G. Ν. Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.497/24, 3/7/2026
print
Τίτλος:
G. Ν. Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.497/24, 3/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.497/24

 

3 Ιουλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

G. Ν. Μ.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Μ. Μπαγιαζίδου, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Κα Ε. Ιωάννου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία της κοινοποιήθηκε στις 31/01/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, αντισυνταγματικής, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και «[έ]κδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] για διεθνή προστασία προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 05/04/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 14/06/21 (ερ.3-5, 24).

Στις 23/10/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.14-24). Μετά το πέρας των συνεντεύξεων ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 29/11/23 απορρίφθηκε το αίτημα για διεθνή προστασία (ερ.74-89).

Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία της δόθηκε διά χειρός στις 31/01/24, στην μητρική της γλώσσα (ερ.190, 5).

Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω του ότι «η ζωή [της] βρισκόταν υπό σοβαρή απειλή», καθώς – ως αναφέρει – ο μικρότερος αδελφός της, που ήταν αποσχιστής μαχητής, διωκόταν από τις Αρχές. Η ίδια διέμενε και διατηρούσε μικρή επιχείρηση στην Buea, την επισκεπτόταν ενίοτε ο μικρός αδελφός της και μια μέρα που οι γονείς της αιτήτριας ήταν σπίτι ο στρατός πήγε, σκότωσε τον πατέρα και τον αδελφό της, πήρε την μητέρα και τα παιδιά της και η ίδια έλαβε τηλεφώνημα από ένα φίλο ότι αναζητούν κι’ αυτήν και τότε πούλησε το κατάστημα της και έτρεξε «εδώ για βοήθεια».

Στη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, γεννήθηκε και διέμενε στην Kumba (SW), μαζί με τους γονείς της, μέχρι το 2016 και τον Απρίλιο του ίδιου έτους πήγε στην Buea, έμεινε εκεί 4-5 μήνες, πήγε στη Σαουδική Αραβία για 3 μήνες, επέστρεψε στην Buea, όπου έμεινε περί το 1 και πλέον έτος, πήγε στο Kuwait για 2 έτη, επέστρεψε στο Καμερούν (Buea) για 1 βδομάδα, πήγε και έμεινε στη Douala για 4 μήνες και μετά έφυγε από το Καμερούν και ταξίδεψε στα κατεχόμενα. Ο πατέρας της αιτήτριας απεβίωσε στην Kumba το 2018 (ενόσω η ίδια βρισκόταν στο Kuwait) και μαζί του και ο αδελφός, της «εξαιτίας της κρίσης», ως ανέφερε. Η αιτήτρια έχει μια μικρότερη αδελφή, η οποία φοιτά σε πανεπιστήμιο της Buea νομική και 2 ανήλικα τέκνα (ηλικίας 5 και 10 ετών κατά τη συνέντευξη), τα οποία διαμένουν με την μητέρα της (αιτήτριας) στην Yaounde (Yaoundi) και η αιτήτρια διατηρεί επαφή τόσο με την αδελφή της όσο και την μητέρα και τα παιδία της, οι οποίοι – ως ανέφερε – είναι καλά (they are doing okay – ερ.19, Χ12). Η αιτήτρια δεν ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθότι σταμάτησε το σχολείο σε ηλικία 16 ετών και εργαζόταν στο Καμερούν ως πωλήτρια τροφίμων και μετά παπουτσιών και δεν εργάστηκε όταν επέστρεψε από το Kuwait για λίγο διάστημα, προτού έρθει στα κατεχόμενα.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι όταν επέστρεψε από το Kuwait «το Καμερούν δεν πλέον ήταν το ίδιο», καθώς – ως εξήγησε – δεν είχε τον πατέρα και τον αδελφό της, το δε σπίτι της στην Kumba ήταν κενό γιατί «οι περισσότεροι άνθρωποι φεύγουν εξαιτίας της κρίσης». Όταν λοιπόν η ίδια επέστρεψε στην Buea άρχισαν να της ζητούν χρήματα και τότε πήγε στη Douala, πήγε και η μητέρα και τα παιδιά της και τότε η αιτήτρια κάλεσε την αδελφή της στην Buea και της είπε ότι χρειάζεται να πάει «σε μια χώρα όπου θα [της] δώσουν άσυλο και να [πάρει] και την οικογένεια [της] εκεί». Δήλωσε ότι φοβάται επειδή σκότωσαν τον πατέρα και τον αδελφό της, ο οποίος, ως πρόσθεσε, είναι Ambazonian, και γι’ αυτό έβαλε την μητέρα της στις γαλλόφωνες περιοχές, «όπου δεν θα τη γνωρίζει κανείς» και τότε «κάποιος [της] είπε για την Κύπρο και ότι θα [της] κοστίσει πολλά λεφτά αλλά είναι γι’ αυτό που [ήρθε] εδώ».

Ερωτώμενη σχετικά με το πότε ο αδελφός της εντάχθηκε στους Ambazonians η αιτήτρια ανέφερε ότι άκουσε λίγα γιατί αυτός ήταν στο Καμερούν (η αιτήτρια βρισκόταν στο Kuwait) και όταν ήταν και η ίδια εκεί είχε ακούσει «λίγα» περί του ότι θα εντασσόταν σ’ αυτούς (ο αδελφός της). Ερωτώμενη για τον θάνατο του η αιτήτρια ανέφερε ότι «αυτοί πήγαν στο σπίτι τους στην Kumba, η αστυνομία τον αναζητούσε και τον πυροβόλησαν, ο πατέρας [της] ήταν εκεί και έτσι τον πυροβόλησαν κι’ αυτόν […] ευτυχώς η μητέρα [της] δεν ήταν εκεί», ως η ίδια πληροφορήθηκε από την αδελφή της.

Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι όταν επέστρεψε από το Kuwait της ζητούσαν (άνθρωποι απροσδιόριστοι) χρήματα και όταν τους είπε ότι δεν έχει την απειλούσαν να μην πάει πίσω στην Kumba και Buea. Ερωτώμενη αν ήταν τότε που έστειλε την μητέρα και τα παιδιά της στη Yaounde η αιτήτρια δεν απάντησε επί τούτου και, ερωτώμενη, είπε ότι μετά που μετοίκησε στη Douala η ίδια δεν έλαβε άλλες απειλές, καθώς, ως ανέφερε, άλλαξε τον αριθμό τηλεφώνου και η αδελφή της πήγε σε άλλο σπίτι στην Buea.

Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι «στο Καμερούν ζωή θα είναι πολύ δύσκολη», η ίδια θα συλληφθεί και «δεν [γνωρίζει] αν τα άτομα που έβλαψαν τον αδελφό και τον πατέρα [της] θα τη βλάψουν και γι’ αυτό θα είναι δύσκολο γι’ αυτήν και πρόσθεσε ότι δεν μπορεί να πάει στη νοτιοδυτική και βορειοδυτική περιοχή και στις γαλλόφωνες περιοχές δεν μπορεί να ζήσει καθώς «[έχει] πει πολλά πράγματα για τη χώρα [της], αν η κυβέρνηση μάθει τι [έχει] πει [η αιτήτρια θα έχει] πολλά προβλήματα μαζί τους».

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας

  1. Αναχώρησε από το Καμερούν λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν αμφότερους τους ως άνω ισχυρισμούς, αφού κρίθηκε ότι τα λεγόμενα της αιτήτριας διατηρούν συνοχή και συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ).

Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου και αξιολογούμενου και του προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της. Αναφορικά ειδικώς με το αρ.19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ομοίως, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνο να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας η αιτήτρια κατά την επιστροφή, καθώς στη Kumba (Southwest), παρότι ασκείται αδιάκριτη βία, αυτή δεν είναι σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει πραγματικός κίνδυνος για την ίδια, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες τις οποίες εντόπισαν και παρέθεσαν.     

Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφασης επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.

Στα πλαίσια της προσφυγής καταγράφονται αρκετά νομικά σημεία εκ των οποίων μερικά προωθούνται και στην αγόρευση που ακολούθησε.

Στη γραπτή αγόρευση της αιτήτριας, κατόπιν καταγραφής των λεγομένων της στα πλαίσια της συνέντευξης και παράθεσης πλήθους αποσπασμάτων και παραπομπών στην οικεία νομοθεσία, νομολογία και βιβλιογραφία, η ευπαίδευτη συνήγορος της εισηγείται ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα επί των ισχυρισμών της, τα δε ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της αναξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού της είναι λανθασμένα, καθώς, ως αναφέρει, δεν έγινε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εκ των οποίων τα όσα η αιτήτρια αναφέρει συνάδουν μ’ αυτές. Ακολούθως, κατόπιν ανάλυσης του οικείου νομικού πλαισίου και σχετικής νομολογίας, εισηγείται ότι υφίστανται εδώ οι προϋποθέσεις παροχής προσφυγικού, δεδομένου ότι – ως και σε σχετικές ΠΧΚ, τις οποίες παραθέτει, καταγράφεται – άτομα που σχετίζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με το κίνημα αποσχιστών υπόκεινται δίωξη και, σε κάθε περίπτωση, με δεδομένη την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας και γενικότερα στο Καμερούν, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτή, δεδομένου και του προφίλ της, υφίσταται κίνδυνο σοβαρής βλάβης, κατά το αρ.9 (2) (γ), λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας, και θα πρέπει να της δοθεί συμπληρωματική προστασία, λαμβανομένου υπόψη ότι, ενόψει της γενικότερης κατάστασης στη χώρα, δεν είναι εφικτή – ως εισηγείται – η εσωτερική μετεγκατάσταση της. Σημειώνει δε ότι η επίδικη απόφαση είναι – για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται – προϊόν πλάνης και δεν αιτιολογείται επαρκώς και/ή ορθώς.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και γι’ αυτό θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω δε αναφέρουν, κάνοντας παραπομπές στους επιμέρους ισχυρισμούς της αιτήτριας, ότι η επίδικη εδώ απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας.

Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε ρητώς τους ισχυρισμούς που άπτονται της αρμοδιότητας του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση και υιοθέτησε όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς της, ως έπραξαν και οι καθ’ ων η αίτηση.

Δεδομένου ότι οι προωθούμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί συμπλέκονται με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας», εφόσον ο έλεγχος επί της ουσίας (και ορθότητας της επίδικης απόφασης) τελείται σε κάθε περίπτωση [βλ. αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].

Σημειώνω ότι, δεδομένου ότι άπαντες οι ισχυρισμοί της αιτήτριας (ως σχηματίστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση) έγιναν αποδεκτοί από τους καθ’ ων η αίτηση, απομένει η εξέταση του κατά πόσο εκ των αποδεκτών ενώπιον μου ισχυρισμών προκύπτει ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας.

Επανερχόμενος στους ισχυρισμούς της αιτήτριας διαπιστώνω ότι παρά τα όσα ανέφερε περί δολοφονίας του πατέρα και αδελφού της αλλά και απειλών που έλαβε η ίδια όταν έμεινε για μια βδομάδα στη Buea, ως ισχυρίστηκε, ουδέν συνέβη στην ίδια προσωπικά κατά τον χρόνο (4 μήνες) που αυτή μετοίκησε στη Douala και – ομοίως – ουδέν συνέβη στην μητέρα και το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας, οι οποίοι μετοίκησαν (σε απροσδιόριστο χρόνο) και διαμένουν στη Yaounde, είναι δε καλά, ως η ίδια ρητώς ανέφερε (ερ.19 – 12Χ).

Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι, ως και στις πιο κάτω παρατιθέμενες διαθέσιμες πληροφορίες καταγράφεται, στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν λαμβάνουν χώρα συγκρούσεις αυτονομιστών και κυβερνητικού στρατού, στα πλαίσια της οποίας ασκείται αδιάκριτη βία και πλήθος παραβιάσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[1],  ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[2].  Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[3].

Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:

«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία […]. Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[4]

Εκ των ως άνω συνάγεται ότι τα όσα λαμβάνουν χώρα στο Καμερούν περιορίζονται στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας. Εν προκειμένω η αιτήτρια όμως είχε ως τελευταίο τόπο διαμονής, ως η ίδια δήλωσε, τη Douala, οι συνθήκες στην οποία θα απασχολήσουν πιο κάτω. Αυτό που πρέπει να ειπωθεί είναι ότι εξ ουδενός σημείου των λεγομένων της δεν φαίνεται να προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης, λαμβανομένου υπόψη του ότι η ίδια δεν έχει στοχοποιηθεί προσωπικά, είτε από τους Ambazonians είτε από τις Αρχές, ουδέν δε της συνέβη κατά τον χρόνο που αυτή διέμενε στη Douala (ερ.21), αφού ούτε απειλές είχε λάβει τότε και ούτε οιανδήποτε άλλη ένδειξη είχε ή έχει σήμερα ότι οιοσδήποτε εκ των δυνητικών διωκτών της (Αρχές/Αποσχιστές) βούλεται (κατ’ εύλογη πιθανότητα) να προβεί σε πράξεις διώξεως κατά της αιτήτριας ή να τη βλάψει καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Τούτο γιατί οι μεν Αρχές, αν είχαν βούληση να τη διώξουν για την δράση και δολοφονία του αδελφού (και του πατέρα της), θα το έπρατταν, ως ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί, όταν επέστρεψε τότε από το Kuwait, για να φύγει εκ νέου από το Καμερούν περί τους 4 μήνες μετά. Όμως ουδέν έπραξαν. Τουναντίον έφυγε νομίμως από το Καμερούν (αεροπορικώς) χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα κατά την έξοδο της. Αντίστοιχα, τα άτομα που την απείλησαν για να τους δώσει χρήματα στην Buea δεν την ενόχλησαν κατά τους 4 μήνες που ήταν στη Douala (προτού φύγει από το Καμερούν). Όλα δε τα όσα αναφέρει ως εικασίες και υποθετικά (βλ. ερ.15) περί πιθανότητας δίωξης της ουδόλως μπορούν να ληφθούν υπόψη, ενόψει του ότι αποτελούν απλά εικασίες της ιδίας, οι οποίες παραμένουν στερούμενες τεκμηρίωσης (βλ. και εγχειρίδιο EASO, αμέσως πιο κάτω).

Στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση» αναφέρονται τα εξής:

[Παρ.1.9.1., σελ.90-91]

«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494). […]

[Παρ.1.9.1.2., σελ.93]

Το σημαντικότερο είναι ότι και τα τρία αυτά κριτήρια θεωρούν ότι ο φόβος είναι βάσιμος, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η πιθανότητα δίωξης είναι κατώτερη του 50 %. Ομοίως, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν υποχρεούται «[να αποδείξει] ότι είναι περισσότερο πιθανό να υποβληθεί παρά να μην υποβληθεί σε κακομεταχείριση» (515). Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516)

Καταλήγω ότι εκ των ενώπιον μου στοιχείων δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα δίωξης και το ενδεχόμενο να υποστεί δίωξη κατά την επιστροφή της η αιτήτρια, στη βάση των όσων ανέφερε, παραμένει εδώ στη σφαίρα του απλά πιθανού, όχι όμως και του ευλόγως πιθανού. Αυτό δεν αρκεί βεβαίως για να αποδοθεί διεθνής προστασία, ως και στο ως άνω απόσπασμα εξηγείται.

Απομένει η εξέταση της πτυχής της συμπληρωματικής προστασίας, η οποία, δεδομένων όσων πιο πάνω αναφέρω σχετικά με την πιθανότητα δίωξης της αιτήτριας, περιορίζεται στη βάση του αρ.19 (2) (γ), αφού ουδείς ισχυρισμός ετέθη που να καταδεικνύει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η αιτήτρια σοβαρή βλάβη, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αρ.19 (2) (α) και (β) του Νόμου.

Απομένει λοιπόν μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας. Δεδομένων των λεγομένων της θα πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω διαφωνώ με τον ορισμό από τους καθ’ ων η άιτηση ως τόπο διαμονής της την Kumba (Southwest), αφού, ως συνάγεται ευθέως από τα ερ.21-22, η αιτήτρια διέμενε στη Douala (για 4 μήνες) προτού φύγει από το Καμερούν, η δε μητέρα και το ανήλικο τέκνο της στη Yaounde.

Επί του ως άνω παρεμβάλλω ότι, ως επιβεβαιώθηκε και στην πολύ πρόσφατα εκδοθείσα Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.22/2026, I. D. v Δημοκρατίας, ημ.30/06/26, «[η] δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας […] [ε]ίναι […] διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.).».

Ενόψει της διαπλαστικής εξουσίας του Δικαστηρίου καθορίζω εδώ ως τόπο διαμονής της αιτήτριας τη Douala, σύμφωνα και με τα όσα αμέσως πιο πάνω εξηγώ και προχωρώ σε εξέταση της κατάστασης ασφαλείας εκεί, σε επικαιροποιημένη βάση.

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 20/05/26) στην περιοχή Littoral (όπου βρίσκεται η πόλη Douala) σημειώθηκαν συνολικά 31 περιστατικά πολιτικής βίας (ο ορισμός "Political violence" περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 31 θανάτους, εκ των οποίων 18 έλαβαν χώρα στη Douala, με αποτέλεσμα 30 θανάτους.[5] Ο πληθυσμός της περιοχής Littoral ανέρχεται περί τα 4.5 εκατομμύρια κατοίκων και της Douala περί τα 3.75 εκατομμύρια. [6], [7]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[8] (βλ. ΔΕΕ, C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21).

Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι η αιτήτρια είναι περί των 31 ετών σήμερα, υγιής, με ικανοποιητική μόρφωση, διαθέτει πλούσια εργασιακή εμπειρία (έχει εργαστεί στο Καμερούν και στο εξωτερικό επί σειρά ετών), διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στην ευρύτερη περιοχή (μητέρα/ξάδελφο στη Yaounde), τα δε παιδιά της τα φροντίζει άλλωστε η μητέρα της, η οποία διαμένει Yaounde. Δεν πρέπει δε να παραγνωρισθεί ότι η αιτήτρια διατηρεί τη δυνατότητα να μείνει κατά την επιστροφή της στη Yaounde, οπού θα έχει και την αμεσότερη βοήθεια και στήριξη της μητέρας της, η οποία φροντίζει και τα παιδιά της και, ως η αιτήτρια ανέφερε, είναι καλά (ερ.19). Σημειώνεται ότι στη Yaounde, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (τελευταία ενημέρωση 20/02/26) καταγράφηκαν το τελευταίο έτος 20 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 7 θάνατοι, ο δε πληθυσμός της ανέρχεται περί το 1,8 εκατομμύρια κατοίκων. [9], [10]

Τα ως άνω δεδομένα αρκούν – θεωρώ - για να καταδείξουν ότι η αιτήτρια αναμένεται να λάβει στήριξη ή και στέγαση κατά την επιστροφή της, έως ότου η ίδια ορθοποδήσει και βιοποριστεί, και ότι δεν αναμένεται να προκύψει κίνδυνος σοβαρής βλάβης ή δίωξης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδέν εκ των ΠΧΚ που παραθέτει η συνήγορος της αιτήτριας (βλ. σελ.13-17 αγόρευσης) διαφοροποιεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα ως άνω ευρήματα, αφού αφορούν την δίωξη ατόμων στα πλαίσια της αγγλόφωνης κρίσης (και δεν αφορούν τον τόπο διαμονής της), τα οποία ως γενική κατάσταση είναι δεκτά, ως πιο πάνω εξηγώ, όμως δεν τεκμηριώνει εδώ, ενόψει όσων πιο πάνω εξηγώ σχετικώς, βάσιμο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης για την αιτήτρια.

Έπεται λοιπόν ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι η επιστροφή της αιτήτριας θα είναι σε παράβαση του εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ (μη επαναπροώθηση).

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at:  https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)

[2] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[5]  Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στοhttps://acleddata.com/platform/explorer (πρόσβαση στις 27/05/2026)

[6] City Population, Littoral Region, διαθέσιμο στοhttps://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=17119  (πρόσβαση στις 27/05/2026)

[7] World Population Review, Douala, διαθέσιμο στοhttps://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala   (πρόσβαση στις 27/05/2026)

[8] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf

[9] Πλατφόρμα ACLEDExplorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, AllEvents, PastYear, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026.

[10] City Population, Cameroon, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ , τελευταία πρόσβαση 26/02/2026.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο