A.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Σ3/2026, 31/7/2026
print
Τίτλος:
A.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Σ3/2026, 31/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: Σ3/2026

31 Ιουλίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.E.,

από Τουρκία

                                Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

(S. Dazdiy Διερμηνέας, για διερμηνεία από την τουρκική στην αγγλική και αντίστροφα

Ε. Θεοδοσίου (κος) Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα)

Για τους Καθ’ ων η αίτηση: Κ. Σάββα (κα) για Ν. Κουρσάρης Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημ. 10.07.2026, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας του Αιτητή ως προδήλως αβάσιμη και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη Τουρκία δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 και του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, συνοψίζονται ως ακολούθως:

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Τουρκίας, κουρδικής εθνοτικής καταγωγής, γεννηθείς στην Κωνσταντινούπολη, όπου και διέμενε πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Τον Ιούνιο του 2026 αναχώρησε από την Τουρκία και εισήλθε στη Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων από αυτήν περιοχών, υποβάλλοντας αίτηση διεθνούς προστασίας στις 15.06.2026. Στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησής του, παραχώρησε προσωπική συνέντευξη ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος, κατόπιν αξιολόγησης των ισχυρισμών του και των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, υπέβαλε αιτιολογημένη εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της αίτησης. Ο Προϊστάμενος ενέκρινε την εισήγηση και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Ο Αιτητής, ο οποίος εμφανίζεται αυτοπροσώπως, στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας δεν παραθέτει ούτε εξειδικεύει οποιαδήποτε νομικά σημεία στα οποία βασίζει την αίτησή του. Καταγράφει δε, στο χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ. 1[1] τα γεγονότα επί των οποίων βασίζει την αιτήσή του ως ακολούθως: «Είμαστε ιδιοκτήτες εργοστασίου με τον πατέρα μου στη χώρα μας και χρεωκοπήσαμε και τελικά καταλήξαμε να χρωστάμε λεφτά σε τοκογλύφους. Εξαιτίας αυτών των χρεών οι ζωές μας κινδυνεύουν, έτσι φύγαμε από τη χώρα μας. Εάν επιστρέψουμε στην Τουρκία θα μας σκοτώσουν».  Τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας αναφέρονται κατωτέρω.

 

Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στο δικόγραφο της προσφυγής του ή κατά την ακροαματική διαδικασία, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της παρούσας αίτησης.

 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

Διαδικαστικό πλαίσιο

 

Από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή εξετάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στο πλαίσιο της διαδικασίας συνόρων, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 [άρθρα 100(2)(β), 102(1)(β), 104 και 107(4)] και του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Ειδικότερα, η αίτηση υποβλήθηκε στο ΚΕΔΥΤ Πουρνάρα, ενώ κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις εισόδου στη Δημοκρατία και, ως υπήκοος Τουρκίας, υπαγόταν στην περίπτωση του άρθρου 42(1)(ι) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό αναγνώρισης διεθνούς προστασίας για υπηκόους Τουρκίας δεν υπερέβαινε το προβλεπόμενο όριο του 20% (βλ. ερ. 112 και 42-40 του δ.φ.).

 

Η υπαγωγή της αίτησης στη διαδικασία συνόρων δεν επηρεάζει την έκταση του δικαστικού ελέγχου που ασκείται από το παρόν Δικαστήριο. Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και κάθε συναφές πραγματικό ή νομικό στοιχείο που υφίσταται κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης.

 

Από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι κατά την προσωπική συνέντευξη ο Λειτουργός δόθηκε στον Αιτητή ουσιαστική δυνατότητα να εκθέσει πλήρως τους ισχυρισμούς του καθώς και να απαντήσει στα συμπληρωματικά ερωτήματα που του υποβλήθηκαν από το Δικαστήριο προς αποσαφήνιση συγκεκριμένων ουσιωδών ζητημάτων, στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc εξέτασης της υπόθεσης.

 

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή

 

Κατά τη διοικητική διαδικασία

 

Στο έντυπο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την Τουρκία επειδή ο πατέρας του είχε δανειστεί το ποσό των 160.000.000 τουρκικών λιρών από παράνομο δανειστή για τις ανάγκες της επιχείρησής του, η οποία δραστηριοποιείτο στην παραγωγή καλτσών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας του αδυνατούσε να αποπληρώσει το δάνειο, με αποτέλεσμα οι δανειστές να τους απειλούν συνεχώς. Ανέφερε ότι, προκειμένου να αποφύγουν τις απειλές, η οικογένεια άλλαξε τόπο διαμονής τρεις φορές, πλην όμως τα πρόσωπα αυτά κατάφερναν κάθε φορά να τους εντοπίζουν. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι οι δανειστές πυροβόλησαν τρεις φορές το εργοστάσιο του πατέρα του, γεγονός που τους προκάλεσε έντονο αίσθημα ανασφάλειας και τους οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψουν τη χώρα καταγωγής τους. Τέλος, δήλωσε ότι κατά τη διαδρομή του προς την Κυπριακή Δημοκρατία δεν αντιμετώπισε οποιεσδήποτε ιδιαίτερες δυσκολίες, πλην του άγχους που βίωνε, ότι αισθάνεται ασφαλής στην Κύπρο και ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας.

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέπτυξε περαιτέρω τους ισχυρισμούς του. Δήλωσε ότι κατάγεται από την Τουρκία, είναι κουρδικής καταγωγής και ότι εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση παραγωγής καλτσών, η οποία ανήκε στον πατέρα του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας του είχε συνάψει δάνειο για τις ανάγκες της επιχείρησης, πλην όμως, λόγω οικονομικών δυσχερειών, αδυνατούσε να το αποπληρώσει.

 

Ο Αιτητής ανέφερε ότι, εξαιτίας της οφειλής αυτής, οι δανειστές άρχισαν να ασκούν πιέσεις και να απειλούν τόσο τον πατέρα του όσο και τον ίδιο. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε επίθεση από τα εν λόγω πρόσωπα, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο δέχθηκε και δεύτερη επίθεση, κατά την οποία τραυματίστηκε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, λόγω των περιστατικών αυτών, φοβήθηκε για τη ζωή του και αποφάσισε να εγκαταλείψει την Τουρκία μαζί με τον πατέρα του.

 

Σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι εξακολουθεί να φοβάται τα πρόσωπα από τα οποία ο πατέρας του είχε δανειστεί χρήματα, καθώς θεωρεί ότι εξακολουθούν να τον αναζητούν λόγω της μη εξόφλησης του δανείου.

 

Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής, πέραν της επανάληψης των ισχυρισμών που είχε προβάλει ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, επικαλέστηκε νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όπως ισχυρίστηκε, έλαβαν χώρα μετά την προσωπική του συνέντευξη. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 11.07.2026 σημειώθηκε σοβαρό επεισόδιο στο χωριό καταγωγής του μεταξύ συγγενικών του προσώπων και άλλης οικογένειας, κατά το οποίο ένα πρόσωπο έχασε τη ζωή του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κατάσταση βεντέτας μεταξύ των δύο οικογενειών. Υποστήριξε ότι, έκτοτε, η οικογένειά του τελεί υπό αστυνομική προστασία, καθώς η αντίπαλη πλευρά αναζητεί συγγενείς του δράστη προκειμένου να προβεί σε αντίποινα.

 

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, παρά την παρουσία της αστυνομίας στην περιοχή, η αντίπαλη πλευρά εξακολουθεί να επιχειρεί επιθέσεις σε βάρος της οικογένειάς του και ότι λίγες ημέρες μετά το αρχικό περιστατικό πυροβολήθηκε η σύζυγος του θείου του, ενώ επιχειρήθηκε και ο εμπρησμός της οικίας της. Κατά τους ισχυρισμούς του, η ύπαρξη αστυνομικής προστασίας δεν αποτρέπει πλήρως τέτοιου είδους επιθέσεις, δεδομένου ότι πρόκειται για υπόθεση βεντέτας, η οποία, όπως ανέφερε, συνεχίζεται και στρέφεται κατά όλων των συγγενικών προσώπων.

 

Αναφορικά με τους αρχικούς λόγους αναχώρησής του από την Τουρκία, επανέλαβε ότι ο πατέρας του είχε συνάψει δάνειο για τις ανάγκες της οικογενειακής επιχείρησης και ότι εξακολουθούν να υπάρχουν άτομα που τους αναζητούν λόγω της οφειλής. Υποστήριξε ότι το ποσό των 160.000.000 τουρκικών λιρών, το οποίο αναγράφεται στην αίτηση διεθνούς προστασίας, οφείλεται σε παρεξήγηση κατά την καταγραφή των στοιχείων, επιμένοντας ότι το πραγματικό ποσό του δανείου ανερχόταν σε 30.000.000 τουρκικές λίρες. Περαιτέρω, επανέλαβε ότι ο πατέρας του εξακολουθούσε να αναζητείται από τα πρόσωπα στα οποία όφειλε χρήματα και ισχυρίστηκε ότι, προκειμένου να μην είναι δυνατός ο εντοπισμός του, κατέστρεψε το κινητό του τηλέφωνο, ενώ επικοινωνούσε με την οικογένειά του στην Τουρκία μέσω του τηλεφώνου του ιδίου του Αιτητή. Υποστήριξε ακόμη ότι, εξαιτίας της κατάστασης αυτής, η οικογένειά του αναγκάστηκε να πωλήσει το σπίτι και το εργοστάσιό της.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση και η αιτιολογία της

 

Κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, η Υπηρεσία Ασύλου προσδιόρισε ως ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς του: (α) την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά του στοιχεία/προφίλ, (β) τον ισχυρισμό ότι ανήκει στην κουρδική εθνοτική ομάδα της Τουρκίας και (γ) τον ισχυρισμό ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι δεχόταν απειλές και επιθέσεις από πρόσωπα από τα οποία ο πατέρας του είχε δανειστεί χρήματα.

Οι δύο πρώτοι ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί, καθόσον κρίθηκε ότι τα προσωπικά στοιχεία, η ταυτότητα, η χώρα καταγωγής και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, καθώς και η κουρδική εθνοτική του καταγωγή, τεκμηριώνονταν επαρκώς τόσο από τις δηλώσεις του όσο και από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στον διοικητικό φάκελο και τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.

 

Αντιθέτως, ως προς τον τρίτο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι αυτός δεν ήταν αξιόπιστος. Ειδικότερα, έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συνεκτικές, συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τον πυρήνα του αφηγήματός του, παρουσιάζοντας ουσιώδεις αντιφάσεις, ελλείψεις συνοχής, ευλογοφάνειας και επαρκών λεπτομερειών. Μεταξύ άλλων, επεσήμανε την αντίφαση ως προς το ύψος του δανείου που φερόταν να είχε λάβει ο πατέρας του, ήτοι 160.000.000 έναντι 30.000.000 τουρκικών λιρών, την αδυναμία του να εξηγήσει με σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες ο πατέρας του συνήψε το δάνειο και τον τρόπο λειτουργίας της σχετικής συμφωνίας, την έλλειψη συγκεκριμένων πληροφοριών αναφορικά με τις φερόμενες επιθέσεις και απειλές, καθώς και την αδυναμία του να αιτιολογήσει πειστικά για ποιο λόγο οι φερόμενοι δανειστές εξακολουθούσαν να στοχοποιούν και τον ίδιο προσωπικά.

 

Η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε περαιτέρω ότι οι ανωτέρω αδυναμίες δεν κατέστη δυνατό να αποκατασταθούν μέσω των απαντήσεων που παρείχε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, με αποτέλεσμα ο τρίτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός να απορριφθεί ως μη αξιόπιστος. Κατ' επέκταση, διαπιστώθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται δικαιολογημένος φόβος δίωξης για λόγο που προβλέπεται στον περί Προσφύγων Νόμο ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

 

Βάσει των αποδεκτών ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και κατόπιν αξιολόγησης του προσωπικού προφίλ του Αιτητή και των πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής του, η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία και συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη, πράξη δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησής του ως προδήλως αβάσιμης, καθόσον κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ούτε ως πρόσφυγα ούτε ως δικαιούχου επικουρικής προστασίας.

 

Αξιολόγηση του Δικαστηρίου

 

Μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, τις δηλώσεις του Αιτητή κατά τη διοικητική και δικαστική διαδικασία, καθώς και την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο συνεκτίμησε το περιεχόμενο της αίτησης διεθνούς προστασίας, τις δηλώσεις που αυτός παρείχε κατά την προσωπική του συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και τα όσα κατέθεσε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, αξιολογώντας τη συνοχή, τη συνέπεια και την επάρκεια των ισχυρισμών του υπό το πρίσμα του συνόλου του αποδεικτικού υλικού.

 

Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί απόκλιση από την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου. Οι σχετικές δηλώσεις του υπήρξαν σταθερές και συνεπείς καθ’ όλη τη διοικητική και δικαστική διαδικασία και συνάδουν με τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός.

 

Ομοίως, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής ανήκει στην κουρδική εθνοτική ομάδα της Τουρκίας, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιαδήποτε ουσιώδη ανακολουθία ή αντίφαση στις δηλώσεις του. Αντιθέτως, οι σχετικές αναφορές του υπήρξαν σταθερές και συνεπείς τόσο κατά τη διοικητική όσο και κατά τη δικαστική διαδικασία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συντάσσεται με την κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου και αποδέχεται και τον δεύτερο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.

 

Αντιθέτως, διαφορετική είναι η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τον τρίτο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό ότι η ζωή του Αιτητή βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι ο ίδιος δεχόταν απειλές και επιθέσεις από πρόσωπα από τα οποία ο πατέρας του είχε δανειστεί χρήματα. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον οι επιμέρους δηλώσεις του Αιτητή παρουσιάζουν την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή, συνέπεια και επάρκεια, προκειμένου να μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως αξιόπιστες.

 

Κατ' αρχάς, διαπιστώνεται ουσιώδης ανακολουθία ως προς το ύψος του φερόμενου δανείου. Ειδικότερα, στην αίτησή του για διεθνή προστασία αναφέρεται ότι ο πατέρας του είχε δανειστεί το ποσό των 160.000.000 τουρκικών λιρών, ενώ κατά την προσωπική του συνέντευξη ο Αιτητής δήλωσε ότι το ποσό ανερχόταν σε 30.000.000 τουρκικές λίρες.

 

Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ο Αιτητής επιχείρησε να δικαιολογήσει την εν λόγω αντίφαση, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε ο ίδιος συμπληρώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία, αλλά ότι υπαγόρευε τις απαντήσεις του στον διερμηνέα, ο οποίος προέβαινε στην καταγραφή τους. Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, δεν κρίνεται πειστική. Και τούτο διότι στην ίδια την αίτηση διεθνούς προστασίας περιλαμβάνεται η ακόλουθη δήλωση, την οποία ο Αιτητής υπέγραψε:

 

«I hereby formally declare that I have completed this application truthfully and accurately and that the information provided in this application is true and correct to the best of my knowledge and belief.»

 

Με την υπογραφή του κάτω από την ανωτέρω δήλωση, ο Αιτητής βεβαίωσε ότι το περιεχόμενο της αίτησής του ήταν αληθές και ακριβές κατά το μέτρο της γνώσης και της πεποίθησής του. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί εκ των υστέρων να αποποιηθεί την ευθύνη για το περιεχόμενο της αίτησης ή να αποδώσει την ουσιώδη αυτή ανακολουθία αποκλειστικά σε σφάλμα τρίτου προσώπου, χωρίς να προσκομίζει οποιοδήποτε στοιχείο που να στηρίζει τον σχετικό ισχυρισμό.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει σταθερή και συνεπή εικόνα ως προς τη συνέχιση των απειλών μετά την αναχώρησή του από την Τουρκία. Αφενός, υποστήριξε ότι ο πατέρας του κατέστρεψε το κινητό του τηλέφωνο ώστε να μην μπορούν οι δανειστές να επικοινωνούν μαζί του και ότι, έκτοτε, δεν δεχόταν πλέον άμεσες απειλές. Αφετέρου, σε μεταγενέστερο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ανέφερε ότι στο τηλέφωνο του πατέρα του υπήρχαν φωνητικά μηνύματα με απειλές τα οποία θα ήθελα να τα προσκομίσει, χωρίς να έχει προηγουμένως προβάλει σχετικό ισχυρισμό ούτε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ούτε κατά την αρχική του εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αντίφαση αυτή παραμένει ανεξήγητη και πλήττει την εσωτερική συνοχή του αφηγήματός του.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τρίτος ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός παρουσιάζει ουσιώδεις εσωτερικές αντιφάσεις και ασυνέπειες, οι οποίες δεν κατέστη δυνατό να αρθούν με τις εξηγήσεις που παρείχε ο Αιτητής κατά την ακροαματική διαδικασία. Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού κλονίζεται και χρήζει περαιτέρω αξιολόγησης υπό το πρίσμα της εξωτερικής αξιοπιστίας και των αντικειμενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο πυρήνας του τρίτου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού αφορά γεγονότα αμιγώς προσωπικού χαρακτήρα, ήτοι την ύπαρξη ιδιωτικού δανεισμού, τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές και επιθέσεις σε βάρος της οικογένειας του Αιτητή και την προσωπική του στοχοποίηση από τους φερόμενους δανειστές του πατέρα του, στοιχεία τα οποία, εκ της φύσεώς τους, δεν είναι δεκτικά επαλήθευσης μέσω γενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής. Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής επιχείρησε να προσκομίσει φωτογραφίες, έγγραφα και οπτικοακουστικό υλικό, τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αφορούσαν την εκποίηση της οικογενειακής περιουσίας, το εργοστάσιο του πατέρα του και περιστατικά που σχετίζονταν με τις φερόμενες απειλές. Μετά από σχετική διερεύνηση του περιεχομένου και του σκοπού για τον οποίο προσφέρονταν, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν ήταν πρόσφορα να αποδείξουν τα κρίσιμα πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης, ήτοι την ύπαρξη των κατ’ ισχυρισμόν απειλών και της προσωπικής στοχοποίησης του Αιτητή ή την αδυναμία ή απροθυμία των αρμόδιων αρχών της χώρας καταγωγής να του παράσχουν αποτελεσματική προστασία. Ως εκ τούτου, δεν κρίθηκε αναγκαία η αποδοχή τους ως αποδεικτικού υλικού. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο ικανό να ενισχύσει ή να επιβεβαιώσει την αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.

 

Ο νέος ισχυρισμός του Αιτητή περί βεντέτας

 

Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής προέβαλε ότι, μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας, προέκυψε νέο περιστατικό, ήτοι η δολοφονία συγγενικού του προσώπου τον Ιούλιο του 2026, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία βεντέτας και την εμφάνιση νέου κινδύνου για τον ίδιο και την οικογένειά του. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι, εφόσον ο ισχυρισμός αφορά γεγονότα τα οποία, κατά την εκδοχή του Αιτητή, έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν θα ήταν δυνατόν να είχαν προβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία και, ως εκ τούτου, εξετάζει τον εν λόγω ισχυρισμό στο πλαίσιο της ex nunc αρμοδιότητάς του.

 

Εντούτοις, από τις ίδιες τις καταθέσεις του Αιτητή προκύπτει ότι το περιστατικό το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτέλεσε την απαρχή της φερόμενης βεντέτας έλαβε χώρα στις 11.07.2026, ήτοι πέντε μόλις ημέρες πριν από την καταχώριση της παρούσας προσφυγής στις 16.07.2026. Προς αιτιολόγηση της μη επίκλησης του γεγονότος αυτού κατά την καταχώριση της προσφυγής του, ο Αιτητής κατέθεσε ότι, μολονότι ο πατέρας του γνώριζε ήδη τα σχετικά περιστατικά και γνώριζε επίσης ότι ο ίδιος επρόκειτο να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου, επέλεξε να μην τον ενημερώσει, προκειμένου να μην επιβαρύνει την ψυχολογική του κατάσταση. Ανέφερε ειδικότερα ότι ο πατέρας του τού αποκάλυψε τα γεγονότα περίπου πέντε ημέρες μετά την επέλευσή τους.

 

Η εξήγηση αυτή δεν κρίνεται πειστική. Και τούτο διότι, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, η επίμαχη δολοφονία σηματοδότησε την έναρξη βεντέτας, η οποία δημιούργησε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για όλα τα πρόσωπα που συνδέονται συγγενικά με τους εμπλεκομένους και, συνακόλουθα, αποτέλεσε νέο και κρίσιμο πραγματικό περιστατικό προς θεμελίωση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν παρέχεται εύλογη εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο ο πατέρας του, ευρισκόμενος μαζί του στην Κύπρο και γνωρίζοντας ότι ο Αιτητής θα καταχωρίσει προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης, θα απέκρυπτε από αυτόν πληροφορίες τέτοιας σημασίας, οι οποίες, κατά την εκδοχή τους, αφορούσαν άμεσα την προσωπική του ασφάλεια και ήταν προδήλως κρίσιμες για την εκκρεμή δικαστική διαδικασία. Η δε εξήγηση ότι η αποσιώπηση έγινε αποκλειστικά για να μην ανησυχήσει ή επιβαρυνθεί ψυχολογικά ο Αιτητής δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη ευλογοφάνεια υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της συνήθους ανθρώπινης συμπεριφοράς.

 

Περαιτέρω, ο νέος αυτός ισχυρισμός δεν παρουσιάστηκε με την απαιτούμενη σαφήνεια και συγκεκριμενοποίηση. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο καβγάς και η φερόμενη βεντέτα έλαβαν χώρα «στο χωριό του» ή «στο χωριό από το οποίο προέρχεται», χωρίς, ωστόσο, να κατονομάσει κατά την ακροαματική διαδικασία το συγκεκριμένο χωριό. Από τις δηλώσεις του κατά τη διοικητική διαδικασία προκύπτει ότι ο ίδιος γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμενε ουσιαστικά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργαζόταν και στο οικογενειακό εργοστάσιο, ενώ το χωριό Zorava, πλησίον της πόλης Muş, είχε αναφερθεί ως χωριό καταγωγής του πατέρα του. Ο ίδιος είχε, μάλιστα, επιβεβαιώσει ότι είχε ζήσει ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του στην Κωνσταντινούπολη και ότι στο Muş είχε διαμείνει μόνο σε πολύ μικρή ηλικία.

 

Κατά τη συνέντευξή του είχε επίσης δηλώσει ότι, μετά τα προβλήματα που συνδέονταν με το εργοστάσιο, η μητέρα και τα ανήλικα αδέλφια του επέστρεψαν στο Muş, όπου διέμεναν σε οικίες των πατρικών του θείων και συντηρούνταν οικονομικά από αυτούς. Ανέφερε ακόμη ότι οι πατρικοί του θείοι βρίσκονταν στο Muş και ασχολούνταν με τη γεωργία, ενώ οι μητρικοί του θείοι βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη και ότι ορισμένοι από τους ξαδέλφους του διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη και άλλοι στο Muş. Αντιθέτως, κατά την ακροαματική διαδικασία αναφέρθηκε γενικά σε «θείο» και «ξάδελφο» που ενεπλάκησαν στον καβγά, χωρίς να διευκρινίσει αν επρόκειτο για πατρικούς ή μητρικούς συγγενείς, ποια ακριβώς ήταν η συγγενική τους σχέση με τον ίδιο, αν διέμεναν στο Zorava Village ή σε άλλο χωριό της περιοχής Muş και ποιο από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα προκάλεσε τον θάνατο από τον οποίο, κατά την εκδοχή του, ξεκίνησε η βεντέτα.

Ούτε εξήγησε με συγκεκριμένο και πειστικό τρόπο για ποιο λόγο ο ίδιος, ο οποίος δεν διέμενε στο εν λόγω χωριό αλλά είχε ζήσει και εργαστεί στην Κωνσταντινούπολη, θα αποτελούσε προσωπικό και εξατομικευμένο στόχο προσώπων που εμπλέκονται σε ένα τοπικό περιστατικό στο χωριό. Περιορίστηκε στη γενική αναφορά ότι η άλλη πλευρά αναζητεί οποιονδήποτε συνδέεται συγγενικά με τον θείο και τον ξάδελφό του, χωρίς να προσδιορίσει ποιος τον είχε κατονομάσει ή αναζητήσει προσωπικά, αν είχε διατυπωθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη απειλή εναντίον του ή με ποιον τρόπο τα πρόσωπα της άλλης πλευράς γνώριζαν ή ενδιαφέρονταν για τον ίδιο, ο οποίος βρισκόταν ήδη εκτός Τουρκίας. Δεν διευκρίνισε, επίσης, αν ο κίνδυνος αφορούσε το σύνολο των πατρικών συγγενών του στο Muş, τους μητρικούς συγγενείς του στην Κωνσταντινούπολη ή μόνο τα πρόσωπα που βρίσκονταν στο συγκεκριμένο χωριό. Οι γενικές αυτές αναφορές δεν αρκούν για να καταδείξουν ότι ο ίδιος αποτελεί προσωπικό στόχο της φερόμενης βεντέτας.

 

Ασάφειες εντοπίζονται και ως προς τις συνθήκες της επίθεσης κατά της συζύγου του θείου του. Ο Αιτητής ανέφερε αρχικά ότι είχε αποσταλεί μία γυναίκα για να την πυροβολήσει, ενώ στη συνέχεια, όταν ερωτήθηκε από το Δικαστήριο, δήλωσε ότι επρόκειτο για τρεις ή τέσσερις γυναίκες, διευκρινίζοντας ότι μία εξ αυτών ήταν εκείνη που πυροβόλησε. Πέραν τούτου, μολονότι ισχυρίστηκε ότι η αστυνομική προστασία παρεχόταν από την ημέρα του αρχικού περιστατικού, δήλωσε ότι η επίθεση κατά της συζύγου του θείου του έλαβε χώρα τρεις ή τέσσερις ημέρες αργότερα, ότι η αστυνομία ήταν παρούσα στην περιοχή και ότι είχε τοποθετήσει κάμερα, χωρίς, όμως, να καταφέρει να παρουσιάσει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα ή τι ακριβώς αποτύπωναν τα βίντεο που επικαλέστηκε.

 

Ως προς τα τελευταία, ο Αιτητής επιχείρησε να επιδείξει στο Δικαστήριο σειρά βίντεο, τα οποία, κατά την περιγραφή του, του είχαν αποσταλεί από τη μητέρα του και είχαν καταγραφεί από κατοίκους του χωριού. Όπως ο ίδιος ανέφερε, τα βίντεο έδειχναν «πώς ξεκίνησε ο καβγάς», «πώς κτυπήθηκαν μεταξύ τους» και τα επεισόδια που έλαβαν χώρα κατά τον καβγά, ενώ είχαν δοθεί και στην αστυνομία. Ακόμη, συνεπώς, και αν τα βίντεο αυτά είχαν προσαχθεί κατά τρόπο που να επιτρέπει τη λήψη τους υπόψη, το περιεχόμενο που τους απέδωσε ο ίδιος ο Αιτητής θα ήταν ενδεχομένως πρόσφορο να επιβεβαιώσει την επέλευση ενός βίαιου επεισοδίου, όχι όμως ότι ο ίδιος αποτελεί προσωπικό στόχο μεταγενέστερης βεντέτας ή ότι διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του.

 

Εξάλλου, κατά την ακροαματική διαδικασία, ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε ευθύς εξαρχής ότι οι τουρκικές αστυνομικές αρχές προστατεύουν την οικογένειά του. Όταν το Δικαστήριο επανήλθε κατ’ επανάληψη επί του ζητήματος, ζητώντας διευκρινίσεις ως προς την έκταση και τη διάρκεια της προστασίας αυτής, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι η αστυνομία παρέχει προστασία από τις 11.07.2026, επιτηρεί τον δρόμο του χωριού και είχε τοποθετήσει κάμερα. Αναγνώρισε, μάλιστα, ως αληθές ότι οι αρχές βρίσκονταν εκεί και προσπαθούσαν να προστατεύσουν την οικογένειά του. Οι δηλώσεις αυτές καταδεικνύουν ότι οι αρμόδιες αρχές είχαν ενημερωθεί για το περιστατικό, είχαν επιληφθεί της κατάστασης και είχαν λάβει συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα.

 

Η παραδοχή αυτή δεν συνάδει με την απολύτως γενική παρουσίαση της οικογένειάς του ως πλήρως εκτεθειμένης σε ανεξέλεγκτη και συνεχιζόμενη απειλή, χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική κρατική παρέμβαση. Ο Αιτητής υποστήριξε μεν ότι, παρά την αστυνομική παρουσία, η αντίπαλη πλευρά μπορούσε να βρίσκει τρόπους να επιτίθεται, μεταξύ άλλων χρησιμοποιώντας γυναίκες και παιδιά ή ακόμη και τρίτα πρόσωπα, πλην όμως οι σχετικές δηλώσεις του παρέμειναν υποθετικές και γενικές. Δεν παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι τουρκικές αρχές αρνήθηκαν να προστατεύσουν την οικογένειά του, ότι εγκατέλειψαν τα ληφθέντα μέτρα, ότι αδυνατούσαν να ερευνήσουν τα περιστατικά ή ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να απευθυνθεί σε αυτές και να τύχει προστασίας σε περίπτωση επιστροφής του.

 

Τέλος, ο Αιτητής δεν εξήγησε με σαφήνεια τη σχέση του νέου αυτού ισχυρισμού με το προγενέστερο αφήγημά του περί απειλών από τους δανειστές του πατέρα του. Πρόκειται για δύο διακριτούς, κατ’ ισχυρισμόν, φορείς κινδύνου, διαφορετικά περιστατικά και διαφορετικούς τόπους εκδήλωσης: αφενός τις απειλές που συνδέονταν με το εργοστάσιο και τον δανεισμό στην Κωνσταντινούπολη και, αφετέρου, τη μεταγενέστερη φερόμενη βεντέτα στο χωριό της πατρικής του καταγωγής. Παρά ταύτα, ο Αιτητής δεν προσδιόρισε αν υφίσταται οποιαδήποτε σύνδεση μεταξύ των δύο αφηγημάτων ούτε κατάφερε να εξηγήσει επαρκώς πώς το νέο περιστατικό μεταφράζεται σε προσωπικό κίνδυνο για τον ίδιο.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο νέος ισχυρισμός περί βεντέτας χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις ασάφειες, ελλιπή συγκεκριμενοποίηση και στοιχεία που δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη συνοχή και ευλογοφάνεια. Ιδίως, ο Αιτητής δεν προσδιόρισε με σαφήνεια τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και τον ακριβή τόπο των γεγονότων, δεν εξήγησε πειστικά για ποιο λόγο ο ίδιος αποτελεί προσωπικό στόχο, παρά το γεγονός ότι διέμενε στην Κωνσταντινούπολη και όχι στο χωριό όπου φέρεται να εκτυλίσσεται η βεντέτα, ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε επανειλημμένα ότι οι τουρκικές αρχές είχαν επιληφθεί και εξακολουθούσαν να παρέχουν προστασία στην οικογένειά του. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως αξιόπιστος.

 

Ενόψει της σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής που χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό αυτό του Αιτητή, δεν ανακύπτει υποχρέωση περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής του συμβατότητας μέσω αναφοράς σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του.

 

Η διαδικασία αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου συνεκτικού, σταθερού και σαφώς προσδιορισμένου πυρήνα πραγματικών περιστατικών, ο οποίος να επιδέχεται ουσιαστική αντιπαραβολή με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προέλευσης. Όταν, όμως, όπως εν προκειμένω, το αφήγημα του αιτητή εμφανίζει ουσιώδη κατάρρευση της εσωτερικής του συνοχής στα θεμελιώδη στοιχεία του, η προσφυγή σε πληροφορίες χώρας καταγωγής καθίσταται αλυσιτελής και μη αναγκαία, καθόσον δεν υπάρχει αξιόπιστο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί τέτοια αντιπαραβολή.

 

Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[2], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»

 

Περαιτέρω, η ως άνω προσέγγιση έχει επιβεβαιωθεί και στη νομολογία του Εφετείου, το οποίο, στην FERDINAND EBELE EWELUKWA[3] επανέλαβε ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφοριών όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας που να δικαιολογεί τέτοια περαιτέρω ανάλυση.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΑΓΩΓΗ

 

Καθεστώς του πρόσφυγα

 

Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά κατά την προηγηθείσα αξιολόγηση της αξιοπιστίας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (άρθρο 51), ερμηνευόμενες υπό το φως του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως «πρόσφυγας» νοείται ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής του και δεν μπορεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 12 του ίδιου Κανονισμού, η αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα προϋποθέτει την πλήρωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων, την ύπαρξη πράξεων δίωξης, τους φορείς δίωξης και προστασίας, τους λόγους δίωξης και την απαιτούμενη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων δίωξης και ενός από τους προστατευόμενους λόγους. Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 του Κανονισμού, καθεστώς πρόσφυγα χορηγείται όταν αποδεικνύεται ότι ο αιτητής πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις.

 

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω διατάξεων, το Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει κατά πόσον ο Αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, λόγω ενός ή περισσότερων από τους προστατευόμενους λόγους που προβλέπει ο Κανονισμός, καθώς και κατά πόσον ο φόβος αυτός είναι προσωπικός, αντικειμενικά δικαιολογημένος και συνδέεται αιτιωδώς με κάποιον από τους λόγους αυτούς.

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι οι δύο ουσιώδεις ισχυρισμοί στους οποίους στηρίχθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας, ήτοι ο ισχυρισμός περί απειλών από πρόσωπα στα οποία ο ίδιος ή ο πατέρας του φέρεται να όφειλε χρήματα και ο μεταγενέστερος ισχυρισμός περί προσωπικής στοχοποίησής του λόγω φερόμενης βεντέτας, δεν κρίνονται αξιόπιστοι και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν πραγματικό υπόβαθρο για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης.

 

Κατ' ακολουθίαν, τα μόνα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά περιορίζονται στην ταυτότητα, την υπηκοότητα και την κουρδική εθνική καταγωγή του Αιτητή, καθώς και στο γεγονός ότι ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από την Τουρκία ήταν η Κωνσταντινούπολη.

 

Το γεγονός και μόνον ότι ο Αιτητής είναι κουρδικής εθνικής καταγωγής δεν αρκεί, αφ' εαυτού, για να στοιχειοθετήσει βάσιμο φόβο δίωξης. Η αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα προϋποθέτει την ύπαρξη εξατομικευμένων περιστάσεων από τις οποίες να προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος αιτητής αντιμετωπίζει πραγματικό και προσωπικό κίνδυνο δίωξης λόγω της προστατευόμενης ιδιότητάς του.

 

Στην προκειμένη περίπτωση δεν προέκυψε οποιοδήποτε αξιόπιστο στοιχείο ότι ο Αιτητής υπέστη στο παρελθόν πράξεις δίωξης λόγω της κουρδικής του καταγωγής ή ότι αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης στοχοποίησης από κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Ομοίως, δεν προέκυψε ότι η προσωπική του κατάσταση, οι δραστηριότητές του ή οποιοδήποτε άλλο εξατομικευμένο χαρακτηριστικό του είναι ικανό να τον καταστήσει, σε περίπτωση επιστροφής του, αντικείμενο δίωξης.

 

Καθεστώς επικουρικής προστασίας

 

Απορριπτομένης της συνδρομής των προϋποθέσεων για την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως δικαιούχου επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (άρθρο 53), ερμηνευόμενες υπό το φως του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» νοείται ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, αλλά για τον οποίο υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρείται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15 του ίδιου Κανονισμού, και δεν μπορεί ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής.

 

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως «σοβαρή βλάβη» νοούνται αποκλειστικά: (α) η θανατική ποινή ή η εκτέλεσή της, (β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του και (γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Ενόψει των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά κατά την παρούσα διαδικασία, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή την εκτέλεσή της ούτε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περίπτωσης του άρθρου 15 στοιχείο (γ) του Κανονισμού, ήτοι εάν ο Αιτητής διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκόμενων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ   CFDN κατά  Bundesrepublic Deutschland[4]).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi[5] αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki ElgafajiNoor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[6] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. 

 

Αναφορικά με την τρίτη μορφή σοβαρής βλάβης, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν από την αναχώρησή του από την Τουρκία ήταν η Κωνσταντινούπολη. Ως εκ τούτου, η εκτίμηση της κατάστασης ασφαλείας διενεργείται με αναφορά στην περιοχή αυτή.

 

Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής που περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο και ειδικότερα τις πηγές στις οποίες στηρίχθηκαν οι Καθ' ων κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. ερ. 101-100 του δ.φ. και εκεί αναφερόμενες παραπομπές). Υιοθετεί δε τις σχετικές διαπιστώσεις τους, καθόσον αυτές ερείδονται σε πρόσφατες, αντικειμενικές και αξιόπιστες πληροφορίες χώρας καταγωγής και συνάδουν με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά.

 

Από τις πληροφορίες αυτές δεν προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στην Κωνσταντινούπολη χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης τέτοιας έντασης ώστε οποιοσδήποτε άμαχος να διατρέχει, λόγω και μόνον της παρουσίας του στην περιοχή αυτή, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, διαπιστώνω ότι πρόκειται για ενήλικο άρρενα, νεαρής ηλικίας, ο οποίος, σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που να επηρεάζουν ουσιωδώς την προσωπική του κατάσταση. Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε ούτε αποδείχθηκε οποιοδήποτε πρόσθετο εξατομικευμένο στοιχείο, πέραν όσων ήδη απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστα, το οποίο θα μπορούσε, σε συνδυασμό με τις γενικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή, να αυξήσει τον βαθμό έκθεσής του σε τέτοιο κίνδυνο.

 

Κατ' ακολουθίαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς επικουρικής προστασίας πληρούνται.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Υπηρεσία Ασύλου ορθώς έκρινε ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, καθόσον δεν τεκμηρίωσε βάσιμο φόβο δίωξης για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1347 λόγους. Περαιτέρω, ορθώς κρίθηκε ότι δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 15 του ίδιου Κανονισμού.

 

Κατά συνέπεια κρίνω πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και ορθή και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσής της.

 

Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €500 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

 

 

                                                       Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Προβλεπόμενος τύπος στον Κανονισμό 4(1) του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2026

[2] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 29.07.2026)

[4] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[5] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[6] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο