ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 7285/22
28 Ιουλίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α.Τ.Α.Η..
Αιτητή
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Χ. Χαραλάμπους (κος) για Γιώτα Μιλτιάδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή
Αιγ. Κίτσου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 10/11/2022 σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Δημοκρατίας του Καμερούν (στο εξής «Καμερούν»), κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ο οποίος, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε το Καμερούν στις 14/03/2019, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Στη συνέχεια διήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 19/03/2019 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 22/07/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο, ο οποίος με την από 02/09/2022 Έκθεση/Εισήγηση εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή.
Στις 14/10/2022, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στο Καμερούν.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 10/11/2022, παραλήφθηκε από τον Αιτητή στις 11/11/2022 ούσα μεταφρασμένη σε γλώσσα κατανοητή από τον Αιτητή, ήτοι την αγγλική.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής υπέβαλε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή κατά της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση.
Με τη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Αιτητή παραπονείται για παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης κατά το άρθρο 12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου και άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης. Επιπλέον αποτελεί θέση του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν γενικά σε δέουσα έρευνα. Εξειδικεύοντας περαιτέρω τον ισχυρισμό του υποστηρίζει ότι δεν αξιολογήθηκε η περίπτωση (β) του αρ. 19 του περί προσφύγων Νόμου, αλλά και η αδυναμία του Αιτητή να εγκατασταθεί σε κάποια περιοχή του Καμερούν λόγω της κατάστασης ασφαλείας λόγω πλημμελούς αξιολόγησης των ισχυρισμών περί βασανιστηρίων εις βάρος του Αιτητή και της συμμετοχής του στους Ambazonians.
Από την μεριά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και ορθή και αποτελεί προϊόν δέουσας έρευνας. Αιτούνται την απόρριψη όλων των ισχυρισμών λόγω αοριστίας, κατά παράβαση του Κανονισμού 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 και του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή και εισηγούνται ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος των λόγων ακύρωσης, ούτε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο αρ. 3 (1) του Περί Προσφύγων Νόμου. Τέλος, αποτελεί θέση τους ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
Στις 12/9/2023 ο Αιτητής διόρισε νέα συνήγορο, ο οποίος στις 08/01/2024 καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερομηνίας 7/10/2024. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο Αιτητής υπέβαλε ένορκη δήλωση επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 1 απόσπασμα από την έκθεση του UK Home Office του Ηνωμένου Βασιλείου "Country Policy and Information Note Cameroon: North-West/South-West crisis" του Δεκέμβρη του 2022 σχετικά με την έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στις Αγγλόφωνες περιοχές της χώρας, ως Τεκμήριο 2 άρθρο από την εφημερίδα "Cyprus Mail", ημερομηνίας 19/04/2023 σχετικά με διαδήλωση που έλαβε χώρα στη Λευκωσία κατά την οποία υπήκοοι του Καμερούν διαμαρτυρήθηκαν για τις βίαιες συγκρούσεις που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, ως Τεκμήριο 3 πρόταση ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ημερομηνίας 23/11/2021 για να συμπεριληφθεί στην ατζέντα το θέμα των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν, ως Τεκμήριο 4 ετήσια ανακοίνωση του προέδρου του Καμερούν, ημερομηνίας 31/12/2019, ο οποίος καλεί τον στρατό όπως εκτελέσει τα καθήκοντά του και ως Τεκμήριο 5 πιστοποιητικό γεννήσεως του ανήλικου τέκνου που απέκτησε ο Αιτητής στη Δημοκρατία στις 21/03/2023.
Με την από 28/04/2025 συμπληρωματική γραπτή της αγόρευση η συνήγορος του Αιτητή παραπονείται για έλλειψη αιτιολογίας, δέουσας έρευνας και πλάνης των Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει αιτιολογίας στο σκέλος που αφορά την αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας του συνήθους τόπου διαμονής του Αιτητή, τόσο ως προς την έκβαση της αξιολόγησης, όσο και ως προς τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε. Επιχειρηματολογεί υπέρ της αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, αντικρούοντας τις αντιφάσεις που εντόπισαν οι Καθ’ ων η αίτηση και επικαλείται το τεκμήριο 1 προς απόδειξη του κινδύνου που αντιμετωπίζει ο αγγλόφωνος πληθυσμός στο Καμερούν, επισημαίνοντας τη πολιτική δράση του Αιτητή σε Καμερούν και Κύπρο.
Από τη μεριά τους οι Καθ’ ων η αίτηση με την από 19/01/2026 αγόρευσή τους, υιοθετούν το περιεχόμενο της αρχικής τους αγόρευσης. Αντικρούουν στην ουσία τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ζητώντας την απόρριψή τους ως αβάσιμους. Επί των προσκομισθέντων τεκμηρίων 1 και 4 δηλώνουν ότι δεν δημιουργούν εξατομικευμένο κίνδυνο για τον Αιτητή, επικαλούμενοι την απουσία στοιχείων που να θέτουν σε κίνδυνο τον Αιτητή, καθώς και την απόρριψη των ισχυρισμών περί εμπλοκής του στο κίνημα SCNC Cyprus. Σχετικά με το τεκμήριο 2, βάλλουν κατά της αξιοπιστίας του, αναφέροντας δε ότι σε κάθε περίπτωση δεν προσκομίστηκαν αξιόπιστα στοιχεία που να θεμελιώνουν γνώση των Αρχών ή στοχοποίηση του Αιτητή για τις δράσεις του.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και έχοντας κατά νου ότι το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτός προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Κατά την υποβολή της αίτησης χορήγησης διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της αδικαιολόγητης δίωξής του από του Amazonians, οι οποίοι τον θεωρούν προδότη. Όπως επιπλέον ανέφερε, η πολιτική κρίση που είχε ξεσπάσει στην χώρα του, εξελίχθηκε σε εμφύλιος που χαρακτηρίζεται από μαζικές συλλήψεις, δολοφονίες, απάνθρωπες πρακτικές και εν γένει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στο πλαίσιο της συνέντευξης του ο Αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από την Kumba του Νοτιοδυτικού Καμερούν και πώς τελευταίος τόπος διαμονής του στη χώρα καταγωγής του ήταν στην Bamenda του Βορειοδυτικού Καμερούν. Χριστιανός, απόφοιτος πανεπιστημίου, εργαζόταν σε στοιχηματική εταιρεία στην Bamenda από το 2012 έως το 2018, ότε και σταμάτησε λόγω της αναζήτησης του από τις αρχές για παροχή πληροφοριών, καθώς κατηγορούνταν ως μαχητής των Ambazonians. Άγαμος, πατέρας δύο τέκνων με διαφορετικές γυναίκες, όλοι τους διαμένοντες στην Bamenda. Η πατρική του οικογένεια αποτελείται από τη μητέρα του, που διαβιεί στο χωριό Kombone Mission και δύο αδέρφια, εκ των οποίων η μεν αδερφή του διαβιεί στη Yaoundé, ο δε αδερφός του αποτελεί μέλος των Ambazonians. Ο πατέρας του απεβίωσε το 1997, ενώ ένας ακόμη αδερφός του σκοτώθηκε σε μάχη μεταξύ στρατού και Ambazonians τον Σεπτέμβριο του 2018. Επίσης, διαθέτει ξαδέρφια σε Kumba και Buea, με τα οποία διατηρεί καλές επαφές.
Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του αεροπορικώς στις 06/03/2019, από το αεροδρόμιο της Douala.
Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα του, δήλωσε ότι απειλούνταν η ζωή του από το στρατό, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων και δράσεων. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 05/12/2018, μέλη των ειδικών δυνάμεων τον συνέλαβαν στον χώρο εργασίας του και τον μετέφεραν στο γραφείο του διοικητή, όπου τον κατηγόρησαν ως μέλος των Ambazonians και ως πληροφοριοδότη των επιθέσεων που συνέβησαν στο Mile 4, με τον Αιτητή να αρνείται τις κατηγορίες. Αφού τον χτύπησαν και υπέστη βασανιστήρια τον φυλάκισαν. Την επομένη, ημέρα Παρασκευή, τον επισκέφτηκε η μητέρα του τέκνου του, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού του και ένας πρώην στρατιωτικός, όπου τον ενημέρωσαν ότι κατηγορείται ως μαχητής των Ambazonians και συνεργός τους στη διοργάνωση επιθέσεων. Την επομένη, αφέθηκε ελεύθερος με καταβολή εγγύησης και μεταφέρθηκε στο ιατρικό κέντρο, όπου παρέμεινε για μια ημέρα. Στις 20/12/2018 συντελέστηκε μια επίθεση στη γειτονιά του, που είχε αποτέλεσμα το θάνατο πολλών στρατιωτικών. Φοβούμενος ότι θα στοχοποιηθεί από τις αρχές, έφυγε το ίδιο βράδυ με προορισμό την Kumba.
Σε σχέση με τον μελλοντικό του φόβο σε περίπτωση επιστροφής του δήλωσε ότι φοβάται για τη ζωή του και τη φυλάκιση.
Ερωτηθείς αν συνέβη κάποιο περιστατικό μετά τη φυγή του από το Καμερούν, δήλωσε ότι όπως πληροφορήθηκε από την μητέρα του τέκνου του οι επιθέσεις συνεχίστηκαν και πως τα πρόσωπα που τον βοήθησαν να απελευθερωθεί αντιμετώπισαν προβλήματα. Επιπλέον, τον ενημέρωσε πως ο ιδιοκτήτης της οικίας του θα ενημερώσει τις αρχές για οποιαδήποτε εμφάνιση προσώπου στην οικία του Αιτητή, η οποία πλέον είναι κλειδωμένη.
Ερωτηθείς για ποιον ακριβώς λόγο οι αρχές θα τον αναζητούσαν, ο Αιτητής απάντησε ότι λόγω των δραστηριοτήτων του παρείχε πληροφορίες σχετικά με το «ghost town», για εξόδους στρατιωτών από τη βάση και ότι βοηθούσε στην εκτύπωση και διανομή φυλλαδίων. Όταν ο λειτουργός του ζήτησε να περιγράψει αναλυτικά τις πολιτικές του δράσεις, ανέφερε ότι ήταν υπεύθυνος για τη διακίνηση πληροφοριών από περιοχή σε περιοχή, πραγματοποιούσε τηλεφωνήματα και συμμετείχε σε διαδήλωση το 2017 στην περιοχή Mile 4.
Ερωτηθείς πότε ξεκίνησε η πολιτική του δράση, απάντησε τον Σεπτέμβριο 2013. Σε ερώτηση σχετικά με τυχόν στοχοποίησή του από το 2013 έως τις 9 Σεπτεμβρίου 2018 ο Αιτητής απάντησε ότι αρνητικά.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής δήλωσε τα πρόσωπα που συνεργαζόταν ότι πρόκεινται για εθελοντές Ambazonian που αποφάσισαν πάρουν όπλα. Σε ερώτηση αν θεωρεί τον εαυτό του μέλος αυτής της ομάδας, δήλωσε ότι δεν έφερε όπλο ούτε πολεμούσε, αλλά τους υποστήριζε.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι περί το 2017, λόγω παραβίασης σήματος της αστυνομίας για έλεγχο, ο στρατός πυροβόλησε και σκότωσε τους επιβαίνοντες. Μετά το περιστατικό άρχισαν να συζητούν «στρατηγικές» για να σταματήσουν τις ενέργειες του στρατού. Σε ερώτηση να περιγράψει τις στρατηγικές, ανέφερε ότι επισκέπτονταν επιχειρήσεις ώστε να διασφαλίσουν ότι τηρείται το «lockdown» και να μην ανοίγουν τα καταστήματα. Ο λειτουργός του επισήμανε ότι πρόκειται για δραστηριότητα που δεν είχε αναφέρει προηγουμένως και δεν είναι σχετική με τον αρχικό του ισχυρισμό περί διάδοσης πληροφοριών. Ο Αιτητής απάντησε ότι ο σκοπός του lockdown ήταν η αποδυνάμωση της κυβέρνησης ώστε να αποσύρει τον στρατό.
Όταν ο λειτουργός του ζήτησε να περιγράψει μία μέρα από τις μέρες του “ghost town”, o Αιτητής δήλωσε ότι στις αρχές του 2018 μετέβη πλησίον της στρατιωτικής βάσης, οι στρατιώτες τον αντιλήφθηκαν, τον σταμάτησαν, και τον ανέκριναν.
Σε ερώτηση ποιες πληροφορίες έδινε, ανέφερε ότι ενημέρωνε πως ο στρατός είχε εξέλθει με δύο οχήματα και προς ποια κατεύθυνση.
Ακολούθως, σχετικά με τη σύλληψή του στις 05/12/2019, δήλωσε ότι συνελήφθη στον χώρο εργασίας του (Mile 4 Junction) και μεταφέρθηκε στη στρατιωτική βάση. Ερωτηθείς για την ακριβή κατηγορία, αρχικά ανέφερε ότι τον κατηγόρησαν πως είναι Ambazonian και δίνει πληροφορίες στους μαχητές. Σε επόμενη ερώτηση διευκρίνισε ότι κατηγορήθηκε για κατασκοπεία και παροχή πληροφοριών για επιθέσεις. Όταν ο λειτουργός του επισήμανε ότι προηγουμένως είχε αναφέρει γενικά επιθέσεις στο Mile 4 και τώρα αναφέρεται ειδικά στη βάση o Αιτητής απάντησε ότι πρόκειται για τη βάση στη Mile 4.
Ερωτηθείς για τη διάρκεια κράτησης, δήλωσε δύο ημέρες. Όταν ο λειτουργός του υπενθύμισε ότι προηγουμένως είχε πει ότι εισήλθε Πέμπτη και εξήλθε Κυριακή, ο Αιτητής διόρθωσε ότι έφυγε Σάββατο. Ο λειτουργός επανέλαβε ότι στις σημειώσεις του αναφέρεται Πέμπτη έως Σάββατο.
Ερωτηθείς για το ποιος μεσολάβησε για την αποφυλάκισή του, ανέφερε ένα πρόσωπο αποκαλούμενο Papa Ami. Δήλωσε ότι την ημέρα της αποφυλάκισης ήρθαν τρία άτομα, τον οδήγησαν στο γραφείο του διοικητή και του ανέφεραν ότι, κατόπιν συζήτησης με τον επίτροπο, θα απολυθεί υπό τον όρο καλής συμπεριφοράς. Όταν ο λειτουργός του επισήμανε ότι προηγουμένως δεν είχε αναφέρει την παρουσία του ιδιοκτήτη της οικίας του, ο Αιτητής δήλωσε άγνοια.
Σχετικά με την φυγή του λόγω της επίθεσης που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο 2018, ο Αιτητής εξήγησε ότι έφυγε το βράδυ της επίθεσης, ενημερώνοντας προς τούτο και τον φίλο του.
Επίσης, ο λειτουργός του επισήμανε διαφοροποίηση μεταξύ των δηλώσεών του και γραπτής δήλωσης φίλου του, μαρτυρίας του Dionda Mackeans άνευ ημερομηνίας, την οποία είχε παραδώσει στην Υπηρεσία Ασύλου, ως προς τα έτη φοίτησης στο Πανεπιστήμιο με τον μεν να αναφέρει τα έτη 2010-2012, ενώ ο Αιτητής δήλωσε ότι αποφοίτησε το 2014. Ο Αιτητής απάντησε ότι δεν έμεναν μαζί και ότι ο φίλος του ήταν σε διαφορετικό έτος.
Τέλος, στο πλαίσιο εξέτασης εσωτερικής προστασίας, ερωτήθηκε εάν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια στη Douala. Απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας ότι οι αρχές θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν, να τον φυλακίσουν ή να τον σκοτώσουν και ότι δεν μπορεί να ζήσει κρυπτόμενος ή να απευθυνθεί στην αστυνομία.
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τις δηλώσεις και αναφορές του Αιτητή διήκρινε και αξιολόγησε τους εξής τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: 1) Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής, 2) Η συνεργασία του Αιτητή με τους Amba Boys και 3) Το Καμερουνέζικο BIR πήρε τον Αιτητή στην βάση του και τον βασάνισε.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν συνεκτικές και επαρκείς πληροφοριών, ενώ βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και τα προσκομισθέντα έγγραφα.
Ο δεύτερος ισχυρισμός απερρίφθη, ελλείψει αξιοπιστίας στις δηλώσεις του Αιτητή. Πιο συγκεκριμένα, ο λειτουργός σημείωσε ότι οι δηλώσεις στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται από ασάφεια και γενικότητα. Παρά τις ερωτήσεις που του τέθηκαν σχετικά με τη δράση του, δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομερείς και σαφείς πληροφορίες, αναφέροντας αρχικά κατά τρόπο γενικό ότι παρείχε πληροφορίες στους Ambazonians, στη συνέχεια ότι κατά την ημέρα της «ghost town» εκτύπωνε και διαμοίραζε φυλλάδια και σε μεταγενέστερο στάδιο ότι συμμετείχε σε συζητήσεις για την παύση της βαρβαρότητας που επικρατούσε. Ο λειτουργός επισήμανε ότι όταν αντιπαραβλήθηκε στον Αιτητή ότι η συμμετοχή σε επικοινωνιακή στρατηγική δεν αναφέρθηκε σε πρότερο χρόνο, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει κάποια σαφή απάντηση.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι σύμφωνα με τις πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται η στρατολόγηση αγγλόφωνων από διάφορες αποσχιστικές ομάδες, καταλήγοντας ωστόσο ότι δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Παρομοίως, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απερρίφθη ελλείψει αξιοπιστίας στις δηλώσεις του Αιτητή. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τους λόγους της σύλληψής του ήταν ασυνεπείς και ασαφείς, δηλώνοντας αρχικά ότι κατηγορούνταν για την ιδιότητά του ως Ambazonian, στη συνέχεια ως πληροφοριοδότης των επιθέσεων που έλαβαν χώρα στο Mile 4 και έπειτα ως κατάσκοπος και πληροφοριοδότης για λογαριασμό των Ambazonians. Επιπλέον, ασυνεπείς κρίθηκαν οι δηλώσεις του σχετικά με την τοποθεσία της στρατιωτικής βάσης, το χρονικό διάστημα που παρέμεινε εκεί και τις συνθήκες απελευθέρωσής του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, παρατέθηκαν πληροφορίες σχετικά με επίθεση του σώματος Battalion d’ Intervention Rapide “BIR” στη Bamenda, στις 15/05/2019, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη τέτοιων περιστατικών. Όσον αφορά το προσκομισθέν έγγραφο, ήτοι το έγγραφο μαρτυρίας του Dionda Mackeans, φίλου του Αιτητή, ο λειτουργός σημείωσε ότι δεν δύναται να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του Αιτητή, καθώς είναι ασυνεπές με τις δηλώσεις του, κάνοντας τις παρακάτω επισημάνσεις:
Πρώτον, η αναφορά στο έγγραφο ότι ο Αιτητής και ο μάρτυρας ήταν μαζί στο πανεπιστήμιο από το 2010 έως το 2014, έρχεται σε αντίθεση με τις δηλώσεις του Αιτητή ότι σπούδασε από 2011 έως το 2014, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση γι’ αυτή την απόκλιση.
Δεύτερον, ο χρόνος κατά τον οποίο ο μάρτυρας πληροφορήθηκε από τον Αιτητή την φυγή του παρουσιάζει απόκλιση, με τον μεν μάρτυρα να δηλώνει ότι το πληροφορήθηκε δύο ημέρες μετά την το περιστατικό της επίθεσης στην Bamenda, τον δε Αιτητή να δηλώνει ότι τον πληροφόρησε το βράδυ της επίθεσης, εγκαταλείποντας τη πόλη την επομένη.
Τρίτον, η αναφορά στο έγγραφο για ενδελεχή έρευνα στην οικία του Αιτητή, είναι ασυνεπής με τις δηλώσεις του τελευταίου, αναφέροντας ότι όταν τον αναζήτησε ο στρατός, ο ιδιοκτήτης κλείδωσε το δωμάτιο του. Επιπλέον, ο λειτουργός σημείωσε ότι όταν του αντιπαραβλήθηκε αυτή η ασυνέπεια, ο Αιτητής το απέδωσε στην διαφορετική πληροφόρηση που είχε από την μητέρα του τέκνου του. Όταν δε του επισημάνθηκε ότι στο έγγραφο γίνεται σαφή αναφορά από τον φίλο του ότι τον κάλεσε και τον προειδοποίησε, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει κάποια απάντηση.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, επί τη βάσει του μοναδικού ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ο λειτουργός σημείωσε κατ’ αρχάς ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του. Περαιτέρω, εξετάζοντας πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στο αγγλόφωνο Καμερούν και ειδικότερα στο βορειοδυτικό τμήμα, κατέληξε ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας σχετιζόμενης με την αγγλόφωνη κρίση.
Προχωρώντας στην νομική ανάλυση, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν προέκυψε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος του Αιτητή για ένα από τους πέντε λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 Α(2) της Σύμβαση της Γενεύης, αρ.2(d) Οδηγίας 2011/95 ΕΕ και αρ. 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στη συνέχεια, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις εφαρμογής του αρ. 15 της Οδηγίας 2011/95 ΕΕ, αντίστοιχο άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Ειδικότερα για την περίπτωση (γ), αξιολογώντας την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη Bamenda ως χαμηλής έντασης βίας και λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, δηλαδή ενός προσώπου 35 ετών, χωρίς ευαλωτότητα, με επαρκές υποστηρικτικό δίκτυο και απουσία προγενέστερης διώξεώς του, κατέληξε ότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας με μόνη την παρουσία του στον τόπο συνήθους διαμονής του στην χώρα καταγωγής του.
Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημα του Αιτητή.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης-Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που ο ίδιος ο Αιτητής προέβαλε κατά την συνέντευξή του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και την περιοχή καταγωγής του. Από την εισηγητική έκθεση, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθά εξέλαβαν ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή την Bamenda που βρίσκεται στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, καθότι εκεί διέμεινε το μεγαλύτερο μέρος της ζωή του, μέχρι και την εγκατάλειψη της χώρας του. Επισημαίνεται ότι με βάση τους ισχυρισμούς του εκεί εξακολουθούν να διαμένει η ευρύτερη οικογένειά του.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού όπως σχηματίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, ήτοι τη συνεργασία του Αιτητή με τους Ambazonians (Amba Boys), διαπιστώνεται ότι κατόπιν συνεκτίμησης του συνόλου των δηλώσεων του Αιτητή, ορθά απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, εφόσον οι δηλώσεις του δεν παρουσιάζουν τον απαιτούμενο βαθμό συνοχής, συνέπειας και επάρκειας λεπτομερειών, ώστε να κριθούν εσωτερικά αξιόπιστες.
Διαπιστώνω ότι ο Αιτητής περιέγραψε αρχικά τον ρόλο του κατά τρόπο γενικό, αναφέροντας ότι παρείχε πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις του στρατού, συμμετείχε στην εκτύπωση και διανομή φυλλαδίων και πραγματοποιούσε τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ διαφόρων περιοχών. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης προσέθεσε νέες πτυχές της επικαλούμενης δράσης του, αναφέροντας ότι συμμετείχε στην εφαρμογή των «ghost town» και των μέτρων «lockdown», καθώς και σε συζητήσεις σχετικά με τις στρατηγικές αντιμετώπισης των ενεργειών του στρατού. Οι δραστηριότητες αυτές δεν είχαν αναφερθεί όταν αρχικά του ζητήθηκε να περιγράψει αναλυτικά την πολιτική του δράση και εισήχθησαν μόνο κατόπιν περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσεων, χωρίς να παρασχεθεί επαρκής εξήγηση για την αρχική παράλειψή τους.
Περαιτέρω, ενώ δήλωσε ότι η συνεργασία του με τους Ambazonians ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2013, ανέφερε συγχρόνως ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018 ουδέποτε είχε αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα ή στοχοποίηση από τις αρχές λόγω της δράσης του. Η έλλειψη οποιασδήποτε συνέπειας για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν συνάδει πλήρως με την έκταση της δραστηριότητας που ο ίδιος περιέγραψε, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι ισχυρίστηκε πως παρείχε πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις του στρατού σε πρόσωπα που στη συνέχεια έλαβαν μέρος σε ένοπλη δράση.
Επιπλέον, οι περιγραφές του ως προς τη φύση της συνεργασίας του παρουσιάζουν εξελικτικό χαρακτήρα. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι συνεργαζόταν με εθελοντές τους οποίους υποστήριζε χωρίς να αποτελεί μέλος της ομάδας ή να φέρει όπλα, ακολούθως απέδωσε στον εαυτό του ενεργότερο ρόλο στη συλλογή και διαβίβαση πληροφοριών και στην εφαρμογή των αποφάσεων των Ambazonians, χωρίς να αποσαφηνίσει επαρκώς την ακριβή έκταση και τη διάρκεια της συμμετοχής του.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη συνεργασία του με τους Ambazonians χαρακτηρίζονται από ασάφειες, σταδιακή προσθήκη ουσιωδών στοιχείων και περιορισμένη εσωτερική συνοχή, στοιχεία που μειώνουν την αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι αντικειμενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι από το 2017 και εντεύθεν στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν δραστηριοποιούνται ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες, ευρέως γνωστές ως Ambazonians ή Amba Boys, οι οποίες επιδιώκουν την απόσχιση των Βορειοδυτικών και Νοτιοδυτικών Περιφερειών. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι οι ομάδες αυτές βασίζονται όχι μόνο σε ένοπλους μαχητές αλλά και σε δίκτυα πολιτών που παρέχουν πληροφορίες, υλικοτεχνική υποστήριξη, μεταφορά πληροφοριών και συμβάλλουν στην επιβολή των λεγόμενων «ghost towns» και των μέτρων «lockdown»[1].
Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι οι καμερουνέζικες αρχές αντιμετωπίζουν ως υποστηρικτές των αυτονομιστών όχι μόνο τα ένοπλα μέλη των ομάδων αυτών αλλά και πρόσωπα που θεωρείται ότι παρέχουν πληροφορίες ή άλλες μορφές υποστήριξης, προβαίνοντας σε συλλήψεις και διώξεις υπό την υποψία συνεργασίας με τις αυτονομιστικές οργανώσεις.[2]
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ως προς το γενικό πλαίσιο της επικαλούμενης δραστηριότητάς του δεν αντίκεινται στις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, ωστόσο, τεκμηριώνουν αποκλειστικά τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και δεν επιβεβαιώνουν την προσωπική συμμετοχή του Αιτητή στις επικαλούμενες δραστηριότητες ούτε την ιδιαίτερη σχέση του με τις αυτονομιστικές ομάδες. Ως εκ τούτου, οι αντικειμενικές πληροφορίες, μολονότι δεν έρχονται σε αντίθεση με το αφήγημά του, δεν επαρκούν για να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις ελλείψεις εσωτερικής αξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών του. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Ταχεία Μονάδα Επέμβασης του Καμερούν (BIR) τον μετέφερε στην βάση τους και τον βασάνισαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη συνοχή και συνέπεια, καθώς προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες ως προς κρίσιμες πτυχές του αφηγήματός του.
Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής δεν υπήρξε συνεπής ως προς τους λόγους της σύλληψής του. Συγκεκριμένα, αρχικά δήλωσε ότι κατηγορήθηκε ως μέλος των Ambazonians και ως πληροφοριοδότης των επιθέσεων που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή Mile 4, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι κατηγορήθηκε για κατασκοπεία και παροχή πληροφοριών προς τους Ambazonians σχετικά με επιθέσεις κατά της στρατιωτικής βάσης. Παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί εμφανίζουν ορισμένη συνάφεια, η σταδιακή διαφοροποίηση της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας δημιουργεί ασάφεια ως προς τον πραγματικό λόγο της σύλληψής του.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τη διάρκεια της κράτησής του παρουσιάζουν αποκλίσεις. Ενώ αρχικά προέκυπτε ότι συνελήφθη την Πέμπτη και αποδεσμεύθηκε την Κυριακή, στη συνέχεια ανέφερε ότι κρατήθηκε για δύο ημέρες και αποφυλακίστηκε το Σάββατο, διορθώνοντας τις απαντήσεις του μετά την επισήμανση του λειτουργού. Οι αποκλίσεις αυτές αφορούν γεγονότα που συνδέονται άμεσα με το επικαλούμενο περιστατικό δίωξης και αναμένεται να βρίσκονται στη μνήμη του προσώπου που τα βίωσε.
Ασυνέπειες εντοπίζονται επίσης ως προς τις συνθήκες της αποφυλάκισής του. Αρχικά ανέφερε ότι για την απελευθέρωσή του μεσολάβησαν η μητέρα του τέκνου του, ο ιδιοκτήτης της οικίας του και ένας πρώην στρατιωτικός, ενώ μεταγενέστερα απέδωσε την παρέμβαση κυρίως σε πρόσωπο γνωστό ως «Papa Ami», χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει επαρκώς τη διαφοροποίηση αυτή ή την προηγούμενη αναφορά του στον ιδιοκτήτη της οικίας του.
Επιπλέον, οι δηλώσεις του παρουσιάζουν αποκλίσεις σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του φίλου του, ιδίως ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο τελευταίος πληροφορήθηκε τη φυγή του από τη Bamenda, καθώς και ως προς τα γεγονότα που ακολούθησαν την αναζήτησή του από τις αρχές. Οι εξηγήσεις που παρείχε ο Αιτητής δεν αίρουν επαρκώς τις αντιφάσεις αυτές.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη σύλληψη, κράτηση και κακομεταχείρισή του από το BIR χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις αντιφάσεις και ελλείψεις συνοχής, οι οποίες αποδυναμώνουν την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα βάσει της οποίας πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι άμαχοι έχουν κατηγορηθεί για συνεργασία με αυτονομιστές, γεγονός που φέρεται να έχει οδηγήσει σε αντίποινα από τις κυβερνητικές δυνάμεις.[3] Κοινή δήλωση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, που δημοσιεύθηκε από την Amnesty International (AI) τον Νοέμβριο 2023, αναφέρει ότι μαρτυρίες κάνουν λόγο για στρατιώτες που κατηγορούν αμάχους για συνεργασία με αυτονομιστές, καίνε κατοικίες και διαπράττουν σεξουαλική βία ως αντίποινα για επιθέσεις αυτονομιστών εναντίον τους.[4]
Η ίδια πηγή αναφέρει ότι, ως απάντηση στη δραστηριότητα ένοπλων αυτονομιστών, οι κυβερνητικές δυνάμεις προέβησαν σε περαιτέρω παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προχωρώντας σε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις ατόμων που κατηγορούνταν είτε ότι ήταν ένοπλοι αυτονομιστές είτε ότι τους υποστήριζαν.[5]
Τον Μάρτιο του 2026, το Global Centre for the Responsibility to Protect (R2P) ανέφερε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές εκτελέσεις, εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν πυρπολήσει χωριά της περιοχής Anglophone και έχουν υποβάλει άτομα που θεωρούνται ύποπτα για δεσμούς με αυτονομιστές σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.[6]
Επιπλέον, έκθεση που καλύπτει την περίοδο Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2023 σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Southwest και Northwest του Καμερούν από το Centre for Human Rights and Democracy in Africa (CHRDA) ανέφερε ότι οι κρατικές δυνάμεις του Καμερούν έχουν εντείνει την καταστολή εναντίον οποιουδήποτε θεωρείται ότι έχει σχέσεις με αυτονομιστικά δίκτυα. Αυτό έχει οδηγήσει σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων εξωδικαστικών εκτελέσεων, στοχευμένων δολοφονιών, αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων, εμπρησμών και καταστροφής πολιτικής περιουσίας.[7]
Σύμφωνα με έκθεση της Amnesty International του Ιουλίου 2023, έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις αυθαίρετης σύλληψης και κράτησης ατόμων απλώς λόγω υποψίας συνεργασίας με ένοπλους αυτονομιστές.[8] Δικηγόρος που μίλησε στην Amnesty International τον Απρίλιο 2023 δήλωσε ότι οι περισσότερες κατηγορίες που σχετίζονται με την κρίση στις περιοχές Anglophone είναι κατασκευασμένες.[9]
Με βάση τα ανωτέρω ευρήματα, η ύπαρξη ένοπλης σύγκρουσης, βιαιοπραγιών, αυθαίρετων ενεργειών του στρατού και στοχοποίησης προσώπων που θεωρούνται υποστηρικτές των αυτονομιστών μαχητών επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές. Η επιβεβαίωση, όμως, του γενικού πλαισίου στην κατάσταση ασφαλείας δεν συνεπάγεται αυτόματα και αποδοχή του προσωπικού αφηγήματος του Αιτητή. Η αδυναμία του Αιτητή να παράσχει συνεκτική, λεπτομερή και ευλογοφανή εξήγηση ως προς την προσωπική του στοχοποίηση καθιστά τον ισχυρισμό του περί δίωξης από τον στρατό του Καμερούν μη αξιόπιστο. Περαιτέρω, δεδομένου ότι οι πρακτικές που ακολουθούνται τόσο από τους αυτονομιστές μαχητές, όσο και από τον στρατό του Καμερούν έχουν καταγραφεί σε δημόσια προσβάσιμες διεθνείς εκθέσεις και άρθρα, δεν μπορεί να αποκλείει το ενδεχόμενο ορισμένες από τις σχετικές περιγραφές του Αιτητή να μην εδράζονται σε προσωπικό βίωμα, αλλά να αναπαράγουν πληροφορίες ευρύτερα γνωστές σε πρόσωπα προερχόμενα από τις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί προσωπικής στοχοποίησής του από τον στρατό του Καμερούν, λόγω αποδιδόμενης σε αυτόν συνεργασίας με τους αυτονομιστές ήδη κρίθηκε αναξιόπιστος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος του Αιτητή που απορρέει από το σύνολο των δηλώσεών του κρίνεται ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.
Από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτός δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση της συνηγόρου του, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν και δη στην περιοχή Bamenda, τόπο συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές.[10] Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[11]
H έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect (Μάρτιος του 2026), αναφέρει ότι η κρίση που ξέσπασε το 2016 έχει εξελιχθεί σε παρατεταμένη ένοπλη αντιπαράθεση, με χιλιάδες νεκρούς, εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους και σοβαρές επιπτώσεις για τον άμαχο πληθυσμό. Η έκθεση τονίζει ότι σοβαρές παραβιάσεις διαπράττονται και από τις δύο πλευρές. Οι κυβερνητικές δυνάμεις κατηγορούνται για εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, σεξουαλική και έμφυλη βία, κακομεταχείριση κρατουμένων και καταστροφή χωριών. Από την άλλη πλευρά, οι ένοπλοι αυτονομιστές κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές, εκβιασμούς, παράνομη φορολόγηση, επιθέσεις σε σχολεία, νοσοκομεία και ανθρωπιστικούς εργαζομένους, καθώς και για χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Η κατάσταση έχει επιδεινώσει την ανθρωπιστική κρίση, καθώς μεγάλος αριθμός ανθρώπων χρειάζεται βοήθεια, ενώ πολλοί έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε προς τη Νιγηρία.[12]
Παράλληλα, η ανωτέρω έκθεση αναφέρει ότι η ανασφάλεια δεν περιορίζεται μόνο στις αγγλόφωνες περιοχές. Στην Άπω Βόρεια περιοχή του Καμερούν, οι άμαχοι συνεχίζουν να απειλούνται από ένοπλες εξτρεμιστικές ομάδες, οι οποίες δρουν στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης της λίμνης Τσαντ.[13]
Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[14]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 08/05/2026), στην Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν καταγράφηκαν 1991 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 561 απώλειες ανθρώπινων ζωών. Συγκεκριμένα στην περιοχή Bamenda της εν λόγω περιφέρειας, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 33 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 34 απώλειες ανθρώπινων ζωών.[15] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2025, ανέρχεται στα 2,428,200 κατοίκους.[16]
Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή, ενήλικα άνδρα, απόφοιτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με εργασιακή εμπειρία και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, όπου διαμένουν τα αδέρφια του και μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του, με τα οποία εξακολουθεί να διατηρεί επικοινωνία, διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι ο Αιτητής, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο Αιτητής απέκτησε τέκνο, τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωσή του και προβάλλει συναφώς την ανάγκη διατήρησης της οικογενειακής ενότητας. Ωστόσο, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι ήδη πατέρας δύο ακόμη τέκνων, τα οποία διαμένουν στο Καμερούν μαζί με τις μητέρες τους, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι οικογενειακοί του δεσμοί εκτείνονται και στη χώρα καταγωγής του. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός περί οικογενειακής ενότητας δεν συνδέεται με τους λόγους επί των οποίων θεμελιώνεται η παρούσα αίτηση διεθνούς προστασίας ούτε δύναται να επηρεάσει την κρίση ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, η οποία εξετάζεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα της ύπαρξης βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, και μετά από κατ’ ουσίαν εξέταση της αίτησης του Αιτητή ότι ο τελευταίος δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Δεδομένης της κατ’ ουσία εξέτασης της αίτησης του Αιτητή, παρέλκει η εξέταση οποιοδήποτε άλλου νομικού ισχυρισμού.
Ο ισχυρισμός του Αιτητή περί παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Όλοι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί κινδύνου κατά της ζωής του και της σωματικής του ακεραιότητας εξετάστηκαν στο πλαίσιο της υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ο Αιτητής δεν προβάλλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς πέραν αυτών που ήδη εξετάστηκαν, οι οποίοι θα δικαιολογούσαν την μη επιστροφή στη χώρα καταγωγής του κατ’ επίκληση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή απορρίπτεται.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Country Guidance: Cameroon, τελευταία διαθέσιμη έκδοση, ενότητες σχετικά με τις Anglophone separatist groups και τα "ghost towns". Βλ. επίσης Danish Immigration Service, Cameroon: Security situation in the Anglophone regions and treatment of people associated with the separatist movement, 2020.
[2] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Cameroon – Anglophone crisis, τελευταία διαθέσιμη έκδοση· Human Rights Watch, Cameroon: Events of 2018–2024· Amnesty International, Cameroon: Human rights reports, σχετικές ενότητες για συλλήψεις και διώξεις υπόπτων συνεργασίας με αυτονομιστές.
[3] CHRDA, Midterm Summary Report in the Human Rights Situation in the Conflict -Affected Regions of Cameroon, 22 September 2023, https://www.chrda.org/wp-content/uploads/2023/09/MID-YEAR-HUMAN-RIGHTS-REPORT-2023-JANUARY-JUNE-1.pdf , p. 4; AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , p. 1; R2P, Cameroon, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[4] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[5] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[6] R2P, Cameroon, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[7] CHRDA, The Human Rights Situation of The North West, South West and Far North Regions of Cameroon for The Third Quarter (July-September) of 2023 (Summary Report), 9 December 2023, https://www.chrda.org/wp-content/uploads/2023/12/THIRD-QUARTER-REPORT-FINAL-COPY.pdf, pp. 27-28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[8] AI, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/07/AFR1768382023ENGLISH-1.pdf, p. 42 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[9] AI, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/07/AFR1768382023ENGLISH-1.pdf, p. 42 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[10] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon
[11] Ό. π.
[12] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 March 2026
[13] Ό. π.
[14] Taylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon's Anglophone conflict, June 2025
https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract
[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Northwest Region (Nord-Ouest – Bamenda), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[16] City population, Cameroon - Northwesthttps://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο