχώριση ειδοποίησης έφεσης προς διασφάλιση των δικονομικών δικαιωμάτων του Αιτητή. Η μεταγενέστερη λήψη του πλήρους αιτιολογικού ή του πρακτικού δεν απέκλειε, κατ' αρχήν, την άσκηση της έφεσης ούτε τη μεταγενέστερη εξειδίκευση ή τροποποίηση των λόγων αυτής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη δικονομία ένδικα μέσα που προβλέπονται στο Μέρος 41 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 (π.χ. εκ των υστέρων σύνταξη πρακτικών ή δυνατότητα της ειδοποίησης έφεσης).
Τέλος, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε περί το ενάμισι έτος μετά την έκδοση της επίδικη πράξης, κατόπιν της διαπίστωσης ότι, μετά τη θέσπιση του Κανονισμού 41.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, αρμόδιο για την εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα είναι πλέον το πρωτόδικο Δικαστήριο και όχι το Διοικητικό Εφετείο. Αν και το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί καθοριστικό λόγο απόρριψης της αίτησης, επιβεβαιώνει ότι η παρούσα διαδικασία δεν κινήθηκε με την απαιτούμενη επιμέλεια.
Ως εκ τούτου, για τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, η ενδιάμεση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €500 εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο