ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: Τ1145/24
14 Ιουλίου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
O. G. O., από την Νιγηρία
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Κ. Κουπαρή (κα) Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Κ. Σάββα (κα) Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
[Η Αιτήτρια παρούσα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 18/10/2024, παράρτημα Α επί της αίτησης ακυρώσεως, σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει άκυρη την έκδοση και επίδοση αυτής στην Αιτήτρια καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να επιδώσουν στην Αιτήτρια την κατ΄ισχυρισμό απόφασή τους, ημερομηνίας 24/04/2024 με την οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους απέρριψαν την αίτηση της για διεθνή προστασία ημερομηνίας 26/03/2024.
Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, και στη βάση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, το Δικαστήριο, έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία της συνηγόρου της Αιτήτριας καθώς και της συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι προέβαλαν τις εκατέρωθεν τις αντίστοιχες θέσεις τους, στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια.
Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν τόσο από την αίτηση ακυρώσεως όσο και από τον ενώπιον μου διοικητικό φάκελο είναι τα ακόλουθα:
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Νιγηρίας, (εφεξής Νιγηρία) η οποία σύμφωνα με τις δηλώσεις της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 13/02/2023 και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από διέμεινε για σχεδόν ένα χρόνο. Ακολούθως περί τον Μάρτιο 2024 εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 26/03/2024 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 16/04/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 24/04/2024, συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας. Κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης από δεόντως εξουσιοδοτημένο να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό, ο τελευταίος εξέδωσε απορριπτική απόφαση επί του αιτήματος της Αιτήτριας, αποφασίζοντας ταυτόχρονα και την επιστροφή της Αιτήτριας στη Νιγηρία.
Η απορριπτική απόφαση, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 17/05/2024, απεστάλη ταχυδρομικώς στις 23/05/2024 στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής της Αιτήτριας, πλην όμως επεστράφη ως αζήτητη. Η Αιτήτρια δεν άσκησε εμπρόθεσμα προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί τελεσίδικη.
Ακολούθως, στις 15/10/2024, η Αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας. Κατά την προκαταρκτική εξέτασή της, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε στις 16/10/2024 σχετική Έκθεση/Εισήγηση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, σύμφωνα με τα άρθρα 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, κρίνοντας ότι δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου δεόντως εξουσιοδοτημένου λειτουργού,αποφάσισε στις 18/10/2024 την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, τερματίζοντας παράλληλα το δικαίωμα παραμονής της Αιτήτριας στη Δημοκρατία.
Η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε προσωπικά στην Αιτήτρια στις 11/11/2024.
Εμπρόθεσμα η Αιτήτρια μέσω της συνηγόρου της υπέβαλε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή. Για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων αναφέρω επιπλέον ότι την ίδια ημέρα ως δηλώθηκε από την κ. Κουπαρή η Αιτήτρια καταχώρισε επίσης την υπ’ αριθμό 4627/2024 προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς προστασίας υπό άλλη σύνθεση, κατά της αρχικής απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 24/04/2024.
Εκκρεμούσης της παρούσας υπόθεσης, η Αιτήτρια υπέβαλε στα πλαίσια της προσφυγής 4627/24 αίτημα συνεκδίκασης της παρούσας προσφυγής με την υπ’ αριθμό 4627/24 την οποία σε μεταγενέστερο στάδιο και ενόψει της έκδοσης τελικής απόφασης στην 4627/24 προσφυγή, η ενδιάμεση αίτηση αποσύρθηκε.
Αποτελεί θέση της συνηγόρου της Αιτήτριας ότι η Αιτήτρια είναι πιθανό θύμα εμπορίας ανθρώπων, ότι η φόρμα ευαλωτότητας ημερομηνίας 28/3/2024 θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως νέο πόρισμα, παραπέμποντας σχετικά στο ερυθρό 30 του διοικητικού φακέλου, και ότι εμφιλοχώρησε παραβίαση της υποχρέωσης εντοπισμού της ευαλωτότητας της Αιτήτριας.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας υποστηρίζουν ότι στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας εξετάζεται αποκλειστικά το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησης και καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει τις θέσεις της Κουπαρή εφόσον αυτές είναι αβάσιμες.
Εκ προοιμίου να αναφέρω ότι αντικείμενο της παρούσας προσφυγής είναι αποκλειστικά η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε ως απαράδεκτη τη μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας, κατ' εφαρμογή των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αποκλειστικά κατά πόσον, κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν προβληθεί νέα στοιχεία ή πορίσματα που να δικαιολογούν την επανεξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας. Δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας η εκ νέου αξιολόγηση της αρχικής απορριπτικής απόφασης ούτε η εξέταση της ορθότητας της κρίσης των Καθ’ ων η αίτηση επί της αρχικής αίτησης, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά τη μη εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής.
Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.
Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».
Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)
«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-
[..]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».
Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του/της αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτοις, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του/της αιτητή/τριας με τη μεταγενέστερή του αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, ο/η αιτητής/τρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Ανατρέχοντας στο διοικητικό φάκελο διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια κατά την υποβολή της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία μετά τον θάνατο των γονέων της το 2018, επειδή δεν υπήρχε πλέον κανένα πρόσωπο να τη στηρίζει οικονομικά ή κοινωνικά. Υποστήριξε ότι ένας φίλος, της πρότεινε να μεταβεί στην Κύπρο με σκοπό να εργαστεί και να συνεχίσει τις σπουδές της. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, όταν αφίχθηκε διαπίστωσε ότι επρόκειτο να εξαναγκαστεί στην πορνεία.
Κατά την καταγραφή της αίτησής της, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι η Αιτήτρια ενδεχομένως να αποτελεί πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων και πρόσωπο με ειδικές ανάγκες υποδοχής, σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΔ του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, στις 28/03/2024, ενώ η Αιτήτρια διέμενε ακόμη στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής «Πουρνάρα», υποβλήθηκε σε αξιολόγηση ευαλωτότητας από αρμόδια λειτουργό. Κατά τη διαδικασία αυτή η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατά τη διαμονή της στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, για χρονικό διάστημα περίπου οκτώ μηνών, εξαναγκαζόταν να εκδίδεται, δεν της επιτρεπόταν να εγκαταλείπει την οικία στην οποία διέμενε και λάμβανε μόλις ένα γεύμα ημερησίως. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι κατάφερε να διαφύγει όταν η γυναίκα που την εκμεταλλευόταν της έδωσε χρήματα για την πληρωμή πανεπιστημιακών διδάκτρων και την έκδοση σχετικής άδειας.
Με βάση τις δηλώσεις αυτές, η αρμόδια λειτουργός χαρακτήρισε την Αιτήτρια ως πιθανό πρόσωπο που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και ειδικών συνθηκών υποδοχής, παραπέμποντάς την στην Υπηρεσία Ασύλου, στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας Κύπρου προς περαιτέρω διερεύνηση.
Κατά την προσωπική συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου στις 16/04/2024, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία αναζητώντας καλύτερες οικονομικές συνθήκες διαβίωσης.
Παράλληλα, ανέπτυξε εκτενώς τον ισχυρισμό της ότι είχε καταστεί θύμα εμπορίας ανθρώπων μετά την άφιξή της στην κατεχόμενη Κύπρο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι μία γυναίκα είχε αναλάβει τα έξοδα του ταξιδιού της, απαιτώντας στη συνέχεια να αποπληρώσει το σχετικό ποσό μέσω της εκπόρνευσής της. Δήλωσε ότι δεν γνώριζε το ακριβές ύψος του χρέους της, ότι το διαβατήριό της παρέμενε στην κατοχή της καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής της στην οικία της εν λόγω γυναίκας, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις της επιτρεπόταν να εξέρχεται από αυτήν και περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο τελικά κατόρθωσε να διαφύγει.
Μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης, η Υπηρεσία Ασύλου αξιολόγησε τους εξής ουσιώδεις ισχυρισμούς, (i) ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, (ii) η Αιτήτρια ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής της και (iii) ισχυρισμό περί πιθανότητας η Αιτήτρια να είναι θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης και κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα ούτε τις προϋποθέσεις υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Περαιτέρω, προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο ότι στις 19/07/2024 κοινοποιήθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου έγγραφο του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας Κύπρου, (ερθυρό 72) σύμφωνα με το οποίο η υπόθεση της Αιτήτριας εξετάστηκε από την αρμόδια υπηρεσία, χωρίς όμως αυτή να αναγνωριστεί ως θύμα εμπορίας ανθρώπων.
Με τη μεταγενέστερη αίτησή της η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε νέα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της ούτε προέβαλε οποιαδήποτε νέα στοιχεία αναφορικά με τον ισχυρισμό της περί εμπορίας ανθρώπων. Αντιθέτως, περιορίστηκε να αναφέρει ότι είχε αλλάξει τόπο διαμονής, ότι δεν γνώριζε πως η απορριπτική απόφαση επί της αρχικής αίτησής της είχε αποσταλεί στην προηγούμενη διεύθυνσή της και ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής μετά τον θάνατο των γονέων της.
Υπενθυμίζω ότι το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής δεν αφορά την ορθότητα της ουσιαστικής κρίσης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, αλλά περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η μεταγενέστερη αίτησή της, κατ' εφαρμογή των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κ. Κουπαρή υποστήριξε ότι η αξιολόγηση ευαλωτότητας ημερομηνίας 28/03/2024, κατά την οποία η Αιτήτρια χαρακτηρίστηκε ως πρόσωπο που ενδέχεται να είναι θύμα εμπορίας ανθρώπων και ως πρόσωπο που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, συνιστά νέο πόρισμα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο η Υπηρεσία Ασύλου όφειλε να εξετάσει στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Και τούτο γιατί καταρχάς από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η αξιολόγηση ευαλωτότητας πραγματοποιήθηκε στις 28/03/2024, δηλαδή πριν από την προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας στις 16/04/2024 και σχεδόν έναν μήνα πριν από την έκδοση της αρχικής απορριπτικής απόφασης στις 24/04/2024. Επομένως, το συγκεκριμένο έγγραφο όχι μόνο προϋπήρχε της αρχικής απόφασης, αλλά αποτελούσε ήδη μέρος του διοικητικού φακέλου και βρισκόταν στη διάθεση της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως νέο στοιχείο ή νέο πόρισμα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί εμπορίας ανθρώπων δεν προβλήθηκαν για πρώτη φορά με τη μεταγενέστερη αίτησή της. Αντιθέτως, οι ίδιοι ουσιώδεις ισχυρισμοί είχαν ήδη διατυπωθεί κατά την υποβολή της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας, επαναλήφθηκαν κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας και εξετάστηκαν εκτενώς κατά την προσωπική της συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Ως εκ τούτου, ούτε οι πραγματικοί ισχυρισμοί ούτε τα στοιχεία επί των οποίων αυτοί στηρίζονταν ήταν άγνωστα στη Διοίκηση κατά τον χρόνο έκδοσης της αρχικής απορριπτικής απόφασης.
Εξάλλου, το έντυπο αξιολόγησης ευαλωτότητας δεν αποτελεί πράξη αναγνώρισης της Αιτήτριας ως θύματος εμπορίας ανθρώπων ούτε συνιστά δεσμευτικό πόρισμα ως προς τη βασιμότητα των σχετικών ισχυρισμών της. Το εν λόγω έντυπο αποσκοπεί στην προκαταρκτική εκτίμηση της ενδεχόμενης ευαλωτότητας του/της αιτητή/τιρας και στην παραπομπή του/της στις αρμόδιες υπηρεσίες, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Ο χαρακτηρισμός που περιλαμβάνεται στο σχετικό έντυπο στηρίζεται κατ’ αρχήν στις δηλώσεις του/της ιδίου/ας του/της αιτητή/τριας και δεν συνιστά οριστική διαπίστωση της ιδιότητας του θύματος εμπορίας ανθρώπων.
Από τον ίδιο τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας Κύπρου, κατόπιν εξέτασης της περίπτωσης της Αιτήτριας, ενημέρωσε την Υπηρεσία Ασύλου με την από 14/07/2024 επιστολή του ότι, η υπόθεση της Αιτήτριας έτυχε χειρισμού από την αρμόδια υπηρεσία, και ότι αυτή δεν αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας ανθρώπων. Το στοιχείο αυτό δεν ενισχύει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης νέου πορίσματος, τουναντίον επιβεβαιώνει ότι δεν προέκυψε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέλιξη ικανή να διαφοροποιήσει την αξιολόγηση της αρχικής αίτησης.
Περαιτέρω, με τη μεταγενέστερη αίτησή της δεν διαφαίνεται η Αιτήτρια να προέβαλε οποιοδήποτε νέο ισχυρισμό, αλλά επανέλαβε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία μετά τον θάνατο των γονέων της προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης, επικαλούμενη επιπλέον ότι δεν είχε λάβει γνώση της απορριπτικής απόφασης επί της αρχικής αίτησής της, επειδή είχε αλλάξει τόπο διαμονής.
Ωστόσο, ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν αφορά την ύπαρξη νέων στοιχείων σχετικών με την ανάγκη διεθνούς προστασίας, αλλά ζητήματα κοινοποίησης της αρχικής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν γνωστοποίησε εγκαίρως στην Υπηρεσία Ασύλου τη μεταβολή της διεύθυνσης διαμονής της, όπως όφειλε σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει ως αιτήτρια διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, οι περιστάσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι δεν έλαβε γνώση της απορριπτικής απόφασης επί της αρχικής αίτησής της επειδή είχε αλλάξει τόπο διαμονής δεν δύνανται να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου ως προς τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η απορριπτική απόφαση απεστάλη στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής της, ενώ η ίδια δεν γνωστοποίησε εγκαίρως στην Υπηρεσία Ασύλου τη μεταβολή της διεύθυνσής της, όπως όφειλε σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που υπέχει ως αιτήτρια διεθνούς προστασίας. Ως εκ τούτου, η μη έγκαιρη ενημέρωσή της περί της έκδοσης της απόφασης οφείλεται σε δική της παράλειψη και δεν συνιστά νέο στοιχείο ή πόρισμα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια είχε στη διάθεσή της το προβλεπόμενο από τον νόμο ένδικο βοήθημα προς αμφισβήτηση της αρχικής απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Εντούτοις, δεν άσκησε εμπροθέσμως προσφυγή, με αποτέλεσμα η εν λόγω απόφαση να καταστεί τελεσίδικη. Η δε μεταγενέστερη καταχώριση προσφυγής κατά της αρχικής απόφασης απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο έμμεσης επανεξέτασης της νομιμότητας ή της ουσιαστικής ορθότητας της αρχικής απορριπτικής απόφασης, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στη διαπίστωση της ύπαρξης νέων στοιχείων ή πορισμάτων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας δεν στηρίζεται σε νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά την έννοια των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, τα οποία δεν είχαν εξεταστεί κατά την προηγούμενη διαδικασία και τα οποία θα ήταν ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισής της ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Η μεταγενέστερη αίτησή της εξετάστηκε πλήρως και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι απόρριψης του μεταγενέστερου αιτήματός της ως απαράδεκτου, αποκαλύπτει ότι η εν λόγω απόφαση ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Ως εκ τούτου η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο