Ν. Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ237/26, 9/7/2026
print
Τίτλος:
Ν. Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ237/26, 9/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                      Υπόθεση αρ.Τ237/26

 

9 Ιουλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Ν. Μ.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κα. S. Dawoodi-  μεταφράστρια για πιστή μετάφραση από Urdu σε Αγγλικά και αντίστροφα               

Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα  

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή o αιτητής αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 22/05/26, με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας.

Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ) που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Πακιστάν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων (όπου διέμεινε και εργαζόταν περί το 1 έτος) τον Δεκέμβριο 2024 και στις 31/03/26 υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας (ερ.16-18, 65).

Στις 17/04/26 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, όπου δόθηκε ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.50-65). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 23/04/26 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη (ερ.97-115). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την επίδικη απόφαση, η οποία του δόθηκε διά χειρός 22/05/26 (ερ.116).

Στην αίτηση ασύλου ο αιτητής κατέγραψε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο εξαιτίας «θρησκευτικών διαμαχών». Ως ο ίδιος αναφέρει, υπήρξε μια διαμάχη στον δρόμο που άρχισε λόγω θρησκευτικών διαφορών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ίδιος μαχαιρώθηκε δύο φορές και έπρεπε να νοσηλευτεί και αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισε να φύγει από το Πακιστάν και τότε ήρθε στα κατεχόμενα με άδεια εργασίας, η οποία έληξε, ο εργοδότης του τον έδειρε, άρπαξε όλα τα υπάρχοντα του, δεν του ανανέωσε την άδεια και τον απέλυσε και έτσι ο αιτητής αποφάσισε να έρθει στις ελεύθερες περιοχές.

Στη συνέντευξη που ακολούθησε ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην πόλη Sialkot, όπου διαμένει ο πατέρας του, η μητέρα του μένει σε πόλη κοντά στο Sialkot, έχει δύο αδέλφια και επικοινωνεί με την μητέρα του καθημερινά. Ο αιτητής ομιλεί Urdu και λίγα αγγλικά, δεν έχει ολοκληρώσει βασική εκπαίδευση και εργαζόταν ως καθαριστής.

Ερωτώμενος αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής ο αιτητής ανέφερε ότι 2-3 μήνες προτού φύγει άκουσε θόρυβο στον δρόμο κοντά στο σπίτι του και πήγε με ένα φίλο του να δουν τι συμβαίνει, είδαν πολλούς να έρχονται κατά πάνω τους, τον χτύπησαν στο κεφάλι, τον μαχαίρωσαν και τον χτυπούσαν μέχρι που έχασε τις αισθήσεις του και πήγε στο νοσοκομείο, χωρίς να γνωρίζει ποιος τον πήγε εκεί. Σε ακόλουθες ερωτήσεις ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ήταν στόχος της επίθεσης, δεν είχε κάποια ανάμιξη στη διαμάχη πριν δεχθεί επίθεση, δεν είχε κανένα πρόβλημα κατά το παρελθόν σχετικά με τη θρησκεία του, δεν γνωρίζει τους δράστες, δεν θυμάται πόσο χρόνο νοσηλεύτηκε και τι περιλάμβανε η νοσηλεία του και δεν έχει κάποιο αποδεικτικό για τη νοσηλεία του, δεν κατάγγειλε το γεγονός στην αστυνομία. Σε επόμενη ερώτηση ο αιτητής ανέφερε ότι δεν υπέστη κάτι άλλο μετά το περιστατικό αυτό, δεν μπορεί να μετοικήσει και να ζήσει σε άλλη πόλη στο Πακιστάν γιατί – ως ανέφερε – «μπορεί να [του] συμβεί άλλο περιστατικό», επιβεβαίωσε εκ νέου ότι ουδέν συνέβη στον ίδιο που να σχετίζεται με τη θρησκεία του και ότι η ζωή του στο Πακιστάν ήταν καλή.

Η Υπηρεσία Ασύλου, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή, σχημάτισε 3 ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπέστη επίθεση λόγω του ότι είναι χριστιανός

3.    Ο ισχυρισμός του αιτητή για αναζήτηση εργασίας

Εκ των ως άνω έγιναν αποδεκτοί ο 1ος και 3ος ουσιώδεις ισχυρισμοί και απορρίφθηκε ο 2ος ισχυρισμός.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία και παρέμεινε ασαφής και γενικόλογος τόσο κατά την ελεύθερη αφήγηση όσο και στις πολλές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικώς. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά το συμβάν, δεν παρέθεσε επαρκείς λεπτομέρειες για τον λόγο που γινόταν η διαμάχη στον δρόμο στα πλαίσια της οποίας χτυπήθηκε, δεν μπόρεσε να εξηγήσει ικανοποιητικά γιατί στοχοποιήθηκε ο ίδιος, ποιοι ήταν οι δράστες, τι έγινε ακριβώς κατά την επίθεση, πως διέφυγε ο φίλος του που ήταν μαζί του, ποια ήταν τα αίτια της κατ’ ισχυρισμό επίθεσης που δέχθηκε, γιατί πιστεύει ότι συνδέεται η επίθεση αυτή με τη θρησκεία του, ποια τραύματα που υπέστη, πόσο καιρό νοσηλεύτηκε, τι περιλάμβανε η νοσηλεία του και τι έγινε μετά απ’ αυτό. Δεδομένης δε της φύσεως των ισχυρισμών του δεν κρίθηκε σκόπιμο να γίνει έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες και ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως εσωτερικής συνοχής.

Στα πλαίσια αξιολόγησης μελλοντικού κινδύνου, στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών, κατόπιν παράθεσης πλήθους διαθέσιμων πληροφοριών (ΠΧΚ) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας και κοινωνικοοικονομική κατάσταση στον τόπο διαμονής του (Salkot), σε συνάρτηση με το προφίλ του, κρίθηκε ότι δεν εντοπίζεται βάσιμος φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης και ότι επιστροφή του αιτητή δεν συνιστά επαναπροώθηση, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ. Προς τα ως άνω αξιολογήθηκε ότι ο αιτητής είναι ενήλικας άνδρας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, εργασιακή εμπειρία, δεν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας και διαθέτει επαρκές οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής, διατηρεί δε καθημερινή επικοινωνία με την μητέρα του.

Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Ο αιτητής, καλούμενος να τοποθετηθεί στην ακρόαση της παρούσης, παρέδωσε έγγραφη δήλωση (στα αγγλικά), όπου αναφέρει ότι φοβάται για την ασφάλεια του ως μέλος της Χριστιανικής κοινότητας, καθώς – ως πιστεύει - η επιστροφή στο Πακιστάν θα τον θέσει «σε σοβαρό κίνδυνο», αφού – ως εξηγεί – οι Χριστιανοί δεν είναι ασφαλείς στη χώρα και γι’ αυτό φοβάται ότι θα αντιμετωπίσει «διακρίσεις, δίωξη, βλάβη ή απειλές» αν αναγκασθεί να επιστρέψει στο Πακιστάν. Ακολούθως της υποβολής της ως άνω δήλωσης υπέδειξε στο Δικαστήριο διάφορες φωτογραφίες στο κινητό του τηλέφωνο που απεικόνιζαν κτίριο με κατεστραμμένο εσωτερικό, μεταξύ των οποίων ένα κλιμακοστάσιο, κουζίνα, ψυγείο και άλλο δωμάτιο σε πολύ κακή κατάσταση, τα οποία – ως ανέφερε – απεικονίζουν το σπίτι του.

Δεδομένου ότι άπαντες οι ισχυρισμοί συμπλέκονται και με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].

Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.

Σε σχέση κατ’ αρχή με την εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή στα πλαίσια του απορριφθέντος 2ου ουσιώδους ισχυρισμού σημειώνω τα εξής.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Επανερχόμενος στο πρακτικό της συνέντευξης θα συμφωνήσω με τα όσα επί τούτου καταγράφουν στην επίδικη έκθεση οι καθ’ ων η αίτηση (ερ.106-108), ως καταγράφονται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία υιοθετώ ως έχουν, χωρίς να είναι σκόπιμο να τα επαναλάβω εκ νέου εδώ και χωρίς να έχω τίποτε να προσθέσω σ’ αυτά, πέραν του να σημειώσω ότι τα κενά, αντιφάσεις και οι καίριες ελλείψεις στο αφήγημα του αιτητή δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής των επ’ αυτού ισχυρισμών του, καθώς επ’ ουδενός σημείου του αφηγήματος του δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το παραμικρό ψήγμα εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών ή και

βιωματικών στοιχείων αναφορικά με το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό μαχαιρώματος του στα πλαίσια διαμάχης στην οποία, ως ο ίδιος ο αιτητής αναφέρει, ενεπλάκη τυχαία, καθώς βγήκε στον δρόμο αυτοβούλως, για να δει τι γινόταν. Δεδομένου δε ότι ουδέν προηγήθηκε ή ακολούθησε της επίθεσης αυτής που κατ’ ισχυρισμό υπέστη, ουδέν άλλο θα μπορούσε να ειπωθεί σχετικά με την εσωτερική συνοχή του εν λόγω ισχυρισμού.

Επί της εξωτερικής συνοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) καταγράφουν τα εξής.

Μη κυβερνητικές οργανώσεις εξέφρασαν την ανησυχία τους για το γεγονός ότι οι αρχές συχνά απέτυχαν να παρέμβουν σε περιπτώσεις άσκησης κοινωνικής βίας κατά των θρησκευτικών μειονοτήτων λόγω φόβου αντιποίνων, ανεπάρκειας προσωπικού ή της απάθειας, αλλά και του ότι οι δράστες τέτοιων καταχρήσεων συχνά δεν αντιμετώπιζαν συνέπειες, λόγω έλλειψης παρακολούθησης από τις διωκτικές αρχές, των δωροδοκιών που προσέφεραν οι κατηγορούμενοι και της πίεσης προς τα θύματα να αποσύρουν τις υποθέσεις.[1]

Μεμονωμένα άτομα και όχλοι στοχοποίησαν και σκότωσαν Χριστιανούς, Ινδουιστές, Σιχ, Μουσουλμάνους Αχμάντι, Σουνίτες Μουσουλμάνους και Σιίτες Μουσουλμάνους σε επιθέσεις που πιστεύεται ότι είχαν ως κίνητρο τη θρησκεία ή που περιγράφονται ως θρησκευτικού χαρακτήρα, σύμφωνα με ορισμένους θρησκευτικούς ηγέτες. Σύμφωνα με τον ιστότοπο της South Asia Terrorism Portal (SATP), ο αριθμός τέτοιων επιθέσεων και των δολοφονιών από ένοπλες ομάδες αυξήθηκε ελαφρώς σε σύγκριση με το 2021, αντιστρέφοντας τη συνολική μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων που αναφέρθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.[2]

Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για την θρησκευτική ελευθερία για το 2022 σημειώνει ότι τα μέλη θρησκευτικών μειονοτήτων συνέχισαν να δηλώνουν ότι οι Αρχές στο Πακιστάν εφαρμόζουν ασυνεπώς νόμους που προστατεύουν τα δικαιώματα των μειονοτήτων και επιβάλλουν την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων. Τα μέλη της κοινότητας των θρησκευτικών μειονοτήτων δήλωσαν επίσης ότι η κυβέρνηση ήταν ασυνεπής στην προστασία από τις κοινωνικές διακρίσεις και την παραμέληση, και τις επίσημες διακρίσεις κατά των Χριστιανών.[3]

Εκ των ως άνω δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι διώξεις χριστιανών, διακρίσεις και άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων λαμβάνουν χώρα στο Πακιστάν.

Παρά τα ως άνω όμως, εδώ η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η οποία είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που συνθέτουν την παρούσα, καθίσταται μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Αυτό γιατί η συμφωνία των ισχυρισμών της με διαθέσιμες ΠΧΚ, ως γενικές πληροφορίες που αναφέρουν ότι τέτοια φαινόμενα, ως αυτά που περιγράφει ο αιτητής, λαμβάνουν χώρα δεν αρκεί, τη στιγμή που οι ισχυρισμοί του στερούνται συνοχής, ιδίως από τη στιγμή που ουδέν άλλο, ως ο ίδιος αναφέρει, έχει συμβεί στον ίδιο που να σχετίζεται με τη θρησκεία του, πέραν του συμβάντος που παραθέτει (το οποίο δεν έγινε αποδεκτό, ως στερούμενο παντελώς εσωτερική συνοχής), ενόψει της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας, αφού οι ισχυρισμοί ενός αιτητή και η εσωτερική συνοχή τους παραμένουν πρωταρχικό σημείο αναφοράς. Τονίζεται σχετικώς ότι ο κίνδυνος δεν εξετάζεται σε αφηρημένο πλαίσιο αλλά μόνο σε συνάρτηση με τον συγκεκριμένο αιτητή και ενόψει όσων αυτός αναφέρει, τα οποία εν προκειμένω κρίθηκαν, ορθώς, ανεπαρκή και στερούμενα κάθε λεπτομερειών αλλά και βιωματικών στοιχείων. Ως άλλωστε στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», του EASO, σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»

Στη βάση και των ως άνω καταλήγω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί εδώ ότι υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη εκ μόνης της ιδιότητας του ως Χριστιανός. Ως σχετικώς αναφέρεται στο εγχειρίδιο (EUAA) «Πρακτικός οδηγός σχετικά με την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και την εκτίμηση κινδύνου» (Ιαν. 2024), σελ. 127, «[εάν] […] ο αιτών δεν έχει βιώσει παρόμοια γεγονότα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί αυτό να υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερος κίνδυνος να επαναληφθεί το συγκεκριμένο γεγονός στο μέλλον.». Ως άλλωστε στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.124, αναφέρεται «ούτε η «απλή πιθανότητα» ούτε η «απλή δυνατότητα» αρκούν για να εξακριβωθεί ο μελλοντικός κίνδυνος» και, ως στη σελ.125 περαιτέρω εξηγείται, «[το] ευλόγως προβλέψιμο μέλλον είναι ό,τι αναμένεται λογικά να επέλθει με βάση τα στοιχεία από γεγονότα και περιστάσεις που συνέβησαν στο παρελθόν και συμβαίνουν και σήμερα».

Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν έχει αποδειχθεί προηγούμενη δίωξη (αφού οι ισχυρισμοί για επίθεση που δέχθηκε λόγω του ότι είναι Χριστιανός δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω) δεν θεωρώ ότι η ύπαρξη και μόνο πληροφοριών για το ότι φαινόμενα διώξεων κατά Χριστιανών (και άλλων θρησκευτικών μειονοτήτων) απαντώνται στο Πακιστάν είναι αρκετή, άνευ ετέρου, για να καταδείξει ότι ο εδώ αιτητής υφίσταται κάτι περισσότερο από μια απλή πιθανότητα ή ενδεχόμενο τέτοιας δίωξης κατά την επιστροφή του, η οποία δεν αρκεί βεβαίως για απόδοση προστασίας.

Ενόψει και των ως άνω (έχοντας υπόψη το προφίλ του) καταλήγω ότι δεν αναμένεται ο αιτητής στερηθεί της πρόσβασης σε βιοπορισμό και στέγαση (βλ. αποδεκτό 3ο ουσιώδη ισχυρισμό) και συνεπώς στο πρόσωπο του δεν θεωρώ πως συντρέχουν οι συνθήκες που αναφέρονται στην αυθεντία του ΕΔΑΔ, M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, ημ.21/01/11, παρ.263, αναφορικά με το αρ.3 της ΕΣΔΑ. Επί τούτου λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι περί των 29 ετών σήμερα, υγιής, με επαρκή μόρφωση, προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, έχει ζήσει στον τόπο διαμονής του όλη του τη ζωή και διαθέτει (στον τόπο διαμονής και σε κοντινή πόλη) οικογενειακό δίκτυο (ερ.60).

Σημειώνεται περαιτέρω ότι το Πακιστάν έχει καθοριστεί στην Κ.Δ.Π. 242/2026, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του αρ.12Βτρις του Νόμου, ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας και ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε στη βάση του οποίου θα μπορούσε να «θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής […] στη συγκεκριμένη περίπτωσή», στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6). Σε κάθε περίπτωση, οι καθ’ ων η αίτηση έκαναν εδώ έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED, εκ της οποίας προέκυψε ότι κατά το τελευταίο έτος, στον τόπο διαμονής του αιτητή (Sialkot) καταγράφηκαν 46 περιστατικά ασφαλείας, χωρίς θανάτους (ερ.103).

Ουδεμία εκ των ως άνω διαπιστώσεων δύναται να διαφοροποιηθεί από τα όσα ο αιτητής ανέφερε και υπέδειξε (φωτογραφίες) στα πλαίσια της παρούσης.

Ειδικώς αναφορικά με τους ισχυρισμούς του στα πλαίσια της γραπτής δήλωσης του θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά αποτελούν απλά αναφορές σε μελλοντικό κίνδυνο για τον λόγο ότι είναι χριστιανός, χωρίς όμως να παρατίθεται κάποιο στοιχείο επί τούτου ή να εγείρεται κάποιος άλλος ισχυρισμός γεγονότων. Οι ως άνω ΠΧΚ δεν θεωρώ ότι δεικνύουν εύλογη πιθανότητα δίωξης κατά παντός Χριστιανού και άνευ ετέρου και συνεπώς εκ των δηλώσεων του αιτητή ουδέν προστίθεται στα ως άνω αναλυθέντα στοιχεία που συνθέτουν την υπόθεση.

Επί των φωτογραφιών σημειώνω και τα εξής.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, αναφέρονται τα εξής:

«Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων.»

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών οι υποδειχθείσες φωτογραφίες (των οποίων ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει εκτύπωση), όπου απεικονίζεται κατεστραμμένο σπίτι, χωρίς να είναι δυνατό να διακριβωθεί ο τόπος και χρόνος που αυτές λήφθηκαν ή οιαδήποτε σύνδεση τους με τα λεγόμενα του αιτητή (πέραν των αναφορών του ιδίου ότι απεικονίζουν το σπίτι του), δεν θεωρώ πως θα μπορούσαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να διαφοροποιήσουν την κατάληξη μου περί αναξιοπιστίας των λεγομένων του αιτητή, ούτε βεβαίως και την κατάληξη ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω ανάγκη διεθνούς προστασίας (λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, βλ. πιο πάνω), εφόσον ουδέν προσθέτουν στα ενώπιον μου κρίσιμα στοιχεία.

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να δεικνύεται, δεδομένων και των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[3] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Report on International Religious Freedom: Pakistan, 15 May 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2091889.html σελ. 29 (ημερομηνία πρόσβασης 07/12/2023)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο