ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 717/2022
13 Ιουλίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ο. D.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
-------------------
Γ. Βασιλόπουλος (κος) Δικηγόρος για τον Αιτητή
Γ. Ροδοθέου (κα) Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου όπως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 13/01/2022, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτή άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Παράλληλα με ξεχωριστή αιτούμενη θεραπεία το Δικαστήριο καλείται όπως αναγνωρίσει τον Αιτητή ως πρόσφυγά.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο “Α” στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής στις 06/08/2019 μεταβαίνοντας στη Τουρκία και ακολούθως στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου από όπου εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 21/11/2019 συμπλήρωσε και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 10/11/2021 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, και ακολούθησε η σύνταξη Έκθεσης/Εισήγησης υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του. Στις 07/12/2021 συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 13/01/2022, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από τον Αιτητή στις 17/01/2022, θέτοντας την υπογραφή του αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που κατανοεί πλήρως.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, αρχικά αυτοπροσώπως υπέβαλε την με την υπό εξέταση προσφυγή κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Σε κατοπινό στάδιο, διόρισε συνήγορο ο οποίος με άδεια του Δικαστηρίου προέβη σε τροποποίηση της αίτησης ακυρώσεως ώστε να περιληφθούν σε αυτή νομικοί ισχυρισμοί προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εκκρεμούσης της ολοκλήρωσης της υπόθεσης, στις 03/11/2023 καταχωρήθηκε από πλευράς του Αιτητή ενδιάμεση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης του Αιτητή την οποία ο τελευταίος προσκόμισε τεκμήρια αναφορικά με την μεταστροφή αυτού και της οικογένειάς του στον χριστιανισμό, καθώς και με τη συμμετοχή του σε διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο. Η εν λόγω ενδιάμεση αίτηση με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/07/2024, έγινε μερικώς αποδεκτή από το Δικαστήριο και εκδόθηκε Διάταγμα προσαγωγής μαρτυρίας μόνο ως προς τα έγγραφα που αφορούν τη βάπτιση του ιδίου, έγγραφο βάπτισης με αριθμό 20/550 ημερομηνίας 08/07/2022 και φωτογραφία του ιδίου από το μυστήριο της βάπτισής του.[1]
Μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του, ο Αιτητής προωθεί, προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, τη θέση του ότι οι Καθ΄ων η αίτηση παρέλειψαν να προβούν σε δέουσα έρευνα, ώστε να αξιολογηθούν πλήρως όλα τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσής του και ότι δεν εξετάστηκε κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για την παροχή συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ιδίου Νόμου. Επισημαίνει ότι οι αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δεν έχουν τηρηθεί. Ειδικότερα, προωθεί τον ισχυρισμό ότι το αιτιολογικό της απόρριψης της αίτησης του Αιτητή ήταν γραμμένο σε γλώσσα μη κατανοητή πλήρως από τον Αιτητή, ενώ η Υπηρεσία Ασύλου κατά την σύνταξη της έκθεσης – εισήγησης αναφορικά με τους ισχυρισμούς του, προέβη σε βεβιασμένες κινήσεις, χωρίς να παρασχεθεί η δυνατότητα στον Αιτητή να διατυπώσει παρατηρήσεις και/ή διευκρινίσεις.
Στη συμπληρωματική του αγόρευση, ο Αιτητής προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη, καθώς η αρμόδια αρχή δεν προέβη σε δέουσα έρευνα, παραλείποντας να αξιολογήσει δεόντως τον ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή περί μεταστροφής του στον Χριστιανισμό. Υποστηρίζει ότι κατά την συνέντευξή του, δεν του τέθηκαν επαρκείς ερωτήσεις, ενώ οι δηλώσεις του δεν διασταυρώθηκαν με εξωτερικές πηγές. Ο συνήγορος του Αιτητή επισημαίνει ότι οι απαντήσεις του Αιτητή ήταν συνεπείς και χωρίς αντιφάσεις, περιγράφοντας με λεπτομέρεια τη διαδικασία της μεταστροφής του, τις μυστικές συναντήσεις στο Ιράν και τη βάπτισή του στην Κύπρο. Υποστηρίζει ότι η μεταστροφή του από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό τον καθιστά ευάλωτο σε δίωξη στη χώρα καταγωγής του, όπου η αποστασία τιμωρείται με θάνατο και οι Χριστιανοί προσήλυτοι αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους. Τέλος, επισημαίνει ότι ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Οι Καθ' ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, ενώ είναι πλήρως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν, δε, ότι ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και ότι ορθά κρίθηκε πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ως προς τον ισχυρισμό του Αιτητή περί παραλήψεως εξέτασης των προϋποθέσεων για παροχή συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ιδίου Νόμου, επισημαίνουν ότι ο ισχυρισμός εξετάστηκε ενδελεχώς και καταλλήλως. Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ελλιπούς μετάφρασης, επισημαίνουν ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν θα πρέπει να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο, καθότι πρόκειται για καινοφανή ισχυρισμό, ο οποίος εγείρεται για πρώτη φορά από τον Αιτητή, μέσω της γραπτής του αγόρευσης.
Ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο των διευκρινήσεων προωθήθηκε η θέση περί μη δέουσας έρευνας του ισχυρισμού του Αιτητή περί μεταστροφής του στο χριστιανισμό, στοιχείο το οποίο μπορεί να του προσδώσει προσφυγικό καθεστώς λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Έχω μελετήσει με προσοχή τόσο τον διοικητικό φάκελο όσο και τους εκατέρωθεν προωθούμενους ισχυρισμούς των διαδίκων. Δεδομένου ότι σύμφωνα με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, θεωρώ χρήσιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εξετάζοντας παράλληλα και τους εγειρόμενους από τον κ. Βασιλόπουλο ισχυρισμούς.
Με την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε, ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, ότι ενώ βρισκόταν στην Τουρκία, πληροφορήθηκε πως οι αρχές μετέβησαν στο σπίτι του στο Ιράν, τρεις ημέρες μετά την άφιξή του στην Τουρκία. Ανέφερε ότι οι αρχές είχαν ήδη επισκεφθεί το σπίτι του δύο φορές και τον αναζητούσαν. Επικοινώνησε με άτομα με τα οποία συνήθιζε να πηγαίνει στην κατ’ οικον εκκλησία, τα οποία τον ενημέρωσαν ότι η αστυνομία πήγε στην εκκλησία και συνέλαβε κάποια άτομα. Ο ίδιος σημείωσε ότι στάθηκε τυχερός, καθώς εκείνη την ημέρα άργησε να μεταβεί στo χώρο, αλλά αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας και των αρχών γύρω από την εκκλησία και απομακρύνθηκε τρέχοντας από την περιοχή.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι ήθελε να μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, διότι γνώριζε ότι εκεί οι αρχές δεν θα τον απελάσουν και ότι οι συνθήκες είναι καλύτερες σε σχέση με το Ιράν για κάποιον που βρίσκεται στην κατάστασή του. Ανέφερε ότι στο Ιράν απεστράφη από το Ισλάμ και μεταστράφηκε στο Χριστιανισμό και, ως εκ τούτου, η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Τόνισε ότι αναγκάστηκε να αφήσει πίσω την οικογένειά του (σύζυγο και παιδί)[2] για να μπορέσει να είναι ασφαλής. Γνωρίζει, όπως είπε, ότι οι ιρανικές αρχές τον αναζητούν για να τον συλλάβουν και εξέφρασε την επιθυμία του να ζήσει ξανά με την οικογένειά του. (Ερ. 1 του δ.φ.)
Κατά την συνέντευξη του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Ιράν, γεννηθείς στην περιοχή Khomam, της περιφέρειας Gilan του Ιράν όπου διέμεινε μέχρι να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Ως προς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, δήλωσε ότι είναι χριστιανός Ορθόδοξος. Είναι έγγαμος και φέρει ένα ανήλικο θύλη τέκνο, το οποίο διαμένει [κατά το χρόνο της συνέντευξης] μαζί με την μητέρα του σε περιοχή κοντά στο Khomam στο Ιράν. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια δήλωσε πως οι γονείς του διαμένουν στην περιοχή Khomam, της περιφέρειας Gilan στο Ιράν. Επιπλέον, έχει τρείς αδελφούς και τέσσερις αδελφές, οι οποίοι διαμένουν στο Ιράν. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τέλος, δήλωσε ότι εργαζόταν στην χώρα καταγωγής του στον κατασκευαστικό τομέα.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αποφάσισε να φύγει από το Ιράν και να εγκατασταθεί στην Τουρκία, διότι είχε ασπαστεί τη χριστιανική θρησκεία και συνήθιζε να συμμετέχει σε κατ’ οίκον εκκλησία στο Khomam. Όπως ανέφερε, η απόφασή του να εγκαταλείψει το Ιράν ελήφθη με τη συνδρομή του εργοδότη του, ο οποίος τον συνέστησε σε φίλο του, ονόματι Ali Reza, που βρισκόταν στην Τουρκία, γνωρίζοντας τις ιδέες και τις πεποιθήσεις του. Εξήγησε ότι είχε σχεδιάσει να αγοράσει ακίνητο στην Τουρκία προκειμένου να μπορέσει να ζήσει σύμφωνα με τη νέα του πίστη. Διευκρίνισε επίσης ότι δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα στο Ιράν, καθώς διέθετε ικανοποιητικό εισόδημα. Ωστόσο, δύο ημέρες μετά την άφιξή του στην Τουρκία, στις 08/08/2019, η σύζυγός του τον ενημέρωσε ότι δυνάμεις του Sepah εισέβαλαν στο σπίτι του. Όπως του μετέφερε, είχε προηγηθεί εισβολή στην κατ’ οίκον εκκλησία και πλέον οι αρχές τον αναζητούσαν. (βλ. ερυθ. 48 – 47 δ.φ.), δηλώνοντας πως σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν, δεν είναι σαφές τι επιφυλάσσεται για όσους αλλάζουν θρησκεία. Μπορεί να τους επιβληθεί ποινή φυλάκισης διάρκειας δύο μηνών ή και ενός έτους, γεγονός που δεν μπορεί να προβλεφθεί.
Στον Αιτητή τέθηκαν διερευνητικές ερωτήσεις αναφορικά με τη θρησκευτική του πορεία. Κατά δήλωσή του όλα τα μέλη της οικογένειάς του είναι Μουσουλμάνοι Σιίτες, ενώ ο ίδιος σταμάτησε να προσεύχεται στην ηλικία των 15–16 ετών. Διευκρίνισε ότι σε εκείνη την ηλικία βίωνε πολλές ανησυχίες και η θρησκεία ήταν μία από αυτές. Σε ηλικία 22–23 ετών κατέληξε ότι το Ισλάμ δεν είναι τίποτε άλλο παρά πόλεμος και δυστυχία, δίδοντας ως παράδειγμα αυτής του της πεποίθησης σε περιστατικό με τη σύζυγό του, η οποία απέτυχε σε εξετάσεις εκπαιδευτικών, παρόλο που τα αποτελέσματά της ήταν καλά, επειδή άτομα που σχετίζονται με μεγάλες προσωπικότητες του ιρανικού καθεστώτος διευκόλυναν τη διαδικασία ώστε εκείνοι να περάσουν τις εξετάσεις (βλ. ερυθ. 46 3χ δ.φ.).
Επίσης, σημείωσε ότι στον επαγγελματικό του κλάδο υπήρχαν άδικες συμβάσεις για όσους δεν είχαν δεσμούς με το καθεστώς. Δήλωσε ότι η ιρανική κοινωνία είναι δυστυχισμένη και ότι, υπό το πρίσμα της ισλαμικής ιδεολογίας, δεν είναι δυνατόν κάποιος να ωριμάσει και να αναθρέψει σωστά τα παιδιά του.
Ως προς το άτομο που τον εισήγαγε στον Χριστιανισμό, δήλωσε το όνομα Mehdy Momeni και ανέφερε ότι ασπάστηκε τη νέα θρησκεία πριν από περίπου έξι χρόνια. Παρά ταύτα, τυπικά παραμένει Μουσουλμάνος, διότι στο Ιράν δεν επιτρέπεται να αλλάξει κάποιος επίσημα τη θρησκεία του. Δήλωσε ότι αρχικά δεν είχε πρόθεση να ασπαστεί τον Χριστιανισμό ή οποιαδήποτε άλλη θρησκεία, καθώς είχε αρνητική εμπειρία από το Ισλάμ. Ο αναφερόμενος φίλος του, ωστόσο, του μιλούσε επίμονα για τον Χριστιανισμό και, μετά από περίπου έναν μήνα συζητήσεων, τον προσκάλεσε να συμμετάσχει σε συναντήσεις μιας κατ’ οίκον εκκλησίας. Ο Αιτητής αποδέχθηκε την πρόσκληση και συνολικά παρακολούθησε εννέα συναντήσεις, οι οποίες πραγματοποιούνταν συνήθως μία φορά την εβδομάδα, κυρίως τις Παρασκευές.
Ανέφερε ότι οι συναντήσεις λάμβαναν χώρα σε μια ισόγεια κατοικία στην πόλη Khomam, σε συγκεκριμένη οδό την οποία επίσης ανέφερε, δίδοντας λεπτομέρειες των χώρων της οικίας, ωστόσο δεν γνώριζε σε ποιον ανήκε ο συγκεκριμένος χώρος.
Εξήγησε ότι το ενδιαφέρον του για τον Χριστιανισμό δεν προέκυψε από αναζήτηση νέας θρησκείας, αλλά από την επιμονή του φίλου του και κυρίως από τη συμπεριφορά των μελών της κατ’ οίκον εκκλησίας, οι οποίοι όπως παρατήρησε ενεργούσαν σύμφωνα με τις χριστιανικές τους πεποιθήσεις, αντιμετώπιζαν τους ανθρώπους με καλοσύνη και προσέφεραν βοήθεια στους άλλους, γεγονός που τον έκανε να διακρίνει ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τις εμπειρίες που είχε αποκτήσει ζώντας σε μια κοινωνία βασισμένη στις ισλαμικές αρχές.
Ισχυρίστηκε ότι οι συναντήσεις διαρκούσαν περίπου 50 έως 60 λεπτά και συμμετείχαν συνολικά οκτώ άτομα, συμπεριλαμβανομένου του υπευθύνου της ομάδας. Ξεκινούσαν με προσευχή και ακολουθούσαν συζητήσεις σχετικά με την καλοσύνη, την προσφορά προς τον συνάνθρωπο και το παράδειγμα του Ιησού. Επιπλέον, στον Αιτητή δόθηκε ένα μικρό βιβλίο που περιείχε αποσπάσματα από τη Βίβλο, το οποίο του ζητήθηκε να μελετήσει.
Σχετικά με την τήρηση μέτρων προστασίας του κατά τους τελευταίους τρεις μήνες πριν από την αναχώρησή του από το Ιράν, δήλωσε ότι οι ίδιοι θεωρούσαν απίθανο να συλληφθούν, πρόσεχαν και συζητούσαν μόνο κατά τις συναθροίσεις (ερυθ. 43 3χ). Δεν γνώριζε πώς οι αρχές πληροφορήθηκαν τις δραστηριότητές τους. Ανέφερε ότι ο φίλος του με τον οποίο ταξίδευσαν μαζί στη Τουρκία κατάφερε να διαφύγει στην Αγγλία, ενώ οι υπόλοιποι 6 συνελήφθησαν στο Ιράν, διευκρινίζοντας περαιτέρω ότι το άτομο που το συνέστησε στο χριστιανισμό φυλακίστηκε μετά από κατηγορία για μεταστροφή στο χριστιανισμό και προπαγάνδα, πληροφορία που έλαβε από τη σύζυγό του (ερυθρό 42 στο διοικητικό φάκελο).
Αναφορικά με την προσωπική διεργασία που ακολούθησε για να ασπαστεί το Χριστιανισμό, ανέφερε ότι, καθώς άρχισε να συμμετέχει στις συγκεντρώσεις, αισθάνθηκε πως η ζωή του άλλαζε προς το καλύτερο. Βελτιώθηκαν οι συνθήκες της εργασίας του, η οικονομική του κατάσταση και οι οικογενειακές του σχέσεις, ενώ ο ίδιος άρχισε να συμπεριφέρεται καλύτερα στους οικείους του και να βοηθά ενεργά τους άλλους, γεγονός που του προσέφερε εσωτερική γαλήνη.
Ως βασική διαφορά μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού ανέφερε ότι στον Χριστιανισμό η έμπρακτη αγάπη και η ανιδιοτελής βοήθεια προς τον συνάνθρωπο κατέχουν κεντρική θέση. Επισήμανε ότι ο ίδιος έλαβε σημαντική βοήθεια από Χριστιανούς, τόσο στο Ιράν όσο και μετά την άφιξή του στη Κύπρο, όπου μέλη της εκκλησίας τον υυποστήριξαν, χωρίς να ζητήσουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα.
Εξήγησε ότι, όταν δεν ακολουθούσε καμία θρησκεία, ήταν επικεντρωμένος αποκλειστικά στον εαυτό του και δεν ενδιαφερόταν να βοηθήσει άλλους ανθρώπους. Αντίθετα, η αποδοχή του Χριστιανισμού άλλαξε τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς του, καθώς τον οδήγησε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον συνάνθρωπο και να ζει σύμφωνα με τις χριστιανικές αξίες.
Ως ιδιαίτερα σημαντικό βιβλικό μήνυμα ανέφερε τα λόγια του Ιησού ότι ήρθε για να σώσει τους ανθρώπους. Επιπλέον, δήλωσε ότι ξεχωρίζει το γεγονός της Ενσάρκωσης, δηλαδή ότι ο Θεός εμφανίστηκε με ανθρώπινη μορφή, γεννήθηκε από τη Μαρία και πέθανε για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων.
Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι κατά την παραμονή του στο Ιράν η μοναδική του επαφή με τον Χριστιανισμό περιοριζόταν στις εννέα συναντήσεις της κατ' οίκον εκκλησίας. Μετά την άφιξή του στην Κύπρο επέλεξε να ακολουθήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς, όπως ανέφερε, δεν γνώριζε την ύπαρξη προτεσταντικών εκκλησιών και η βοήθεια που έλαβε προερχόταν από ορθόδοξους πιστούς. Συγκεκριμένα, ένας μεταφραστής ονόματι Πέτρος τον συνόδευε στον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας στη Ζακάκι Λεμεσού και του μετέφραζε το κήρυγμα του ιερέα. Δήλωσε επίσης ότι κανείς στο Ιράν δεν γνώριζε τη συμμετοχή του στις χριστιανικές συναντήσεις, καθώς η δραστηριότητα αυτή ήταν παράνομη και λαμβάνονταν μέτρα μυστικότητας.
Ανέφερε ότι η σύζυγός του δεν γνώριζε για τη μεταστροφή του όσο βρισκόταν στο Ιράν και ενημερώθηκε μόνο όταν επικοινώνησε μαζί του μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν την αναχώρησή του. Αρχικά δεν ήταν θετική, επειδή ήταν μουσουλμάνα, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου οι σχέσεις τους εξομαλύνθηκαν. Στην Κύπρο δήλωσε ότι εκκλησιάζεται κάθε Κυριακή στον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας στη Ζακάκι, προσπαθεί να γνωρίσει τον Χριστιανισμό σε συγκάτοικό του και συνεχίζει να βοηθά ανθρώπους, θεωρώντας ότι αυτό αποτελεί βασική έκφραση της χριστιανικής ζωής.
Σε πλέον συγκεκριμένες ερωτήσεις αναφορικά με τον χριστιανισμό ο Αιτητή ανάφερε ως βιβλικό γεγονός που τον συγκίνησε περισσότερο, τον Μυστικό Δείπνο και ιδιαίτερα την πράξη του Ιησού να πλύνει τα πόδια των μαθητών Του, την οποία θεώρησε ύψιστο παράδειγμα ταπεινοφροσύνης. Γνώριζε ότι ο μαθητής που πρόδωσε τον Ιησού ήταν ο Ιούδας. Αναφορικά με τις χριστιανικές ομολογίες, δήλωσε ότι αρχικά δεν γνώριζε τις διαφορές τους, αλλά στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι οι Προτεστάντες δεν αποδίδουν την ίδια τιμή στην Παναγία, οι Ορθόδοξοι την τιμούν ιδιαίτερα, ενώ οι Καθολικοί αναγνωρίζουν τον Πάπα ως πνευματική αυθεντία.
Δήλωσε περαιτέρω ότι έχει ήδη ασπαστεί τον Χριστιανισμό, χωρίς όμως να έχει ακόμη βαπτιστεί, καθώς βρίσκεται στη διαδικασία προετοιμασίας και αναμένει να ολοκληρωθεί η απαιτούμενη εκκλησιαστική διαδικασία, κατήχησή του. Εξήγησε ότι το βάπτισμα συμβολίζει τη νέα ζωή, την εγκατάλειψη της αμαρτίας και την πνευματική αναγέννηση, παραλληλίζοντάς το με τη σταύρωση, την ταφή και την Ανάσταση του Χριστού. Δήλωσε επίσης ότι γνωρίζει πως η Αγία Τριάδα αποτελείται από τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, ότι η Πεντηκοστή εορτάζεται πενήντα ημέρες μετά την Ανάσταση του Χριστού, ότι το πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής είναι η Γένεση, πως οι Επιστολές ανήκουν στην Καινή Διαθήκη και ότι η Αγία Γραφή αποτελείται από εξήντα έξι βιβλία. Ανέφερε ακόμη ορισμένες βασικές εντολές και αναφέρθηκε στην παραβολή της μοιχαλίδας, επισημαίνοντας τη φράση του Ιησού ότι μόνο όποιος είναι αναμάρτητος μπορεί να ρίξει πρώτος την πέτρα.
Αναφερόμενος στα γεγονότα μετά την αναχώρησή του από το Ιράν, ισχυρίστηκε ότι δύο ημέρες αργότερα οι δυνάμεις ασφαλείας (Sepah) εισέβαλαν στην κατ' οίκον εκκλησία και συνέλαβαν τα άτομα που βρίσκονταν εκεί. Την ίδια ημέρα πραγματοποίησαν έρευνα και στην κατοικία του αναζητώντας τον. Ο ίδιος ενημερώθηκε από τη σύζυγό του ενώ βρισκόταν στην Τουρκία. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι αρχές παρουσίασαν ένταλμα έρευνας, ανέφεραν στη σύζυγό του ότι είχαν ήδη συλλάβει χριστιανούς προσήλυτους οι οποίοι τον κατονόμασαν και πραγματοποίησαν έρευνα στην οικία χωρίς να εντοπίσουν ενοχοποιητικά στοιχεία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι η σύζυγός του, κατ΄εντολή του ιδίου κράτησε ένα μικρό χριστιανικό βιβλίο κρυμμένο σε αποθηκευτικό χώρο, καθώς οι αρχές δεν το ανακάλυψαν. Τρεις ημέρες αργότερα, σύμφωνα με τον ίδιο, οι αρχές επέστρεψαν στην κατοικία του, διαπίστωσαν εκ νέου ότι απουσίαζε και αποχώρησαν. Δήλωσε ότι έκτοτε δεν πραγματοποιήθηκαν νέες επισκέψεις, θεωρώντας ότι οι αρχές αντιλήφθηκαν πως είχε εγκαταλείψει τη χώρα. Ανέφερε επίσης ότι δεν εκδόθηκε εις βάρος του επίσημο κατηγορητήριο ή άλλο δικαστικό έγγραφο, καθώς δεν συνελήφθη.
Τέλος, ερωτηθείς για το ενδεχόμενο επιστροφής στο Ιράν και δη στο τόπο συνήθους διαμονής του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τι θα μπορούσε να του συμβεί δηλώνοντας παράλληλα ότι ούτε εάν επέστρεφε στη Τεχεράνη είναι σε θέση να γνωρίζει τι θα του συμβεί. Εξήγησε ότι υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας τρεις μήνες μετά την άφιξή του στην Κύπρο επειδή στο μεταξύ είχε τεθεί υπό κράτηση και επειδή αρχικός προορισμός του δεν ήταν η Κύπρος αλλά το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως του είχαν υποδείξει οι διακινητές.
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο Αιτητής, διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά το προσωπικό προφίλ, ταυτότητα και χώρα καταγωγής του Αιτητή και ο δεύτερος το γεγονός ότι ο Αιτητής αυτοπροσδιορίζεται ως Χριστιανός Ορθόδοξος όσον αφορά τη θρησκεία.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ κρίθηκαν συνεκτικές και επαρκείς πληροφοριών, καθώς και βρίσκουν έρεισμα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Εντούτοις, ο δεύτερος ισχυρισμός του περί του ότι ο Αιτητής αυτοπροσδιορίζεται ως Χριστιανός Ορθόδοξος, δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναπτύξει με λεπτομερή και συγκεκριμένο τρόπο πώς εξελίχθηκε η σχέση του με το Ισλάμ με την πάροδο του χρόνου. Παρά τις επανειλημμένες και σαφείς ερωτήσεις για να αναπτύξει τη διαδικασία απομάκρυνσης από το Ισλάμ, κρίθηκε πως κατέφυγε σε γενικές αναφορές στις πράξεις των ηγετών του Ιράν και στις επιπτώσεις αυτών των πράξεων στον λαό του Ιράν, χωρίς λεπτομερή περιγραφή της διαδικασίας που προκάλεσε τη δυσαρέσκειά του και των παραγόντων που καθόρισαν αυτή τη διαδικασία.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι σταμάτησε να προσεύχεται στην ηλικία των 15 ή 16 ετών. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τί συνέβη εκείνη την περίοδο, αναφέρθηκε γενικά στο ότι εκείνη την εποχή τον απασχολούσαν πολλά πράγματα στη ζωή, με τη θρησκεία να είναι ένα από αυτά. Παρά το γεγονός ότι κλήθηκε δύο φορές να εξηγήσει γιατί σταμάτησε να προσεύχεται στην ηλικία των 15 ή 16 ετών, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει πειστικά, αναφερόμενος μόνο στο ότι σε εκείνη την ηλικία άρχισε να κατανοεί τί γινόταν στο όνομα του Ισλάμ, το οποίο αποτελεί θρησκεία πολέμου και βίας. Κληθείς να εξηγήσει τί άρχισε να μην του αρέσει ή να τον δυσαρεστεί σχετικά με το Ισλάμ, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια συγκεκριμένη, λεπτομερή και συνεκτική απάντηση, μέσω αναφοράς σε συγκεκριμένες πτυχές της ουσίας ή της πρακτικής του Ισλάμ που προκάλεσαν τη διαδικασία απομάκρυνσής του από αυτό. Όταν του ζητήθηκε ρητά να επικεντρωθεί στη δυσαρέσκειά του ως προς την ουσία, τη φιλοσοφία και τις ιδέες πίσω από το Ισλάμ και όχι στην πρακτική του, παρουσίασε περαιτέρω έλλειψη επαρκών λεπτομερειών, συνοχής και συγκεκριμένων στοιχείων, καθώς αναφέρθηκε γενικά στο ότι η ιρανική κοινωνία είναι δυστυχισμένη και ότι αυτό είναι προϊόν ισλαμικής σκέψης.
Περαιτέρω, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής ήταν συγκεκριμένος ως προς το όνομα του ατόμου που τον εισήγαγε στον Χριστιανισμό και διευκρίνισε ότι το άτομο αυτό είναι επίσημα μουσουλμάνος που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό περίπου πριν από 6 χρόνια. Επιπλέον, ανέφερε συγκεκριμένα ότι παρακολουθούσε κατ΄οίκον εκκλησία κάθε Παρασκευή κατά τους τελευταίους 3 μήνες που βρισκόταν στο Ιράν και ανέφερε την τοποθεσία της εκκλησίας, τη διάρκεια των συναντήσεων, τον αριθμό των παρευρισκομένων και τον συνολικό αριθμό των φορών που συμμετείχε.
Ερωτηθείς γιατί, δεδομένου ότι εγκατέλειψε το Ισλάμ στην ηλικία των 22 ή 23 ετών, το ενδιαφέρον του για τον Χριστιανισμό αναπτύχθηκε 12 χρόνια αργότερα, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια λεπτομερή, συνεκτική και συγκεκριμένη απάντηση. Επιπλέον, κληθείς να αναπτύξει τί έμαθε κατά τη διάρκεια των εννέα συνεδριών που παρακολούθησε, παρουσίασε έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και συγκεκριμένων στοιχείων, δεδομένου ότι αυτές οι συνεδρίες αποτελούσαν εκπαίδευση σε μια νέα θρησκεία. Κληθείς να αναπτύξει την εσωτερική διαδικασία που ακολούθησε για να γίνει Χριστιανός, αναφέρθηκε μόνο στο γεγονός ότι μετά την παρακολούθηση της κατ΄οίκον εκκλησίας, η εργασία του, η ψυχική και οικονομική του κατάσταση βελτιώθηκαν, χωρίς να κάνει αναφορά σε μια διαδικασία εσωτερικής μετακίνησης προς τον Χριστιανισμό που καθορίστηκε από εσωτερικά συναισθήματα.
Επιπλέον, ως προς τις βασικές διαφορές μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού, παρουσίασε περαιτέρω έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων και επαρκών λεπτομερειών, χωρίς να κάνει αναφορά σε φιλοσοφικές, ιδεολογικές ή πρακτικές διαφορές μεταξύ των δύο θρησκειών. Ο λειτουργός σημειώνει πως ο Αιτητής παρουσίασε γνώση συγκεκριμένων λεπτομερειών του Χριστιανισμού, ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένη απάντηση όταν του ζητήθηκε να ονομάσει χριστιανικές προσευχές, ούτε να αναφέρει όλες τις 10 εντολές.
Κληθείς να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν η σύζυγός του να μην γνώριζε για τη μεταστροφή του, δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένη και συνεκτική απάντηση, αναφερόμενος με ασυνέπεια στο γεγονός ότι τελικά η σύζυγός του απέκτησε γνώση για τη μεταστροφή του, αφού ενημερώθηκε ότι κάποιοι άνθρωποι είχαν ομολογήσει για την μεταστροφή τους.
Τέλος, ερωτηθείς εάν η οικογένειά του στο Ιράν έλαβε ποτέ επιστολή με επίσημη κατηγορία, απάντησε ασυνάρτητα ότι δεν ήταν παρών, επομένως δεν υπήρχε σκοπός να ανοίξει επίσημα υπόθεση εναντίον του, κάτι που κρίθηκε ως απλή εικασία από την πλευρά του Αιτητή και όχι συνεκτική απεικόνιση της πραγματικότητας.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, κρίθηκε πως παρά το γεγονός ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή δεν μπορούν να διασταυρωθούν, οι σχετικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες παρατέθηκαν, καταδεικνύουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα που μεταστρέφονται στη χριστιανική πίστη, γεγονός που δικαιολογεί έμμεσα τον φόβο που εξέφρασε ο Αιτητής σχετικά με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.
Κατά την εξέταση του κινδύνου και στο πλαίσιο τoυ πρώτου ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως επί τη βάσει των πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν και λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό του προφίλ, δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του.
Προχωρώντας, στη νομική ανάλυση, κρίθηκε, επί τη βάσει των προβαλλόμενων αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, ότι εκλείπει το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου του Αιτητή και συνεπώς, δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά δε, με το δικαίωμα στη συμπληρωματική προστασία, με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή, το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση πως ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 19(2)(α),(β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ως εκ τούτου η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».
Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Το άρθρο 18(5) του ίδιου Νόμου, προνοεί ότι «εναπόκειται στον Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο Αιτητής έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του, ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, με την ορθή δικονομική διαδικασία, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του για διεθνή προστασία. Το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του Αιτητή, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός, συνεκτιμώντας τόσο την εσωτερική συνοχή των δηλώσεών του όσο και τη συμβατότητά τους με αντικειμενικά στοιχεία για τη χώρα καταγωγής του.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Μελετώντας τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, κατ’ αρχάς παρατηρώ ότι οι Καθ’ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν ως αυτοτελείς ισχυρισμούς αφενός μεν , τη μεταστροφή του Αιτητή στο Χριστιανισμό στη χώρα καταγωγής του, αφετέρου δε, τη στοχοποίηση (από τις αρχές) που ο Αιτητής δήλωσε ότι αντιμετώπισε ένεκα της μεταστροφής του στο χριστιανισμό, προβάλλοντας ουσιαστικά ότι υπέπεσε στη γνώση των αρχών του Ιράν η συμμετοχή του σε κατ’ οίκον εκκλησία. Συνεπώς ο ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας ευσταθεί εκ προοιμίου. Τούτο βεβαίως δεν σφραγίζει το αποτέλεσμα της προσφυγής εφόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προβεί σε πλήρη και εξ υπαρχής έλεγχο της ουσίας της υπόθεσης του Αιτητή.
Ως εκ τούτου προχωρώ στην αξιολόγηση των ακόλουθων ισχυρισμών του Αιτητή:
1. Προσωπικό προφίλ, ταυτότητα και χώρα καταγωγής
2. Την μεταστροφή του Αιτητή από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό και
3. Των δηλώσεων του Αιτητή περί του ότι στοχοποιήθηκε από τις αρχές του Ιράν επειδή υπέπεσε στη γνώση τους η συμμετοχή του στην κατ’ οίκον εκκλησία.
Σε σχέση με το πρώτο διακριθέντα ισχυρισμό που αφορά στο προσωπικό προφίλ, ταυτότητα και χώρα καταγωγής κρίνω ορθή την διεξαχθείσα από τους Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγηση και δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο.
Ωστόσο αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή, που αφορά στην μεταστροφή του από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό, κρίνω την αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση εσφαλμένη.
Τούτο γιατί η αξιολόγηση ισχυρισμών περί θρησκευτικής μεταστροφής παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, καθόσον οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αποτελούν κατεξοχήν αφηρημένη και άυλη έκφανση της εσωτερικής ζωής του ατόμου και, ως εκ τούτου, δεν είναι συνήθως δυνατό να αποδειχθούν με άμεσα αποδεικτικά μέσα[3].
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην εξατομικευμένη εξέταση της προσωπικής διαδρομής του αιτητή/τριας, της διαδικασίας που οδήγησε στη μεταστροφή του/της, των σκέψεων, των κινήτρων και των συναισθημάτων που συνόδευσαν την αλλαγή των θρησκευτικών του/της πεποιθήσεων, καθώς και της σημασίας που αποδίδει ο/η ίδιος/ια στη νέα του/της πίστη για τη διαμόρφωση της προσωπικής και θρησκευτικής του/της ταυτότητας. Η αξιολόγηση επικεντρώνεται στη συνοχή, την ευλογοφάνεια και τη συνέπεια των δηλώσεών του, τόσο υπό το πρίσμα της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας, ενώ οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να παρέχουν στον/στην αιτητή/τρια την ευκαιρία να εξηγήσει τυχόν ασυνέπειες ή ελλείψεις που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εξέταση της αίτησής του/της[4].
Περαιτέρω, η γνησιότητα μιας θρησκευτικής μεταστροφής δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά βάσει του επιπέδου των θεολογικών γνώσεων του/της αιτητή/τριας ούτε της ικανότητάς του/της να παρέχει δογματικά ορθές απαντήσεις. Η κατοχή εκτεταμένων θρησκευτικών γνώσεων δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη ειλικρινή πίστη, όπως αντίστοιχα η περιορισμένη γνώση δεν αποκλείει την ύπαρξη γνήσιας θρησκευτικής πεποίθησης. Οι προσδοκίες ως προς τις θεωρητικές γνώσεις του αιτητή/τριας πρέπει να παραμένουν εύλογες και να αξιολογούνται υπό το φως παραγόντων όπως το μορφωτικό του επίπεδο, η διάρκεια και ο τρόπος της θρησκευτικής του/της κατήχησης, ο βαθμός συμμετοχής του/της στη θρησκευτική κοινότητα, καθώς και ο χρόνος που έχει παρέλθει από την υιοθέτηση της νέας του/της πίστης. Εξάλλου, η θρησκευτική πίστη αποτελεί βαθύτατα προσωπική και βιωματική εμπειρία, η οποία εκδηλώνεται διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο και δεν ακολουθεί ενιαίο πρότυπο συμπεριφοράς[5].
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αξιολόγηση του βάσιμου φόβου δίωξης είναι κατ' εξοχήν μελλοντοστραφής. Ειδικότερα, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/11 και C-99/11, Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Z, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρμόδιες αρχές δεν δύνανται να αναμένουν εύλογα από πρόσωπο που έχει υιοθετήσει συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα να αποκρύψει, να αποκηρύξει ή να περιορίσει την έκφραση της πίστης του προκειμένου να αποφύγει τον κίνδυνο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι κατά πόσον ο/η αιτητής/τρια θα μπορούσε να αποκρύβει τη δίωξη αποκρύπτοντας τις θρησκευτικές του/της πεποιθήσεις, αλλά κατά πόσον, εφόσον συνεχίσει να ασκεί τη θρησκεία του/της σύμφωνα με τη συνείδησή του/της, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του/της[6].
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, αντίθετα στην κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι από τη συνολική αξιολόγηση των δηλώσεων του Αιτητή προκύπτει ότι παρείχε επαρκή στοιχεία αναφορικά με τη θρησκευτική του πορεία, τα οποία πρέπει να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα των προσωπικών του χαρακτηριστικών, του μορφωτικού του επιπέδου και της φύσης της θρησκευτικής μεταστροφής ως κατεξοχήν εσωτερικής και προσωπικής διεργασίας.
Καταρχάς, ο Αιτητής περιέγραψε με συνέπεια τη σταδιακή απομάκρυνσή του από το Ισλάμ ήδη από την εφηβική του ηλικία, εξηγώντας ότι έπαψε να προσεύχεται και ότι με την πάροδο των ετών ανέπτυξε έντονο προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την εφαρμογή και τις συνέπειες της ισλαμικής ιδεολογίας στην κοινωνία του Ιράν. Το γεγονός ότι οι εξηγήσεις του επικεντρώθηκαν περισσότερο σε βιωματικές και κοινωνικές εμπειρίες παρά σε θεολογικές αναλύσεις δεν μειώνει κατ’ ανάγκη την αξιοπιστία τους. Τουναντίον συνάδει με το προσωπικό του προφίλ ως ατόμου χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, το οποίο ολοκλήρωσε μόνο την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και εργαζόταν στον κατασκευαστικό τομέα. Δεν είναι εύλογο να αναμένεται από πρόσωπο με τα χαρακτηριστικά αυτά να αναπτύξει φιλοσοφικές ή θεολογικές προσεγγίσεις σχετικά με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.
Διακρίνω περαιτέρω, ότι ο Αιτητής παρείχε συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με τον τρόπο μέσω του οποίου ήρθε σε επαφή με τον Χριστιανισμό. Κατονόμασε το πρόσωπο που τον εισήγαγε στη νέα θρησκεία, προσδιόρισε το χρονικό πλαίσιο της γνωριμίας τους και περιέγραψε τη συμμετοχή του σε κατ’ οίκον εκκλησία κατά τους τελευταίους μήνες παραμονής του στο Ιράν. Οι δηλώσεις του περιείχαν συγκεκριμένα στοιχεία ως προς τον τόπο των συναντήσεων, τη συχνότητά τους, τη διάρκειά τους, τον αριθμό των συμμετεχόντων και τον δικό του ρόλο ως μαθητευόμενου. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ενδείξεις προσωπικής εμπλοκής και βιωμένης συμμετοχής σε θρησκευτική κοινότητα και δεν συνάδουν με κατασκευασμένο ή επιφανειακό ισχυρισμό.
Επιπλέον, οι αναφορές του σχετικά με τις επιδράσεις που είχε ο Χριστιανισμός στη ζωή του εμφανίζουν χαρακτηριστικά αυθεντικής προσωπικής εμπειρίας. Ο Αιτητής συνέδεσε τη γνωριμία του με τη νέα πίστη με βελτίωση της συμπεριφοράς του προς την οικογένειά του, με διαφορετική αντίληψη των διαπροσωπικών σχέσεων και με μεγαλύτερη διάθεση προσφοράς προς τους άλλους. Οι απαντήσεις αυτές αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος βίωσε τη μεταβολή της θρησκευτικής του ταυτότητας και δεν μπορούν να απορριφθούν μόνο επειδή δεν διατυπώθηκαν με φιλοσοφικούς ή θεολογικούς όρους ή αναφορά σε δογματικές διαφορές μεταξύ των δύο θρησκειών.
Ιδιαίτερη σημασία πρέπει επίσης να αποδοθεί στα μεταγενέστερα αντικειμενικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν τη συνέχιση και εδραίωση της χριστιανικής του ταυτότητας. Ο Αιτητής από το στάδιο της συνέντευξής του δήλωσε ότι εκκλησιαζόταν συστηματικά στην Κύπρο, είχε ενταχθεί σε εκκλησιαστική κοινότητα και είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να βαπτιστεί. Επιπλέον δήλωσε ότι δίδασκε στον συγκάτοικό του στοιχεία της χριστιανικής πίστης,ενώ παράλληλα προσπαθεί να μεταδώσει στους ανθρώπους γύρω του χριστιανικές αξίες. Περαιτέρω, προκύπτει ότι εν τέλει βαπτίστηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία επισυνάπτοντας προς τούτο τόσο βεβαίωση βάπτισης όσο και φωτογραφία από το μυστήριο της βάπτισής του. Η πράξη αυτή συνιστά δημόσια και σημαντική εκδήλωση της θρησκευτικής του ταυτότητας, η οποία επηρεάζει άμεσα την προσωπική και οικογενειακή του ζωή και δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή τυπική ενέργεια χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, πάντα σε συνάρτηση με το γενικότερο αφήγημα του Αιτητή.
Όσον αφορά τις παρατηρήσεις των Καθ’ ων η αίτηση σχετικά με την αδυναμία του Αιτητή να αναφέρει συγκεκριμένες χριστιανικές προσευχές ή το σύνολο των Δέκα Εντολών, σημειώνεται ότι η νομολογία και οι κατευθυντήριες οδηγίες της EUAA και της UNHCR αναγνωρίζουν ότι η γνησιότητα μιας θρησκευτικής μεταστροφής δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά βάσει της κατοχής θεολογικών γνώσεων. Η αξιολόγηση πρέπει να επικεντρώνεται πρωτίστως στην προσωπική διαδρομή του αιτητή/τριας, στα κίνητρά του, στην πρακτική έκφραση της πίστης του και στον ρόλο που αυτή διαδραματίζει στη ζωή του. Παρά την πιο πάνω γενική αρχή ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης, (ερυθρά 39 και 40 στο διοικητικό φάκελο), διαπιστώνω, αντίθετα στην κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι γνώσεις και οι απαντήσεις του Αιτητή στα όσα σχετικά με το χριστιανισμό ερωτήθηκε δεν οδηγούν σε συμπέρασμα περιορισμένων θεολογικών γνώσεων ώστε ο ισχυρισμός του περί μεταστροφής να κριθεί αναξιόπιστος.
Οφείλω να σχολιάσω επίσης το γεγονός της απόκρυψης της μεταστροφής του από τη σύζυγό του, στοιχείο το οποίο κρίθηκε αρνητικά από τους Καθ’ ων η αίτηση. Έχοντας κατά νου το σύνολο των δηλώσεων του κρίνω ότι η απόκρυψη της μεταστροφής του από τη σύζυγό του κρίνεται επίσης εσωτερικά εύλογη, καθώς η αποκάλυψη τέτοιου γεγονότος σε ισλαμικό πλαίσιο δυνατόν να έθετε σε κίνδυνο την ίδια και το παιδί τους. Η εξήγηση που παρέχεται σχετικά με τον χρόνο και τον τρόπο που η σύζυγος πληροφορήθηκε το γεγονός συνάδει με τον φόβο των διώξεων και δεν παρουσιάζει αντιφάσεις.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, των με συνοχή και ευλογοφάνεια δηλώσεων του Αιτητή αναφορικά με την απομάκρυνσή του από το Ισλάμ, της συγκεκριμένης περιγραφής της επαφής του με τον Χριστιανισμό, της συμμετοχής του σε κατ’ οίκον εκκλησία στο Ιράν, της διαρκούς θρησκευτικής του δραστηριότητας στην Κυπριακή Δημοκρατία, της εν συνεχεία κατήχησής του βάπτισής του, κρίνεται ότι ο ισχυρισμός του περί μεταστροφής στον Χριστιανισμό κρίνεται ως εσωτερικά αξιόπιστος, με τη μεταγενέστερη βάπτισή του στην Κυπριακή Δημοκρατία να επιβεβαιώνει ότι η νέα θρησκευτική του ταυτότητα εδραιώθηκε μετά την αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Δικαστήριο αρχικά κρίνει ότι το εάν η μεταστροφή του Αιτητή από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό είναι γνήσια και ειλικρινής δεν αποτελεί στοιχείο επί του οποίου, λόγω της εσωτερικής της φύσης και των στοιχείων εσωτερικής διεργασίας που αναπόφευκτα εμπεριέχει, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Παρόλα αυτά, αναφορικά με τη συμμετοχή του Αιτητή σε κατ΄ οίκον εκκλησία στο Ιράν, το Δικαστήριο εντόπισε στην πλέον πρόσφατη έκθεση Cοuntry Focus της EUAA για το Ιράν του Ιουνίου του 2024[7], σύμφωνα με την οποία oι περισσότεροι Χριστιανοί προσήλυτοι συναντώνται σε ιδιωτικούς χώρους, οι οποίοι είναι γνωστοί ως κατ' οίκον εκκλησίες στην Ιράν[8], συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό προερχόμενα από μουσουλμανικό περιβάλλον, καθώς και των Αρμενίων και Ασσυρίων Χριστιανών που επιθυμούν να τελούν τη λατρεία στην εθνική γλώσσα (την περσική), δεδομένου ότι πολλοί εξ αυτών δεν ομιλούν ούτε κατανοούν άλλη γλώσσα[9]. Οι ιρανικές «εκκλησίες κατ' οίκον» είναι διαμερίσματα όπου συγκεντρώνονται 10 έως 15 πιστοί για να τελέσουν τις θρησκευτικές τους τελετές[10].
Παλαιότερη έκθεση του Landinfo, συνοψίζει ότι περί τον υπό κρίση χρόνο οι Χριστιανοί προσήλυτοι που επιθυμούσαν να ασκήσουν την πίστη τους σε κοινωνία με άλλους, αναγκάζοντο να συγκεντρώνονται για λατρευτικές συνάξεις στην ιδιωτικότητα των σπιτιών τους – στις λεγόμενες «κατ' οίκον εκκλησίες». Οι κατ' οίκον εκκλησίες ήταν συνήθως μικρές σε αριθμό μελών και μπορεί να συνδέοντο με δίκτυα του εξωτερικού ή με τοπικά/εθνικά δίκτυα. Οι ιρανικές αρχές έχουν κηρύξει παράνομη τη λειτουργία αυτών των κατ' οίκον εκκλησιών[11].
Δεν παραβλέπω άλλωστε ότι ο Αιτητής, προς ενίσχυση του ισχυρισμού του, προσκόμισε πρωτότυπο πιστοποιητικό βάφτισης, αριθμός εγγράφου 20/550 εκδοθέν από την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, ημερομηνίας 08/07/2022, με ημερομηνία βάπτισης την 01/07/2022 το οποίο κρίνεται ότι σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του, δρα ενισχυτικά του υπό εξέταση ισχυρισμού.
Βάση λοιπόν των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο κρίνει τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τη συμμετοχή του σε κατ’ οίκον εκκλησία στο Ιράν ως εξωτερικά αξιόπιστες και σε συνδυασμό με το ότι ο Αιτητής κατάφερε να θεμελιώσει και την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, ο ισχυρισμός περί μεταστροφής τους από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό και συμμετοχής του σε κατ’ οίκον εκκλησία, γίνεται αποδεκτός στο σύνολό του ως αξιόπιστος.
Προχωρώ σε αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου διακριθέντα από το Δικαστήριο ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι των δηλώσεων του Αιτητή περί του ότι στοχοποιήθηκε από τις αρχές του Ιράν επειδή υπέπεσε στη γνώση τους η συμμετοχή του στην κατ’ οίκον εκκλησία.
Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξής του παρατηρώ ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δύο ημέρες μετά την άφιξή του στην Τουρκία οι δυνάμεις του Sepah πραγματοποίησαν έφοδο στην κατ’ οίκον εκκλησία την οποία επισκεπτόταν, συνέλαβαν τα υπόλοιπα μέλη και στη συνέχεια τον αναζήτησαν δύο φορές στην κατοικία του. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές δεν προέρχονται από προσωπική αντίληψη αλλά αποκλειστικά από όσα, κατά δήλωσή του, του μετέφερε η σύζυγός του τηλεφωνικά. Ο ίδιος δεν ήταν παρών σε κανένα από τα γεγονότα που επικαλείται. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με πειστικό τρόπο πώς οι αρχές πληροφορήθηκαν τη συμμετοχή του ιδίου προσωπικά στην κατ’ οίκον εκκλησία, περιοριζόμενος στη δήλωση ότι δεν γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο αποκαλύφθηκε η ομάδα. Αν και ανέφερε με βεβαιότητα ότι οι συλληφθέντες τον κατονόμασαν, δεν μπόρεσε εντούτοις να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία που να στηρίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό.
Παράλληλα, παρά τους ισχυρισμούς περί σοβαρού ενδιαφέροντος των αρχών για το πρόσωπό του, ο ίδιος δήλωσε ότι ουδέποτε εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, δεν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες και μετά τις δύο επισκέψεις στην κατοικία του οι αρχές δεν επανήλθαν. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τι ακριβώς θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής στο Ιράν, αναφέροντας μόνο γενικά ότι οι κυρώσεις μπορεί να κυμαίνονται από σύντομη φυλάκιση μέχρι μεγαλύτερη ποινή, γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί εξατομικευμένης αναζήτησής του από τις αρχές λόγω της συμμετοχής του στην κατ’ οίκον εκκλησία.
Επιπλέον, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τις κατ’ ισχυρισμόν έρευνες στην οικία του, τις συλλήψεις των λοιπών μελών της κατ’ οίκον εκκλησίας ή την ύπαρξη ενεργού ενδιαφέροντος των αρχών του Ιράν προς το πρόσωπό του.
Κατά συνέπεια, παρότι το ότι έχει ήδη γίνει προηγουμένως δεκτό ότι ο Αιτητής συμμετείχε σε κατ’ οίκον εκκλησία ως μεταστραφής Χριστιανός στη χώρα καταγωγής του, δεν ανακύπτουν επαρκή στοιχεία εκ των οποίων να απορρέει ότι οι Ιρανικές αρχές είχαν πράγματι εντοπίσει τις δραστηριότητές του, τα στοιχεία της ταυτότητάς του, ότι τον αναζήτησαν προσωπικά ή ότι υπήρξε αντικείμενο συγκεκριμένων διωκτικών ενεργειών πριν ή αμέσως μετά την αναχώρησή του. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίνεται ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστια του υπό εξέταση ισχυρισμού, το Ινστιτούτο Huddson βεβαιώνει ότι οι ιρανικές αρχές πραγματοποιούν εφόδους σε αυτές στις κατ’ οίκον εκκλησίες για να συλλάβουν τα μέλη τους και να κατάσχουν οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον τους, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών τους ηλεκτρονικών συσκευών[12].
Έτερες πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν πως η ιρανική κυβέρνηση περιορίζει τη θρησκευτική ελευθερία απαγορεύοντας στις αναγνωρισμένες χριστιανικές εκκλησίες να δέχονται μεταστραφέντες[13], ενώ σύμφωνα με το Article 18, το 2023, 50 χριστιανοί μεταστραφέντες συνελήφθησαν στα σπίτια τους ή σε κατ’ οίκον εκκλησίες στις πόλεις Tehran, Karaj, Rasht, Orumiyeh, and Aligoudarz.[14] Περαιτέρω, οι Μουσουλμάνοι που είχαν μεταστραφεί στον Χριστιανισμό κινδύνευαν, σε περίπτωση που γινόταν γνωστή η μεταστροφή τους, να απολέσουν την εργασία τους, ιδίως εάν είχε προηγηθεί η σύλληψή τους.[15]
Οι πιο πάνω πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι στο Ιράν η μεταστροφή από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό δεν αναγνωρίζεται επισήμως και αντιμετωπίζεται από τις αρχές ως πράξη αποστασίας, ενώ οι μουσουλμάνοι προσήλυτοι δεν γίνονται δεκτοί στις αναγνωρισμένες εκκλησίες και, ως εκ τούτου, ασκούν συνήθως τη λατρεία τους σε κατ’ οίκον εκκλησίες. Οι ίδιες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι οι κατ’ οίκον εκκλησίες αποτελούν τη συνήθη μορφή θρησκευτικής συνάθροισης των μεταστραφέντων Χριστιανών στο Ιράν, γεγονός που είναι απολύτως συμβατό με τους ισχυρισμούς του Αιτητή σχετικά με τον τρόπο άσκησης της πίστης του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα.
Καταληκτικά, αν και το Δικαστήριο εντόπισε πληροφορίες επί των οποίων οι δηλώσεις του Αιτητή βρίσκουν έρεισμα, εντοπίζει ωστόσο την αδυναμία του Αιτητή να στοιχειοθετήσει επαρκώς τον ισχυρισμό περί προσωπικής του στοχοποίησης από τις αρχές λόγω της συμμετοχή του σε κατ’ οίκον εκκλησία και προφανώς της μεταστροφής του από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό, η οποια έχει ήδη κριθεί ως αξιόπιστη. Τονίζεται ότι το στοιχείο που αξιολογείται στα πλαίσια της αξιολόγησης του παρόντος ισχυρισμού αποτελεί το εαν η συμμετοχή σε κατ’ οίκον εκκλησία και η ταυτότητα του Αιτητή συγκεκριμένα υπέπεσε στη γνώση των αρχών και όχι εαν η κατ’ οίκον εκκλησία στην οποία εκείνος συμμετείχε δέχτηκε επιδρομή από τις αρχές του Ιράν, εν απουσία του. Από τις δηλώσεις του Αιτητή δεν απορρέουν τα στοιχεία που θα μπορούσαν να θεμελιώνουν την πραγματική υπόσταση των δηλώσεών του. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί του ότι στοχοποιήθηκε από τις αρχές του Ιράν επειδή υπέπεσε στη γνώση τους η συμμετοχή του στην κατ’ οίκον εκκλησία απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος.
Συνοψίζοντας, αποδεκτοί γίνονται οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, καθώς και οι δηλώσεις του περί του ότι στο Ιράν μετεστράφη από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό, συμπεριλαμβανομένου και ότι συμμετείχε σε κατ’ οίκον εκκλησία.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, σημειώνεται ότι κληθείς να αποσαφηνίσει τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα συλληφθεί, θα φυλακιστεί και θα αντιμετωπίσει πλήθος νομικών συνεπειών από τις αρχές του Ιράν, λόγω της μεταστροφή του από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό.
Το Δικαστήριο κρίνει αρχικά ότι το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου του Αιτητή πληρούται διά της υποβολής, εξ αυτού, αίτησης διεθνούς προστασίας και της σταθερά εκπεφρασμένης απροθυμίας του να επιστρέψει στο Ιράν.
Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου του, το οποίο βασίζεται στον αποδεκτό ισχυρισμό του περί μεταστροφής στο Χριστιανισμό, αν και το Δικαστήριο παρέθεσε κάποιες περιορισμένες πληροφορίες κατά την αξιολόγηση των δεύτερου και τρίτου ισχυρισμού του, θα προχωρήσει σε περαιτέρω έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι μεταστραφέντες Χριστιανοί στο Ιράν.
Αναφορικά με τον ισχύον νομικό πλαίσιο στο Ιράν, το άρθρο 12 του Συντάγματος του Ιράν ορίζει το Ισλάμ ως την επίσημη θρησκεία του κράτους.[16]Οι Χριστιανοί είναι μία από τις τρείς αναγνωρισμένες θρησκευτικές μειονότητές μαζί με τους Ζωροαστριστές, και τους Εβραίους, στους οποίους σύμφωνα με Άρθρο 13 του Συντάγματος αναγνωρίζεται το δικαίωμα τους στην θρησκευτική λατρεία.[17] Η μόνη αποδεκτή μεταστροφή θρησκείας είναι από άλλη θρησκεία στο Ισλάμ, όπως επιβεβαιώνει πλήθος πηγών.[18]
Η μεταστροφή από το Ισλάμ στο Χριστιανισμό συχνά γίνεται αντιληπτή ως αποστασία και έγκλημα[19], με την εν λόγω πληροφορία να επιβεβαιώνεται και από άρθρο του Open Doors το 2024[20]. Παράλληλα, εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι τα άτομα που έχουν απομακρυνθεί από το Ισλάμ εξαναγκάζονται από την Ισλαμική Δημοκρατία να εγκαταλείψουν τη χώρα[21] και το ιρανικό καθεστώς θεωρεί τη συμμετοχή σε κατ’ οίκον εκκλησία ως «ενέργεια κατά της εθνικής ασφάλειας», ενώ η ίδρυση ή καθοδήγηση τέτοιων κατ’ οίκον εκκλησιών επισύρει ποινή κάθειρξης έως και δέκα έτη.[22]
Καθώς η μεταστροφή από το Ισλάμ στον Χριστιανισμό θεωρείται έγκλημα και τιμωρείται με θάνατο[23], οι Χριστιανοί που έχουν μεταστραφεί υπόκεινται σε συλλήψεις και κακομεταχείριση από την Ισλαμική Δημοκρατία. Επίσης, εξορίζονται «σε απομακρυσμένες περιοχές της χώρας» ή αναγκάζονται να αναμορφωθούν από Ισλαμιστές κληρικούς και «πιέζονται να επιστρέψουν στο Ισλάμ», ιδίως μετά την απελευθέρωσή τους[24].
Το Article 18, σε άρθρο του 2024 αναφέρεται σε περιστατικά φυλάκισης μετασταφέρντων Χριστιανών στο Ιράν [25],[26] και παραθέτει περαιτέρω πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι Χριστιανοί που ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι ήταν Χριστιανοί πριν από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν το 1979 έχουν επιτραπεί να ασκούν τη θρησκεία τους[27].
Σημειώνεται ότι ο Χριστιανισμός κατηγοριοποιείται ως «εγκλήματα πολιτικής ασφάλειας» και θεωρείται από την Ισλαμική Δημοκρατία «ως δυτική θρησκεία»[28]. Οποιοσδήποτε Ιρανός επαναπατριζόμενος θα μπορούσε να παρενοχληθεί και να εντοπιστεί από την Ισλαμική Δημοκρατία εάν εντοπιστεί ότι εμπλέκεται σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τον Χριστιανισμό στο εξωτερικό[29]. Σύμφωνα με κοινή έκθεση των Article18, OpenDoors, Middle East Concern (MEC) και CSW Everyone Free to Believe, «οι Χριστιανοί που εκφράζουν ενεργά την πίστη τους - και ιδιαίτερα οι προσήλυτοι από το Ισλάμ - υπόκεινται σε σύλληψη και δίωξη από το Κράτος». Το 2023, 166 Χριστιανοί αναφέρθηκε ότι συνελήφθησαν στο Ιράν. Οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες Χριστιανούς (συμπεριλαμβανομένων των προσήλυτων) «δεν ενημερώθηκαν για τον λόγο της σύλληψής τους, ούτε τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες»[30].
Πρόσφατο άρθρο της Religion Unplugged τον Ιανουάριο του 2025, αναφέρει ότι Χριστιανοί στο Ιράν το 2024 καταδικάστηκαν συνολικά σε πάνω από 250 χρόνια φυλάκισης, παρουσιάζοντας εξαπλάσια αύξηση σε σύγκριση με το 2023. Συνολικά, 96 Χριστιανοί καταδικάστηκαν σε συνολικά 263 χρόνια φυλάκισης το 2024. Αυτό σε σύγκριση με 22 Χριστιανούς που καταδικάστηκαν σε 43,5 χρόνια το 2023[31]. Aποσαφηνίζει δε η επικληθείσα πηγή, ότι ένας ιρανικός νόμος — γνωστός ως Άρθρο 500 — επιτρέπει ποινή φυλάκισης 10 ετών για όσους διαπιστώνεται ότι έχουν εμπλακεί σε «προπαγάνδα αντίθετη προς την ιερή θρησκεία του Ισλάμ», ενώ παράλληλα λαμβάνουν οικονομική ή οργανωτική υποστήριξη από το εξωτερικό της χώρας. «Πάνω από το 70% των κατηγοριών εναντίον Χριστιανών το 2024 ασκήθηκαν βάσει του τροποποιημένου Άρθρου 500»[32].
Άρθρο του Iran International το Φεβρουάριο του 20926 αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του 2025 πραγματοποιήθηκαν στο Ιράν 254 συλλήψεις μεταστραφέντων Χριστιανών, αριθμός σχεδόν διπλάσιος σε σχέση με το 2024. Υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επεσήμαναν ότι η έξαρση αυτή αντικατοπτρίζει μια στρατηγική μετατόπιση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η οποία αξιοποιεί το πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας για να καταστείλει τη θρησκευτική διαφωνία[33].
H ίδια πηγή, αναφορικά με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι μεταστραφέντες Χριστιανοί στο ιρανικό σωφρονιστικό σύστημα, αναφέρει ότι συμπεριλάμβανε βασανιστήρια ψυχολογικής φύσης και σκόπιμης στέρησης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης[34].
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο κρίνει ως εύλογο το ενδεχόμενο πραγμάτωσης του φόβου του Αιτητή περί σύλληψής του από τις αρχές του Ιράν λόγω της μεταστροφής του καθώς τα άτομα αντιστοίχου θρησκευτικού προφίλ στο Ιράν υφίστανται συλλήψεις, ανακρίσεις, αυθαίρετη κράτηση, ποινικές διώξεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταδίκες σε πολυετείς ποινές στερητικές της ελευθερίας, δύναται μάλιστα να τα επιβληθεί ακόμα και η θανατική ποινή.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω σε συνδυασμό με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά την απουσία συνεπειών της μεταστροφής προς το πρόσωπό του κατά το παρελθόν, διαφαίνεται ότι πληρούται και το αντικειμενικό στοιχείο του του φόβου του. Το Δικαστήριο κρίνει ότι έχουν προκύψει τα στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι κατά την επιστροφή του στην περιοχή Khomam της περιφέρειας Gilan στο Ιράν, ασχέτως αν μέχρι σήμερα η μεταστροφή του στο Χριστιανισμό δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη των αρχών, πιθανολογείται ότι αυτό θα συμβεί σε μελλοντικό χρόνο εάν ο Αιτητής συνεχίζει να ασκεί εκεί τα χριστιανικά του καθήκοντα. Ενδέχεται συνεπώς να αντιμετωπίσει τις συνέπειες, όπως αυτές απορρέουν από τις αντληθείσες πληροφορίες. Για τους ανωτέρω λόγους, ο φόβος του Αιτητή κρίνεται ως βάσιμος και δικαιολογημένος.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, αρχικά θα πρέπει να επαναληφθεί ότι το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει σε σχέση με τον ορισμό του πρόσφυγα (η υπογράμμιση του Δικαστηρίου) προνοεί τα ακόλουθα:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.
[...].»
Καθώς ο φόβος του Αιτητή κρίθηκε ως βάσιμος και δικαιολογημένος, το Δικαστήριο θα εξετάσει το εάν οι επαπειλούμενη εις βάρος του μεταχείριση, σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράν συνιστά πράξη δίωξης.
Αν και κατά τη §51 του Εγχειρίδιου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας, δεν υπάρχει παγκόσμια αποδεκτός ορισμός της «δίωξης», από το άρθρο 33 της Σύμβασης του 1951 μπορεί να συναχθεί ότι η απειλή κατά της ζωής ή της ελευθερίας για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα πρέπει να θεωρείται πάντοτε δίωξη.
Ως εκ τούτου, το άρθρο 3Γ(1) του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει ότι, «οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης για τους Πρόσφυγες πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δε χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών».
Επίσης, το άρθρο 3Γ(2) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί ότι «(α) πράξεις σωματικής ή ψυχικής βίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας,» (β) νομικά, διοικητικά, αστυνομικά ή/και δικαστικά μέτρα, τα οποία εισάγουν διακρίσεις αφ’ εαυτού ή εφαρμόζονται κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις, όπως και «(στ) πράξεις που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά[.]» περιλαμβάνονται στον μη εξαντλητικό κατάλογο πράξεων δίωξης.
Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 9 της Οδηγίας, η δίωξη πρέπει α) να είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 της ΕΣΔΑ ή β) να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται το άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο. Μεταξύ των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παρ. 2 της ΕΣΔΑ είναι: το δικαίωμα στη ζωή (αρ. 2), η απαγόρευση των βασανιστηρίων, η απαγόρευση της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης (αρ. 3).
Καθώς από τις προηγουμένως αντληθείσες πληροφορίες ανακύπτει ότι οι μουσουλμάνοι που μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό στο Ιράν, ιδίως όσοι συμμετέχουν σε κατ' οίκον εκκλησίες, αντιμετωπίζονται από τις ιρανικές αρχές ως πρόσωπα που αποκλίνουν από τις θεμελιώδεις θρησκευτικές αρχές του ισλαμικού κράτους και, για τον λόγο αυτό, αντιμετωπίζουν συστηματικές συλλήψεις, αυθαίρετη κράτηση, ανακρίσεις, ποινικές διώξεις, πολυετή στέρηση της ελευθερίας τους και άλλες μορφές κατασταλτικής μεταχείρισης. Ενδέχεται μάλιστα να κινδυνεύσει ακόμα και η ζωή τους, εντός ή εκτός των σωφρονιστικών ιδρυμάτων. Οι ανωτέρω πράξεις ανέρχονται αναντίλεκτα σε επίπεδο δίωξης.
Σε σχέση με τους λόγους δίωξης του Αιτητή και σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ως θρησκεία νοούνται ιδίως οι θεϊστικές, μη θεϊστικές και αθεϊστικές πεποιθήσεις, η συμμετοχή ή μη σε επίσημη λατρεία κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, είτε ατομικώς είτε συλλογικώς, άλλες θρησκευτικές πράξεις ή εκδηλώσεις ή απόψεις, ή μορφές προσωπικής ή κοινοτικής συμπεριφοράς που βασίζονται ή υπαγορεύονται από θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Όπως αναφέρεται στη Δικαστική Ανάλυση της EUAA του 2024[35], η θρησκεία, κατά το ΔΕΕ, αντιπροσωπεύει έναν «ευρύ» ορισμό καθώς, σύμφωνα με την οδηγία, η έννοια της θρησκείας «ενσωματών[ει] το σύνολο των συνιστωσών της, δημόσιων ή ιδιωτικών, συλλογικών ή ατομικτών»[36]. Στις προτάσεις του για τις προαναφερθείσες πιο πάνω, υποθέσεις Y και Z, ο γενικός εισαγγελέας του ΔΕΕ επισήμανε ότι η θρησκευτική ελευθερία αφορά την «ελευθερία του να ασπάζεται κάποια θρησκεία, να μην έχει θρησκεία ή να αλλάζει θρησκεία»[37].
Κατά το ΔΕΕ, η ευρεία προστασία των θρησκευτικών δικαιωμάτων καλύπτει τόσο τις πεποιθήσεις όσο και το δικαίωμα έκφρασης των πεποιθήσεων αυτών. Αυτά τα διακριτά έννομα συμφέροντα ορίζονται ενίοτε ως forum internum και forum externum, τα οποία αναγνωρίζονται και τα δύο ως προστατευόμενα[38]. Η προσέγγιση αυτή απηχεί τις διάφορες νομικές πράξεις διεθνούς δικαίου στον συγκεκριμένο τομέα, συμπεριλαμβανομένου, ιδίως, του άρθρου 10 του Χάρτη της ΕΕ. Στις προτάσεις του για τις υποθέσεις Y και Z, ο γενικός εισαγγελέας Bot επισήμανε ότι δεν θα είχε νόημα να οριστεί ως προστατευόμενος σκληρός πυρήνας μόνο η ενδόμυχη σφαίρα ελευθερίας χωρίς να προστατεύεται ομοίως η εξωτερική εκδήλωση της εν λόγω ελευθερίας[39]. Στην απόφασή του το ΔΕΕ συμφώνησε ότι στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο β) περιλαμβάνεται και η προστασία από σοβαρές πράξεις που θίγουν την ελευθερία του αιτούντος όχι μόνο να ομολογεί την πίστη του εμπράκτως στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής του αλλά και να τη βιώνει δημοσίως[40].
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει ότι ο ισχυριζόμενος κίνδυνος δεν αφορά αποκλειστικά την εσωτερική διάσταση της θρησκευτικής ελευθερίας του Αιτητή (forum internum), δηλαδή το δικαίωμά του να διατηρεί τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά και το δικαίωμά του να εκδηλώνει και να βιώνει δημόσια την πίστη του (forum externum). Οι πράξεις που επικαλείται ο Αιτητής συνδέονται με περιορισμούς και απειλές που στρέφονται κατά της δυνατότητας του να εκφράζει ανοιχτά τη χριστιανική του πίστη και να συμμετέχει σε θρησκευτικές εκδηλώσεις που απορρέουν από αυτή. Ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος φόβος δίωξης αφορά ευθέως την προστατευόμενη εξωτερική εκδήλωση της θρησκευτικής ελευθερίας.
Στη βάση της ανωτέρω ερμηνείας και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στο Ιράν σχετικά με τη μεταχείριση των μεταστραφέντων από το Ισλάμ Χριστιανών, το Δικαστήριο καταλήγει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν, ο Αιτητής θα έρθει αντιμέτωπος με πράξεις δίωξης για λόγους που συνδέονται με τα θρησκεία του.
Ως προς τον φορέα δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου, στους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης συμπεριλαμβάνονται:
«[…] (α) το κράτος,
(β) ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,
(γ) μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3Β.»
Η νομική ανάλυση της EUAA σχετικά με την Οδηγία 2011/95/ΕΕ αναφέρει ότι ο όρος «κρατικοί φορείς», άρα το κράτος ως φορέας δίωξης, μπορεί να γίνει κατανοητός ως κάθε πράξη δίωξης ή σοβαρής βλάβης που προέρχεται από de jure ή de facto κρατικά όργανα. Τα όργανα αυτά περιλαμβάνουν οποιουσδήποτε αξιωματούχους ασκούν κυβερνητικές λειτουργίες, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν στη δικαστική, εκτελεστική ή νομοθετική εξουσία, σε οποιοδήποτε επίπεδο διοίκησης. Πράξεις που μπορούν να αποδοθούν στο κράτος περιλαμβάνουν επίσης, υπό προϋποθέσεις, πράξεις προσώπων ή ομάδων που ενεργούν υπό τον έλεγχο ή την καθοδήγηση κρατικών οργάνων.
Στην υπό εξέταση υπόθεση, ως φορέας δίωξης του Αιτητή κρίνεται ότι είναι η Κυβέρνηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, ήτοι το ίδιο το κράτος, υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες κρατικές αρχές ασφαλείας, οι υπηρεσίες πληροφοριών, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), η αστυνομία και οι δικαστικές αρχές εφαρμόζουν τη νομοθεσία και την κρατική πολιτική έναντι των μουσουλμάνων που εγκαταλείπουν το Ισλάμ και ασπάζονται τον Χριστιανισμό, ιδίως όταν συμμετέχουν κατ' οίκον εκκλησίες. Όπως έχει ήδη αναλυθεί ανωτέρω, τα πρόσωπα αυτά υφίστανται συλλήψεις, αυθαίρετη κράτηση, ανακρίσεις, ποινικές διώξεις και δυσανάλογες ποινικές κυρώσεις, ενώ η σωρευτική εφαρμογή των μέτρων αυτών ισοδυναμεί με δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά δε με την ύπαρξη φορέα προστασίας, επισημαίνεται ότι βάσει του άρθρου 3Β(1) του περί Προσφύγων Νόμου:
«Προστασία μπορεί να παρέχεται από:
(α) το κράτος, ή
(β) ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,
υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν να προσφέρουν προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2) και είναι σε θέση να το πράξουν.»
Επιπλέον, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του ίδιου άρθρου, η προστασία κατά της δίωξης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Παρέχεται, κατά κανόνα, όταν οι φορείς προστασίας λαμβάνουν εύλογα μέτρα για την πρόληψη της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων μέσω της λειτουργίας αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη και όταν ο αιτητής έχει πραγματική πρόσβαση στην προστασία αυτή.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 27 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το ίδιο το κράτος ή τα όργανά του αποτελούν τους υπεύθυνους της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, τεκμαίρεται ότι δεν παρέχεται ουσιαστική προστασία στον αιτητή.
Σύμφωνα επίσης με τον οδηγό της EUAA Qualification for International Protection – Judicial Analysis, το κράτος αποτελεί, κατ' αρχήν, τον κύριο φορέα προστασίας. Ωστόσο, για να αναγνωρισθεί ως τέτοιος, πρέπει να αποδεικνύεται ότι είναι τόσο πρόθυμο όσο και ικανό να παρέχει αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία έναντι της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης.
Εν προκειμένω, σε σχέση με την παροχή προστασίας από το κράτος του Ιράν, παρατηρείται ότι το ίδιο το κράτος έχει αναγνωριστεί ανωτέρω ως ο φορέας δίωξης του Αιτητή, καθόσον μέσω των αρμόδιων κρατικών αρχών διώκει και καταστέλλει τους μουσουλμάνους που μεταστρέφονται στον Χριστιανισμό και συμμετέχουν σε κατ' οίκον εκκλησίες. Συνεπώς, λόγω του ότι το ίδιο το κράτος αποτελεί τον φορέα δίωξης, συνάγεται ότι δεν δύναται να αποτελέσει παράλληλα και αποτελεσματικό φορέα προστασίας. Επιπλέον, από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν προκύπτει ότι υφίσταται οποιοσδήποτε άλλος φορέας ικανός και πρόθυμος να παράσχει στον Αιτητή αποτελεσματική προστασία έναντι των κρατικών αρχών.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούται και η προϋπόθεση της έλλειψης αποτελεσματικής κρατικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 3Β του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 7 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Αναφορικά με τη δυνατότητα μετεγκατάστασης του Αιτητή σε άλλο σημείο της χώρας καταγωγής τους, το άρθρο 12Γ (1) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί τα ακόλουθα σε σχέση με τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης εντός της χώρας καταγωγής:
«Κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι ο αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του- (i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή (ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β, και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.»
Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξής του Αιτητή, διαπιστώνω ότι ερωτηθείς ο Αιτητής από τον αρμόδιο λειτουργό σχετικά με την δυνατότητα μετεγκατάστασής τους σε άλλη περιοχή του Ιράν και δη την Τεχεράνη, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν γνωρίζει τι μπορεί να του συμβεί.
Ωστόσο εξετάζοντας τις προϋποθέσεις ασφαλούς μετεγκατάστασης του Αιτητή στην περιοχή της Τεχεράνης, κρίνω ότι καθώς η Κυβέρνηση του Ιράν ασκεί αποτελεσματική εξουσία σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της Τεχεράνης, και δεδομένου ότι το κράτος αποτελεί και τον φορέα δίωξης του Αιτητή, ως εκ τούτου, η μετεγκατάστασή του στην περιοχή της Τεχεράνης δεν αξιολογείται ως εύλογη.[41] Καταληκτικά, παρέλκει η διερεύνηση των υπόλοιπων προϋποθέσεων του άρθρου 12Γ (1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων υπαγωγής του Αιτητή στο προσφυγικό καθεστώς, σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου.
Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά τη διάρκεια της διοικητικής αλλά και της ενώπιόν του διαδικασίας, δεν προέκυψαν περιστατικά που συνεπάγονται τον αποκλεισμό του Αιτητή από το προσφυγικό καθεστώς σύμφωνα με τις ρήτρες του αρ. 5 του περί Προσφύγων Νόμου και των άρθρων 1 Δ, Ε, και ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται και τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) και του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και ο Αιτητής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Επιδικάζονται €1000 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων.
Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Εφόσον τα μέλη της οικογένειας του αιτητή δεν αποτελούν διάδικους στην παρούσα διαδικασία, αλλά για αυτούς, σύζυγος και τέκνο εκκρεμεί άλλη διαδικασία, το Δικαστήριο έκρινε ως μη σχετική την επιδιωκόμενη μαρτυρία που αφορούσε σε αυτούς.
[2] Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η σύζυγος και η θυγατέρα του Αιτητή βρίσκονται ως αιτητές ασύλου πλέον στην Κύπρο, ωστόσο ως δηλώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση παρά το ότι ήδη προκαιρού διεξήχθηκε συνέντευξη στην εκεί Αιτήτρια, η διαδικασία εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου
[3] Άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση υπηκόων τρίτων χωρών ή απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, ΕΕ L 337, 20.12.2011· UNHCR, Guidelines on International Protection No. 6: Religion-Based Refugee Claims under Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or the 1967 Protocol relating to the Status of Refugees, HCR/GIP/04/06, 28 April 2004, ιδίως παρ. 13-18.
[4] EUAA, Practical Guide on Interviewing Applicants with Religion-based Asylum Claims, November 2022, ιδίως τα κεφάλαια που αφορούν την εξατομικευμένη συνέντευξη και την αξιολόγηση της διαδικασίας μεταστροφής.
[5] EUAA, Judicial Analysis – Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Second Edition, Publications Office of the European Union, Luxembourg, 2023, Κεφάλαιο 4.1.2 ("The conversion process"), καθώς και UNHCR, Guidelines No. 6, παρ. 28-36.
[6] Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 5ης Σεπτεμβρίου 2012, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/11 και C-99/11, Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Z, ECLI:EU:C:2012:518, ιδίως σκέψεις 79-80 και 84.
[7] EUAA, Country Focus, Iran, June 2024, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-06/2024_06_COI_Report_Iran_Country_Focus_EN_0.pdf, (12/07/2026)
[8] Article18, Why do most Iranian Christians worship in house-churches?, 7 May 2024, https://articleeighteen.com/explainers/14795/, (12/07/2026)
[9] Article18, Why do most Iranian Christians worship in house-churches?, 7 May 2024,, https://articleeighteen.com/explainers/14795/, (12/07/2026)
[10] Hudson Institute, Good news from Iran: a million new Christian believers, 15 June 2023, https://www.hudson.org/religious-freedom/good-news-iran-million-new-christian-believers-lela-gilbert, (12/07/2026)
[11] Landinfo, Report, Iran: Christian converts and house churches (1) – prevalence and conditions for religious practise, November 2017, https://landinfo.no/wp-content/uploads/2018/04/Iran-Christian-converts-and-house-churches-1-prevalence-and-conditions-for-religious-practice.pdf, (12/07/2026), σελ. 3
[12] Hudson Institute, Good news from Iran: a million new Christian believers, 15 June 2023, https://www.hudson.org/religious-freedom/good-news-iran-million-new-christian-believers-lela-gilbert, (12/07/2026)
[13] Open Doors, Iran: Full Country Dossier, December 2023, https://www.opendoors.org/en-US/research-reports/country-dossiers/ , σελ.17,20; Article18, ‘Faceless Victims: Rights Violations Against Christians in Iran’, February 2024, https://articleeighteen.com/wp-content/uploads/2024/02/Annual-Report-2024.pdf, σελ.15
[14] Article18, Over 50 Christians in five cities arrested in new crackdown, 18 July 2023, https://articleeighteen.com/news/13655/ , (12/07/2026).
[15] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Iran; Freedom of movement and right of employment for converts from Islam to Christianity, including for returnees [Q53-2024], 9 August 2024https://www.ecoi.net/en/file/local/2113438/2024_08_EUAA_COI_Query_Response_Q53_Iran_Freedom_of_movement_and_right_of_employment_for_Christian_converts.pdf, σελ.3, (12/07/2026).
[16] Iran, Constitution of the Islamic Republic of Iran, https://www.shora-gc.ir/files/en/news/2021/6/2/468_245.pdf
[17] Μεταφρασμένη έκδοση του Συντάγματος στα Αγγλικά από την Παγκόσμια Οργάνωση Πνευματικής Ιδιοκτησίας (WIPO) (https://wipolex.wipo.int/en/text/332330) , (12/07/2026).
[18] The Australian Institute of International Affairs ‘Study Tour Report, April 2018 (https://www.internationalaffairs.org.au/wp-content/uploads/2018/06/2018-Iran-Study-Tour-Report.pdf ; USDOS, 2021 Report on International Religious Freedom: Iran, 2 June 2022, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2073955.html ; Article 18, Annual Report 2021: Rights violations Against Christians in Iran’, January 2022, p. 7, available at: https://articleeighteen.com/wp-content/uploads/2022/01/AnnualReport-2021-1.pdf , (12/07/2026).
[19] Open Doors, World watch list 2024, situation of religious freedom for Christians, 13 September 2023, https://www.opendoors.org/en-US/research-reports/advocacy-resources/ Jerusalem Post (The), An encounter with Marziyeh Amirizadeh: Iranian Christian activist, 15 May 2023, https://www.jpost.com/christianworld/article-743444 , (12/07/2026).
[20] OpenDoors, World watch list 2024, situation of religious freedom for Christians, 13 September 2023, https://www.opendoors.org/persecution/reports/Iran-Media_Advocacy_Dossier-ODI-2024.pdf, σελ. 4, , (12/07/2026).
[21] Church Times, Christian converts under pressure to leave Iran, 23 February 2024, https://www.churchtimes.co.uk/articles/2024/23-february/news/world/christian-converts-under-pressure-to-leave-iran, (12/07/2026).
[22] Article18, Persian-speaking Iranian Christians have no pace where they can worship collectively, https://articleeighteen.com/place2worship/, (12/07/2026).
[23] Jerusalem Post (The), An encounter with Marziyeh Amirizadeh: Iranian Christian activist, 15 May 2023, https://www.jpost.com/christianworld/article-743444, (12/07/2026).
[24] Article18, “Faceless Victims, rights violations against Christians in Iran, 19 February 2024, σελ. 5,8, 31, https://articleeighteen.com/download/?wpdmdl=14430, (12/07/2026).
[25] Article18, Chrisitan convert baptised in Malysia given prison sentence on return to Iran, 26 March 2024, https://articleeighteen.com/news/14650/,(12/07/2026).
[26] Iran International, Iranian Christian convert faces imprisonment, 6 January 2024, https://www.iranintl.com/en/202401069403, (12/07/2026).
[27] Article18, 10 years since forced closure of Iran’s largest Persian-speaking church, 19 May 2023, https://articleeighteen.com/news/13225/, (12/07/2026).
[28] Fox News, Iran violently clamps down on Christians amid reports of torture, fines and floggings, 3 March 2024, https://www.foxnews.com/world/iran-violently-clamps-down-christians-reports-torture-fines-floggings, , (12/07/2026).
[29] Article18, “Faceless Victims, rights violations against Christians in Iran, 19 February 2024, σελ. 36, https://articleeighteen.com/download/?wpdmdl=14430, (12/07/2026).
[30] Όπ. π., σελ. 3, 8, 18
[31] Religion unplugged, Iranians Punished With Longer Prison Sentences For Practicing Christianity, January 2025, https://religionunplugged.com/news/increasing-number-of-iranians-punished-with-longer-prison-sentences-for-being-christian-study-shows, (12/07/2026).
[32] Όπ. π.
[33] Iran International, Iran jail terms for Christians top 280 years as arrests nearly doubled, 19th February 2026, https://www.iranintl.com/en/202602197701, (12/07/2026)
[34] Όπ. π.
[35]EUAA, Judicial Analysis, 2024, Religion, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-12/2024_Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_EL.pdf, σελ. 112
[36]ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), 2012, Y και Z, http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=126364&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=373237, ό.π., υποσημείωση 38, σκέψη 63· και ΔΕΕ, 2018, Fathi, ό.π. υποσημείωση 214, σκέψη 78. Βλέπε επίσης UNHCR, Εγχειρίδιο, https://www.refworld.org/docid/5cb474b27.html, ό.π. υποσημείωση 103, παράγραφος 71.
[37] ΔΕΕ, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Bot της 19ης Απριλίου 2012, Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Z,http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=121723&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=371735, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-71/11 και C-99/11, EU:C:2012:224, σημείο 34, (12/07/2026)
[38] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), 2012, Y και Z, ό.π. υποσημείωση 38, σκέψη 62, http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=126364&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=373237, (12/07/2026)
[39] ΔΕΕ, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Bot, 2012, Y και Z, ό.π. υποσημείωση 426, σημείο 46, http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=121723&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=371735, (12/07/2026)
[40] ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), 2012, Y και Z, ό.π. υποσημείωση 38, σκέψη 63, http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=126364&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=373237, (12/07/2026).
[41] EUAA (2023), ‘Qualification for International Protection (Directive 2011/95/EU) – Judicial analysis second edition’, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Qualification for international protection (Directive 2011/95/EU) Judicial analysis second edition, σελ.145.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο