ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.767/24
21 Ιουλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ε. Μ. Ν.
Αιτητή
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ε. Μυριάθνους, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Ι. Χαραλάμπους, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.09/02/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας, ως παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 07/03/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 12/04/22 (ερ.2-4, 36).
Στις 12/01/24 έγινε συνέντευξη με τον αιτητή από προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.21-36). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική έκθεση (ερ.138-159) και στις 30/01/24 η επίδικη αίτηση απερρίφθη, ετοιμάστηκε δε επιστολή ενημέρωσης, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 09/02/24, στην μητρική του γλώσσα (ερ.161, 4).
Επί της επίδικης αίτησης ο αιτητής καταγράφει ότι προτού φύγει από το Καμερούν ήταν γεωργός και προηγουμένως ήταν «στρατιώτης μαχόμενος για την ανεξαρτησία του νότιου Καμερούν (αγγλόφωνες περιοχές)», όμως, εξαιτίας του ότι, ως αναφέρει, «άνθρωποι με τους οποίους [εργαζόταν] δεν δούλευαν για τον σκοπό», έπρεπε να φύγει. Αυτοί με τους οποίους συνεργαζόταν τον ήθελαν πίσω όμως ο ίδιος δεν ήθελε να επιστρέψει και τότε απείλησαν τη ζωή του και «έπρεπε να [φύγει] απ’ αυτούς» και, παράλληλα, ως αναφέρει, τον αναζητούσε ο στρατός και γι’ αυτό έφυγε και αναζήτησε «άσυλο στην Κύπρο».
Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή (πλην χρόνων διαμονής σε άλλες περιοχές για εκπαιδευτικούς λόγους) στο χωριό Kombone (SW), έχει φοιτήσει σε πανεπιστήμιο και αγροτικό κολλέγιο και εργάστηκε σε φυτείες στο Tiko (SW) και μετά – ως ανέφερε – ως κατάσκοπός των δυνάμεων αποκατάστασης (Restoration Forces). Ο πατέρας του απεβίωσε το 2011, η μητέρα του ζει στο Kombone (εργάζεται σε ιδιόκτητη φάρμα), ο αιτητής έχει 3 αδελφούς και 1 αδελφή, δύο εκ των οποίων μένουν με την μητέρα του, ένας στην Kumba και ένας στη Douala, διατηρεί δε επικοινωνία μαζί τους.
Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω των απειλών εναντίον της ζωής του και της πολιτικής αστάθειας που επικρατεί στο Καμερούν λόγω του πολέμου. Ως ανέφερε, όταν επέστρεψε στο χωριό του, υπήρχαν μάχες μεταξύ δυνάμεων αποκατάστασης και στρατού και κάθε οικογένεια στο χωριό του έπρεπε να παρουσιάσει ένα άτομο που θα βρισκόταν με το μέρος των δυνάμεων αποκατάστασης και όταν πήγαν στην οικογένεια του ο αιτητής ήταν παρών και αναγκάστηκε να γίνει μέλος. Ισχυρίστηκε ότι ήταν κατάσκοπος (των αποσχιστών) τη νύχτα και μια μέρα οι κυβερνητικές δυνάμεις τον αναζήτησαν στην οικία του, διότι κάποιος τους ανέφερε ότι ήταν μέλος των δυνάμεων αποκατάστασης (Ambazonians), τον έπιασαν αλλά οι ντόπιοι δήλωσαν ότι δεν αγωνίζεται μαζί τους. Μετά το περιστατικό αποφάσισε πως δεν θα εργάζεται μαζί τους και άρχισαν να τον ελέγχουν μέχρι που άρχισε να διαμένει σε θαμνώδη περιοχή. Ακολούθως, άρχισε ο στρατός να τον αναζητεί για δεύτερη φορά, πυρπόλησαν την οικία όπου διέμενε και η ζωή του απειλήθηκε και από τις δυο πλευρές και αποφάσισε να μεταβεί στην Kumba και, με την οικονομική βοήθεια του θείου του, εγκατέλειψε απ’ εκεί το Καμερούν.
Ερωτώμενος αναφορικά με τις απειλές που δεχόταν από τις δυνάμεις αποκατάστασης δήλωσε ότι εργαζόταν μαζί τους ως κατάσκοπος από το 2018 έως 2021, υπήρχαν πολλά black legs (σ.σ. όρος που αποδίδεται σε άτομα που «προδίδουν» αποσχιστές στις Αρχές) και κάποιος από το χωριό ενημέρωσε τον στρατό ότι ο αιτητής αγωνίζεται για τις δυνάμεις αποκατάστασης. Ενημερώθηκε τότε τηλεφωνικώς από φίλους του ότι ο στρατός πήγε στην οικία του και όταν τον έπιασε την πρώτη φορά, επειδή ήταν φιλικός με τους ντόπιους, αυτοί δεν επέτρεψαν στον στρατό να τον πάρουν.
Κληθείς να σχολιάσει για ποιο λόγο φοβάται τις «δυνάμεις αποκατάστασης», δεδομένου ότι – ως ανέφερε – όταν ζήτησε να αποχωρήσει αυτοί το αποδέχθηκαν, ο αιτητής ανέφερε ότι τον χτύπησαν και του ζήτησαν αρκετές φορές να επιστρέψει μαζί τους και, επειδή τους αρνιόταν, τον έπιασαν και τον χτύπησαν ως παράδειγμα για άλλους οι οποίοι ήθελαν να αποχωρήσουν από τις δυνάμεις (των Ambazonians). Ισχυρίστηκε επίσης ότι κρυβόταν σε θαμνώδη περιοχή διότι τον αναζητούσε ο στρατός και οι δυνάμεις αποκατάστασης, από το 2021, για περίοδο 2 μηνών.
Αναφορικά με το περιστατικό όπου πληροφορήθηκε ο στρατός ότι ο αιτητής εργάζεται με τις δυνάμεις αποκατάστασης και πήγαν στην οικία του, δήλωσε ότι έγινε το 2021 και ότι τη δεύτερη φορά που τον αναζητούσαν ένας φίλος του τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι τον αναζητούσαν αλλά ο ίδιος ήταν στην οικία που έχουν σε θαμνώδη περιοχή. Ερωτηθείς γιατί τον αναζήτησαν ξανά ανέφερε ότι υπέθεσε ότι ήταν επειδή υπάρχουν πολλά «black legs», που συνεργάζονται με τον στρατό. Ισχυρίστηκε ότι το 2021 έκαψαν την οικία του, κατά δε τη διάρκεια της παραμονής του στην οικία στη θαμνώδη περιοχή δεν υπέστη κάτι.
Ερωτηθείς πως επηρεάστηκε από την κατάσταση και αποφάσισε να φύγει, απάντησε ότι ήταν επικίνδυνο να διαμένει στη θαμνώδη περιοχή και, σε επόμενη ερώτηση αναφορικά με το τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, δήλωσε ότι ενδεχομένως ο στρατός τον φυλακίσει και οι αποσχιστές να τον σκοτώσουν ή να απαιτήσουν χρήματα.
Κληθείς να σχολιάσει την δήλωση του στην επίδικη αίτηση ότι ο λόγος που δεν ήταν με τους αποσχιστές ήταν διότι δεν εξυπηρετούσαν τον σκοπό ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της δήλωσε ότι αναγκάστηκε να ενταχθεί μαζί τους, ο αιτητής σχολίασε ότι αναγκάστηκε να συμμετέχει μαζί τους και ακολούθως όμως αποχώρησε διότι άρχισαν να παρενοχλούν τον κόσμο, να ζητούν χρήματα και άρπαζαν με τη βία τα πράγματα
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε ο αιτητής εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής του αιτητή
- Λόγω της γενικής κατάστασης που επικρατεί στις Αγγλόφωνες περιοχές
- Λόγω της ιδιότητας του ως κατάσκοπος των Δυνάμεων Αποκατάστασης
- Λόγω ισχυριζόμενου φόβου ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο από τις Δυνάμεις Αποκατάστασης, λόγω της ιδιότητας του ως κατάσκοπος
- Λόγω ισχυριζόμενου φόβου ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο από τον στρατό, λόγω της ιδιότητας του ως κατάσκοπος
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο, 2ο και τον 3ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, όμως απέρριψαν τον 4ο και 5ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστους.
Αναφορικά με τον 4ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν εδώ σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες, υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασάφειες και ασυνέπειες που πλήττουν την αξιοπιστία των λεγομένων του. Αντιφάσεις παρατηρήθηκαν στα λεγόμενα του ως προς το γεγονός ότι έφυγε με τη θέληση του όταν αντιλήφθηκε ότι κινδυνεύει να εργάζεται με τις δυνάμεις αποκατάστασης, τον είχαν άφησαν δε να αποχωρήσει, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι τον χτυπούσαν για παραδειγματισμό, μέχρι να υποσχεθεί ότι θα επιστρέψει, σε άλλο δε σημείο της συνέντευξης ισχυρίστηκε ότι ζούσε ελεύθερα μαζί τους, ώστε να μην αμφιβάλλουν ότι ήταν με το μέρος τους. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι κρυβόταν σε θαμνώδη περιοχή για να μην εντοπιστεί, διέφυγε πηγαίνοντας με τα πόδια (από το Kombone) στη Kumba (τρέχοντας), που είναι, ως ανέφερε, περί τα 15 χιλιόμετρα και του πήρε 2 ώρες με τα πόδια για να φτάσει, ενώ – ως εντοπίστηκε από πηγές πληροφόρησης - η απόσταση μεταξύ των δυο τοποθεσιών είναι περί τα 50 χιλιόμετρα και αντιστοιχεί σε 11 ώρες και 30 λεπτά με τα πόδια. Ασάφεια εντοπίστηκε και επί του ότι, ως ανέφερε, για όσο κρυβόταν σε θαμνώδη περιοχή (για 2 μήνες), πήγαινε στην οικία του για φαγητό και ενδυμασία. Επί της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού σημειώθηκε ότι δεν εντοπίστηκαν αναφορές σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) για μεταχείριση ατόμων από αυτονομιστικές δυνάμεις που, ενώ εντάχθηκαν στην ομάδα τους, στη συνέχεια έφυγαν και, δεδομένων των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή του, δεν έγινε αποδεκτός.
Επί του 5ου ουσιώδους ισχυρισμού εντοπίστηκαν αντιφάσεις και ασάφειες και τα όσα ανέφερε δεν περιείχαν επαρκείς πληροφορίες. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ενώ ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι φοβάται για τη ζωή του επειδή ο στρατός του Καμερούν τον αναζητεί, δεν συνελήφθη στη χώρα του, ούτε αντιμετώπισε πρόβλημα κατά την αναχώρηση του από το αεροδρόμιο και εγκατέλειψε τη χώρα το 2022, ενώ σταμάτησε να είναι κατάσκοπος το 2021, η δε μητέρα του αιτητή συνεχίζει να διαμένει και να εργάζεται κανονικά στο χωριό όπου αυτός διέμενε, χωρίς να αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα σχετικώς. Αντίφαση είχε εντοπιστεί και στο ότι, ενώ αρχικά ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι, όταν τον άρπαξε ο στρατός, αφέθηκε ελεύθερος διότι τον συμπαθούσαν οι συγχωριανοί του, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν πολλοί που θα μπορούσαν να τον καταδώσουν. Περαιτέρω, ως κρίθηκε, δεν παρείχε πληροφορίες για το δεύτερο περιστατικό, όπου κατ’ ισχυρισμό ο στρατός έβαλε φωτιά στη οικία που ζούσε με άλλους, ούτε ήταν σε θέση να παρέχει πληροφορίες για το πώς ο στρατό πληροφορήθηκε ότι ήταν κατάσκοπος, επί του οποίου παρέμεινε ασαφής και εν πολλοίς γενικόλογος. Επί της εξωτερικής συνοχής του 5ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι, ενόψει της «ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού δεν υπάρχουν βάσιμες πηγές που να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό αυτό» (ερ.147) και, δεδομένων των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στα λεγόμενα του (ως ανωτέρω καταγράφονται) ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, αξιολογούμενου και του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στο χωριό Kombone (Mbonge Sub Division - Southwest Region), όπου διατηρεί οικογενειακό δίκτυο και έχει τακτική επικοινωνία με την οικογένεια του, που να συνδέεται με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό (που έγινε αποδεκτός) και, αναφορικά με το αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας με την επιστροφή του, καθώς, ως κρίθηκε, στον τόπο διαμονής του δεν ασκείται αδιάκριτη βία σε τόσο υψηλό επίπεδο (ως απαιτείται εκ της οικείας νομοθεσίας και νομολογίας) και συνεπώς δεν προκύπτει κίνδυνος για τον ίδιο σ’ αυτή τη βάση, με βάση διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) που αξιολόγησαν.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφασης επιστροφής στη χώρα καταγωγής.
Κατά τις διευκρινήσεις η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητώς άπαντες τους ισχυρισμούς που προωθούνται δια της αγορεύσεως της – πλην των ισχυρισμών περί μη δέουσας έρευνας, η δε συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησε την αγόρευση της ως προς τους προωθούμενους ισχυρισμούς.
Δεδομένου ότι άπαντες οι προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ εδώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].
Σημειώνω ότι στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», του EASO, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.102, καταγράφεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες […] (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών […]. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες […] εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Προέχει η ενασχόληση με τον 4ο και 5ο ουσιώδεις ισχυρισμούς, που δεν έγιναν δεκτοί.
Εν προκειμένω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και τελικής κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση επί του 4ου και 5ου ουσιώδους ισχυρισμού καθώς, ως λεπτομερώς και ενδελεχώς εξηγείται στα ερ.147-150 της επίδικης έκθεσης, τα λεγόμενα του αιτητή επί των εν λόγω ισχυρισμών παρουσιάζουν ουσιώδη κενά, επί του συνόλου του αφηγήματος του, σημαντικές ελλείψεις, πλήθος αντιφάσεων και στερούνται παντελώς χρονικής συνέχειας και ευλογοφάνειας, εκ των οποίων διαβρώνεται η συνολική αξιοπιστία τους.
Διερχόμενος των λεγομένων του αιτητή ουδέν έχω να προσθέσω στα όσα σχετικώς έχουν καταγράψει οι καθ’ ων η αίτηση, πέραν του να σημειώσω ότι το αφήγημα του αιτητή στερείται παντελώς κάθε λεπτομέρειας, χρονικής συνοχής, αλλά και βιωματικού στοιχείου επί των όσων εξιστορεί και ουδεμία – έστω ελάχιστη – εξήγηση έδωσε επί των κενών και αντιφάσεων που είχαν εντοπιστεί στα λεγόμενα του, παρότι του δόθηκε πολλάκις ευκαιρία να το πράξει. Ενδεικτικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε κάηκε η οικίας του, υπέπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με την αντίδραση των αποσχιστών όταν αυτός σταμάτησε να εργάζεται γι’ αυτούς, δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί κατάφερε να φύγει νομίμως από τη χώρα ενώ αναζητούνταν – ως ισχυρίστηκε – από τις Αρχές και ούτε να αναφερθεί σε συγκεκριμένα περιστατικά δίωξης του από τους αποσχιστές, επί του οποίου, παρότι αυτός ρωτήθηκε επισταμένα, παρέμεινε γενικόλογος, αναφέροντας ότι όταν τον εντόπιζαν τον χτυπούσαν, χωρίς να αναφερθεί σε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά ούτε και να τεκμηριώσει, πέραν αναφοράς του ότι εικάζει ότι μπορεί ο στρατός να τον σκοτώσει ή οι αποσχιστές να τον σκοτώσουν ή να τον απαγάγουν και να ζητήσουν λύτρα, γιατί θεωρεί ότι υφίσταται κίνδυνος γι’ αυτόν σε μελλοντοστραφή βάση, σε περίπτωση επιστροφής του, δεδομένου ότι κατάφερε να φύγει νομίμως από τη χώρα και ουδέν συγκεκριμένο είχε αναφέρει για τους αποσχιστές.
Είναι λοιπόν εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι ουδεμία πτυχή του αφηγήματος αναφορικά με τους 4ο και 5ο ουσιώδεις ισχυρισμούς διατηρεί – ούτε κατ’ ελάχιστο – την απαραίτητη συνοχή και ευλογοφάνεια, στερούνται δε τα λεγόμενα του κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου ή αναμενόμενης λεπτομέρειας. Επί δε των επιμέρους σημείων που διαβρώνουν την αξιοπιστία του 4ου και 5ου ουσιωδών ισχυρισμών, πέραν των όσων αμέσως πιο πάνω αναφέρω, αρκεί να παραπέμψω στα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, τα οποία παραθέτω πιο πάνω και τα οποία υιοθετώ ως έχουν.
Για σκοπούς πληρότητας, δεδομένης εν προκειμένω και της αποδοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, σημειώνω ότι, ως και στις πιο κάτω παρατιθέμενες ΠΧΚ καταγράφεται, στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν λαμβάνουν χώρα συγκρούσεις αυτονομιστών και κυβερνητικών δυνάμεων, στα πλαίσια της οποίας ασκείται αδιάκριτη βία αλλά και πλήθος παραβιάσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Είναι δε συχνή η στοχοποίηση αγγλόφωνων από τις Αρχές, στη βάση αποδιδόμενης σ’ αυτούς σύμπραξη με τους αποσχιστές και – αντίστοιχα – στοχοποίηση ατόμων από τους ίδιους τους αποσχιστές, εξαιτίας αποδιδόμενης σ’ αυτούς σύμπραξης με την κυβέρνηση, που συνάδουν – ως γενικές πληροφορίες – με τα λεγόμενα του αιτητή.
Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[1], ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[2]. Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[3].
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν ότι «[μ]ε την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία […]. Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[4]
Σύμφωνα με έκθεση της της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [5]
Σε πρόσφατη έκθεση του EASO αναφέρεται ότι οι αποσχιστές ευθύνονται για πλήθος παραβάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περιλαμβανομένων απαγωγών, βασανισμού και καταστροφών του τοπικού πληθυσμού και ότι στοχοποιούν άτομα τα οποία θεωρούν ότι είναι προδότες του κινήματος.
«As reported by Amnesty International (AI) in 2023, separatist groups commit crimes against the civilian population living in the Anglophone region.3 The separatists are responsible for murders, abductions, torture and destruction of homes.4
[…]
According to a March 2023 report by OCHA, ‘adolescent boy and men are most at risk of arbitrary arrest and unlawful detention, forced recruitment, and physical violence.’16 Men and young men living in the Northwest and Southwest regions of Cameroon ‘remain the primary victims of recorded protection incidents, representing between 85 % and 95 % of those exposed to torture or inhuman treatment, theft, extortion, and arbitrary or unlawful arrest and/or detention.’ 17 Men face violence from military authorities and non-State armed groups.18 According to OCHA, families limit outside movement to their sons to prevent them from being arrested and/or forcibly recruited.19 According to NORCAP, a branch of the Norwegian Refugee Council (NRC) that ‘works to better protect and empower people affected by crises and climate change,’20 men who refuse to join the armed conflict can be perceived as spies and left with no choice - they join, hide or flee their community.21» [6]
Έκθεση του Human Rights Watch αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι οι οποίοι εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με την κυβέρνηση στοχοποιούνται από τους αποσχιστές, εκβιασμούς, βασανισμούς και δολοφονίες.[7] Βάσει αναφοράς του ιδρύματος Bertelsmann Stiftung[8], οι αποσχιστές στοχοποιούν αμάχους μεταξύ άλλων ως αντίποινα για αποδιδόμενη συνεργασία με την κυβέρνηση.[9] Άρθρο της The African Observer, του 2023, αναφέρει ότι οι ένοπλες ομάδες συχνά κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές ή και τραυματισμούς αμάχων, τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν.[10]
Σύμφωνα με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 του Global Protection Cluster [11], κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, «η ασφάλεια και η απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Northwest (NW) και Southwest (SW) διαταράχθηκε από την αυξημένη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs), καθώς και από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, και κλοπές ή καταστροφή περιουσίας».[12]
Ενόψει των ως άνω, επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία θεωρώ ότι εν προκειμένω η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή στα πλαίσια του 4ου και 5ου ουσιωδών ισχυρισμών (ως ανωτέρω εξηγείται) είναι τέτοια που, στα πλαίσια της συνολικής αξιολόγησης των στοιχείων της υπόθεσης, αποβαίνει μοιραία για τη συνολική αξιοπιστία και συνοχή των ισχυρισμών του, δεδομένου ότι διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε θεωρώ σε ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται συνοχής αλλά και ευλόγως αναμενόμενων λεπτομερειών, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι ισχυρισμοί ενός αιτητή πρέπει να διατηρούν επαρκή συνοχή και συνέπεια, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν το αφήγημα του, αφού είναι στη βάση αυτών που γίνεται η απαραίτητη σύνδεση των ΠΧΚ με το ιστορικό του. Σημειώνεται δε σχετικώς ότι, ως στο εγχειρίδιο (EASO) «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».
Δεδομένων των ως άνω, διερχόμενος των λεγομένων του αιτητή ουδέν έχω να προσθέσω στα όσα σχετικώς έχουν καταγράψει οι καθ’ ων η αίτηση επί του κινδύνου στη βάση του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού (ερ.146 - τα οποία παρατίθενται και πιο πάνω και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω), πέραν του να σημειώσω ότι, δεδομένου του ότι, ως αποτέλεσμα της απόρριψης του 4ου και 5ου ουσιώδους ισχυρισμού, δεν έγινε εδώ δεκτό το ότι ο αιτητής υπέστη πράξεις δίωξης ή βλάβης ως αποτέλεσμα του ότι αυτός διετέλεσε, ως ανέφερε, κατάσκοπος των αποσχιστών για ένα διάστημα (3ος ισχυρισμός), ουδείς βάσιμος φόβος (σε περίπτωση επιστροφής του) δύναται να στοιχειοθετηθεί εδώ, εφόσον, αφενός, έφυγε νομίμως από το Καμερούν (χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα) και, αφετέρου, οι όποιες συνέπειες ισχυρίστηκε ότι υπέστη εκ του ότι σταμάτησε να εργάζεται με τους αποσχιστές δεν έγιναν αποδεκτές, αφού τα όσα ανέφερε σχετικώς κρίθηκε, ορθώς, ότι στερούνταν εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων.
Θα πρέπει δε να υπομνησθεί ότι το γεγονός και μόνο ότι κάθε αγγλόφωνος που διαμένει στις αγγλόφωνες περιοχές μπορεί εν δυνάμει να καταστεί αποδέκτης πράξεων δίωξης ή σοβαρής βλάβης δεν αρκεί για την απόδοση προστασίας. Ως σχετικώς αναφέρεται στο εγχειρίδιο (EUAA) «Πρακτικός οδηγός σχετικά με την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και την εκτίμηση κινδύνου» (Ιαν. 2024), στη σελ.124, «ούτε η «απλή πιθανότητα» ούτε η «απλή δυνατότητα» αρκούν για να εξακριβωθεί ο μελλοντικός κίνδυνος» και, ως στη σελ.125 περαιτέρω εξηγείται, «[το] ευλόγως προβλέψιμο μέλλον είναι ό,τι αναμένεται λογικά να επέλθει με βάση τα στοιχεία από γεγονότα και περιστάσεις που συνέβησαν στο παρελθόν και συμβαίνουν και σήμερα».
Προχωρώντας σε εκτίμηση κινδύνου στα πλαίσια 2ου ουσιώδους ισχυρισμού (που έγινε αποδεκτός) θα συμφωνήσω και με την επί τούτου κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.
Σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Kombone - Mbonge Sub Division - Southwest), πέραν των πιο πάνω ΠΧΚ, εντοπίζονται τα εξής.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 10/07/26), στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια (Southwest) καταγράφηκαν 1288 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”: περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 828 πολιτών.[13] Ο πληθυσμός της Southwest Region υπολογίζεται περί τα 2 εκατομμύρια κατοίκων.[14] Στο Mbonge Sub Division, που βρίσκεται ο τόπος συνήθους διαμονής του αιτητή (Kombone), κατά το ίδιο διάστημα, καταγράφηκαν 36 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 26 πολιτών.[15] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Mbonge, με βάση την εκτίμηση του 2005, υπολογίζεται περί τις 250.000 κατοίκων.[16]
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι, παρότι στην ευρύτερη Νοτιοδυτική περιφέρεια καταγράφεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας και απώλειες αμάχων, εντούτοις, δεδομένου ότι τόπος διαμονής του αιτητή είναι το χωριό Kombone (Mbonge Sub Division), δεν θεωρώ ότι δεικνύεται εδώ εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να συνιστά «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή σωματικής ακεραιότητας» [βλ. αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] του αιτητή εκ μόνης της παρουσίας του εκεί, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[17] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Παρεμβάλλω ότι σχετικά με την εφαρμογή του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, στην απόφαση ΔΕΕ στη C-465/07, Elgafaji, ημ.17/02/09, σκέψη 35-39, λέχθηκαν τα εξής καθοδηγητικά:
«35. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
36. Η ερμηνεία αυτή, η οποία δύναται να διασφαλίσει ένα αυτοτελές πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, δεν αναιρείται από το γράμμα της εικοστής έκτης αιτιολογικής σκέψης, κατά το οποίο «οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».
37. Συγκεκριμένα, μολονότι η αιτιολογική αυτή σκέψη σημαίνει ότι η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.
38. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της καταστάσεως αυτής επιρρωννύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η οικεία προστασία είναι επικουρική, καθώς και από την οικονομία του άρθρου 15 της οδηγίας, καθόσον η βλάβη, της οποίας τον ορισμό δίνει το άρθρο αυτό υπό τα στοιχεία α΄ και β΄, πρέπει να εξατομικεύεται σαφώς. Μολονότι είναι αληθές ότι στοιχεία που αφορούν το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ο ενδιαφερόμενος, όπως και άλλα πρόσωπα, εντάσσεται στον κύκλο των δυνητικών θυμάτων μιας αδιακρίτως ασκούμενης βίας, εντούτοις, η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως πρέπει να γίνεται λαμβανομένου υπόψη του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δηλαδή σε σχέση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 και, επομένως, να ερμηνεύεται σε στενή συνάρτηση με την εξατομίκευση αυτή.
39. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»
Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι περί των 38 ετών σήμερα, υγιής, με επαρκή μόρφωση και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διατηρεί στον τόπο διαμονής του (Kombone) οικογενειακό δίκτυο (μητέρα/αδελφή), οι οποίοι έχουν ιδιόκτητη φάρμα και ο αιτητής έχει τακτική επικοινωνία μαζί τους. Διαθέτει δε και ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο στη Νοτιοδυτική περιφέρεια και αδελφούς στη Douala και Kumba.
Τα ως άνω αποκλείουν πρόσθετα στοιχεία ευαλωτότητας από το προφίλ του αιτητή και καταδεικνύουν ότι αναμένεται – ευλόγως – αυτός να λάβει, έστω προσωρινά, στήριξη ή και στέγαση κατά την επιστροφή του, μέχρις ότου ο ίδιος ορθοποδήσει και βιοποριστεί, και δεν δεικνύουν κίνδυνο βλάβης ή δίωξης. Αξίζει δε θεωρώ να σημειωθεί ότι ο αιτητής ενδεχομένως να διατηρεί, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα να μετοικήσει στη Douala ή Kumba, όπου βρίσκονται αδελφοί του.
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [του] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι η επιστροφή του αιτητή θα είναι σε παράβαση του εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ, καθότι δεν συνιστά επαναπροώθηση.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[2] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)
[2] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[3] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed 05/08/2022)
[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[5] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).
[6] 2023_11_EUAA_COI_Query_Response_Q57_Cameroon_forced_recruitment (ecoi.net), https://www.ecoi.net/en/file/local/2100530/2023_11_EUAA_COI_Query_Response_Q57_Cameroon_Forced_recruitment.pdf
[7] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (πρόσβαση 12/02/2024)
[8] Bertelsmann Foundation, ‘Bertelsmann Stiftung’ (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο σε https://www.bfna.org/bertelsmann-stiftung/
[9] BTI, ‘Cameroon Country Report 2022’ (2022), διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (πρόσβαση 12/02/24)
[10] The African Observer, ‘30 Women Freed After Abduction by Separatists in Cameroon’s Anglophone Region’ (2023), διαθέσιμο σε https://theafricanobserver.com/30-women-freed-after-abduction-by-separatists-in-cameroons-anglophone-region/ (πρόσβαση 12/02/24)
[11] To Global Protection Cluster είναι ένα δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), διεθνών οργανισμών και υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας σε ανθρωπιστικές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών. https://globalprotectioncluster.org/about (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2025)
[12] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 1 (πρόσβαση 23/04/2025)
[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/07/2026).
[14] City Population, Cameroon: SouthWest Region, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823 (πρόσβαση 21/07/2026).
[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/07/2026).
[16] Mbonge Council, Council Details, https://mbongecouncil.cm (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/07/2026).
[17] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο