ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 889/25
14 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Κ.Κ. και οικογένεια
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Τζ. Μπετίτο (κ.) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για την Αιτήτρια
Χ. Καστάνας (κ), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της το οποίο εκπροσωπεί, προσβάλλουν την απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 21/02/2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος. Επίσης αιτείται απόφαση Δικαστηρίου που να την αναγνωρίζει ως πολιτικό πρόσφυγα και/ή ως δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και υποστηρίζονται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο Α κατά τις διευκρινήσεις.
Ο συνήγορος της Αιτήτριας, κατά την ακρόαση της παρούσας αγόρευσε προφορικά, επαναλαμβάνοντας κατά βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που είχε προωθήσει η Αιτήτρια κατά την συνέντευξή της, ήτοι ότι είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από τον αρραβωνιαστικό της θείας της, αφότου η μητέρα της εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής και διέμενε στην Γαλλία. Ανέφερε επίσης ότι η Αιτήτρια έχει αποκτήσει ανήλικο τέκνο και αν επιστρέψει στη χώρα της δεν θα έχει υποστηρικτικό δίκτυο.
Ο συνήγορος των Καθ’ων η αίτηση, αγορεύοντας προφορικά εστίασε στο γεγονός ότι ο βασικός ισχυρισμός της Αιτήτριας απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος αφού η ίδια υπέπεσε σε χρονική ασυνέπεια σχετικά με τα ισχυριζόμενα περιστατικά ενώ υπέπεπσε σε πολλές αντιφάσεις. Καταλήγοντας υποστήριξε ότι δεν υπάρχει έρεισμα για να της παραχωρηθεί οποιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Λαμβάνω υπόψιν, ότι κατά την ακρόαση έγινε αναφορά και στο προφίλ της Αιτήτριας και το γεγονός ότι έχει ανήλικο τέκνο, τα συμφέροντα του οποίου δεν αξιολογήθηκαν ορθά, ιδιαίτερα οι επιπτώσεις επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Κρίνω σκόπιμο όπως εξεταστούν οι πιο πάνω ισχυρισμοί σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αλλά και από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ενόψει και της πλήρους δικαιοδοσίας που έχει το παρόν Δικαστήριο.
Στην αίτηση που καταχώρησε η Αιτήτρια για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθώς υπέστη σεξουαλική κακοποίηση σε ηλικία 14 ετών από τον αρραβωνιαστικό της θείας της. Δεδομένου ότι δεν διέθετε άλλο υποστηρικτικό δίκτυο, δήλωσε ότι αντιμετώπισε δυσκολίες διαβίωσης μαζί με τη θεία της. Ανέφερε ότι κατάφερε να φύγει και να μεταβεί στις κατεχόμενες περιοχές προκειμένου να σπουδάσει και να εργαστεί, όπου έμεινε έγκυος, αλλά ο σύντροφός της την εγκατέλειψε και αναχώρησε από τη χώρα.
Στις 04/12/2023, κατά την αξιολόγηση της ευαλωτότητας της, η Αιτήτρια κρίθηκε ότι χρήζει διαδικαστικών εγγυήσεων. Συγκεκριμένα, θεωρήθηκε σκόπιμη η αναβολή της συνέντευξης της καθώς και η παροχή κατάλληλης στέγασης και ειδικής υποστήριξης. Κατόπιν της ανωτέρω αξιολόγησης, η Αιτήτρια κατατάχθηκε ως «επείγουσας προτεραιότητας» και κρίθηκε ως ευάλωτη, λόγω της εγκυμοσύνης της, καθώς και ως άτομο που έχει υποστεί σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, ερωτηθείσα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής της, ισχυρίστηκε ότι υπέστη κακομεταχείριση από τη θεία της και σεξουαλική κακοποίηση από τον αρραβωνιαστικό της θείας της, ο οποίος την απείλησε ότι θα τη σκοτώσει. Πρόσθεσε ότι, εάν εξακολουθούσε να διαβιεί εκεί, θα είχε οδηγηθεί στην αυτοκτονία (βλ. ερυθρό 48 9x 47 1x του δ.φ.).
Κατά το στάδιο της διερεύνησης των ισχυρισμών της Αιτήτριας, της τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με τις εμπειρίες της στη χώρα καταγωγής. Αναφορικά με τη σχέση της με τη θεία της πριν από τα εν λόγω συμβάντα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, όσο η μητέρα της βρισκόταν στη χώρα, η θεία της προσποιούνταν ότι ήταν καλή, αλλά όταν μετακόμισε να μείνει μαζί της, της επέδειξε μίσος (βλ. ερυθρό 47 3x του δ.φ.). Ερωτηθείσα να περιγράψει τη σχέση τους με λεπτομέρειες, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν πολύ κακή, καθώς η θεία της δεν έμενε ποτέ ικανοποιημένη και, παρά τις προσπάθειες της Αιτήτριας να την ικανοποιήσει, εκείνη δεν αντιδρούσε θετικά (βλ. ερυθρό 47 4x του δ.φ.). Όταν της ζητήθηκε να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες, απάντησε ότι, για παράδειγμα μαγείρευε φαγητά που γνώριζε ότι άρεσαν στη θεία της, ωστόσο εκείνη εκνευριζόταν αδικαιολόγητα και της έλεγε ότι είναι απαίσιος άνθρωπος και ότι δεν αξίζει να ζει (βλ. ερυθρό 47 4x του δ.φ.). Κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνέντευξης, η Αιτήτρια ρωτήθηκε εκ νέου για τη θεία της και το προφίλ της, απαντώντας ότι πρόκειται για τη νεότερη αδελφή της μητέρας της, η οποία ήταν το μόνο άτομο που δέχθηκε να τη φιλοξενήσει όταν η μητέρα της ήθελε να φύγει από τη χώρα και η Αιτήτρια ήταν 10 ετών (βλ. ερυθρό 68 3x του δ.φ.).
Σε σχετικά ερωτήματα σχετικά με τις δηλώσεις της ότι η θεία της την κακομεταχειριζόταν, η Αιτήτρια ανέφερε ότι την κακοποιούσε σωματικά με διάφορα αντικείμενα, την ανάγκαζε να κάθεται στο πάτωμα και να κοιμάται δίπλα στο κεντρικό σπίτι, προσθέτοντας ότι την πρόσβαλε καθημερινά χωρίς λόγο (βλ. ερυθρό 47 6x του δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνέντευξης, ζητήθηκε από την Αιτήτρια να παρέχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την κακοποίηση που υπέστη από τη θεία της, στην οποία απάντησε ότι η θεία την προσέβαλε, την άφηνε χωρίς φαγητό και την ανάγκασε να διακόψει τη φοίτηση της στο σχολείο (βλ. ερυθρό 68 5x του δ.φ.). Ερωτηθείσα αν μπορεί να παρέχει περαιτέρω πληροφορίες, απάντησε ότι η θεία της δεν της συμπεριφερόταν καλά (βλ. ερυθρό 68 6x του δ.φ.). Αναφορικά με το χρονικό πλαίσιο και τη συχνότητα των εν λόγω συμβάντων, η Αιτήτρια απάντησε ότι ξεκίνησε να της συμπεριφέρεται με αυτό το τρόπο αφού η μητέρα της την άφησε και συνέβαινε συχνά ειδικά όταν έκανε κάτι κακό (βλ. ερυθρό 67 1x 2x του δ.φ.).
Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει δύο περιστατικά κακοποίησης που υπέστη με λεπτομέρειες, η Αιτήτρια απάντησε ότι μία φορά η θεία της την χτύπησε επειδή δε της άρεσε το φαγητό που είχε μαγειρέψει (βλ. ερυθρό 67 10x του δ.φ.) και, ερωτηθείσα για τυχόν επιπλέον περιστατικά, ανέφερε ότι μία μέρα ξύπνησε αργά και η θεία της την χτύπησε (βλ. ερυθρό 67 11x του δ.φ.). Ακολούθως, όταν της ζητήθηκε να είναι πιο συγκεκριμένη στα λεγόμενά της, η Αιτήτρια δεν απάντησε (βλ. ερυθρό 67 1x του δ.φ.). Ερωτηθείσα για τα συναισθήματα της κατά τη διάρκεια αυτών των περιστατικών, απάντησε ότι ένιωθε άσχημα και ήθελε αυτή η κατάσταση να σταματήσει (βλ. ερυθρό 67 6x του δ.φ.). Ακολούθως, ερωτηθείσα σχετικά με το αν εκμυστηρεύτηκε τα συμβάντα σε τρίτα πρόσωπα, η Αιτήτρια απάντησε ότι τα μοιράστηκε μόνο με τη φίλη της θείας της, η οποία την βοήθησε να φύγει από τη χώρα, καθώς ήταν η μόνη που την αποδεχόταν και την στήριξε (βλ. ερυθρό 67 9x του δ.φ.).
Σε σχετικά ερωτήματα σχετικά με τον αρραβωνιαστικό της θείας της και τη σχέση της με εκείνον, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αρχικά τον θεωρούσε ως πατέρα της και ότι κάλυπτε οικονομικές ανάγκες για εκείνη, τις οποίες η θεία της δεν δεχόταν να καλύψει, αλλά στη συνέχεια η συμπεριφορά του άλλαξε, καθώς άρχισε να την προσεγγίζει απρεπώς και να της λέει ότι είναι πιο όμορφη από τη θεία της (βλ. ερυθρό 47 7x του δ.φ.). Αναφορικά με το προφίλ του αρραβωνιαστικού της θείας της, σε σχετικές ερωτήσεις, η Αιτήτρια απάντησε ότι διαβιούσε μαζί τους και ήταν μηχανικός (βλ. ερυθρό 65 2x του δ.φ.). Όταν της ζητήθηκε να τον περιγράψει ανέφερε ότι ήταν μεγαλόσωμος και είχε σκούρο δέρμα (βλ. ερυθρό 65 2x του δ.φ.). Όταν ερωτήθηκε αν αυτά ήταν όλα όσα μπορούσε να αναφέρει για εκείνον, απάντησε θετικά (βλ. ερυθρό 65 4x του δ.φ.).
Ερωτηθείσα για το πρώτο περιστατικό κακοποίησης από τον αρραβωνιαστικό της θείας της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι συνέβη την 1η Αυγούστου 2020, όταν είχε γυρίσει σπίτι για να μαγειρέψει και πήγε να κάνει μπάνιο, προσθέτοντας ότι ο αρραβωνιαστικός της θείας της, ο οποίος συνήθιζε να πίνει, ήταν μεθυσμένος και ήρθε στον ξεχωριστό χώρο όπου διέμενε (βλ. ερυθρό 47 8x 46 1x του δ.φ.). Όταν τον ρώτησε τι εννοεί, εκείνος απάντησε ότι έπρεπε να του δώσει το σώμα της και, παρόλο που η ίδια αρνήθηκε, την έριξε στο κρεβάτι, της αφαίρεσε τα ρούχα, της έκλεισε το στόμα και της έδεσε τα χέρια, κακοποιώντας τη σεξουαλικά. Πρόσθεσε ότι η ίδια αιμορραγούσε και φώναζε αλλά δεν ήταν κανείς εκεί για να την ακούσει καθώς βρίσκονταν σε απομονωμένη περιοχή (βλ. ερυθρό 46 1x του δ.φ.). Ερωτηθείσα για το τι έκανε μετά το εν λόγω συμβάν, η Αιτήτρια ανέφερε ότι καθάρισε τον εαυτό της από την αιμορραγία και έκαψε όλα τα ρούχα που είχαν αίμα (βλ. ερυθρό 46 7x του δ.φ.). Αναφορικά με πιθανή ιατρική βοήθεια που έλαβε, δήλωσε ότι φοβόταν ότι αν πάει σε γιατρό θα ενημερώσουν τη θεία της και η ζωή της θα βρισκόταν σε κίνδυνο από τον αρραβωνιαστικό της θείας της (βλ. ερυθρό 46 10x του δ.φ.).
Ερωτηθείσα για τη συχνότητα των περιστατικών, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αυτά συνέβαιναν για περίπου έξι μήνες, κάθε φορά που ο αρραβωνιαστικός της θείας της ήταν μεθυσμένος, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει ακριβώς πόσες φορές συνέβησαν (βλ. ερυθρό 46 1x του δ.φ.). Ερωτηθείσα τι συνέβαινε αυτούς τους έξι μήνες, ανέφερε ότι κάθε φορά που εκείνος ήταν μεθυσμένος, την απειλούσε ότι θα το κάνει χωρίς τη συναίνεση της (βλ. ερυθρό 46 4x του δ.φ.). Αναφορικά με τις σκέψεις και τα συναισθήματα της κατά τη διάρκεια των συμβάντων, ανέφερε ότι ένιωθε ταπείνωση, ανικανότητα, και ότι ήθελε να βλάψει τον εαυτό της (βλ. ερυθρό 46 5x του δ.φ.). Κατά τη δεύτερη συνέντευξη, σε σχετικές ερωτήσεις, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το πρώτο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης συνέβη στις 2 Αυγούστου 2020 (βλ. ερυθρό 66 του δ.φ.). Κατόπιν του ανωτέρω συμβάντος, η Αιτήτρια δήλωσε ότι άρχισε να κοιμάται στην εκκλησία και κάθε πρωί επέστρεφε στο σπίτι (βλ. ερυθρό 45 6x του δ.φ.). Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει την εκκλησία ανέφερε ότι ήταν πίσω από το σπίτι του και είχε ένα μέρος στο οποίο ο πάστορας και οι λοιποί άνθρωποι προσεύχονταν (βλ. ερυθρό 65 5x του δ.φ.).
Επισημαίνεται ότι, κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, η Αιτήτρια ανέφερε πράξεις αυτοτραυματισμού καθώς και ενεργές σκέψεις αυτοτραυματισμού (βλ. ερυθρό 44 1x 2x του δ.φ.). Ως εκ τούτου, κρίθηκε απαραίτητη η παραπομπή της σε ειδικό ψυχικής υγείας για περαιτέρω διερεύνηση της ψυχικής της κατάστασης (βλ. ερυθρό 58 44 4x του δ.φ.). Κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνέντευξης, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αισθάνεται πολύ καλά και ότι το παιδί της αποτελεί τη στήριξή της, τονίζοντας ότι δεν έχει πλέον σκέψεις αυτοτραυματισμού (βλ. ερυθρό 69 3x 4x 5x 6x 7x).
Οι εν λόγω ισχυρισμοί της Αιτήτριας αξιολογήθηκαν από τον λειτουργό, ο οποίος εντόπισε στην Έκθεση-Εισήγησή του τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προέκυψαν από τις δηλώσεις της. Συγκεκριμένα:
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προσωπικά στοιχεία και προφίλ τη Αιτήτριας.
2. Κακομεταχείριση της Αιτήτριας από τη θεία της και βιασμός από τον αρραβωνιαστικό της θείας της.
3. Λόγοι οικονομικού και εκπαιδευτικού περιεχομένου.
Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της Αιτήτριας, καθώς απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που της τέθηκαν και οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό σχετικά με την κακομεταχείριση από τη θεία και τον βιασμό από τον αρραβωνιαστικό της θείας, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, καθότι έκρινε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνταν ικανοποιητικών και επαρκών πληροφοριών καθώς και ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις.
Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τη θεία της, παρόλο που της δόθηκαν ευκαιρίες, θεωρώντας ότι, δεδομένου ότι διέμεινε με τη θεία της επί σειρά ετών, αναμενόταν να παράσχει εκτενείς πληροφορίες για το προφίλ της. Αναφορικά με τις δηλώσεις της Αιτήτριας περί κακομεταχείρισης της από τη θεία, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι απάντησε γενικά και αόριστα τόσο ως προς τα περιστατικά όσο και ως προς το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο άρχισε να της συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο, θεωρώντας ότι, δεδομένου ότι διέμεινε με τη θεία της επί σειρά ετών, αναμενόταν να παράσχει εκτενείς πληροφορίες για τις εμπειρίες της. Συμπληρωματικά, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια αναφέρθηκε στα εν λόγω περιστατικά, όταν της ζητήθηκαν σχετικά παραδείγματα, με γενικόλογες δηλώσεις, στις οποίες απουσιάζει το προσωπικό στοιχείο. Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι υπάρχει ασυνάφεια στα λεγόμενα της Αιτήτριας, καθώς ανέφερε αφενός ότι η θεία της την εμπόδισε να φοιτήσει στο σχολείο και αφετέρου ότι έλαβε εκπαίδευση στον κλάδο της αισθητικής με την οικονομική συνδρομή της θείας της και του αρραβωνιαστικού της. Επιπλέον, έκρινε ο αρμόδιος λειτουργός ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με τα συναισθήματα της ως αναμενόταν καθώς αρκέστηκε στο να αναφερθεί ότι ένιωθε άσχημα.
Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας αναφορικά με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον αρραβωνιαστικό της θείας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις καθώς αναφέρθηκε σε τρεις διαφορετικές μεταξύ τους περιστάσεις όταν ερωτήθηκε για το εν λόγω περιστατικό. Επισημαίνει δε ο λειτουργός ότι όταν επισημάνθηκαν οι αντιφάσεις στα λεγόμενα της, δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση, λέγοντας απλώς ότι συνέβαινε κάθε μέρα. Ως προς το προφίλ του αρραβωνιαστικού της θείας του, έκρινε ο αρμόδιος λειτουργός ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες, παρόλο που της δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες, επισημαίνοντας ότι δεδομένου ότι διέμενε μαζί τους από το 2014 μέχρι και το 2022 αναμενόταν να παρέχει επιπλέον πληροφορίες.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι υπήρξε αντίφαση στα λεγόμενα της Αιτήτριας σε σχέση με τα ισχυριζόμενα στην διαδικασία εκτίμησης ευαλωτότητας, στην οποία αναφέρθηκε σε σεξουαλική βία σε ηλικία 14 ετών, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης προέκυψε από τα λεγόμενα της ότι ήταν 16 ετών κατά το εν λόγω περιστατικό. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει τις διαφορετικές δηλώσεις, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι απάντησε κάτι διαφορετικό λέγοντας ότι θυμάται να ήταν 15 ετών. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι παρατηρήθηκε έλλειψη συνοχής ως προς τον λόγο που η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα της το 2022, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η κακοποίηση ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2022 και διήρκησε έξι μήνες, συμπεραίνοντας ότι, παρόλο που ερωτήθηκε σχετικά, η Αιτήτρια δεν αποσαφήνισε τους λόγους που την ώθησαν να φύγει συγκεκριμένα το 2022.
Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί κακοποίησης από τη θεία και βιασμού από τον θείο, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος της και δεν συντρέχουν λόγοι περαιτέρω ανάλυσης με βάση άλλες διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός συμπέρανε ότι, τα λεγόμενα της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από ασάφειες, ασυνέπειες, έλλειψη επαρκών πληροφοριών και αντιφάσεις και συνεπώς ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος ότι η Αιτήτρια αποτελεί οικονομική μετανάστρια και ότι η αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής οφείλεται σε αυτόν τον λόγο.
Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας, βάσει των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών περί ταυτότητας, χώρας καταγωγής, προσωπικών στοιχείων και προφίλ της, καθώς και βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, ήτοι την Κινσάσα της ΛΔΚ. Ακολούθως, έλαβε υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της Αιτήτριας ως μητέρας ανήλικου τέκνου εκτός γάμου και, βάσει διαθέσιμων πηγών σχετικά με τις ανύπαντρες γυναίκες που αντιμετωπίζουν διακρίσεις, καθώς και λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου σε σχέση με την δυνατότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση, στο σύστημα υγείας, σε μηχανισμούς στήριξης των γυναικών και στην απόκτηση ιθαγένειας, έκρινε ότι πρόκειται για ενήλικο υγιές άτομο με μορφωτικό επίπεδο και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής της, διαθέτοντας υποστηρικτικό δίκτυο και χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, ικανό να εξεύρει εργασία και να στηρίξει οικονομικά το ανήλικο τέκνο της. Συνεπώς, διαπιστώθηκε ότι δεν συντρέχει μελλοντικός κίνδυνος δίωξης ή βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη Kinshasa και ότι εν όψει των ανωτέρω διατηρείται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών της Αιτήτριας, του προσωπικού της προφίλ και της αξιολόγησης κινδύνου, δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα, επισημαίνοντας συνάμα τις διαφορές μεταξύ πρόσφυγα και μετανάστη, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα της Αιτήτριας εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής για λόγους οικονομικούς.
Επιπροσθέτως, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στη ΛΔΚ δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας και 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα υποστεί πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας, αντίστοιχο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa της ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει κίνδυνο ή σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας ως άμαχος λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας, αφού στην εν λόγω περιοχή δεν παρατηρούνται ένοπλες συγκρούσεις. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.
Αξιολογώντας και τα όσα ο συνήγορος της Αιτήτριας ανέφερε κατά την προφορική του αγόρευση, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν υποδεικνύουν πλημμέλεια ή λανθασμένη αξιολόγηση από τους Καθ’ων η Αίτηση αλλά αποτελούν επανάληψη των βασικών ισχυρισμών της Αιτήτριας χωρίς να υποστηρίζονται από επιπρόσθετα στοιχεία ή μαρτυρία, κρίνω ότι τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού των Καθ’ων η Αίτηση ήταν εύλογα, είχε γίνει η δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης και η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99). Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της εισηγητικής έκθεσης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα της Αιτήτριας. Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει η Αιτήτρια, όπως αναλύεται ανωτέρω.
Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματός του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον αιτητή (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια του Καθεστώτος των Προσφύγων (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«(α) Ο αιτών πρέπει:
(Ι) Να λέει την αλήθεια και να παρέχει κάθε βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του.
(ΙΙ) Να προσπαθεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τυχόν ελλείψεις τους. Εάν παρουσιασθεί ανάγκη, πρέπει να προσπαθήσει να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά μέσα.
(ΙΙΙ) Να δώσει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και τις προηγούμενες εμπειρίες του, τόσο λεπτομερειακά όσο είναι αναγκαίο, ώστε να δοθεί στον εξεταστή η δυνατότητα να διαπιστώσει τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων. Πρέπει ακόμη να κληθεί να δώσει μια συναφή εξήγηση ως προς όλους τους λόγους που επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση για το καθεστώς του πρόσφυγα και να απαντήσει σε όσες ερωτήσεις του τεθούν.»
Κατά συνέπεια, στη προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της Αιτήτριας ή του ανήλικου τέκνου της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολογούν την θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, με βάση το προσωπικό της προφίλ υπό το φως των ισχυρισμών που η ίδια προώθησε, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής της με το ανήλικο τέκνο της υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, εκ των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν τεκμηριώνεται από τους ισχυρισμούς της παρελθούσα δίωξη, ούτε στοχοποίησή από οποιονδήποτε κρατικό ή μη κρατικό δρώντα. Προκειμένου δε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των συγκεκριμένων άρθρων και να υπαχθεί αιτητής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει αυτών, απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης των περιστάσεων που σχετίζονται με τον επικαλούμενο φόβο.[1] Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι θα υποστούν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της αδιακρίτως ασκούμενης βίας και της ένοπλης σύρραξης και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις δηλώσεις της Αιτήτριας και βάσει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της ως παρατέθηκε ανωτέρω, η περιοχή της προηγούμενης συνήθους διαμονής στη χώρα καταγωγής της ήταν η πρωτεύουσα Kinshasa της ομώνυμης επαρχίας της Λ.Δ.Κ.. Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής τους, η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της θα αντιμετωπίσουν σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Kinshasa της ομώνυμης επαρχίας, η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, θεωρείται η περιοχή της προηγούμενης συνήθους διαμονής.
Ειδικότερα, νεότερες πηγές αναφέρουν για την κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. ότι παραμένει ασταθής ακόμα και μέσα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η σύγκρουση στις ανατολικές επαρχίες, ιδίως με τη συμμετοχή της αντάρτικης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τις αρχές της Rwanda, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους [2024]. […] Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM) ανέφερε ότι έως το τέλος Μαΐου, 1,77 εκατομμύρια άνθρωποι στο North Kivu είχαν εκτοπιστεί λόγω επιθέσεων της M23, ενώ σημείωσε αύξηση της σεξουαλικής βίας και της εκμετάλλευσης που στοχεύει γυναίκες και κορίτσια.[2] Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από άλλες διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης στις οποίες αναφέρεται ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Κυβερνητικές δυνάμεις προχώρησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων.[3]
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής της Αιτήτριας και του τέκνου της, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[4] Επιπροσθέτως, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[5]
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 02/02/2026) στην Kinshasa, καταγράφηκαν 160 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 57 θάνατοι.[6] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2026 ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[7]
Κατά συνέπεια, παρότι γενικότερα η κατάσταση στη Λ.Δ.Κ. παραμένει ασταθής, η επαρχία Kinshasa, όπου ανήκει γεωγραφικά η πρωτεύουσα Kinshasa, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως την περιοχή της προηγούμενης συνήθους διαμονής της Αιτήτριας και του τέκνου της, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρούνται ότι πληρούν το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από το ΔΕΕ.[8]
Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό της ή του τέκνου της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] CJEU, C- 465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, ECLI:EU:C:2009:94, <https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=76788&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=5184758> (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/01/2023): «32. Συναφώς, παρατηρείται ότι οι όροι «θανατική ποινή», «εκτέλεση» καθώς και «βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος» του άρθρου 15, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας, χαρακτηρίζουν περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών επικουρική προστασία διατρέχει ειδικώς τον κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής. 33. Αντιθέτως, η κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας βλάβη, καθόσον συνίσταται σε «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» του αιτούντος, αναφέρεται σε ένα γενικότερο κίνδυνο βλάβης.»
[2] Freedom House, Democratic Republic of the Congo, 2025, διαθέσιμο σε: https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[3] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[4] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[5] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[6] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[7] World Population Review, Kinshasa DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 02/02/2026)
[8] Βλ. C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali v Staatssecretaris van Justitie
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο