J.M.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ15/2026, 13/7/2026
print
Τίτλος:
J.M.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ15/2026, 13/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: Τ15/2026

13 Ιουλίου 2026

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

J.M.M., εκ Καμερούν

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

  Καθ' ων η αίτηση 

Μ. Μπαγιαζίδου (κα) Δικηγόρος για τον Αιτητή

Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του Κανονισμού 3, εδάφιο (ε), των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί.

[Ο Αιτητής υπό κράτηση]  

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

A.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, o Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση ως αυτή περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 13/01/2026 σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Παράλληλα αιτείται όπως διατάξει την επανεξέτασή της.

 

Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία του Αιτητή ο οποίος εκπροσωπείται από δικηγόρο.  

 

Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου διοικητικό φάκελο, ο Αιτητής πρόκειται για ενήλικο, υπήκοο της Δημοκρατίας του Καμερούν (στο εξής: Καμερούν), ο οποίος, κατά δήλωσή του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 20/05/2007, μεταβαίνοντας παράνομα δια θαλάσσης στον λιμένα της Λάρνακας. Στις 02/10/2007 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 05/03/2008 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 06/03/2008 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή, κρίνοντας ότι αυτός δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 07/03/2008, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή.   

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου παραλήφθηκε από τον Αιτητή στις 28/03/2008 και εναντίον αυτής, καταχώρισε έφεση [διοικητική προσφυγή] ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (Α.Α.Π.), η οποία απορρίφθηκε μετά από αίτημα του Αιτητή για απόσυρση, με την αιτιολογία της τέλεσης γάμου με υπήκοο Πορτογαλίας.

 

Έντεκα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 29/03/2019, ο Αιτητής δια μέσου της συνηγόρου του απέστειλε επιστολή προς την Υπηρεσία Ασύλου αιτούμενος το επανάνοιγμα του φακέλου του στη βάση νέων στοιχείων. Κατά την εξέτασή του σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στις 19/04/2019, συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, εισηγούμενος όπως το αίτημα επανανοίγματος του φακέλου του Αιτητή κριθεί απαράδεκτο σύμφωνα με την παράγραφο του άρθρου 12Βτετράκις (2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000-2018. Η προαναφερθείσα εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ο οποίος στις 17/05/2019, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτη.

 

Ο Αιτητή προχώρησε σε αμφισβήτηση της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης υποβάλλοντας την υπ’ αριθμό ΔΔΠ 46/19 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία επίσης απορρίφθηκε μετά από αίτημα απόσυρσης της συνηγόρου του.

 

Στις 19/12/2025 ο Αιτητής συμπλήρωσε νέο αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου του (δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση) για παροχή διεθνούς προστασίας.

 

Στις 08/01/2026 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας εισηγούμενος την απόρριψη του ως απαράδεκτο. Στις 09/01/2026, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου κατόπιν εξέτασης της Έκθεσης – Εισήγησης αποφάσισε την απόρριψη της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης του ως απαράδεκτη, τερματίζοντας παράλληλα και το δικαίωμα παραμονής του Αιτητή στη Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στις 15/01/2026 στον Αιτητή μέσω επιστολής ημερομηνίας 13/01/2026, ο δε Αιτητής εμπρόθεσμα προχώρησε σε καταχώρηση της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγής .

 

Αποτελεί θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι πρόκειται για δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση και ότι οι προηγούμενοι ισχυρισμοί αφορούσαν στην περιουσιακή διαφορά που είχε ο Αιτητής με τον θείο του και απειλές από τον τελευταίο. Με την επίδικη αίτησή του οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του Αιτητή συνδέονται με την απαγωγή της αδελφής του από τον θείο του, τον εκβιασμό αυτής για χρήματα, τα οποία καταβλήθηκαν από τον Αιτητή και την εν συνεχεία έκδοση εντάλματος σύλληψης εις βάρος του. Υποστήριξε ότι τα νέα στοιχεία είναι πρόσφατα (αφορούν το έτος 2025) και δεν εξετάστηκαν ουσιαστικά από την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία κατέληξε βεβιασμένα στο ότι δεν αυξάνονται οι πιθανότητες επιτυχίας και απέδωσε αδικαιολόγητα υπαιτιότητα στον Αιτητή για τη μη έγκαιρη προσκόμισή τους. Τέλος, τόνισε ότι οι νέοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν απλή επανάληψη, αλλά συνιστούν εντελώς νέους ισχυρισμούς.

 

Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.

 

Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i)       Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)      νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

 

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

(β)     Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

 

(2)     Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

         

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».

 

Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

         

«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-

[..]

 

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».

 

Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτοις, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του Αιτητή με τη μεταγενέστερή του αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, ο Αιτητής για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

 

Ανατρέχοντας στο διοικητικό φάκελο διαπιστώνω ότι ο Αιτητής στην αρχική του αίτηση πριν από σχεδόν 20 χρόνια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή ο θείος του τον πίεζε να αναλάβει τον ρόλο του εκπροσώπου των παραδοσιακών θεών του χωριού. Ο Αιτητής ανέφερε ότι, ως Χριστιανός, αρνήθηκε να συμμετάσχει σε τέτοιες λατρευτικές πρακτικές, επικαλούμενος τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο θείος του τον απείλησε ότι θα χρησιμοποιήσει το αίμα του για να εξευμενίσει τους θεούς των προγόνων τους εντός τριών ημερών. Υπό τον φόβο για τη ζωή του και θεωρώντας ότι δεν είχε άλλη επιλογή, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του.

 

Κατά τη συνέντευξή του και ως προς του λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του στις 26/06/2006, προέκυψε σύγκρουση με τον θείο του και τα δύο αδέλφια του, οι οποίοι αμφισβήτησαν το γεγονός ότι ο Αιτητής ήταν ο μοναδικός κληρονόμος, όπως προέβλεπε η διαθήκη. Ο ίδιος δήλωσε ότι προσέφυγε στο δικαστήριο εναντίον τους και ότι στις 23/01/2007 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του, σύμφωνα με την οποία ο θείος και τα αδέλφια του όφειλαν να μην παρεμβαίνουν στην περιουσία του πατέρα του. Στη συνέχεια, ο θείος του τού πρότεινε να γίνει «εκπρόσωπος των θεών» του χωριού, εξηγώντας ότι, σύμφωνα με την παράδοση, όποιος αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και κληρονόμος της οικογενειακής περιουσίας. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι ο θείος του επεδίωκε με αυτόν τον τρόπο να τον αποκλείσει από την κληρονομιά. Ανέφερε ότι αρνήθηκε αμέσως, επικαλούμενος τις χριστιανικές του πεποιθήσεις, που δεν του επέτρεπαν να συμμετάσχει σε τέτοιες πρακτικές. Κατόπιν τούτου, ο θείος του απευθύνθηκε στον αρχηγό του χωριού, ο οποίος τον κάλεσε για να δώσει εξηγήσεις και παρότι τους εξήγησε πως η πίστη του δεν του επιτρέπει να γίνει «εκπρόσωπος των θεών», εκείνοι επέμεναν ότι έπρεπε να αναλάβει τον ρόλο. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι του δόθηκε προθεσμία τριών ημερών για να αποδεχθεί την πρόταση, με την απειλή ότι σε διαφορετική περίπτωση θα θυσιαζόταν στους θεούς. Ανέφερε επίσης ότι, τον Φεβρουάριο του 2007, μετά τη δικαστική απόφαση, μεταφέρθηκε βίαια από κάποιους χωρικούς και τοπικούς άρχοντες στο παλάτι του χωριού, όπου ξυλοκοπήθηκε και έχασε τις αισθήσεις του. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεχόταν συνεχείς απειλές από τον θείο και τα αδέλφια του, ακόμη και μετά τη δικαστική απόφαση, ιδίως όταν προσπαθούσε να καλλιεργήσει τη γη που είχε κληρονομήσει στο Tiko και την Buea. Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, φοβούμενος για τη ζωή του, με την βοήθεια ενός οικογενειακού δικηγόρου και ενός χριστιανού ιερέα, εγκατέλειψε οριστικά την χώρα του.

 

Με το πέρας της συνέντευξής του ο Αιτητής προσκόμισε τα εξής υποστηρικτικά έγγραφα: 1) αντίγραφο διαθήκης 2) έγγραφα δικηγόρου 3) αντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού 4) πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα του 5) δικαστική απόφαση.

 

Η Υπηρεσία Ασύλου εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή απέρριψε το αίτημα του Αιτητή, εφόσον κρίθηκε πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί πρόσφυγας ή για να του χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, στη βάση έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Συνοπτικά, οι Καθ’ ων έκριναν ότι προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις και ασυνέπειες στους ισχυρισμούς του Αιτητή. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε χρονική αντίφαση ως προς το πότε ο θείος του του πρότεινε να γίνει ιερέας, καθώς αρχικά ανέφερε ότι η πρόταση έγινε δύο μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα του (Αύγουστος 2006), ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι έγινε μετά τη δικαστική απόφαση της 23/01/2007. Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε άγνοια ως προς το εάν υπήρχε προηγούμενος ιερέας της παραδοσιακής πίστης και ποιος ήταν αυτός, γεγονός που κρίθηκε ότι πλήττει την αξιοπιστία του ισχυρισμού του ότι πιεζόταν να καταλάβει τη συγκεκριμένη θέση. Επιπλέον, δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία για τις απειλές που δεχόταν, ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για «θέμα του χωριού», παρά το γεγονός ότι υπήρχε δικαστική απόφαση υπέρ του, στοιχείο που θεωρήθηκε ότι υπονομεύει τον ισχυρισμό του περί κινδύνου. Τέλος, εντοπίστηκε αντίφαση ως προς τη διαμονή του στη Douala, καθώς αρχικά ανέφερε ότι παρέμεινε εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι έμεινε μόνο δύο ημέρες. Βάσει των ανωτέρω ευρημάτων oι Καθ’ ων απέρριψαν τον ισχυρισμό του Αιτητή στο σύνολό του.

 

Υπενθυμίζω ότι ο Αιτητής υπέβαλε διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ωστόσο και για λόγους που σχετίζονται με γάμο του με ευρωπαία πολίτιδα αιτήθηκε την απόσυρσης της, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν αντιμετωπίζει κίνδυνο στην χώρα καταγωγής του.

 

Περί τα έντεκα χρόνια αργότερα ο Αιτητής υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση μέσω επιστολής της τότε δικηγόρου του για επανάνοιγμα του φακέλου του προβάλλοντας ότι αιτείται εκ νέου την εξέταση της αίτησής του για άσυλο, ισχυριζόμενος ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, διατρέχει κίνδυνο θανάτου από τον θείο του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του και τον διορισμό του ως διαχειριστή της ακίνητης περιουσίας, προέκυψε έντονη σύγκρουση με τον θείο του, ο οποίος τον απειλούσε επανειλημμένα ότι θα τον σκοτώσει, καθώς και τη μητέρα και τον μικρότερο αδελφό του, σε περίπτωση που διεκδικούσαν την περιουσία. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο θείος του εντάχθηκε στο Εθνικό Συμβούλιο του του Νοτίου Cameroon (SCNC), είχε συλληφθεί και κακοποιηθεί από τις αρχές, και ότι η οικογένεια του Αιτητή αντιμετώπιζε προβλήματα λόγω της σύνδεσης αυτής. Επιπλέον, προέβαλε ότι μετά την αναχώρησή του από τη χώρα, ο θείος του πώλησε παράνομα τμήματα της οικογενειακής γης, ενώ συνέχισε να απειλεί την οικογένεια. Ισχυρίστηκε ότι το 2018 ο θείος του επιτέθηκε με μαχαίρι στον μικρότερο αδελφό του προκαλώντας του σοβαρά τραύματα, ενώ κατά το ίδιο έτος επιτέθηκε στην οικογενειακή οικία με άλλα μέλη του SCNC, απαιτώντας πληροφορίες για τον ίδιο, και έδωσε εντολή να πυροβοληθεί η μητέρα του, η οποία υπέκυψε στα τραύματά της. Παράλληλα, ανέφερε ότι η οικία τους πυρπολήθηκε, με αποτέλεσμα ο μικρότερος αδελφός του να μείνει άστεγος. Καταληκτικά, υποστήριξε ότι δεν πρέπει να επιστρέψει στη χώρα του, καθώς παραμένει στόχος του θείου του, και ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να δέχεται απειλές κατά της ζωής του. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του με την επιστολή της η δικηγόρος του επισύναψε τα εξής έγγραφα: α. Πιστοποιητικό Δικαστηρίου όπου δεικνύει ότι έχει διορισθεί ο Αιτητής Διαχειριστής του αποβιώσαντος πατέρα του και επιστολή από το Δικαστήριο. β. Ιατρικό Πιστοποιητικό του αδελφού του γ. Πιστοποιητικό Θανάτου της μητέρα του δ. Εξουσιοδότηση από τον Αιτητή.

 

Στη βάση των δηλώσεων του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, με βάση το ακόλουθο σκεπτικό: Ο αλλοδαπός στις 29/03/2019, μέσω επιστολής από δικηγόρο, υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του στην Υπηρεσία Ασύλου υποβάλλοντας νέα στοιχεία, τα οποία είναι τα ίδια με αυτά που είχαν εξεταστεί και απορριφθεί από την Υπηρεσία Ασύλου, στις 07/03/2008. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα του φακέλου του εν λόγω αλλοδαπού και η επανεξέταση του αιτήματός Διεθνούς Προστασίας του αιτητή στη βάση νέων στοιχείων απορρίπτεται εφόσον το αίτημα δεν συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ (3)(α) στους Περί Προσφύγων Νόμους 2000-2018.

 

Ο Αιτητής επανήλθε με δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση, ισχυριζόμενος αυτή τη φορά ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του, καθώς εκκρεμεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο θείος του, μαζί με την ομάδα των Ambazonians, απήγαγαν την αδελφή του στις 20 Μαΐου 2025 και άρχισαν να τον εκβιάζουν τηλεφωνικώς ζητώντας χρήματα για την απελευθέρωσή της. Παρόλο που απέστειλε το ποσό, όταν κάλεσε τον θείο του για να μιλήσει στην αδελφή του, εκείνος δεν απάντησε, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει αν εκείνη είναι ζωντανή. Επιπλέον, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση πληροφορήθηκε για τη μεταφορά των χρημάτων και επιδιώκει τη σύλληψή του, με την κατηγορία ότι χρηματοδοτεί την οργάνωση των Ambazonians. Ο Αιτητής ανέφερε ότι επικοινωνεί τακτικά με τη δικηγόρο του στη χώρα του, η οποία τον ενημέρωσε ότι η αστυνομία μετέβη στον θείο του, εντόπισε την πληρωμή και εξέδωσε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του για χρηματοδότηση τρομοκρατών. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ότι πλέον καταζητείται από τις αρχές και δεν έχει κανέναν στη χώρα του, καθώς η αδελφή του, που ήταν η μόνη του οικογένεια, παραμένει αγνοούμενη. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι η δικηγόρος τού απέστειλε μέσω WhatsApp, στις 9 Δεκεμβρίου, το ένταλμα σύλληψης καθώς και μια έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα σχετικά με την κατάσταση στη χώρα του.

 

Εξετάζοντας το παραδεκτό της αίτησης του, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που επικαλέστηκε ο Αιτητής δεν αποτελούν νέα στοιχεία και ότι λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν υποβλήθηκαν τα εν λόγω στοιχεία και επιπλέον τα έγγραφα που προσκόμισε δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης του με διεθνή προστασία.

 

Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης: […] Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αλλοδαπός, ενώ είχε το δικαίωμα να προχωρήσει τη δικαστική του προσφυγή, ο ίδιος δεν την υποστήριξε ούτε την προώθησε, ως ορίζει ο νόμος. Η απόρριψη της προσφυγής του στις 23/03/2021 (κατόπιν απόσυρσης) φανερώνει ότι ο αλλοδαπός δεν είχε βάσιμους λόγους προσφυγής·ως εκ τούτου, η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 07/03/2008 κατέστη τελική. Ομοίως, η απόσυρση της διοικητικής του προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων καταδεικνύει την έλλειψη βάσιμων ισχυρισμών από πλευράς του και επικυρώνει το γεγονός ότι η αρχική απορριπτική απόφαση παραμένει εν ισχύ. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα (το ένταλμα σύλληψης και η έκθεση της HRDA) παρότι αποτελούν νέα στοιχεία, έχουν καθαρά υποστηρικτικό χαρακτήρα. Εφόσον η εσωτερική αξιοπιστία του αλλοδαπού απορρίφθηκε τελεσιδίκως κατά την κατ' ουσίαν εξέταση της αρχικής του αίτησης, η μεταγενέστερη προσκόμιση εγγράφων -τα οποία μάλιστα στερούνται άμεσης και εξατομικευμένης σύνδεσης με το πρόσωπό του- τα εν λόγω στοιχεία δεν κρίνονται ικανά να μεταβάλουν την τελική έκβαση του αιτήματός του […].

 

Ειδικότερα, ως προς το ένταλμα σύλληψης, διαπίστωσαν ότι η αποδεικτική του αξία είναι εξαιρετικά περιορισμένη, καθώς κρίσιμα στοιχεία, όπως τα προσωπικά δεδομένα, ο αριθμός φακέλου και η αποδιδόμενη κατηγορία, είναι συμπληρωμένα χειρόγραφα, γεγονός που το καθιστά επιδεκτικό αλλοιώσεων και δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα γνησιότητας. Ως προς την έκθεση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έκριναν ότι πρόκειται για γενική πληροφόρηση σχετικά με την κατάσταση στο Καμερούν, χωρίς οποιαδήποτε εξατομικευμένη αναφορά στον Αιτητή ή σύνδεση με τους ισχυρισμούς του, και συνεπώς δεν συνιστά νέο ουσιώδες στοιχείο που να τεκμηριώνει ατομικό φόβο δίωξης.

 

Πράγματι τα στοιχεία που υπέβαλε ο Αιτητής φέρουν ημερομηνία του έτους 2025 και συνεπώς εκ πρώτης όψεως αποτελούν νέα στοιχεία εφόσον η ημερομηνία έκδοσης τους είναι μεταγενέστερη της αρχικής του αίτησης. Ωστόσο όπως προκύπτει από τα γεγονότα πιο πάνω, οι κατ΄ ισχυρισμό διενέξεις με τον θείο του για κληρονομικούς κυρίως λόγους ήταν και ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, εξετάστηκαν και κρίθηκαν αναξιόπιστοι κατά την αρχική του αίτηση αλλά και στη συνέχεια με την πρώτη μεταγενέστερη αίτηση του. Διαπιστώνω επιπλέον ότι σε κάθε ένα στάδιο, αρχική αίτηση, διοικητική προσφυγή, πρώτη μεταγενέστερη αίτηση και δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση, παρά το ότι ο πυρήνας του αιτήματος του είναι κοινός ήτοι οι διενέξεις με το θείο του, ο Αιτητής επισυνάπτει και κάποια έγγραφα προς επίρρωση των ισχυρισμών του επικαλούμενος «νέων στοιχείων», ωστόσο ο πυρήνας του Αιτήματος του εξετάστηκε και απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος ο δε Αιτητής δεν κατάφερε να το ανατρέψει αφού δεν προώθησε τις προσφυγές του αποσύροντας αυτές.

 

Το γεγονός ότι ο Αιτητής επικαλείται περιστατικά του έτους 2025 δεν αρκεί, αφ' εαυτού, για να προσδώσει στα στοιχεία τον χαρακτήρα "νέων στοιχείων" κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο η μεταγενέστερη χρονολογία τους, αλλά κατά πόσον τα στοιχεία αυτά είναι ικανά να ανατρέψουν την προηγούμενη κρίση ή να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, προϋπόθεση η οποία, στην παρούσα περίπτωση, δεν πληρούται.

 

Όπως λέχθηκε ήδη πιο πάνω με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Εν προκειμένω, ο Αιτητής προέβαλε ότι ο θείος του απήγαγε την αδελφή του, ότι ο ίδιος κατέβαλε χρηματικό ποσό ως λύτρα και ότι, εξαιτίας της μεταφοράς αυτής των χρημάτων, οι αρχές του Καμερούν τον κατηγορούν για χρηματοδότηση της οργάνωσης των Ambazonians, εκδίδοντας εις βάρος του ένταλμα σύλληψης. Ωστόσο, οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί δεν αποσυνδέονται από τον πυρήνα της υπόθεσης που αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης κατά την αρχική αίτηση και την πρώτη μεταγενέστερη αίτησή του, ήτοι την κατ' ισχυρισμόν διαχρονική διαμάχη με τον θείο του. Αντιθέτως, συνιστούν εξέλιξη του ίδιου πραγματικού υποβάθρου, το οποίο έχει ήδη αξιολογηθεί και απορριφθεί ως αναξιόπιστο. Περαιτέρω, οι νέοι ισχυρισμοί δεν συνοδεύονται από τέτοια νέα, αξιόπιστα και εξατομικευμένα αποδεικτικά στοιχεία ώστε να ανατρέπουν την προηγούμενη κρίση ή να αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες αναγνώρισης του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, το προσκομισθέν ένταλμα σύλληψης, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν, δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα γνησιότητας, ενώ η προσκομισθείσα έκθεση ανθρωπίνων δικαιωμάτων αφορά τη γενική κατάσταση στη χώρα και δεν τεκμηριώνει εξατομικευμένο κίνδυνο για τον Αιτητή. Επιπλέον, παρατηρείται ότι ο Αιτητής, ενώ σε όλα τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας αναφερόταν αποκλειστικά σε αδελφούς, στην παρούσα μεταγενέστερη αίτηση επικαλείται για πρώτη φορά την ύπαρξη αδελφής, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε εύλογη εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των νέων ισχυρισμών του.

 

Επιπλέον, προκαλεί εύλογο προβληματισμό το γεγονός ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται πως απέστειλε σημαντικό χρηματικό ποσό στον ίδιο τον θείο του, δηλαδή στο πρόσωπο το οποίο επί σειρά ετών παρουσιάζει ως τον βασικό διώκτη του και ως υπεύθυνο για τις απειλές κατά της ζωής του, χωρίς να δίδεται πειστική εξήγηση ούτε συνοδεύεται από οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι η αδελφή του βρισκόταν πράγματι υπό απαγωγή ή ότι η καταβολή των χρημάτων ήταν αναγκαία για την απελευθέρωσή της. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο σχετικός ισχυρισμός παραμένει ατεκμηρίωτος και δεν δύναται να θεωρηθεί νέο στοιχείο που αυξάνει ουσιωδώς τις πιθανότητες αναγνώρισης του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνω ότι τα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθόσον δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, με αποτέλεσμα η Υπηρεσία Ασύλου να απορρίψει ορθώς τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

 

Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή εξετάστηκε πλήρως και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι απόρριψης του μεταγενέστερου αιτήματός της ως απαράδεκτου, αποκαλύπτει ότι η εν λόγω απόφαση ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Ως εκ τούτου η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο